ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Η ώρα είχε πάει 12 και 5 και το κεντρικό αμφιθέατρο του Φυσικού δεν είχε παρά ελάχιστο κόσμο. Ο Πέτρος κάθονταν στα μπροστινά αριστερά έδρανα και κάπνιζε, περιμένοντας το Χρήστο που είχε πεταχτεί στο κυλικείο να φέρει δυο σάντουιτς· ο Μάριος με τους υπόλοιπους κνίτες του Φυσικού περπατούσαν αμήχανα πέρα δώθε στο διάδρομο, ενώ ο Αντώνης, ο Ευθύμης και τ’ άλλα παιδιά από τα ΕΑΑΚ είχαν στήσει πηγαδάκι και συζητούσαν. Όλα έδειχναν ότι και πάλι δεν θα γινόταν συνέλευση. Να ‘ταν ότι ήταν η πρώτη βδομάδα μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων που είχε ανοίξει η σχολή, και να πεις ότι ο πιο πολύς κόσμος δεν είχε πληροφορηθεί για τη συνέλευση που θα γινόταν σήμερα… Ο Πέτρος, όμως, πώς και είχε φροντίσει να μάθει; Και όχι μόνο αυτό, αλλά είπε και ψέματα στη μάνα του –που ‘ταν δυο μέρες που ‘χε έρθει στην Αθήνα– ότι είχε να παρακολουθήσει κάποιο μάθημα για να μην τον πρήζει. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία αλήθεια για όσους ενσυνείδητα ή ασυνείδητα απείχαν, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η ΔΑΠ· η ΔΑΠ, η οποία δεν παρενέβαινε ποτέ σε συνελεύσεις παρά μόνο ελάχιστες φορές που είχε σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις και να γλείψει ψαρωμένους πρωτοετείς-εν δυνάμει ψηφοφόρους της ή, στην ακραία περίπτωση που χρειαζόταν να σπάσει κάποια κατάληψη.

Χωρίς ο ήρωάς μας να το περιμένει, τον πλησίασε αργά και κάπως διστακτικά ένας γνώριμος εύσωμος νεαρός. Ήταν ο Στέλιος, επί πτυχίο φοιτητής και μέλος των ΕΑΑΚ. Ο Πέτρος του έριξε ένα φευγαλαίο επιφυλακτικό βλέμμα, σαν να επρόκειτο για κάποια επιθετική κίνηση από την εχθρική γι’ αυτόν παράταξη. Ο Στέλιος όμως φρόντισε να διαλύσει κάθε καχυποψία προσφέροντάς του απλόχερα ένα ζεστό χαμόγελο.
«Γεια σου Πέτρο, τι κάνεις;» χαιρέτισε ευγενικά.
«Καλά είμαι, μια χαρά», απάντησε εξίσου ευγενικά ο Πέτρος.
Μια διεισδυτική ματιά του ήρωά μας προς το συνομιλητή του είχε ως ανταπόδοση ένα βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση από πλευράς του. Τι να ήθελε άραγε να του πει; Ότι δεν τον απασχολεί που δεν είναι μέλος των ΕΑΑΚ; Ότι η αριστερά οφείλει να είναι ενωμένη παρά τις διαφορετικές ομαδοποιήσεις εντός της; Δεν μπόρεσε όμως ο ίδιος να το διαπιστώσει, καθώς, πριν αφήσει το μυαλό του να μπει σε τέτοιες σκέψεις, επικέντρωσε την προσοχή του στη συνέλευση, που, όπως φαίνονταν, θα πήγαινε εξ’ αναβολής.
«Απ’ ό,τι φαίνεται δεν πρόκειται να γίνει συνέλευση σήμερα…», σχολίασε ο ανιδιοτελής αγωνιστής.
«Δε βαριέσαι…» απάντησε ο Στέλιος.
«Ίσως τελικά οι μάζες δεν είναι έτοιμες ακόμα…» συνέχισε ο Πέτρος. «Η επανάσταση απαιτεί θυσίες, δεν είναι παίξε γέλασε…»
«Σοβαρά τώρα πιστεύεις ότι μπορεί να γίνει επανάσταση;» ρώτησε ο Στέλιος με απορία τον ήρωά μας, αν όντως πίστευε κάτι τέτοιο.
Ο Πέτρος θεώρησε σκόπιμο να διαλύσει την απογοήτευση που επέδειξε ο συνομιλητής του.
«Υπάρχουν διάφορα ιστορικά παραδείγματα» εξήγησε, «όπως του Μάη του 68, όπου η νεολαία επαναστάτησε στα καλά των καθουμένων, χωρίς τίποτα να προμηνύει μια τέτοια εξέλιξη…»
«Και αλήθεια νομίζεις ότι υπάρχει ελπίδα σήμερα;» ρώτησε εκ νέου ο Στέλιος.
«Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία!» αποκρίθηκε ο αισιόδοξος πάντα Πέτρος.

Εκείνη τη στιγμή, ο Χρήστος φάνηκε να κατεβαίνει κι αυτός τα σκαλιά, με τα σάντουιτς ανά χείρας.
«Πού ‘σαι ρε μαλάκα Στέλιο!» έκανε ο Χρήστος στον Στέλιο φτάνοντας και δίνοντας με μια κίνηση το ένα σάντουιτς στον Πέτρο.
«Α, γνωρίζεστε;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Ναι, παρακολουθούμε ένα εργαστήριο μαζί με το μικρό» απάντησε ο Στέλιος.
«Μικρό είναι το τσουτσούνι σου ρε χοντρέ!» απάντησε ο Χρήστος δαγκώνοντας μια μπουκιά από το σάντουίτς του, «Και είναι το μόνο μικρό που έχεις πάνω σου, γιατί όλα τα άλλα είναι τεράστια!»
Ο Πέτρος κοίταξε με απορία το όλο σκηνικό· είχε την εντύπωση ότι ο Χρήστος κι ο Στέλιος θα πιάνονταν στα χέρια. Ο τελευταίος όμως γρήγορα έβαλε τα γέλια δείχνοντας με κατηγορηματικό τρόπο ότι ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες προσβολές από το μικρό – που όμως δεν ανεχόταν να τον αποκαλούν μικρό – και δεν τις εκλάμβανε παρά ως φιλικά πειράγματα.
«Πού τον βρήκες αυτόν τον προβοκάτορα;» είπε ο Στέλιος στον Πέτρο, σαν σταμάτησε να γελάει.
«Τα μεγάλα φλέγματα συναντιούνται!» τόνισε με νόημα ο Χρήστος, και αυτή τη φορά γέλασαν και οι τρεις τους.
«Πάντως, ο Χρήστος λέει τα καλύτερα λόγια για σένα» σημείωσε απευθυνόμενος στον Πέτρο ο Στέλιος.
«Αλήθεια;» έκανε ο Πέτρος και έλαμψε το πρόσωπό του από υπερηφάνεια.
«Ναι!» απάντησε ο ίδιος ο Χρήστος, «και να φανταστείς ρε μαλάκα επειδή εξυμνούσα το δικό σου το μεγαλείο, έπεισα τον Στέλιο και έφυγε από τα ΕΑΑΚ…»
«Για την ακρίβεια, έφυγα μόνος μου από τα ΕΑΑΚ εδώ και μερικούς μήνες γιατί απλά δεν παλεύονται» απάντησε ο Στέλιος.
Ο Πέτρος χάρηκε τώρα ακόμα περισσότερο. Πλέον δεν είχε κανένα λόγο να είναι επιφυλακτικός απέναντι στο ευτραφή συνομιλητή του. Κάλλιστα θα μπορούσε να του ανοιχτεί ακόμα περισσότερο και να συζητήσει μαζί του βαθύτερα πολιτικά ζητήματα, ακόμα και να τον μυήσει στα ιδανικά της πάλαι ποτέ ηρωικής κίνησής του, της Θραύσης. Είχε όμως κανένα νόημα έστω να σκέφτεται μια κίνηση που κατά γενική ομολογία, είχε κάνει τον ιστορικό της κύκλο και δεν είχε πια λόγο ύπαρξης;

«Η Θραύση αλήθεια γιατί δεν έχει εμφανιστεί καθόλου φέτος;» ρώτησε τότε ο Στέλιος, σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη του ήρωά μας.
«Η Θραύση έχει σβήσει οριστικά» παρενέβη για λογαριασμό του τελευταίου ο Χρήστος. «Αποτελεί ένα λείψανο του ένδοξου επαναστατικού παρελθόντος του δάσκαλου, ο οποίος όμως δεν θέλει πια να μιλάει γι’ αυτό»
Ο Στέλιος κοίταξε τον Πέτρο, σαν να ήθελε να τον ρωτήσει αν συμμερίζεται κι ο ίδιος την άποψη που μόλις εξέφρασε ο μικρός. Ο Πέτρος, μιας και δεν είχε ο ίδιος κατασταλάξει επ’ αυτού, προτίμησε να μην πάρει θέση, και αντ’ αυτού να κοιτάξει μισοαδιάφορα προς άλλη κατεύθυνση και να αρχίσει να χλαπακιάζει το σάντουίτς του.

Κοιτάζοντας αλλού, ο Πέτρος είδε τότε να καταφθάνει νέος κόσμος στο αμφιθέατρο. Φυσικά, δεν επρόκειτο για φοιτητές του Φυσικού που θυμήθηκαν ξαφνικά ότι πρέπει να πάρουν μέρος στη συνέλευση της σχολής τους, αλλά για κομματικούς συνδικαλιστές από άλλες σχολές, που ως είθισται, ήρθαν απλά να κόψουν κίνηση.

Στο βάθος φάνηκε να ξεπροβάλει η φιγούρα του Φαίδωνα, ενός ψηλού και απίστευτα σωματώδη κνίτη από το Γεωλογικό, που σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες δεν ήξερε γραφή ή ανάγνωση παρά μόνο μούγκριζε. Θύμιζε αλήθεια τον Ζάνγκιεφ, το Σοβιετικό παλαιστή στο Street Fighter II, ή τον Τσατσένκο, τον θηριώδη σέντερ της πάλαι ποτέ υπερομάδας μπάσκετ της ΕΣΣΔ. Όπως όμως ο Τσατσένκο μόνος του δεν θα ήταν τίποτα αν δεν είχε το στρατηγό Γκομέλσκι να τον προπονεί και να τον καθοδηγεί, έτσι και ο Φαίδωνας βρίσκονταν υπό την καθοδήγηση και τον ασφυκτικό έλεγχο του Σωτήρη, ενός αρχικνίτη από τους Μεταλλειολόγους, που όπως ο Γκομέλσκι, ήταν κι αυτός κοντός με καράφλα, ενώ βρίσκονταν κάπου 20ο έτος, έχοντας πρακτικά εγκαταλείψει τις σπουδές του, αλλά τον πλήρωνε το κόμμα του ως επαγγελματικό στέλεχος με σκοπό να παραμείνει φοιτητής στο πανεπιστήμιο και ως άλλος στρατηγικός νους, να οργανώνει τα νεαρά κνιτόπουλα.

Και μόνο η παρουσία του διδύμου Σωτήρη-Φαίδωνα προκαλούσε την δυσφορία των συνδικαλιστών των άλλων παρατάξεων, και ιδίως των ΕΑΑΚ. Δυσφορία, που πολλές φορές εξελίσσονταν σε προστριβές, ακόμα και ξύλο. Όπως και τώρα, που ο μονίμως τσαντισμένος Ευθύμης ζήτησε τα ρέστα από τους δύο κνίτες επειδή είχαν πάρει θέση μπροστά του και του έκρυβαν το οπτικό πεδίο, με το ολέθριο αποτέλεσμα να εξαγριωθεί το θηρίο και να του ρίξει μια δυνατή σπρωξιά, σαν αυτή που είχε ρίξει κατά λάθος ο Τσατσένκο στο Γιαννάκη στον τελικό του ευρωπαϊκού κυπέλλου μπάσκετ το ‘87 και τον είχε στείλει από τη ρακέτα στο κέντρο του γηπέδου. Μόνο που η σπρωξιά του Φαίδωνα δεν έγινε κατά λάθος αλλά επίτηδες, κι έτσι ο Ευθύμης εκσφενδονίστηκε κάνα δυο ντουζίνες έδρανα προς τα κάτω.

Όλα τα βλέμματα άρχισαν τότε να πέφτουν πάνω στους δύο εμπλεκομένους στον καβγά, με τον έναν να έχει γκρεμοτσακιστεί κοντά στην καθηγητική έδρα, και τον άλλο να χτυπάει τις γροθιές του στο στήθος του και να βγάζει κραυγές στη μητρική του γλώσσα: «Ουγκ! Ουγκ!», αντλώντας αυτοπεποίθηση από τη γενναία του πράξη, ενώ στο πλάι ο Σωτήρης έτριβε τα χέρια του με ικανοποίηση που ο πιστός του γορίλλας κατέστησε σαφές στους αντιπάλους της ΠΚΣ ποιος κάνει κουμάντο στους φοιτητές, και του έδωσε μια μπανάνα για επιβράβευση.

Φυσικά τα ΕΑΑΚ δεν θα μπορούσαν να αφήσουν μια τέτοια πρόκληση αναπάντητη και φώναξαν ενισχύσεις από τις άλλες σχολές. Η κατάσταση είχε πλέον διαμορφωθεί με ένα τέτοιο τρόπο που από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπούσε αλύπητο ξύλο μεταξύ ΠΚΣ και ΕΑΑΚ, πράγμα που οδήγησε τον πρωταγωνιστή μας, αφού αποτελείωσε το σάντουίτς του και πέταξε το χαρτί περιτύλιξης στον παρακείμενο κάλαθο των αχρήστων, να πάρει την πρωτοβουλία και να πει στους φίλους του: «Παιδιά δεν πάμε καλύτερα στο κυλικείο μη φάμε κι εμείς καμία αδέσποτη;»
«Και δεν πάμε;» αποκρίθηκε ο Στέλιος, ενώ Χρήστος, που εκείνη την ώρα τελείωνε το δικό του σάντουιτς, έγνεψε καταφατικά.

Εκείνη τη στιγμή άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτες από τις ενισχύσεις των ΕΑΑΚ. Ρίγος κατέβαλε ξαφνικά τον Πέτρο βλέποντας έναν από τους εαακίτες νταγλαράδες που μόλις είχαν φθάσει, που δεν ήταν άλλος από τον γκόμενο της Ράνιας που τον είχε δει να φιλιέται μαζί της έξω από το Παιδαγωγικό πριν μερικές μέρες, και του οποίου την εικόνα, όπως και της ίδιας της Ράνιας, πάλευε επί μέρες να διαγράψει απ’ το υποσυνείδητό του. Προσπάθησε όμως να μη δείξει προς τα έξω την αναστάτωση στην οποία είχε περιέλθει, γιατί ίσως δημιουργούσε ανεπιθύμητους συνειρμούς στο Στέλιο, ο οποίος, ως πρώην μέλος των ΕΑΑΚ, σίγουρα θα γνώριζε την καστανομάλλα εαακίτισσα.

«Ρε μαλάκα ο γκόμενος της Ράνιας!» έκανε τότε ο Χρήστος, που επίσης τον θυμόταν, και αυτομάτως οι προσπάθειες του Πέτρου μηδενίστηκαν.
Ο Στέλιος κοίταξε το Χρήστο με απορία.
«Πού την ξέρεις εσύ ρε μαλάκα την Ράνια;» τον ρώτησε.
Ο Χρήστος διαπίστωσε τότε ότι τα είχε κάνει σκατά.
«Εχμ… από το facebook την ξέρω!» είπε, σκατώνοντάς τα ακόμα περισσότερο.
Ο Στέλιος έδειξε να παραξενεύεται.
«Κάθεσαι και χαζεύεις τις γκόμενες στο facebook ρε απαράδεκτε;» είπε περιπαικτικά στο Χρήστο ο ανυποψίαστος φίλου του, επισημαίνοντας παράλληλα: «Είναι ωραία κοπέλα η Ράνια, δεν έχεις να πεις…»
«Τι να το κάνεις αφού τη χαίρεται αυτός ο μάλακας!», απάντησε ο Χρηστάκης, κάνοντας την τρίτη στη σειρά γκάφα του.
«Γιατί είναι ρε μαλάκας ο Ιάσονας;» ανέφερε τότε ο πρώην εαακίτης Στέλιος αποκαλύπτοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το όνομα του νυν εαακίτη γκόμενου της Ράνιας.
«Αφού είναι εαακίτης παράγοντας, τι καλός να είναι;» είπε με αγανάκτηση ο Χρήστος, δαγκώνοντας εκ των υστέρων τα χείλη του στη θέα του βλοσυρού Πέτρου να τον αγριοκοιτάζει· είχε μόλις κάνει την τέταρτη γκάφα του δηλώνοντας άθελά του ότι γνώριζε ότι ο Ιάσονας ήταν παράγοντας των ΕΑΑΚ.
Πριν προφτάσει ο Στέλιος να ρωτήσει πού τα ήξερε ο Χρήστος όλα αυτά και πριν ο ίδιος ο Χρήστος κάνει μια πέμπτη γκάφα για σήμερα, ένα βάρβαρο θέαμα αιχμαλώτισε την προσοχή της παρέας, καθώς και των άλλων παρεών που βρίσκονταν στο αμφιθέατρο· ο Φαίδωνας είχε σκάσει μια δυνατή μπουνιά στα μούτρα του Ιάσονα, και ο εαακίτης νταγλαράς κείτονταν αιμόφυρτος στα σκαλοπάτια.
Ένα κύμα ανείπωτης χαράς και αγαλλίασης πλημμύρισε τότε τον Πέτρο που ο γκόμενος της αγαπημένης του είχε ρεζιλευτεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Τόσο μεγάλη ήταν η ικανοποίηση που ένιωθε ο ήρωάς μας που δεν προβληματίστηκε διόλου από τις τραμπούκικες μεθόδους επιβολής των κνιτών –που υπό νορμάλ συνθήκες θα προκαλούσαν την ανείπωτη οργή του–, ενώ προς στιγμήν σκέφτηκε να πλησιάσει τον αυστραλοπίθηκο της ΠΚΣ και να τον ενθαρρύνει να ρίξει κι άλλες μπουνιές στον Ιάσονα μέχρι να τον αφήσει στον τόπο.

Πέρα όμως από τα εγωιστικά αισθήματα του Πέτρου, για τους υπόλοιπους μη κνίτες που παρευρίσκονταν στο αμφιθέατρο, το κύρος της ΠΚΣ ως διαλλακτικό και δημοκρατικό σχήμα είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από την αψυχολόγητη ενέργεια του γορίλλα τους να χτυπήσει δύο εαακίτες στα καλά των καθουμένων. Έχοντας ο μηχανισμός καταστολής του κόμματος φέρει σε πέρας την αποστολή του, έπρεπε να αναλάβει δράση ο μηχανισμός προπαγάνδας, ο οποίος θα προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως φαινόντουσαν αλλά αλλιώς. Έτσι, ο Μάριος, ο επικεφαλής κνίτης του Φυσικού, κατέφθασε σχεδόν τρέχοντας στην παρέα της Θραύσης για να προλάβει τη δημιουργία τυχόν λανθασμένων εντυπώσεων και να δώσει την πραγματική διάσταση των γεγονότων: «Παιδιά είδατε τι έγινε; Ο εαακίτης απ’ τους Ηλεκτρολόγους έπεσε με δύναμη πάω στην προτεταμένη γροθιά του Φαίδωνα, και πιο πριν ο Ευθύμης γλίστρησε στα σκαλοπάτια και ο Φαίδωνας προσπάθησε να τον σώσει με ρίσκο να πέσει κι ο ίδιος!»
Ένα σαρκαστικό γέλιο βγάλανε τότε και οι τρεις νέοι της παρέας.
«Σε λίγο ρε Μάριε θα μας πεις ότι τον πάτησε διερχόμενο τρίκυκλο όπως τον Λαμπράκη!» απάντησε εύστοχα ο Στέλιος.
«Μα τα ΕΑΑΚ υποστηρίζουν ότι τα ΙΕΚ πρέπει να γίνουν ισόβαθμα με τα ΑΕΙ!» ανέφερε τότε ο Μάριος επιχειρώντας ως κλασικός ινστρούχτορας να συσκοτίσει και εν γένει να δικαιολογήσει με πολιτικάντικους ελιγμούς τον πρόσφατο τραμπουκισμό της παράταξής του.
«Και το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι ο Στάλιν ήταν θεός!» ήταν η νέα πληρωμένη απάντηση του Στέλιου.
«Γιατί, δεν ήταν;» απόρησε ο Μάριος.
«Πάμε ρε παιδιά να φύγουμε» πήρε τότε το λόγο ο Πέτρος που το όλο σκηνικό είχε αρχίσει να τον κουράζει, «έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να γίνει συνέλευση. Πάμε να αράξουμε στο κυλικείο». Ο ήρωάς μας, όσο κι αν είχε χαρεί που τις έφαγε ο γκόμενος της Ράνιας, δεν είχε το σθένος να κάτσει να ακούσει το Μάριο να λέει τις ανοησίες του.
«Μα…» ξεκίνησε να λέει ο Μάριος αλλά ο Πέτρος και η παρέα του τον αγνόησαν και πήραν το δρόμο της εξόδου από το αμφιθέατρο.

Εξερχόμενος από το αμφιθέατρο ο Πέτρος είδε, προς μεγάλη του απογοήτευση, τη Μυρτώ και άλλους δύο σεκίτες να την έχουν στήσει λίγο παρακάτω και να πρήζουν τον κόσμο να αγοράσει Εργατική Αλληλεγγύη.
«Μα γιατί δεν πάνε οι κνίτες να δείρουν τους ανυπόφορους τους σεκίτες» σκέφτηκε ο ήρωάς μας, «παρά πάνε και δέρνουν τους εαακίτες;»
Του ‘ρθε τότε η αναλαμπή να κάνει νόημα στην παρέα του που δεν είχε ακόμα εξέλθει από το αμφιθέατρο, να μείνουν μέσα και να βγουν από την άλλη έξοδο, ώστε να αποφύγουν το πρήξιμο από τους σεκίτες, δεν τα κατάφερε ωστόσο γιατί τον πρόλαβε πρώτη η Μυρτώ, και η πρωτοβουλία του αυτή παρέμεινε απλώς στο επίπεδο της σκέψης.
«Γεια σου Πέτρο!» έκανε όλο χαρά η σεκίτισσα με το που είδε τον μεγάλο μας επαναστάτη.
«Όχι!» αποκρίθηκε ορθά-κοφτά ο Πέτρος.
«Τι όχι;» απόρησε, και με το δίκιο της, η Μυρτώ.
«Δεν θα αγοράσω Εργατική Αλληλεγγύη!» εξήγησε ο Πέτρος.
«Μα γιατί;» απόρησε εκ νέου η Μυρτώ.
«Γιατί ούτε εργατικός είμαι, ούτε αλληλεγγύη έχω» ανέφερε χωρίς να το πολυσκεφτεί πριν εκστομίσει τη συγκεκριμένη, ασυνάρτητη ομολογουμένως, δικαιολογία.
Η Μυρτώ έδειχνε μπερδεμένη με τα λόγια του Πέτρου και προς στιγμήν σταμάτησε να χαίρεται. Φρόντισε όμως ο Πέτρος να ξαναπροκαλέσει το χαζοχαρούμενο χαμόγελό της, λέγοντάς της: «Είναι όμως μέσα στο αμφιθέατρο ο φίλος της Ράνιας και μου ‘πε ότι έψαχνε να αγοράσει Εργατική Αλληλεγγύη. Το λένε Ιάσονα. Άντε, πήγαινε βρες τον!»
«Τρέχωωωω!» έκανε όλο χαρά η Μυρτώ και έτρεξε μέσα στο αμφιθέατρο να αναζητήσει τον Ιάσονα.

Ήταν εμφανές ότι ο Πέτρος ένιωσε άγρια χαρά και ηδονή για το κακό που θα προξενούσε στον γκόμενο της Ράνιας.
«Θα ήθελα να συμπαρασταθώ στον Ιάσονα τώρα που θα του την πέσει και η σεκίτισσα αλλά ας πάμε καλύτερα στο κυλικείο γιατί πολύ καθυστερήσαμε» φρόντισε να πει ο ίδιος στους άλλους δύο της παρέας.
«Δάσκαλε είσαι πολύ κακός…» απάντησε γελώντας ο Χρήστος, ενώ ο Στέλιος σίγουρα δεν κατάλαβε τι είχε συμβεί, παρά μόνο ότι οι άλλοι δύο έτρεφαν ένα ανεξήγητο μίσος για τον Ιάσονα. Δεν έκανε όμως κάποιο σχόλιο, και τους ακολούθησε στο κυλικείο του Φυσικού…

* * *

Οι τρεις νέοι δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν άδειο τραπέζι στο κυλικείο. Μιας και ο Χρήστος είχε πάει να φέρει τα σάντουιτς προηγουμένως, τώρα ήταν η σειρά του Πέτρου να φέρει τους καφέδες, ενώ οι δύο φίλοι του είχαν αράξει στο τραπεζάκι και τον περίμεναν.

Δεν άργησε να γυρίσει ο Πέτρος λοιπόν με τους καφέδες, και κάθισε κι αυτός δίπλα τους.
«Αρχηγέ τι μου είπε ο Χρήστος; Σε στενοχώρησε λέει η Ράνια;» ήταν τα λόγια του Στέλιου με το που πήρε ο Πέτρος θέση στο τραπέζι.
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε. Ο μικρός είχε προλάβει να εξηγήσει τα πάντα στο Στέλιο, πράγμα που ο ήρωάς μας σίγουρα δεν ενέκρινε. Δεν υπήρχε όμως πια λόγος να προσποιείται ότι δεν είχε γίνει τίποτα, οπότε θεώρησε σκόπιμο να επιβεβαιώσει το γεγονός.
«Άστα να πάνε σύντροφε…» αποκρίθηκε ο Πέτρος, και έκανε να πιει μια γουλιά απ’ τον καφέ του, ζεμάτιζε όμως τόσο πολύ και τελικά τον άφησε για λίγο στην άκρη να κρυώσει.
«Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, αλλά η Ράνια είναι χαμένη περίπτωση αν θες τη γνώμη μου» ανέφερε ο Στέλιος, διευκρινίζοντας: «Επειδή την ξέρω καλά, γι’ αυτό σου λέω. Είμαστε φίλοι, μέσω των ΕΑΑΚ, και ειδικά πιο παλιά κάναμε αρκετή παρέα…»
«Δηλαδή;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος.
«Ε ξέρεις τώρα, τα έχει με τον Ιάσονα εδώ και 3-4 χρόνια…» ανέφερε ο Στέλιος. Φαίνεται εντελώς αδύνατο να χωρίσουν αυτοί οι δύο…»
«Ώστε απλά έπαιζε με μένα η καριόλα…» σκέφτηκε ο Πέτρος, που ο καταπιεσμένος του σεξισμός άρχισε να βγαίνει σιγά-σιγά στην επιφάνεια.
«Τότε γιατί το πουταναριό έπαιζε με το δάσκαλο;» ρώτησε ο Χρήστος, που ουδέποτε έκρυψε το σεξισμό του.
«Ε τώρα, ξέρεις πως είναι οι γυναίκες» εξήγησε ο Στέλιος. «Δυσκολεύονται να αφήσουν μια στάνταρ σχέση για κάτι εφήμερο, και περιορίζονται σε τσιλιμπουρδίσματα. Και οι άνδρες το κάνουν αυτό βέβαια…»
«Ναι αλλά οι άνδρες ρίχνουν και κάνα πούτσο δεξιά κι αριστερά, κι ας τα ‘χουν 10 χρόνια με την άλλη…» σημείωσε ο Χρήστος.
«Εκτός από μένα το μαλάκα που τα είχα 8 χρόνια με τη Χριστίνα και δεν διανοήθηκα να την απατήσω, μέχρι που με παράτησε για έναν καραβανά» συμπλήρωσε, μέσα του όμως, ο Πέτρος.
«Έτσι είναι, τι να κάνουμε…» ανέφερε στωικά ο Στέλιος, «οι γκόμενες φοβούνται να ξενογαμηθούν για να μην τις πει η κοινωνία πουτάνες. Οι άνδρες όμως αν ξενογαμήσουν η κοινωνία τους θεωρεί γαμιάδες…»
«Σιγά μην τις λυπηθούμε κιόλας τις καριόλες!» εξανέστη ο Χρήστος. «Τουλάχιστον να είναι ειλικρινείς! Αν θέλουν να γαμηθούν, να γαμηθούν, αν δεν θέλουν, να πάρουν τον πούλο και να μας αφήσουν ήσυχους! Τι κάθεται και πουλάει ελπίδες η Ράνια στον Πέτρο;»
«Στ’ αρχίδια μου τη γράφω ρε τη Ράνια!» φώναξε νευριασμένος ο Πέτρος, προκαλώντας την έκπληξη των άλλων δύο, μιας και δεν συνήθιζε να εκφράζεται με τέτοια λόγια.
«Αλήθεια, έχετε σκεφτεί να επανασυστήσετε τη Θραύση;» παρενέβη ο Στέλιος, σαν να ήθελε να αποφορτίσει το κλίμα και να στρέψει την κουβέντα αλλού.
Ο Πέτρος ένιωσε κάπως αμήχανα. Την ίδια πρόταση είχε κάνει και η Ράνια, πριν δύο μήνες, τότε που είχε έρθει σπίτι του, αν και ήταν εμφανές ότι σκοπό είχε απλά να «παίξει» μαζί του.
«Δεν ξέρω, είμαστε δύο άτομα μόνο και δεν ξέρω αν αξίζει» αποκρίθηκε.
«Μπορείτε να υπολογίζετε και σε τρίτο!» σημείωσε ο Στέλιος, δείχνοντας τον εαυτό του.
Ο ήρωάς μας αναθάρρησε. Με τρίτο άτομο στην ομάδα, και αξιόπιστο αρκετά όπως όλα έδειχναν καθώς είχε αποχωρήσει από τα γραφειοκρατικά ΕΑΑΚ – καμία σχέση δηλαδή με τη Ράνια – τα δεδομένα αλλάζανε άρδην. Η επανίδρυση της Θραύσης, που πάντα είχε στο μυαλό του ο πάλαι ποτέ ηγέτης της, από ένα απλώς θεωρητικό ενδεχόμενο που ήταν μέχρι πριν μερικά λεπτά, αποκτούσε τώρα τις βάσεις για την υλική πραγμάτωσή του.

Το timing, βέβαια, κάθε άλλο παρά σωστό ήταν. 9ο έτος πλέον, ο ήρωάς μας είχε αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά με τις σπουδές του, με σκοπό να πάρει το πολυπόθητο πτυχίο το Σεπτέμβρη, και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα θα τον αποσπούσε από το βασικό αυτό στόχο του. Όμως αμέσως παραμέρισε τις ιδιοτελείς σκέψεις του καθώς αντιλήφθηκε το ατομικό του συμφέρον υποδεέστερο των συμφερόντων των φοιτητών εν συνόλω, τα οποία θα εκπροσωπούσε επάξια η ανασυστημένη Θραύση. Και σε τελευταία ανάλυση, ακόμα και το δικό του συμφέρον, ως επιμέρους συστατικό του συλλογικού συμφέροντος των φοιτητών, θα έβρισκε την πλήρη ικανοποίησή του μέσα από την εξυπηρέτηση του τελευταίου. Δεν θα έπρεπε επ’ ουδενί λοιπόν να αφήσει τη μοναδική αυτή ευκαιρία να ανασυστήσει την οργανωμένη πρωτοπορία του επαναστατικού φοιτητικού κινήματος που του παρουσιαζόταν να πάει χαμένη.

«Ξέρεις ποια είναι η πλάκα φίλε Στέλιο;» ανέφερε ξαφνικά ο Πέτρος, «Ότι αυτό το πράγμα μου το ‘χε πει και η Ράνια. Ότι θα γούσταρε να συμμετάσχει στη Θραύση, αν και εφόσον επανασυσταθεί. Εσύ όμως δεν είσαι το ίδιο. Σε σένα μπορώ να βασίζομαι», και ακούμπησε με στοργικότητα το χέρι του στον ώμο του νεοφώτιστου συντρόφου του, σαν να τον έχρισε μέλος της Θραύσης.
«Θα μπορούσαμε παρ’ όλα αυτά να φωνάξουμε και τη Ράνια» συμπλήρωσε ο πάντα καλοπροαίρετος Στέλιος.
«Η Ράνια δεν είναι ευπρόσδεκτη στη Θραύση!» φώναξε τότε ο Πέτρος παίρνοντας απότομα το χέρι του από τον ώμο του συντρόφου του και χτυπώντας το με δύναμη το στο τραπέζι.
Οι δύο σύντροφοί του τον κοίταξαν με δέος. Ο μεγάλος ηγέτης είχε με το έτσι θέλω αποκλείσει ένα άτομο από το να συμμετάσχει στην οργάνωσή του, για λόγους καθαρά προσωπικά. Πλέον, εκτός από την καταπιεσμένη σεξιστική του αντίληψη, άρχισε να προβάλει στην επιφάνεια και η υπολανθάνουσα σταλινική του νοοτροπία.

Πριν όμως ο συγκυριακά σταλινικός Πέτρος προλάβει να πει τίποτα, ο διαχρονικά σταλινικός Μάριος φάνηκε να καταφθάνει στο κυλικείο, παρέα με άλλους κνίτες του Φυσικού. Μπροστά του μια παχουλή κοπελίτσα που του φώναζε, και ο ίδιος να προσπαθεί να την καλμάρει, ενώ μέσα σε δευτερόλεπτα είχαν κι οι δύο γίνει θέαμα για τους θαμώνες του κυλικείου.

«Είσαι πολύ μεγάλος γλείφτης και καραγκιόζης!» του φώναξε σε μια στιγμή εξαγριωμένη η κοπέλα.
«Μα δεν είναι λόγος αυτός να τσαντίζεσαι…» της απάντησε ο Μάριος.
Η κοπέλα τότε έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα λέγοντάς του: «Είσαι μεγάλος μαλάκας κι εσύ και η παράταξή σου!» και άρχισε να δακρύζει.
«Όλα είναι υπό έλεγχο!» άρχισε να λέει τότε ο Μάριος στους θαμώνες του κυλικείου που τους κοιτούσαν με απορία.
«Τίποτα δεν είναι υπό έλεγχο!» φώναξε τότε εκ νέου η κοπέλα ενώ το βλέμμα της καρφώθηκε στον Πέτρο που καθόταν στο παραδιπλανό τραπέζι, με ένα παρακλητικό ύφος σαν να ζητούσε τη βοήθειά του.

Αυτομάτως, και χωρίς να αναρωτηθεί γιατί απευθύνεται σε αυτόν και όχι σε κάποιον άλλο, ο μεγάλος αγωνιστής έτρεξε προς το μέρος της.

«Τι συμβαίνει ρε παιδιά;» είπε ο Πέτρος καταφθάνοντας, ενώ τα βλέμματα των θαμώνων του κυλικείου έπεσαν με μιας και επάνω στον ίδιο.
«Τίποτα δεν συμβαίνει, η Ελευθερία έχει απλά καταλάβει λάθος» εξήγησε ο Μάριος, «έτσι δεν είναι ρε Ελευθερία;»
«Άκου να δεις Μάριε» είπε τότε η Ελευθερία με δάκρυα στα μάτια, ανακτώντας ωστόσο κουράγιο λόγω της παρουσίας του Πέτρου δίπλα της, «για μένα η ΚΝΕ έχει τελειώσει! Μπορείς να τους πεις εκεί στο κόμμα να βάλουν το βιογραφικό μου εκεί που ξέρουν! Τ’ ακούς;»
«Μα Ελευθερία μου, προσπάθησε να ηρεμήσεις. Δεν υπάρχει λόγος να συγχύζεσαι…» επιχείρησε μάταια να την κατευνάσει ο Μάριος.
«Λοιπόν είναι και ο Πέτρος εδώ» είπε τότε η Ελευθερία παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, «Του το λέω για να το μάθει κι αυτός: ο Μάριος ήρθε και μας απείλησε εμάς τους κνίτες να μην πούμε τίποτα για όσα συνέβησαν σήμερα που δείρανε τα ΕΑΑΚ γιατί αλλιώς θα πέσουν διαγραφές!»
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε. Όχι επειδή αγνοούσε τις ολοκληρωτικές μεθόδους επιβολής που ασκεί το ΚΚΕ στα μέλη του, αλλά επειδή μια απλή κνίτισα βρήκε το θάρρος να σπάσει την τρομοκρατία του κόμματος και να την καταγγείλει δημόσια.
«Αχ ρε Μάριε, μα πόσο κομματόσκυλο μπορείς να γίνεις τελικά…» ήταν τα περιφρονητικά λόγια του Πέτρου προς τον αρχικνίτη του Φυσικού, και πήρε την κοπέλα από τον ώμο λέγοντάς της να έρθει να κάτσει στο τραπέζι μαζί του να ηρεμήσει.
«Μα δεν είπα τίποτα! Είπα απλά ότι είναι ελεύθεροι να υιοθετήσουν όποια εκδοχή των γεγονότων θέλουν αρκεί να είναι πολιτικά ορθή, ώστε να μη δυσαρεστήσουν το κόμμα και αυτό καταφύγει σε πειθαρχικά μέτρα απέναντί τους!» απάντησε ο επιστήμονας ινστρούχτορας Μάριος, αλλά ο Πέτρος με την Ελευθερία είχαν απομακρυνθεί αρκετά και δεν τον άκουγαν πια.

«Παιδιά, από δω η Ελευθερία» έκανε ο Πέτρος προς το Στέλιο και το Χρήστο καθώς έπαιρνε θέση και πάλι στο τραπεζάκι.
«Γεια…» έκανε η ακόμα θλιμμένη Ελευθερία και κάθισε κι αυτή στην τέταρτη και άδεια καρέκλα του τραπεζιού. Τα στρογγυλά γυαλάκια της, τα σγουρά μαύρα της μαλλιά και τα σπυράκια που είχε στο πρόσωπο, καθώς και τα πολλά παραπανήσια κιλά της την καθιστούσαν συμπαθητική στους τρεις άνδρες της Θραύσης, δεν προκαλούσαν όμως το θαυμασμό τους όπως θα συνέβαινε αν είχαν μια όμορφη γκόμενα απέναντί τους.

«Τι συνέβη τελικά ρε παιδιά;» έκανε τότε ο Στέλιος.
«Ο βλάκας ο Μάριος απείλησε τους κνίτες ότι θα τους διαγράψει  αν διαρρεύσει τίποτα για τα μπουκέτα που σκάσανε στα ΕΑΑΚ» εξήγησε ο Πέτρος, «και η Ελευθερία τσαντίστηκε και έφυγε. Σωστά δεν τα λέω, ρε Ελευθερία;»
«Ναι…» έκανε η Ελευθερία σκουπίζοντας τα δάκρυά της με ένα χαρτομάντηλο που έβγαλε από την τσέπη της.
«Ώστε ήσουν στην ΚΝΕ…» είπε ο Πέτρος, «Δεν σε θυμάμαι να σου ‘πω την αλήθεια. Τι έτος είσαι;»
«3ο» αποκρίθηκε η διοπτροφόρα πρώην κνίτισσα.
«Κι εσύ πώς και με ήξερες; Από τις συνελεύσεις;» τη ρώτησε ο Πέτρος.
«Ναι. Γενικά πολύς κόσμος στην ΚΝΕ σε έχει ως σημείο αναφοράς, άσχετα άμα η ηγεσία σού ρίχνει λάσπη ότι είσαι προβοκάτορας…» εξήγησε η Ελευθερία.
Τα τελευταία λόγια της Ελευθερίας έκαναν τον Πέτρο να το πάρει πολύ πάνω του που ένα σωρό κνίτες τον εκτιμούν και τον θαυμάζουν, ταυτόχρονα όμως και να νιώσει αποστροφή για τις ύπουλες μεθοδεύσεις της κομματικής ηγεσίας προς το πρόσωπό του.
«Ο Μάριος φαινόταν διαφορετικός από τους άλλους τους φασίστες στο κόμμα» συνέχισε τότε η ίδια, «αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι είναι ένας μαλάκας κι αυτός. Μεγάλη σουπιά. Μπροστά διαλλακτικός και χαχαχούχας και στο παρασκήνιο ψυχολογική βία για να περάσει τη γραμμή»
«Αδιόρθωτοι οι κνίτες…» μουρμούρισε απογοητευμένος ο Πέτρος, και ήπιε μια γουλιά από τον ακόμα ζεματιστό καφέ του.

Σαν από θαύμα, εκείνη τη στιγμή φάνηκαν να εισέρχονται στο κυλικείο οι πλέον αδιόρθωτοι κνίτες, το δίδυμο Σωτήρη-Φαίδωνα, οι οποίοι αφού εστίασαν το βλέμμα τους πάνω στην παρέα της Θραύσης, κατευθύνθηκαν προς το μέρος της. Ήταν προφανές ότι είχαν εκπλαγεί δυσάρεστα από την αποσκίρτηση της Ελευθερίας και έρχονταν να ζητήσουν τα ρέστα.

«Ωχ, ο γορίλλας!» έκανε τότε ο μέχρι πρότινος σιωπηλός Χρήστος βλέποντας το Φαίδωνα να ‘χει πλησιάσει και να στέκεται σαν μπάστακας πάνω από τα κεφάλια τους, κρύβοντας με τον τεράστιο όγκο του τη θέα του ιθύνοντα νου Σωτήρη που στέκονταν πίσω του.
Αυτομάτως οι τρεις άνδρες της παρέας καταβλήθηκαν από πανικό, όχι όμως και η Ελευθερία, που απτόητη είπε στο γορίλλα: «Τι συμβαίνει; Θες κάτι;»
«Ουγκ-ουγκ!» έβγαλε μια κραυγή ο Φαίδωνας σφίγγοντας τις γροθιές του και παίρνοντας στάση για ξύλο.
Ο Πέτρος έπρεπε να βρει επειγόντως ένα τρόπο να αποφευχθεί η χειροδικία, γιατί και οι τρεις νέοι μαζί δεν θα μπορούσαν να τα βάλουν μ’ αυτό το τέρας. Σκέφτηκε τότε να του μιλήσει ώστε να τον κατευνάσει, αλλά δεν πρόλαβε καθώς ο Χρήστος φρόντισε να τον εξαγριώσει κι άλλο λέγοντάς του: «Τι κοιτάς ρε κύκλωπα γαμώ το μουνί της μάνας σου;»

Τα λόγια ωστόσο του Χρήστου έσκασαν σαν αναλαμπή στο μυαλό του ηγέτης της Θραύσης, και σαν άλλος Οδυσσέας πήρε το ζεματιστό καφέ του και τον έχυσε με δύναμη στα μάτια του κύκλωπα Φαίδωνα!

«Μουααααααααά!» έκανε ο τυφλωμένος κύκλωπας και σείστηκε ολόκληρο το κυλικείο, με αποτέλεσμα οι θαμώνες του να πανικοβληθούν και να το εγκαταλείψουν άρον-άρον. Το ίδιο και ο Πέτρος φυσικά, που, ηρωικός καθώς ήταν, άρπαξε με δύναμη την Ελευθερία από το χέρι, και μαζί με τους άλλους δύο συντρόφους του έτρεξαν με την ταχύτητα του φωτός προς το πάρκινγκ της σχολής τους για να μπουν στο αυτοκίνητό του Στέλιου και από κει όπου φύγει-φύγει…

* * *

Μετά από ένα γρήγορο οδήγημα, περνώντας αδιάκριτα από λεωφορειόδρομους και παραβιάζοντας αλλεπάλληλα κόκκινα φανάρια, ο Στέλιος είχε φτάσει σε ένα μέρος που ουδείς κνίτης θα τολμούσε να τους πειράξει: τα Εξάρχεια. Αν και μεσημέρι καθημερινής, δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν να παρκάρουν πρόχειρα στη Σολωμού και από εκεί να κατευθυνθούν πεζή στην πλατεία Εξαρχείων. Είναι αλήθεια ότι είχαν καταφέρει να διαφύγουν μέσα από τόσους κνίτες που τους καταδίωκαν με τρόπο εξίσου επιδέξιο με αυτόν που είχε δραπετεύσει ο Pierce Brosnan-James Bond στο ‘Golden Eye’ από τη Σοβιετική Ένωση. Για πρώτη φορά στη ζωή του ο Πέτρος ένιωσε αλληλέγγυος με τον εν λόγω λακέ της Βασίλισσας της Αγγλίας, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν αισθάνονταν παρά ανείπωτη αποστροφή για την ταινία και την φτηνή αντικουμμουνιστική προπαγάνδα που περνούσε, και υποστήριζε φυσικά τους Σοβιετικούς. Τους Σοβιετικούς επίσης υποστήριζε στο εξίσου άθλιο ‘Rambo 3’, αν και είχαν εισβάλει σε μια κυρίαρχη χώρα, το Αφγανιστάν, και την οποία εισβολή στην πραγματικότητα καταδίκαζε απερίφραστα, όπως και τις άλλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των Σοβιετικών στη Φινλανδία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Όμως, αν ήθελε τώρα να γλιτώσει μια για πάντα από τους εξαγριωμένους κνίτες, είτε θα γινόταν ο ίδιος Rambo 3, πράγμα που ήταν αδύνατον γιατί στερούνταν της απαραίτητης εκπαίδευσης, είτε θα έβρισκε ένα τρόπο να συμβιβαστεί μαζί τους, πράγμα που επίσης ήταν αδύνατον μιας και ως ντόμπρος επαναστάτης που ήταν δεν φημίζονταν για τις διπλωματικές του ικανότητες.

«Σου προτείνω πάντως να μην πατήσεις στο πανεπιστήμιο για κάνα μήνα…» είπε ο Στέλιος στον ήρωα της σημερινής μέρας Πέτρο, με το που η παρέα άραξε ανά δύο άτομα σε δύο παρακείμενα παγκάκια της πλατείας.
«Είναι αδύνατον να μην πάω» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «ειδικά τώρα που αποφάσισα να δώσω του κόσμου τα μαθήματα στην εξεταστική. Και δεν θυσιάζω την εξεταστική για κανένα μαλάκα κνίτη!»
«Μήπως αν μιλούσες στο Μάριο και του έλεγες να μεσολαβήσει στο κόμμα για να μη σε δείρουν;» πρότεινε τότε ο Χρήστος.
«Είναι άσκοπο» παρενέβη η Ελευθερία. «Ο Μάριος, επειδή τον ξέρω, θα τον πουλήσει τον Πέτρο χωρίς δεύτερη σκέψη. Άσε που επειδή τον πρόσβαλε, του το φυλάει και δεν ξέρεις μέχρι τι μπορεί να κάνει για να του το ξεπληρώσει…»
Ο Πέτρος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό.
«Δάσκαλε η γενναιότητα και η καρτερικότητα που σε διακρίνει είναι γνωστή σε όλους» πήρε το λόγο και πάλι ο Χρήστος, «Τι έγινε λοιπόν κι αν φας μερικές ξυλιές από τον κύπλωπα;»
«Το πρόβλημα δεν είναι το ξύλο ως ξύλο» απάντησε ο Πέτρος, «Το πρόβλημα είναι από ποιον θα φάω το ξύλο. Τρώγοντας ξύλο από τα ΜΑΤ, γίνεσαι ήρωας. Τρώγοντας όμως ξύλο από τους κνίτες, πας τελείως άκλαυτος. Είναι δύσκολη κατάσταση γενικά…»
«Δηλαδή αγωνιάς για την υστεροφημία σου;» ρώτησε εκ νέου ο Χρήστος.
«Ε τώρα την ίδια υστεροφημία έχει ο Τρότσκι και την ίδια έχει ο Τσε;» απάντησε ο Πέτρος. «Ο πρώτος δολοφονήθηκε από τη σταλινική NKVD και λοιδορείται ως προδότης, ο δεύτερος από την καπιταλιστική CΙΑ και υμνείται ως ήρωας…»
«Μήπως να υποσχόσουνα να έμπαινες στην ΠΚΣ για να τους κατευνάσεις;» διατύπωσε τότε μια σουρεαλιστική πρόταση ο Στέλιος. «Αποκλείεται να σε πειράξουν αν μπεις στο ψηφοδέλτιό τους…»
«Έ όχι και στο ψηφοδέλτιο της ΠΚΣ!» εξανέστη ο Πέτρος για να συμπληρώσει σε πιο ήρεμο τόνο: «Προσπαθούσε ο Μάριος να με βάλει στο ψηφοδέλτιο παλιά, επειδή εμείς σαν Θραύση δεν κατεβαίναμε ποτέ στις εκλογές, και με είχε ζαλίσει στα τηλέφωνα…»
«Μήπως να μπεις στα ΕΑΑΚ γιατί τις φάγανε κι αυτοί;» πρότεινε τότε εξίσου σουρεαλιστικά ο Χρήστος.
«Στα σκατοΕΑΑΚ; Μετά από 6 χρόνια; Αυτό ειδικά με τίποτα!» ανέφερε ο Πέτρος, επισημαίνοντας: «Να συμμαχήσω μου λες με τον γκόμενο της Ράνιας το μαλάκα; Δεν πάει να γαμηθεί κι αυτός ο μαλάκας και η ηλίθια η γκόμενά του…»
Η Ελευθερία κοίταζε τον Πέτρο με απορία, μη γνωρίζοντας προφανώς για ποιο πράγμα μιλούσε ο αγωνιστής.
«Η Ράνια είναι μια γκόμενα απ’ τα ΕΑΑΚ που του ‘ριξε χυλόπιτα» εξήγησε τότε ο Χρήστος πράγμα που προκάλεσε τη δυσφορία του Πέτρου, και ο οποίος φρόντισε να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση: «Δεν έφαγα καμία χυλόπιτα από καμία Ράνια!»
«Μα πώς δάσκαλε!» ανέφερε ο Χρήστος, «Αφού την ώρα που πήγαινες να της μιλήσεις την είδες να φιλιέται με τον Ιάσονα…»
Ο Πέτρος ένιωσε να ξεφτιλίζεται στα μάτια της Ελευθερίας από τις άγαρμπες παρεμβάσεις του μικρού του φίλου.
«Ναι αλλά ο Ιάσονας τις έφαγε σήμερα από τον κύκλωπα!» είπε τότε ο Πέτρος ανακτώντας τη χαμένη του αυτοπεποίθηση.
«Κουφάλα δάσκαλε το ‘ξερα ότι χάρηκες…» του είπε περιπαικτικά ο Χρήστος, για να συμπληρώσει: «Κι εγώ χάρηκα μέσα μου, αλλά φρόντισα να μην το δείξω προς τα έξω»
«Ρε μαλάκες πάτε καλά; Τι είναι αυτά που λέτε;» παρενέβη τότε ο Στέλιος που η προσωπική του ηθική δεν ανέχονταν τέτοια αρρωστημένα αστεία, όντως ακόμα νωπό το αίμα από την τραυματισμένη μύτη του Ιάσονα στα σκαλιά του κεντρικού αμφιθεάτρου του Φυσικού.
«Σιγά μη λυπηθούμε τον μεγαλοπαράγοντα των ΕΑΑΚ! Ξέρεις πόσο κόσμο έχει τραμπουκίσει αυτός ο μαλάκας άλλες φορές;» είπε ο Πέτρος, χρησιμοποιώντας σκόπιμα τον όρο ‘μεγαλοπαράγοντας’ για τον εαακίτη φοιτητοπατέρα, υπονοώντας ότι τα ΕΑΑΚ διοικούνται με τις ίδιες τραμπούκικες μεθόδους που οι πραγματικοί, αθλητικοί μεγαλοπαράγοντες διοικούν τις ΠΑΕ τους.
«Λες ρε μαλάκα να έχει από πάνω και τη σεκίτισσα που του ‘στειλες να προσπαθεί να το πείσει να αγοράσει Εργατική Αλληλεγγύη ενώ οι άλλοι τον σέρνουν με τα αίματα στο νοσοκομείο;» είπε τότε ο Χρήστος και ξέσπασε σε δυνατά γέλια συμπαρασύροντας όπως ήταν φυσικό και τον Πέτρο, που το μίσος του προς τη Ράνια και το γκόμενό της, μετά τη διαπίστωση ότι όλο αυτό τον καιρό που η πρώην φίλη της Χριστίνας απλά έπαιζε μαζί του, είχε φτάσει στο ζενίθ.
«Φαντάζομαι το να σε κυνηγάει να σε πρήξει το ΣΕΚ είναι χειρότερο από το να σε κυνηγάει να σε δείρει η ΚΝΕ…» είπε εν μέσω γέλιων ο Πέτρος  και άρχισαν οι δυο τους να γελάνε ακόμα περισσότερο.
Ο Στέλιος ωστόσο έδειξε να κατσουφιάζει και να πέφτει σε περισυλλογή. Προφανώς ο άξεστος τρόπος με τον οποίο οι δύο σύντροφοί του συμπεριφέρονταν τον είχαν προβληματίσει έντονα για το ποιόν και το ήθος της παράταξης που θα ανασύσταιναν.
«Τόσο μίσος για τη Ράνια πια;» απόρησε μεγαλόφωνα.
Ο Πέτρος έδειξε να προβληματίζεται με το σχόλιο του συντρόφου του. Το προφίλ του ως αγνός και ανιδιοτελής επαναστάτης που προτάσσει το γενικό καλό πάνω από το προσωπικό του συμφέρον είχε αμαυρωθεί μ’ όλα αυτά που είχε εκστομίσει. Θεώρησε λοιπόν σκόπιμο να προσπαθήσει να δικαιολογηθεί· όχι όμως ανακαλώντας τις κακίες που εξέφρασε προηγουμένως, αλλά μειώνοντας κι άλλο τον αποδέκτη των κακιών του.
«Η Ράνια είναι μια ηλίθια που δεν ξέρει πού της πάν’ τα τέσσερα!» ανέφερε. «Από πολιτικές γνώσεις έχει γενικά μεσάνυχτα! Μια ηλίθια πρώην εαακίτισσα είναι που έχει τόση σχέση με την αριστερά, όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο! Τι σκατά κόσμο επιτέλους μαζεύουν εκεί στα ΕΑΑΚ;»
«Σύντροφε είσαι ελιτιστής ή μου φαίνεται;» είπε τότε ο Στέλιος. «Περιμένεις όλοι να έχουν επαναστατική συνείδηση από την πρώτη στιγμή; Άσε που ο λόγος που δεν συμπαθείς τη Ράνια είναι ότι σου έσκασε χυλόπιτα»
«Το ότι μου έσκασε χυλόπιτα δεν αναιρεί το είναι μαλάκω!» αντέδρασε ο Πέτρος, που ένιωσε να ντροπιάζεται ακόμα περισσότερο μπροστά στην Ελευθερία, η οποία όλη αυτή την ώρα δεν μιλούσε, παρά άκουγε με προσοχή.
«Άσε ρε Πέτρο τώρα…» έκανε ο Στέλιος, «Έχεις ανάγει τις προσωπικές σου συμπάθειες και αντιπάθειες σε κριτήρια για την πολιτική σου δράση!»
«Τι λες ρε μαλάκα Στέλιο!» παρενέβη τότε ο Χρήστος, «Η καριόλα πρότεινε να ανασυστήσουμε τη Θραύση, δεν της το προτείναμε εμείς! Και τι νομίζει ότι είναι η Θραύση τελοσπάντων; ΔΑΠ ή ΠΑΣΠ;»
«Τι νόμιζε ότι είναι η αριστερά δηλαδή; Lifestyle όπως στα ΕΑΑΚ;» συμπλήρωσε ο Πέτρος.
«Αμάν πια με αυτή την καραμέλα των αναρχικών περί lifestyle των ΕΑΑΚ…» είπε ξεφυσώντας ο Στέλιος.
«Γιατί καραμέλα;» απόρησε ο Πέτρος, «Έχω άδικο ότι τα ΕΑΑΚ πουλάνε lifestyle
«Και που είναι το κακό με το αριστερό lifestyle δηλαδή;» ρώτησε τότε ο Στέλιος, που άφησε για μερικές δευτερόλεπτα άφωνους τους συνομιλητές του.
«Ορίστε;» έκανε ο Πέτρος μην μπορώντας να πιστέψει στ’ αυτιά του γι’ αυτά που άκουγε.
«Το αριστερό lifestyle μπορεί να βοηθήσει κόσμο να έρθει σε επαφή με την αριστερά» εξήγησε ψύχραιμα ο Στέλιος. «Μπορεί δηλαδή να καταστήσει τις ιδέες της αριστεράς περισσότερο προσιτές στον κόσμο. Να τους δείξει ότι εμείς οι αριστεροί δεν είμαστε περιθώριο. Ότι δεν είμαστε από άλλο πλανήτη. Ότι είμαστε άνθρωποι κι εμείς σαν όλους τους άλλους. Απλά έχουμε διαφορετική ιδεολογία. Ότι δεν είμαστε επαγγελματίες μίζεροι των Εξαρχείων…»
«Τι λαϊκιστικές απόψεις είναι αυτές ρε Στέλιο;» είπε τότε ο Πέτρος. «Δηλαδή να αρχίσουμε να φέρνουμε και χορεύτριες στα πάρτυ όπως η ΔΑΠ για να μαζεύουμε μέλη;»
«Από το να είμαστε μια παρέα σεχταριστών στο περιθώριο και χωρίς καμία απεύθυνση, εγκλωβισμένοι στα Εξάρχεια, καλύτερα να είμαστε λαϊκιστές…» ήταν η πληρωμένη απάντηση του Στέλιου, ο οποίος συνέχισε λέγοντας με νόημα: «Για πιο λόγο νομίζεις ότι ήσουν ρε Πέτρο μόνος σου στη Θραύση όλα αυτά τα χρόνια;»
Ο Πέτρος σάστισε για μια στιγμή. Το ότι η Θραύση ήταν περιθώριο και τρεις κι ο κούκος ήταν αλήθεια, όμως τι άλλο ευθύνονταν γι’ αυτό πέρα από τη σκληροπυρηνική επαναστατική της γραμμή, που οι μάζες των φοιτητών δεν ήταν έτοιμες ακόμα να ακολουθήσουν;
«Επειδή δεν είχε το κατάλληλο μάρκετινγκ δεν είχε κόσμο η Θραύση, αυτό μου λες;» ανέφερε τελικά εξίσου ειρωνικά με το συνομιλητή του ο ήρωάς μας. «Μήπως έπρεπε να προσλάβουμε τον Ψινάκη για μάνατζερ;» συμπλήρωσε, πράγμα που προκάλεσε το έντονο γέλιο του Χρήστου, ο οποίος φρόντισε ν’ απαντήσει κι αυτός με το δικό του τρόπο στο Στέλιο: «Ρε μαλάκα τα ΕΑΑΚ δεν έχουν καμία ιδεολογία, γιατί αυτοί που μπαίνουν σε αυτά μπαίνουν για να κοινωνικοποιηθούν, να κάνουν παρέες, να βρουν καμιά γκόμενα. Αλλά έλα που οι καλές οι γκόμενες πάνε μόνο με τους νταβατζήδες, σαν αυτόν τον πουσταρά τον Ιάσονα, και για τους άλλους μένουν οι σαύρες…»
«Μα τι λες κι εσύ τώρα ρε μικρέ;» απάντησε αγανακτισμένος ο Στέλιος, σαν να ήθελε να κάνει σαφές ότι ούτε ο ίδιος, ο οποίος μέχρι να αποχωρήσει από τα ΕΑΑΚ, δεν ήταν παρά ένα άσημο μέλος των ΕΑΑΚ, τα είχε κατ’ ανάγκη με κάποια σαύρα.
«Μικρό είπαμε ρε μαλάκα είναι το πουλί σου!» φρόντισε να πει πρώτα απ’ όλα ο Χρήστος για να συνεχίσει: «Βλέπεις ότι μια γκόμενα σαν τη Ράνια πάει με τον νταβατζή των ΕΑΑΚ! Γιατί δεν πάει με τον Πέτρο; Επειδή δεν είναι νταβατζής. Δεν έχει ολόκληρο δίκτυο με μαλάκες από πίσω του όπως ο άλλος! Έχω άδικο τελικά ότι οι γυναίκες γουστάρουν τους νταβατζήδες;»
Ο Στέλιος έκανε μια παύση δύο δευτερολέπτων για να πάρει μια ανάσα και να πει κατόπιν κάτι που έμοιαζε σοφό: «Αν οι γυναίκες γουστάρουν τους νταβατζήδες, τότε αυτό γίνεται επειδή οι άνδρες γουστάρουν τις πουτάνες…»

Η παρέα ξαφνικά πάγωσε. Ο Στέλιος είχε διατυπώσει μια πρωτόγνωρη για έναν άνδρα άποψη, για την οποία οποιοσδήποτε άλλος συνομιλητής του πέραν του αντισεξιστή Πέτρου, θα του πρόσαπτε αμέσως έναν από τους χαρακτηρισμούς «φλώρο», «μαλάκα» ή «αδερφή». Όπως και ο Χρήστος, που φάνηκε να θέλει να διαμαρτυρηθεί έντονα γι’ αυτά που άκουγε και να σούρει στον φίλο του τα εξ αμάξης για τις κάθε άλλο παρά ανδροπρεπείς απόψεις του.

«Πάρε για παράδειγμα τον Πέτρο» συνέχισε ο Στέλιος μην αφήνοντας το Χρήστο να πει αυτό που θα ‘λεγε, αν είχε όντως σκοπό να πει κάτι. «Με ποια γκόμενα έφαγε κόλλημα; Τη Ράνια. Του φέρθηκε σαν καριόλα όπως λέτε, και δεν έχω λόγο να το αμφισβητώ. Κι ο Πέτρος γιατί κόλλησε μαζί της;»
«Για να τη γαμήσει προφανώς!» ξέσπασε τότε ο Χρήστος, έλκοντας το εν ε περιέργειας βλέμμα δυο διερχόμενων νεαρών στην πλατεία, που δεν κρατήθηκαν και έβαλαν τα γέλια.
Ο Πέτρος, που όλη αυτή την ώρα ένιωθε να ξεφτιλίζεται από αυτά που άκουγε, είχε επίγνωση ότι η θεματολογία της συζήτησης μπορεί να προκαλούσε την αποστροφή της σιωπηλής για ώρα Ελευθερίας, η οποία υπολείπονταν πολύ σε ομορφιά από τη Ράνια, αν και η ίδια δεν είχε δείξει να δυσφορεί μέχρι στιγμής. Φρόντισε όμως ο Χρήστος με τη χαρακτηριστική του ανωριμότητα να την κάνει να δυσφορήσει ρωτώντας την: «Εσύ Ελευθερία τι γνώμη έχεις για τις πουτάνες; Πιστεύεις ότι οι άνδρες τις γουστάρουν;»
«Να πάνε να γαμηθούν οι πουτάνες, αρκετά μιλήσαμε για δαύτες» είπε τότε ο Πέτρος σε μια προσπάθειά του να αλλάξει θέμα στην κουβέντα· ήταν προφανές ότι εννοούσε τις πουτάνες στην ψυχή, και όχι τις επαγγελματίες ιερόδουλες, τις οποίες εκτιμούσε βαθιά ως εργαζόμενες και ενστερνίζονταν πλήρως την άποψη της Ρόζα Λούξεμπουργκ ότι ήταν οι πρώτες χειραφετημένες γυναίκες στην ιστορία.
«Ας δούμε τι θα κάνουμε τώρα με τους κνίτες, που ‘ναι ένα θέμα που καίει…» συμπλήρωσε ο ίδιος στο καπάκι.
«Προτείνω να κάνουμε την πάπια για λίγο καιρό και βλέπουμε…» είπε ο Στέλιος.
«Σωστά, κι εγώ αυτό λέω» συμπλήρωσε ο Πέτρος, αρκετά πιο ανακουφισμένος σε σχέση με πριν.

Στο νου του ηγέτη της Θραύσης ήρθε τότε η ιδέα να ζητήσει αστυνομική προστασία απέναντι στους κνίτες. Αλήθεια, θα μπορούσε ένας αγωνιστής της κλάσης του να ζητήσει την προστασία του αστικού κράτους, του οποίου ήταν ορκισμένος εχθρός, απέναντι στους σταλινικούς γραφειοκράτες του κινήματος ή αυτομάτως θα ακυρώνονταν ως αριστερός επαναστάτης; Ο Τρότσκι όμως πώς είχε ζητήσει και λάβει την προστασία της μεξικάνικης αστυνομίας προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δράση των πρακτόρων του Στάλιν που επιχειρούσαν να τον δολοφονήσουν; Μήπως τελικά ήταν κι αυτός ένας αντεπαναστάτης όπως του καταλογίζουν οι σταλινικοί;

«Δεν πηγαίνουμε σιγά σιγά γιατί έχει περάσει η ώρα;» έκανε τότε ο Στέλιος, καθώς σηκωνόταν από το παγκάκι.
«Ναι έχεις δίκιο» είπε ο Πέτρος, και σηκώθηκε κι αυτός, όπως και οι άλλοι δύο της παρέας.
«Αρχηγέ για πες μου μία το τηλέφωνό σου» φρόντισε να πει ο Στέλιος στον Πέτρο.
«Ναι βεβαίως, γράφεις;» έκανε ο Πέτρος, και διάβασε το τηλέφωνό του στο Στέλιο, ο οποίος το αποθήκευσε στο κινητό του και έκανε αναπάντητη στον ήρωά μας ώστε να τον σώσει κι αυτός.
«Θα με πετάξεις σπίτι ρε μαλάκα;» είπε στη συνέχεια ο Χρήστος στο Στέλιο. «Λίγο πιο πάνω μένω, στη Νεάπολη»
«Εγώ μένω Αγία Παρασκευή, στο δρόμο μου είσαι» είπε ο Στέλιος, ρωτώντας στη συνέχεια από ευγένεια τους άλλους δύο: «Θέλετε να σας πετάξω πουθενά;»
«Εγώ μένω εδώ κοντά, οπότε δεν έχει νόημα. Ευχαριστώ πολύ πάντως» απάντησε ο Πέτρος με τη χαρακτηριστική του ευγένεια.
«Εγώ μένω Ηλιούπολη» είπε η Ελευθερία, «θα πάω με μετρό στη Δάφνη και από κει με λεωφορείο»
«ΟΚ λοιπόν» έκανε ο Στέλιος, συμπληρώνοντας: «Να κανονίσουμε συνδιάσκεψη για τη Θραύση κάποια στιγμή, έτσι;»
«Μετά την εξεταστική όμως!» σημείωσε ο Πέτρος. «Έχω να δώσω τα κέρατά μου από μαθήματα και αποφάσισα να στρωθώ…»
«Και που ‘σαι Πέτρο» είπε ο Στέλιος πλησιάζοντας τον Πέτρο στ’ αυτί: «Ψήσου να έρθει και η Ράνια στο σχήμα. Όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα. Άσε που θα ‘χουμε και εκπροσώπηση στους μεταπτυχιακούς»
«Και γαμώ τους εκπροσώπους η Ράνια η χαζογκόμενα μιλάμε!» ανέφερε εντελώς απαξιωτικά ο Πέτρος.
«Έλα, μη γίνεσαι κακός» τον παρότρυνε φιλικά ο Στέλιος, «Να της μιλήσω, έτσι;»
«Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση αλλά τελοσπάντων» έκανε ο Πέτρος, πράγμα που ο Στέλιος εξέλαβε ως «Ναι».

Με τα πολλά, ο Χρήστος κι ο Στέλιος είχαν πάει προς το αμάξι του τελευταίου και ο Πέτρος είχε μείνει μόνος με την Ελευθερία.
«Αν θες έρχομαι ως το μετρό στην Πανεπιστημίου για παρέα…» είπε ο αβρός αγωνιστής, ανάβοντας παράλληλα τσιγάρο.
«Ευχαριστώ, δεν είναι ανάγκη» αποκρίθηκε η Ελευθερία.
«Είναι ανάγκη, γιατί αν γυρίσω σπίτι από τώρα, θα φάω στη μάπα τη μάνα μου» εξήγησε ο Πέτρος, συμπληρώνοντας: «Έχει έρθει απ’ τη Χαλκίδα να με νταντέψει για την εξεταστική και μου χει σπάσει τα νεύρα… Άστα»
Η Ελευθερία απλώς χαμογέλασε.

Οι δύο νέοι ξεκίνησαν να ανηφορίζουν την Ανδρέα Μεταξά, περπατώντας άλλοτε στο δρόμο και άλλοτε στο στενό πεζοδρόμιο της δεξιάς πλευράς του δρόμου, όταν δεν βρίσκονταν κάποιο αυτοκίνητο παρκαρισμένο πάνω σ’ αυτό. Στο νου του ενός από τους δύο είχαν σφηνωθεί η άποψη που είχε εκφράσει πριν από λίγο ο Στέλιος. Όχι αυτή που έλεγε ότι οι άνδρες γουστάρουν τις πουτάνες, πράγμα που –σύμφωνα με το Στέλιο πάντα– επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Πέτρος με το ενδιαφέρον που έδειξε στη Ράνια, παρά εκείνη περί αριστερού lifestyle και της υποτιθέμενης αναγκαιότητας υιοθέτησής του από μια αριστερή οργάνωση. «Μα τόσο παρτάκιας είναι» σκέφτηκε ο Πέτρος για το σύντροφό του, «που δεν έχει καταλάβει το πόσες θυσίες πρέπει να είναι σε θέση να κάνει ένας επαναστάτης για την υπόθεση του σοσιαλισμού;». Αμ το άλλο επιχείρημά του, ότι η Θραύση ήταν τρεις κι ο κούκος επειδή δεν πούλαγε προς τα έξω κάποιο lifestyle; Αυτό κι αν ήταν ιδεολογικό φάουλ. Η Θραύση υπήρξε διαχρονικά μια sui generis επαναστατική οργάνωση, με μέλη ολόψυχα δοσμένα στο σκοπός της επανάστασης που ανά πάσα στιγμή ήταν σε θέση να θυσιάσουν ακόμα και την ίδια τους τη ζωή αν χρειαζόταν. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να κάνουν οποιαδήποτε έκπτωση επί αυτού ώστε να στρατολογήσουν κι άλλα μέλη με ασθενέστερη ιδεολογική συγκρότηση απ’ τους ίδιους; Θα μπορούσε ένα κόμμα πού θα έβλεπε την αριστερά ως lifestyle να διεξάγει τη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία όπως τα κατάφερε επάξια το κόμμα των αφοσιωμένων –ψυχή τε και σώματι– επαγγελματιών επαναστατών μπολσεβίκων;

Ναι, αλλά μήπως οι επαγγελματίες επαναστάτες ήταν αυτοί που προκάλεσαν τη γραφειοκρατικοποίηση και εν τέλει την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης; Ο Τρότσκι, όσο ήταν ακόμα σοσιαλδημοκράτης μενσεβίκος, είχε δηλώσει προφητικά ότι οι μέθοδοι του Λένιν οδηγούν στην αντικατάσταση του λαού από το κόμμα, του κόμματος από την Κεντρική Επιτροπή και της Κεντρικής Επιτροπής από το Γενικό Γραμματέα. Τι έκανε όμως ο Τρότσκι αργότερα, όταν προσχώρησε στο κόμμα των μπολσεβίκων; Υπερκέρασε τον ίδιο το Λένιν σε γραφειοκρατικότητα, υποστηρίζοντας ακραίες συγκεντρωτικές θέσεις όπως την κρατικοποίηση των συνδικάτων και την στρατιωτικοποίηση της εργασίας, ενώ δεν δίστασε να τσακίσει με αμείλικτο τρόπο την εξεγερμένη Κροστάνδη, ανοίγοντας έτσι κι αυτός με τον τρόπο του το δρόμο στο σταλινισμό. Είχε, παρ’ όλα αυτά, διαβλέψει σωστά την ουσία του σταλινικού φαινομένου την οποία και κατέγραψε αναλυτικότατα σε μνημειώδη έργα του, όπως τα Εγκλήματα του Στάλιν και η Προδομένη Επανάσταση… Η Προδομένη Επανάσταση! Ο ήρωάς μας τότε διαπίστωσε με αγανάκτηση ότι έχασε την ευκαιρία να υπενθυμίσει στο Χρήστο, με τον οποίο ήταν μαζί μέχρι πριν από λίγο, να του την επιστρέψει επειγόντως την επόμενη φορά που θα τον συναντούσε. «Αυτό το βιβλίο τελικά πρέπει να έχει κάνει το γύρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς καμιά δεκαριά φορές ως τώρα…» σκέφτηκε ο Πέτρος και γέλασε μόνος του.

«Γιατί γελάς;» ρώτησε τότε η Ελευθερία το μεγάλο αγωνιστή.
«Ε τίποτα, κάτι θυμήθηκα» απάντησε ο Πέτρος, συμπληρώνοντας: «μια μαλακία ήταν, όχι τίποτα σημαντικό…»
«Μάλιστα…» έκανε νωχελικά η Ελευθερία.
Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και η Ελευθερία επανήλθε με μια νέα ερώτηση: «Είσαι τροτσκιστής;»
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε.
«Πού ήξερε ότι σκεφτόμουν τον Τρότσκι;» αναλογίστηκε, «Στο μυαλό μου μπήκε;»
«Πώς σου ήρθε αυτό;» τη ρώτησε τελικά χαμογελώντας από αμηχανία.
«Επειδή σε άκουσα πριν να τον αναφέρεις…» εξήγησε η Ελευθερία.
«Α ναι. Τώρα θυμήθηκα» αποκρίθηκε ο Πέτρος, νιώθοντας ανακουφισμένος που η γυναικεία διαίσθηση, όσο ισχυρή κι αν ήταν, δεν ήταν σε θέση να διαβάσει τις σκέψεις του. «Όχι, δεν είμαι τροτσκιστής. Ούτε καν…»
«Στο κόμμα μάς λένε ότι ο Τρότσκι ήταν προδότης και οπορτουνιστής» ανέφερε η Ελευθερία.
«Ε καλά, στο ΚΚΕ τι περιμένεις…» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Τα ίδια λένε και για μια σειρά άλλους επαναστάτες: τον Άρη Βελουχιώτη, τον Τίτο, τον Μάο Τσε Τουνγκ… Γενικά οποιονδήποτε διαφοροποιείται από τον ορθόδοξο σοβιετικό κομμουνισμό». Αν και ήθελε, ο ήρωάς μας ντράπηκε να συμπεριλάβει τον εαυτό του στο πάνθεον των προαναφερθέντων μη ορθόδοξων επαναστατών που έχουν αφοριστεί από το ΚΚΕ.
«Σε τι ακριβώς διαφοροποιείται η Θραύση από την ΠΚΣ;» ρώτησε τότε η Ελευθερία.
«Χμ… μεγάλη κουβέντα…», έκανε ο Πέτρος, ωστόσο θεώρησε σκόπιμο να εξηγήσει εν συντομία κάποια βασικά πράγματα μέχρι να φτάσουν στο σταθμό του μετρό: «Εμείς στη Θραύση πιστεύουμε στο ακηδεμόνευτο φοιτητικό κίνημα, ενώ η ΠΚΣ απλώς μεταβιβάζει τη γραμμή του ΚΚΕ, το οποίο ΚΚΕ δεν μπορεί να φανταστεί ένα κίνημα πέρα κι έξω από την ασφυκτική του καθοδήγηση. Αυτή είναι μια βασική μας διαφορά με την ΠΚΣ…»
«Μάλιστα» έκανε η Ελευθερία. «Και πιστεύεις ότι αυτό μπορεί να γίνει;»
«Ποιο;» ρώτησε ο Πέτρος που δεν κατάλαβε τι εννοούσε η συνομιλήτριά του.
«Το να φτιαχτεί ένα φοιτητικό κίνημα που να μην καθοδηγείται από κάποιο κόμμα» εξήγησε η Ελευθερία.
«Ααα κατάλαβα» έκανε ο Πέτρος, για να απαντήσει: «Είναι εφικτό αλλά θέλει δουλειά. Δεν είναι εύκολη υπόθεση…»
«Ναι, αλλά μπορεί ένα κίνημα να τα βγάλει πέρα χωρίς ηγεσία;» ρώτησε τότε η Ελευθερία.
«Άλλο επαναστατική ηγεσία, άλλο γραφειοκρατική εξουσία» δήλωσε με σημασία ο Πέτρος, που για τον ίδιο αυτά τα ζητήματα ήταν ληγμένα από την πρώτη στιγμή κιόλας που ίδρυσε τη Θραύση, που αν δεν τα είχε, δεν θα την ίδρυε παρά θα παρέμενε μέλος των ΕΑΑΚ.
«Σ’ εμάς στο κόμμα σκοπίμως ταυτίζουν αυτά τα δύο» εξήγησε η Ελευθερία. «Μάλιστα έχουν την τάση να τα αποδίδουν όλα αυτά στο Λένιν, ότι δηλαδή ο Λένιν είπε για την δημοκρατικό συγκεντρωτισμό άρα πρέπει να υπακούμε στις αποφάσεις της ηγεσίας»
«Αυτό που υπάρχει στο ΚΚΕ δεν είναι δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, είναι σκέτος συγκεντρωτισμός» είπε ο Πέτρος. «Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός σημαίνει να συνδιαμορφώνουμε όλοι μαζί μια κοινή θέση και στο τέλος να είμαστε υποχρεωμένοι να την εφαρμόσουμε. Στο ΚΚΕ ποιος άλλος συνδιαμόρφωσε άποψη πέρα από την Κεντρική Επιτροπή, για να μην πω το Πολιτικό Γραφείο;»
«Έχεις δίκιο» απάντησε η Ελευθερία, «Κανείς όμως από τους κνίτες δεν έχει το σθένος να αμφισβητήσει αυτό το μηχανισμό και να διαφωνήσει με τη γραμμή. Εμείς τα απλά μέλη ουσιαστικά παίζουμε το ρόλο του κομπάρσου στο κόμμα…»
«Δεν θ’ αργήσει ο καιρός που οι μάζες θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο…» σημείωσε βαρύγδουπα ο μεγάλος μας επαναστάτης, και τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του.

Με τα πολλά, οι δύο νέοι έφτασαν στο σταθμό ‘Πανεπιστήμιο’ του Μετρό.
«Λοιπόν, χάρηκα πολύ που τα ‘παμε» είπε ο Πέτρος χαιρετώντας την Ελευθερία.
«Κι εγώ χάρηκα» απάντησε η Ελευθερία σημειώνοντας με νόημα: «Και κυρίως σ’ ευχαριστώ που με προστάτευσες από τους κνίτες. Είσαι στ’ αλήθεια πολύ γενναίος», και αφού έκανε ένα νεύμα εν ε χαιρετισμού, άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά του σταθμού.

Ο Πέτρος είχε κοκκινίσει ακούγοντας την Ελευθερία να τον αποκαλεί «γενναίο». Όχι βέβαια πως το θάρρος του αγωνιστή μας επιδέχονταν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Κάθε άλλο. Ήταν απλά που τον αποκάλεσε έτσι μια κοπέλα. Που βέβαια μπορεί να μην ήταν καθόλου όμορφη, όμως δεν παύει να γοητεύει έναν άνδρα όταν τον παινεύουν άτομα του άλλου φύλου. Που επίσης αν ήταν όμορφη, θα μπορούσε να ζητήσει το τηλέφωνό της ή, δεδομένου ότι ήταν και αριστερή, να της προτείνει να συμμετάσχει κι αυτή στη Θραύση. Και ήταν αλήθεια πραγματική αριστερή, με επαρκείς γνώσεις και σοβαρές αρχές, και ο Πέτρος μπορούσε να το αντιληφθεί από το λίγο που τη γνώρισε. Όχι σαν την άλλη, τη Ράνια, που ήταν αστοιχείωτη και ηλίθια, και η οποία του φέρθηκε με το χειρότερο τρόπο. Όμως ο ίδιος κόλλησε μ’ αυτή, και όχι με την Ελευθερία. Το μυαλό του ήρωά μας στοίχειωσε τότε η πρώτη εκ των δύο ατακών που διατύπωσε ο Στέλιος σήμερα· ότι οι άνδρες γουστάρουν τις πουτάνες. Που πουτάνα όμως τη Ράνια δεν θα μπορούσες να την πεις, ωστόσο η συμπεριφορά της απέναντί στον Πέτρο ήταν σίγουρα πουτανίστικη. Ενώ η καθόλα άψογη Ελευθερία είχε την ατυχία να μην είναι όμορφη, και δεν τράβηξε καν την προσοχή του…

«Έχω εξεταστική τώρα, δεν υπάρχει χρόνος για γκόμενες…» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος προκειμένου να δικαιολογήσει τη στάση του, και πήρε την κατιούσα για το σπίτι του…

* * *

Η ώρα είχε πάει 13.15 και ο Πέτρος καθόταν στο –εδώ και μερικές μέρες που είχε έρθει η μάνα του πεντακάθαρο– γραφείο του και διάβαζε. Ή μάλλον, προσποιούνταν ότι διάβαζε. Είχε απηυδήσει με το βιβλίο του Ηλεκτρομαγνητισμού, αυτό το ογκώδες βιβλίο που για να το μάθει κάποιος καλά έπρεπε να αφιερώσει τουλάχιστον ένα εξάμηνο εντατικού διαβάσματος. Ο Ηλεκτρομαγνητισμός ήταν το πρώτο κατά σειρά μάθημα, που έδινε αύριο, και μετά απ’ αυτόν το χάος… Μηχανική, Αστροφυσική, Φυσική Στερεάς Κατάστασης, Κβαντομηχανική, Θεωρία της Σχετικότητας, Προγραμματισμός, Διαφορικός Λογισμός, Ολοκληρωτικός Λογισμός, Ανόργανη Χημεία, Οργανική Χημεία και ένα σωρό ακόμα μαθήματα συνωστίζονταν στη λίστα με αυτά που χρωστούσε.

Ο ήρωάς μας πλήρωνε τώρα τα σπασμένα των προηγούμενων ετών. Το μαρτύριό του δεν είχε καλά καλά αρχίσει, και είχε πανικοβληθεί. Του άξιζε αλήθεια τέτοια τιμωρία; Σε αυτό το ερώτημα δεν μπορούσε να απαντήσει με σιγουριά. Σίγουρα φέρει προσωπική ευθύνη για την κατάντια του, αλλά δεν θα μπορούσε να μη λάβει υπόψη του και την κατάφωρη ευθύνη του σαθρού εκπαιδευτικού συστήματος που τον είχε βάλει σε αυτό το λούκι. Και αν πράγματι έφταιγε το εκπαιδευτικό σύστημα –που έφταιγε σίγουρα, δεν τίθεται θέμα– πώς θα μπορούσε να αλλάξει αυτή η κατάσταση ώστε να μην ξαναταλαιπωρηθεί στο μέλλον; Μα φυσικά μέσω της εκ βάθρων αλλαγής του συστήματος αυτού. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτή η εκ βάθρων αλλαγή; Μα ύστερα από μεγαλειώδη κινητοποίηση του φοιτητικού κινήματος, που θα αμφισβητούσε τόσο το υπάρχον σύστημα όσο και τις αντιδραστικές αλλαγές που ετοίμαζε για φέτος το Υπουργείο Παιδείας. Αλλά προς το παρόν, που οι συλλογικές αντιπροτάσεις απουσίαζαν, ο Πέτρος έπρεπε να καταφύγει σε ατομικές λύσεις της στιγμής, τουτέστιν να στρώσει τον κώλο του κάτω και να διαβάσει. Όμως ακόμα κι αυτό του ήταν αδύνατο.

Σαν να μην του έφταναν όλ’ αυτά, είχε και το άγχος των κνιτών που τον κυνηγούσαν να τον δείρουν. Ήλπιζε ωστόσο πως δεν θα τον αναζητούσαν στην αυριανή εξέταση, μιας και γνωρίζοντας την διαχρονική αποστασιοποίησή του από τη σχολή, δεν θα πίστευαν ποτέ ότι ο ίδιος θα κατέβαινε να δώσει κάποιο μάθημα στην εξεταστική.

Έχοντας ξοδέψει λοιπόν ένα ακόμα άκαρπο πρωινό μπροστά από τα βιβλία της σχολής, ο μεγάλος μας επαναστάτης ένιωσε τα ρουθούνια του να διαπερνούνται από τη σαγηνευτική μυρωδιά του κοτόπουλου που εκείνη την ώρα μαγείρευε η μητέρα του στην κουζίνα. Τώρα μάλιστα, δεν υπήρχε η μπόχα του τσιγάρου να καλύψει την ατμόσφαιρα – μιας και ντρεπόταν να καπνίσει μπροστά στη μητέρα του και όλες αυτές τις μέρες όταν ήθελε να καπνίσει κρατιόταν μέχρι να βγει έξω – οπότε η μυρωδιά του φαγητού φάνταζε ακόμα πιο έντονη.

«Θα συνεχίσω μετά το φαγητό» είπε μέσα του μη μπορώντας να αντισταθεί.

 Με μιας ο Πέτρος έκλεισε το βιβλίο του Ηλεκτρομαγνητισμού, από το οποίο είχε καταφέρει να διαβάσει μόνο την πρώτη παράγραφο από το εισαγωγικό κεφάλαιο, και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.

«Πώς πάει το διάβασμα αγόρι μου;» του είπε η μάνα του καθώς αντιλήφθηκε το γιόκα της να μπαίνει στην κουζίνα.
«Φανταστικά μάνα, τι να σου λέω!» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Έβγαλα όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου!»
Είναι γεγονός ότι ως πρώτο μέρος εννοούσε την πρώτη παράγραφο της εισαγωγής, αλλά δεν θεώρησε σκόπιμο να το διασαφηνίσει στη μητέρα του για να μην την πληγώσει. Όπως δεν κάθισε ποτέ να της εξηγήσει ότι δεν χρωστούσε μόνο 8 μαθήματα που έλεγε αλλά 38.
«Αχ μπράβο το αγόρι μου!» είπε η κυρα-Μαρία στον Πέτρο και έτρεξε να τον αγκαλιάσει.
«Σιγά ρε μάνα!» έκανε ο Πέτρος προσπαθώντας να συγκρατήσει τη μάνα του που είχε ενθουσιαστεί και δεν έλεγε να τον αφήσει από την αγκαλιά της.
«Άσε με κι εμένα να χαρώ, μανούλα σου είμαι!» αναφώνησε με συγκίνηση η κυρα-Μαρία.
«Τι ώρα θα φάμε;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Έχει ώρα ακόμα το φαγητό» απάντησε η μητέρα του, «πήγαινε να συνεχίσεις το διάβασμά σου και θα σε φωνάξω όταν είναι»
«Δεν μπορώ ρε μάνα, κουράστηκα τόσες ώρες» απάντησε ο Πέτρος.
«Μα πώς κουράστηκες; Αφού στις 12 σε ξύπνησα και τώρα είναι 1 και τέταρτο ακόμα!» απόρησε η κυρα-Μαρία.
«Ε διάβασα εντατικά ρε μάνα» είπε ο Πέτρος. «Τουλάχιστον άσε με να φτιάξω ένα καφέ…»
«Κι άλλο καφέ Πέτρο;» φώναξε η μητέρα του, «έχεις πιει ήδη έναν!»
«Δεν παθαίνω τίποτα, μην ανησυχείς» απάντησε αποφασιστικά ο Πέτρος, και άρπαξε με μιας τα απαραίτητα συμπράγκαλα (κούτα του νες καφέ, κούπα, μπρίκι, κουταλάκι) για να φτιάξει το δεύτερο για σήμερα καφέ του.

Πριν προλάβει καλά καλά να γεμίσει το μπρίκι με νερό, το κινητό του άρχισε να χτυπάει δαιμονισμένα στην τσέπη του. Η αναγνώριση κλήσης έδειχνε… ‘Ράνια’! Ένα κύμα οργής πλημμύρισε τότε τον Πέτρο. Οι προβλέψεις του Ανδρέα εκείνο το βράδυ ότι η Ράνια θα συνεχίσει να τον περιτριγυρίζει έδειχναν να επιβεβαιώνονται πλήρως. Τελικά, έχοντας ως πυξίδα τη λογική και όχι κάποιο παρορμητικό συναίσθημα της στιγμής, εισάκουσε τη συμβουλή του Ανδρέα να την αγνοήσει και αποφάσισε να μην σηκώσει το τηλέφωνο. Το τελευταίο όμως συνέχιζε να χτυπάει επ’ αόριστον.

«Γιατί δεν το σηκώνεις το τηλέφωνο;» ρώτησε τότε  κυρα-Μαρία με τη χαρακτηριστική της αφέλεια.

Ο Πέτρος δεν γούσταρε να δώσει αναφορά για το ποιος τον καλούσε και για ποιο λόγο ο ίδιος δεν ήθελε να απαντήσει στην κλήση. Το θεωρούσε ως επί το πλείστον ποταπό ένας αγωνιστής της κλάσης του να συζητάει τέτοια ζητήματα με τη μάνα του. Έπρεπε λοιπόν να σκαρφιστεί μια δικαιολογία.

«Λάθος έχουν κάνει» είπε.
«Μα πώς λάθος Πέτρο;» απόρησε η μάνα του.
Ο Πέτρος είχε εκστομίσει μια εντελώς ηλίθια δικαιολογία και έπρεπε τώρα να επινοήσει κάποια άλλη.
«Δεν θέλω να διαταράξουν την ησυχία μου, τώρα που διαβάζω!» προφασίστηκε αυτή τη φορά, σε πιο σουρεαλιστικό πνεύμα από πριν.
«Ναι, αλλά μπορεί κάποιος να σε θέλει να σου μιλήσει…» συνέχισε η κυρα-Μαρία.
«Ναι, αλλά εγώ θέλω να διαβάσω!» δήλωσε αποφασιστικά ο Πέτρος.
«Μα δεν έλεγες μόλις πριν ότι κουράστηκες;» είπε η κυρα-Μαρία, «Τι σε έπιασε τώρα;»
Εκείνη την ώρα το κινητό του σταμάτησε να χτυπάει.
«Σταμάτησε…» είπε τότε ο Πέτρος. «Αν θέλουν κάτι σημαντικό θα ξαναπάρουν αργότερα»

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, και το κινητό ξανάρχισε να χτυπά.
«Ρε γαμώ το κέρατο» σκέφτηκε ο Πέτρος, «δεν το βάζει κάτω η γαμιόλα!»
«Πέτρο αγόρι μου σήκωσε το τηλέφωνο και πες τους ότι διαβάζεις!» εξήγησε η μητέρα του τότε, «Μην τους αφήνεις να περιμένουν! Μπορεί όντως να θέλουν κάτι σημαντικό!»
Ο Πέτρος, όμως, αγνόησε την παραίνεση της μητέρα του και απλώς απενεργοποίησε το κινητό.
«Θέλω να φτιάξω ένα καφέ κι εγώ ο φουκαράς!» φώναξε στη συνέχεια, «Δεν μπορεί να με ενοχλεί ο καθένας όταν  φτιάχνω καφέ!», και έβαλε μπρος να φτιάξει τον καφέ του.
Η μάνα του μεγάλου αγωνιστή σταυροκοπήθηκε.
«Μνήστητι μου κύριε!» αναφώνησε, «Δεν μπορώ να καταλάβω τι σε έχει πιάσει!»
Ο Πέτρος απλώς την αγνόησε ως συνήθως.
Μέσα σε λίγη ώρα ο ήρωάς μας είχε ετοιμάσει έναν ακόμα νες γλυκό με γάλα και κατευθύνθηκε πίσω στο υπνοδωμάτιο.

Η ώρα με τα πολλά είχε πάει 1 και 35, και ο Πέτρος, έκανε μια ακόμα φιλότιμη προσπάθεια να διαβάσει και τη δεύτερη παράγραφο της εισαγωγής του Ηλεκτρομαγνητισμού. Αντιλαμβανόμενος όμως την ανιαρότητα του σχετικού εγχειρήματος, έβαλε να ακούσει λίγο ραδιόφωνο, ίσα για να του κρατάει λίγη συντροφιά σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές του διαβάσματος. Η βελόνα του πεπαλαιωμένου ραδιοκασετόφωνου του μεγάλου επαναστάτη ήταν σταθερά κολλημένη στον Atlantis FM, έναν σταθμό διαφορετικό από τους υπόλοιπους που κάθε δέκα λεπτά έβαζαν διαφημίσεις, ή που προσέφεραν την εκπομπή παρέα με ένα μπουκάλι ουίσκι συγκεκριμένης μάρκας. Ο Atlantis δεν είχε τέτοια. Ήταν ένας σταθμός που όχι μόνο οι διαφημίσεις που έβαζε ήταν ελάχιστες, κι αυτές μόνο κάθε μισή ώρα, αλλά και τα παιδιά που δούλευαν σ’ αυτόν ήταν αυθεντικά άτομα και δεν φλόμωναν τον κόσμο με εξυπναδίστικες ατάκες υπαγορευμένες από το κυρίαρχο lifestyle, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι παρουσιαστές ραδιοφωνικών εκπομπών σε αντίπαλους σταθμούς. Ήταν επίσης ένας σταθμός που έβαζε τη μουσική που ζητούσαν οι ακροατές και μόνο αυτή. Που βέβαια για να τους στείλεις μήνυμα με το τραγούδι της επιλογής σου κόστιζε ένα ευρώ, αλλά και στους άλλους σταθμούς το ίδιο δεν κόστιζε;

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της εκφωνήτριας της εκπομπής να λέει: «…και προχωρούμε στο επόμενο κομματάκι μας που ζήτησε ο φίλος μας ο Θωμάς από Μενίδι, και το αφιερώνει στην Πηνελόπη του όπως λέει. Το Fear of the Dark από Iron Maiden»

«Έλεος ρε πούστη μου!» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος, «Αυτά τα ακούγαμε στο γυμνάσιο!». Και όντως, το συγκεκριμένο τραγούδι, που κάποτε σήμαινε πολλά για τον ήρωά μας, τώρα φάνταζε ως ξεπερασμένο, ως σήμα κατατεθέν μιας άλλης εποχής που κάποιοι αρνούνταν να αποδεχτούν ότι έχει παρέλθει. Μπορείς όμως από την άλλη να βάλεις πλαφόν στα κομμάτια που ζητάει ο κόσμος και να τους υποδείξεις τι πρέπει να ακουστεί και τι όχι; Μήπως έτσι δηλαδή υποπίπτεις στην κατηγορία των άλλων, εμπορικών σταθμών, που αποφασίζουν και διατάζουν τι θα ακούσουν οι ακροατές τους, με μόνο γνώμονα τα φράγκα που τους έχουν σκάσει οι δισκογραφικές;

Ενώ λοιπόν το ραδιόφωνο έπαιζε το Fear of the Dark και ο Πέτρος έπινε αργά τον καφέ του προσπαθώντας να αποσαφηνίσει την τρίτη πρόταση της δεύτερης παραγράφου του βιβλίου, εκείνη λοιπόν τη στιγμή η μητέρα του μεγάλου αγωνιστή μπήκε στο δωμάτιό του λέγοντάς του: «Πέτρο σε ζητάνε στο τηλέφωνο!»
«Στο τηλέφωνο;» απόρησε ο Πέτρος. «Ποιος είναι;»
«Μια κοπέλα είναι…» απάντησε η κυρα-Μαρία.
«Κοπέλα;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος, για να κάνει αμέσως τον απαραίτητο συνειρμό: «Ρε τη καριόλα πήρε στο σταθερό τελικά!»
«Ποια λες; Γιατί την λες έτσι την κοπέλα;» ρώτησε η κυρα-Μαρία.
«Ρε μάνα, τι ανακατεύεσαι εσύ;» φώναξε ο Πέτρος, «Όπως γουστάρω θα την λέω! Σου είπε τι ήθελε;»
«Όχι αγόρι μου, τι να μου πει;» αποκρίθηκε η μάνα του αγωνιστή. «Θα έρθεις να της μιλήσεις;»
«Πες της ότι δεν μπορώ τώρα!» εξήγησε νευριασμένος ο Πέτρος.
«Μα δεν μπορώ να της πω ψέματα, είναι αμαρτία το κορίτσι!» απάντησε η κυρα-Μαρία.
«Πες της ότι διαβάζω!» φώναξε ακόμα πιο δυνατά ο Πέτρος, για να αυτοδιορθωθεί σε ποιο χαμηλό τόνο: «Μάλλον όχι γιατί θα γελάει με την πάρτη μου… Πες της ότι κοιμάμαι!»
«Πέτρο δεν μπορώ να λέω ψέματα στον κόσμο! Σε παρακαλώ, σήκω να της μιλήσεις εσύ!» του είπε η μητέρα του με ένα παρακλητικό και συνάμα και επιβλητικό τόνο στη φωνή της.
Ο Πέτρος άρχισε τότε να παίρνει πραγματικά ανάποδες.
«Χμ… Καλά πάω να τη βρίσω!» είπε, ρίχνοντας ένα άγριο βλέμμα στη μάνα του που τον έμπλεξε έτσι.
«Όχι Πέτρο! Μη!» φώναξε τότε η μητέρα του βλέποντας το γιο της να τρέχει νευριασμένος στο σαλόνι, αλλά μάταια.

«Εμπρός!» φώναξε ο Πέτρος με όλη του τη δύναμη καθώς σήκωνε το ακουστικό του τηλεφώνου.
Άκρα του τάφου σιωπή από την άλλη άκρη.
«Εμπρός!» φώναξε και πάλι, με ακόμα περισσότερη ένταση αυτή τη φορά, αλλά ούτε και τώρα πήρε απάντηση.
Δίπλα του η μάνα του, που μόλις είχε φτάσει κι αυτή στο σαλόνι, τον εκλιπαρούσε με λυγμούς να συγκρατηθεί. Το μόνο που κατάφερε όμως ήταν να τον εξοργίσει ακόμα περισσότερο.
«Εμπρός γαμώ την Παναγία μου λέμε! Εμπρός γαμώ το Χριστό μου! Θα μιλήσεις επιτέλους;» ούρλιαξε ο ανυποχώρητος αγωνιστής.
Η κυρα-Μαρία δίπλα είχε καταρρεύσει.
«Αχ Παναγία μου! Αχ Χριστέ μου!» έλεγε συνέχεια.
«Γαμώ την Παναγία μου! Γαμώ το Χριστό μου!» φώναζε ο Πέτρος στο τηλέφωνο.
Ένα παρατεταμένο ‘τουτ τουτ τουτ’ ακούστηκε ξαφνικά από την άλλη άκρη, που σήμαινε, αν μη τι άλλο, ότι αυτός ή μάλλον αυτή που είχε πάρει τηλέφωνο το είχε σκυλομετανιώσει.

«Γιατί την έβρισες αγόρι μου την κοπέλα;» είπε τότε κλαίγοντας η μάνα του Πέτρου, που για να μην λιποθυμήσει από τη στενοχώρια της κάθισε άρον-άρον στον καναπέ. «Με αυτά που κάνεις δεν πρόκειται να παντρευτείς ποτέ!»
Τα λόγια αυτά της μητέρας του έκανα τον Πέτρο να αλλάξει δεκαπέντε χρώματα.
«Μάνα είσαι υπερβολικά ηλίθια!» της απάντησε νευριασμένος.
«Μα γιατί με βρίζεις αγόρι μου;» συνέχισε το μοιρολόι η κυρα-Μαρία. «Τι σου έχω κάνει; Να παντρευτείς σου ζήτησα!»
«Χέσε με ρε μάνα! Δεν θέλω να παντρευτώ λέμε!» φώναξε ο Πέτρος.
«Μα όλοι παντρεύονται κάποια μέρα!» απάντησε η μάνα του, «Να μη δω κι εγώ η καημένη εγγονάκια;»
«Τι εγγονάκια ρε μάνα, εδώ δεν μπορώ να πάρω πτυχίο θες να γίνω και πατέρας;» θέλησε να πει αλλά το μετάνιωσε. Προτίμησε να μην πει τίποτα, και τελικά να πάει στο δωμάτιο.

Ευτυχώς ο καφές του δεν είχε κρυώσει και πίνονταν ακόμα. Ήταν ευκαιρία να προσπαθήσει να διαβάσει μερικές σειρές ακόμα, μέχρι να τον φωνάξει η μάνα του για φαγητό, αν και βαριόταν οικτρά. Συνειδητοποιώντας επίσης ότι η Ράνια μετά τα καντήλια που άκουσε δεν επρόκειτο να τον ξαναενοχλήσει, αισθάνθηκε ασφαλής ν’ ανοίξει και πάλι το κινητό του.

Είναι γεγονός ότι ο Πέτρος δεν μπορούσε να δει τη Ράνια με καμία συμπάθεια από τότε που την πέτυχε να φιλιέται με τον εαακίτη μεγαλοπαράγοντα. Το πλήγμα που είχε δεχτεί ο εσωτερικός του κόσμος ήταν ανεπανόρθωτο, αν συνυπολογίσει κανείς κιόλας την πρώτη ήττα που έφαγε από την ίδια, το Δεκέμβρη, όταν είχε έρθει σπίτι του και έχοντας κάτσει σκάρτη μια ώρα, ήρθε και την πήρε ο γκόμενός της με το αμάξι. Όσο τα σκεφτόταν αυτά ο ήρωάς μας, τόσο πιο πολύ απεχθανόταν την πρώην αγαπημένη του και όλο και πιο βαθιά την καταχώνιαζε στο υποσυνείδητό του, σαν μια παρακατιανή παλιά του υπόθεση, ένα ελάσσονος σημασίας συμβάν που δεν άξιζε πλέον να λαμβάνει υπόψη του. Και είναι αλήθεια ότι τα είχε καταφέρει πολύ καλά, σε σημείο να νιώθει σίγουρος ότι δεν επρόκειτο να ξαναπέσει ποτέ στα δίχτυα της.

Τελικά, ο Πέτρος άνοιξε το κινητό του, αλλά δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ένα μήνυμα εμφανίστηκε, και το οποίο είχε προφανώς ληφθεί όσο είχε το κινητό του κλειστό προηγουμένως. Χωρίς να χάσει ούτε στιγμή, έσπευσε να το διαβάσει: «ΠΟΥ ΣΑΙ ΡΕ ΑΡΧΗΓΕ! ΜΟΛΙΣ ΤΩΡΑ ΜΙΛΗΣΑ ΜΕ ΤΗ ΡΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΙΠΑΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΑΥΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ. ΠΟΤΕ ΣΕ ΒΟΛΕΥΕΙ; ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΜΗΝ ΣΕ ΠΕΙΡΑΖΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΑΥΤΗ, ΕΤΣΙ;»

«Μα καλά, δεν είχαμε πει για μετά την εξεταστική;» ήταν η πρώτη σκέψη του Πέτρου, που κανονικά δεν θα ‘πρεπε να σκεφτόταν κάτι τέτοιο· σε παλιότερα έτη ούτε που διανοούνταν να κάνει αυτή τη μηχανιστική διάκριση μεταξύ κανονικής περιόδου και εξεταστικής, γιατί πολύ απλά δεν ήξερε στην πράξη τι ήταν η εξεταστική. Όπως και να ‘χει όμως, η πρώτη του αυτή σκέψη επισκιάστηκε από μια δεύτερη: «Ο μαλάκας τι πήγε και είπε στη Ράνια να έρθει κι αυτή;». Αλλά τελικά, ούτε κι αυτή η σκέψη επικράτησε. Αντ’ αυτού, μια τρίτη σκέψη, πολύ πιο σημαντική, ήρθε να εκτοπίσει όλες τις προηγούμενες και να στοιχειώσει το καταπονημένο μυαλό του αγωνιστή: «Λες τελικά να είναι η Ράνια που θέλει να γίνει συγκέντρωση για τη Θραύση, ώστε να ξαναβρεί επαφή μαζί μου;»

Ο Πέτρος είχε τελικά καταφέρει να ξεδιαλύνει το μυστήριο με τα τηλεφωνήματα. Η Ράνια, αφού είδε κι απόειδε, έβαλε τον Στέλιο να προτείνει συνάντηση για τη Θραύση ώστε να μπορέσει να μπει η ίδια και πάλι στο παιχνίδι. Θράσος μεγάλο, ε; Σίγουρα ήταν κάτι που τσάντισε ακόμα περισσότερο τον ήρωά μας, καθώς η γκόμενα έπαιζε το χαρτί της μεγαλειώδους επαναστατικής αυτής κίνησης προκειμένου να εξυπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς της. Ωστόσο, προσπάθησε να μη δώσει περαιτέρω σημασία και επέστρεψε στο υπεράνθρωπο εγχείρημά του να διαβάσει τον Ηλεκτρομαγνητισμό.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε η μάνα του στο δωμάτιο.

«Ωχ αυτή μας έλειπε τώρα» σκέφτηκε ο Πέτρος αλλά δεν της το έδειξε.
«Πέτρο αγόρι μου να σε ρωτήσω κάτι;» είπε με πολύ στοργικό τόνο η μητέρα του και κάθισε στο κρεβάτι.
«Τι πράγμα;» αποκρίθηκε με απορία ο Πέτρος.
«Ποια είναι αυτή η κοπέλα που έβριζες προηγουμένως;» τον ρώτησε.
«Μία» απάντησε ο Πέτρος. «Γιατί ρωτάς;»
«Ε τι, μάνα σου είμαι κι εγώ» εξήγησε η κυρα-Μαρία. «Δεν δικαιούμαι να ξέρω;»
«Να ξέρεις τι;» ρώτησε ο Πέτρος που δεν μπήκε στο νόημα με τη μία.
«Ε να» είπε η μητέρα του, «Υπάρχει ελπίδα να τα ξαναβρείτε; Είναι καλή κοπέλα; Είναι όμορφη; Τι σπουδάζει; Τι δουλειά κάνουν οι γονείς της;»
Ο Πέτρος τώρα μπήκε στο νόημα. Η Ράνια δεν είχε πάρει παρά ένα τηλέφωνο, και η κυρα-Μαρία το ‘δεσε σκοινί-κορδόνι ότι προορίζεται για νύφη του γιου της.
«Είναι πολύ ηλίθια ρε μάνα!» απάντησε ο Πέτρος, «Παίζει να είναι και πιο ηλίθια από σένα που ονειρεύεσαι γάμους! Και τώρα δρόμο από το δωμάτιο για να μη σε πάρει ο διάολος!»
«Πέτρο αγόρι μου γιατί μου μιλάς έτσι;» άρχισε να κλαίει η μάνα του.

Ο Πέτρος δεν έδωσε σημασία παρά την πήρε σηκωτή και την έβγαλε σπρώχνοντάς την από το δωμάτιο. Αρκετά τον είχε πρήξει κι αυτή σήμερα.

«Τι θα κάνω τώρα με τον Ηλεκτρομαγνητιμό;» αναλογίστηκε ο ήρωάς μας, με το που επέστρεψε στα βιβλία του. Θα μπορούσε αλήθεια να βγάλει όλη την ύλη μέσα σε μισή μέρα που απέμενε ή πάλι θα μαλακιζόταν όπως μέχρι τώρα; Ήταν και η ρημάδα η Μηχανική, που την έδινε μεθαύριο και μία μέρα διάβασμα γι’ αυτήν δεν επαρκούσε καθόλου. Εκτός βέβαια αν αύριο με το που θα τέλειωνε η εξέταση στον Ηλεκτρομαγνητισμό, γυρνούσε αμέσως σπίτι και στρωνόταν κυριολεκτικά στο διάβασμα ξεπετώντας όση περισσότερη ύλη μπορούσε. Στην ανάγκη θα ξενυχτούσε διαβάζοντας και θα το ‘βγαζε σερί μέχρι μεθαύριο το πρωί που ‘ταν να δώσει τη Μηχανική. Δεν το ‘χε κάνει βέβαια ποτέ αυτό για να πεις ότι θα το ‘κανε τώρα, αλλά τίποτα δεν τον εμπόδιζε να δοκιμάσει.

Οι σκέψεις αυτές του Πέτρου δεν μπόρεσαν ωστόσο να επισκιάσουν τη φιγούρα της Ράνιας που ανήλθε από το υποσυνείδητό του και πάλι στο προσκήνιο, όσο κι αν κάτι τέτοιο μέχρι πριν από λίγο φάνταζε αδύνατο. Υπήρχε αλήθεια καμιά ελπίδα με την καστανομάλλα πρώην κολλητή της Χριστίνας ή θα τον βασάνιζε και πάλι μέχρι τελικής πτώσης; Τελικά λες ο Ανδρέας να ήταν βιαστικός στην εκτίμησή του ότι η κατάσταση με τη Ράνια δεν οδηγούσε πουθενά και τον συμβούλευε να μείνει μακριά; Και γενικά, γιατί οι εκτιμήσεις του Ανδρέα να παίρνονται ως θέσφατα, ενώ είναι απλά εικασίες, και μάλιστα αυθαίρετες, μιας και αναφέρονταν σε άτομα που ούτε καν γνώριζε; «Και αν οι γκομενικές εκτιμήσεις του Ανδρέα είναι τελικά ό,τι να ‘ναι, σαν του πατέρα μου;» αναρωτήθηκε τότε ο Πέτρος. Πράγματι, ο πατέρας του, όντας παλαιών αρχών φαλλοκράτης της γενιάς του ‘50, τού είχε δώσει στην εφηβεία του κάτι εντελώς άκυρες και αναχρονιστικές συμβουλές, όπως «αν δεν μπαζώσεις δεν χτίζεις», «η γυναίκα που θα παντρευτείς πρέπει να είναι 12 χρόνια νεότερη από σένα γιατί οι γυναίκες γερνάνε πιο γρήγορα απ’ τους άνδρες» και «να προσέχεις να μην μπεις στο στόχαστρο της πεθεράς σου γιατί αλλιώς την έβαψες». Βέβαια, ο ίδιος ο Πέτρος δεν τήρησε καμία από τις συμβουλές αυτές, καθώς ουδέποτε στη ζωή του τα έφτιαξε με μπάζο, ήταν επίσης σχεδόν παντρεμένος με τη Χριστίνα που ήταν όχι 12 χρόνια μικρότερή του αλλά συνομήλικη, ενώ τέλος κατάφερε επάξια και μπήκε στο στόχαστρο της δολοπλόκας μάνας της τελευταίας, με τα γνωστά ολέθρια για τη σχέση των δυο νέων αποτελέσματα…

Αυτά σκεφτόταν ο μεγάλος αγωνιστής, ώσπου η φωνή της μητέρας του διέκοψε απότομα τις σκέψεις του.
«Πέτρο, το φαγητό είναι έτοιμο!» φώναξε η κυρα-Μαρία από μέσα, που η φωνή της έδειχνε ότι είχε κιόλας ξεχάσει το βρίσιμο που είχε φάει από το γιο της.
«Έρχομαι!» απάντησε ο Πέτρος, και χωρίς να χάσει ούτε λεπτό κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

Τα όσα είχαν συμβεί σήμερα στο ήρωά μας όχι μόνο του είχαν ροκανίσει το χρόνο, αλλά τον είχαν αναστατώσει σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί πια στο διάβασμα. Δεν είχε νόημα όμως αυτή τη στιγμή να τα σκέφτεται όλα αυτά, γιατί μια μερίδα λαχταριστό κοτόπουλο τον περίμενε πάνω στο τραπέζι…

* * *

Η ώρα είχε πάει 9 παρά τέταρτο το βράδυ. Ο Πέτρος, έπειτα από έναν τετράωρο απογευματινό ύπνο, –καθώς το μεσημεριανό κοτόπουλο τον είχε καθηλώσει για τα καλά– είχε ψευτοκάτσει να διαβάσει. Ο Ηλεκτρομαγνητισμός που έδινε αύριο, κάθε άλλο παρά ήταν παίξε-γέλασε, οπότε, κανονικά, όφειλε να προσπαθήσει, τις λίγες ώρες που του απέμεναν μέχρι την αυριανή εξέταση, να αφομοιώσει όσο το δυνατό περισσότερα απ’ το ογκώδες βιβλίο του μαθήματος. Γιατί αν αλήθεια κατάφερνε να γράψει από κωλοφαρδία κανένα 4μιση, ο καθηγητής θα μπορούσε σε μια κρίση ευσπλαχνίας να του το κάνει 5 και να τον περάσει. Θα μπορούσε όμως να γράψει έστω και 4μιση; Είχε διαβάσει μόλις 3 παραγράφους από την εισαγωγή, και τα κεφάλαια που ήταν στην ύλη ήταν συνολικά 6, μη συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής. Και αυτό το μάθημα πήγαινε για σφάξιμο λοιπόν… «Δεν πειράζει, τουλάχιστον θα πάω να πάρω τα θέματα, να αποκτήσω μια ιδέα για την επόμενη φορά» σκέφτηκε εν ε παρηγοριάς ο ήρωάς μας, και πήγε στην κουζίνα να φάει το βραδινό του που του ‘χε ετοιμάσει η μητέρα του…

* * *

Η ώρα είχε πάει 9 και μισή το πρωί και ο Πέτρος έβγαινε απογοητευμένος από το αμφιθέατρο. Ο ήρωά μας είχε για μια ακόμα φορά δώσει λευκή κόλλα. Ο βραχνάς του Ηλεκτρομαγνητισμού θα εξακολουθούσε για τουλάχιστον ένα εξάμηνο ακόμα να τον καταδυναστεύει.

Ήταν τόσο μεγάλη η πίκρα του αγωνιστή που δεν θέλησε ούτε να περάσει από το κυλικείο να πάρει καφέ. Άσε που στο κυλικείο όλο και κάποιον κνίτη μπορεί να πετύχαινε. Έτσι λοιπόν, δεν έχασε άλλο χρόνο και πήρε αμέσως το λεωφορείο για να γυρίσει σπίτι του. Ήταν ευκαιρία αυτές τις δύο ώρες που κέρδισε μη δίνοντας τον Ηλεκτρομαγνητισμό, να τις εκμεταλλευτεί για να διαβάσει για το αυριανό μάθημα της Μηχανικής. Θα διάβαζε όμως ή πάλι θα χασομερούσε; Υπήρχε άραγε μια στο εκατομμύριο η πιθανότητα να αφομοιώσει μέσα σε μια μέρα την τεράστια ύλη της Μηχανικής, από το κακογραμμένο βιβλίο της; Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, αν έσκαγε τόσο νωρίς σπίτι, θα είχε να αντιμετωπίσει τη μουρμούρα της μάνας του που βλέποντάς τον να γυρνάει σπίτι έχοντας περάσει σκάρτη μία ώρα, θα καταλάβαινε ότι ο γιος της δεν έδωσε καθόλου το μάθημα. Έπρεπε λοιπόν πάση θυσία να καθυστερήσει για κανένα δίωρο την επιστροφή του στο σπίτι. Δεν σκέφτηκε, ωστόσο, κάτι τέτοιο εγκαίρως, παρά αρκετά αργότερα, αφού ήταν ήδη στο ασανσέρ. «Και δεν πάω μια βόλτα απ’ το Δημήτρη για λίγο;» σκέφτηκε τελικά ο Πέτρος, βρίσκοντας έτσι λύση στο πρόβλημά του, και φροντίζοντας να κάνει ησυχία για να μην τον αντιληφθεί η μάνα του μέσα απ’ το διαμέρισμα, χτύπησε το κουδούνι του Δημήτρη.

Η ώρα ήταν 10 και τέταρτο και ο Πέτρος είχε επίγνωση ότι ο Δημήτρης, σαν γνήσιος αιώνιος φοιτητής, αποκλείεται να είχε ξυπνήσει, οπότε χτύπησε το κουδούνι του παρατεταμένα από δυο φορές. Σαν από θαύμα όμως, ο Δημήτρης εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως, με τα ρούχα και όχι τις πιτζάμες, και άνοιξε την πόρτα.
«Βρε καλώς τον!» έκανε ο Καλαματιανός φοιτητής βλέποντας τον Πέτρο να κοντοστέκεται έξω από την πόρτα του.
«Σσσσς!» έκανε σιγανά ο Πέτρος προτάσσοντας το δείκτη του δεξιού του χεριού μπροστά από τα χείλη του, «μη μας ακούσει η μάνα μου!»
«Άσε, κατάλαβα» αποκρίθηκε εξίσου σιγανά ο Δημήτρης, «δεν θες να καταλάβει η μάνα σου ότι έγραψες τ’ αρχίδια σου σήμερα, σωστά;»
«Ναι!» απάντησε ο Πέτρος έκπληκτος με τη διορατική ικανότητα του φίλου του, «σου ‘χει συμβεί και σένα ε;»
«Μια και δυο φορές;», απάντησε χαμηλόφωνα ο Δημήτρης, και άνοιξε διάπλατα την πόρτα στον Πέτρο κάνοντάς του νόημα να περάσει μέσα.

«Δεν θα κάτσω πολύ» εξήγησε ο Πέτρος καθώς έπαιρνε θέση στο μονοθέσιο καναπέ που κοσμούσε το σαλόνι. «Ίσα να πάει 12 και μετά θα την κάνω»
«Κάτσε όσο θες ρε, δεν με ενοχλείς» αποκρίθηκε εγκάρδια ο Μήτσος, και κάθισε κι αυτός στην καρέκλα μπροστά απ’ τον υπολογιστή.
«Αλήθεια, πώς και δεν κοιμάσαι τέτοια ώρα;» τον ρώτησε ο Πέτρος. «Δεν πιστεύω να διάβαζες, ε;»
Ο Δημήτρης έβαλε τα γέλια.
«Τι να διαβάσω ρε μαλάκα!» είπε αφού σταμάτησε να γελάει, «Για μαλάκα με πέρασες; Pro έπαιζα»
«Όλη νύχτα;» απόρησε ο Πέτρος.
«Ναι, αν εξαιρέσεις ένα διάλειμμα 2 με 4 που με πήρε ο ύπνος στην καρέκλα…» απάντησε ο Δημήτρης. «Γουστάρεις να παίξουμε κανένα φιλικό;»
«Μπα άσε καλύτερα» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Δεν έχω ιδέα πως παίζεται…»
«Έ, όπως όλα τα ποδοσφαιράκια» εξήγησε ο Δημήτρης. «Δεν έχεις παίξει ποτέ σου ποδοσφαιράκι;»
«Χμ» έκανε σκεφτικός ο Πέτρος, «τελευταία φορά που είχα παίξει ποδοσφαιράκι ήταν στο γυμνάσιο, εκείνο με το joystick και την οριζόντια οθόνη αν θυμάσαι. Που υπήρχε στα ηλεκτρονικά…»
«Το Tekhan λες ρε μαλάκα;» ρώτησε έκπληκτος ο Δημήτρης, βάζοντας τα γέλια.
«Ναι, άστα» είπε ο Πέτρος. «Αυτή τη μαλακία. Είχα χάσει του κόσμου τα 50άρικα εκεί…»
«Μαλάκα είσαι προϊστορικός κανονικά!» είπε εν μέσω γέλιων ο Μήτσος. «Μη μου πεις κιόλας ότι έβλεπες Στρουμφάκια αντί για Power Rangers
«Power Rangers έβλεπε η αδερφή μου, όχι εγώ» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Καλή γκόμενα η αδερφή σου;» ρώτησε τότε σαν κάφρος που ήταν Δημήτρης, παρεκτρέποντας σε εντελώς άλλη κατεύθυνση την κουβέντα.
Ο Πέτρος προς στιγμήν φάνηκε διστακτικός να απαντήσει. Αν και υπέρμαχος της ισότητας των δύο φύλων, δεν του άρεσε όταν άλλοι εξέφραζαν ενδιαφέρον για την αδερφή του. Ωστόσο, δεν εκδήλωσε τη δυσαρέσκειά του, παρά απάντησε αφοπλιστικά: «Καλή είναι, αλλά μη χαίρεσαι. Τα έχει με άλλον στη Χαλκίδα»
«Καλά, και πώς το επιτρέπεις αυτό;» τον ρώτησε τότε ο Δημήτρης.
Ο Πέτρος κανονικά θα έπρεπε να διατυμπανίσει τις αξίες του, ότι δηλαδή θεωρούσε την αδερφή του ανεξάρτητη και ο ίδιος δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω της, αλλά είδε πως δεν του έβγαινε.
«Μήπως μπορώ να κάνω και τίποτα επ’ αυτού;» ανέφερε τελικά, με αφοπλιστική φαλλοκρατική ειλικρίνεια.
«Όχι, δεν μπορείς να κάνεις είναι η αλήθεια» συμφώνησε ο Δημήτρης, για να συνεχίσει: «Εγώ πάντως στη θέση σου, αν είχα αδερφή, θα τη χρησιμοποιούσα για να μου γνωρίζει φίλες της»
«Είναι μικρή ρε» εξήγησε συνοφρυωμένος ο Πέτρος. «17 χρονών. Τι φίλες της μου λες;»
«Τι μικρή ρε μαλάκα!» σημείωσε ο Δημήτρης. «Στα 17 πια οι γκόμενες τα έχουν κάνει όλα! Μη σου πω από τα 15! Μα πόσο παλιός είσαι τελοσπάντων;»
Ο Πέτρος δεν μίλησε. Η σκέψη και μόνο ότι η αδερφή του μπορεί και να μην ήταν πια το αγνό και αμόλυντο κοριτσάκι που ήξερε από μικρός, τον βασάνιζε πολύ.
«Ας αλλάξουμε καλύτερα θέμα…» είπε τότε ο μεγάλος αγωνιστής, σε μια προσπάθειά του να βγει από το αδιέξοδο.
«ΟΚ» έκανε ο Μήτσος, «με την εξεταστική πώς πας;», θίγοντας ένα ακόμα πιο οδυνηρό για τον συνομιλητή του θέμα, περισσότερο κι από την χαμένη (;) παρθενιά της αδερφής του.
«Άστα να πάνε» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Χρωστάω της παναγιάς τα μάτια...»
«Εγώ να δεις τι χρωστάω» ανέφερε ο Δημήτρης, «Κάτσε να φέρω να πιούμε δυο μπύρες να πάνε κάτω τα φαρμάκια», και με ένα σάλτο βρέθηκε στην κουζίνα.
«Πάει κι αυτή η μέρα…» βαριαστέναξε ο ήρωάς μας, καθώς ο Δημήτρης ερχόταν από την κουζίνα με δύο Άμστελ στο χέρι.
«Άντε, γεια μας!» έκανε ο Καλαματιανός φοιτητής στον Πέτρο καθώς του πρόσφερε τη μία μπύρα.
«Γεια μας!» έκανε ο Πέτρος, που στ’ αλήθεια ζήλευε την άνεση με την οποία ο φίλος του αντιμετώπιζε τα πράγματα, κι ας βαφτίζονταν αυτή η άνεση από πολλούς ως «τέλμα» ή «σαπίλα». Στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά στωικότητα που τον βοηθούσε να ζήσει σε πιο ήρεμους ρυθμούς από τους αντίστοιχους ξέφρενους με τους οποίους έτρεχε ο σύγχρονος καπιταλισμός· με τα λεφτά και την ξέφρενη δουλειά του πατέρα του ωστόσο, ως μεσαίος αστός που ήταν ο τελευταίος...

* * *

Με τα πολλά, η ώρα είχε πάει 12. Αφού οι δυο φίλοι ήπιαν κάνα-δυο μπύρες και κάπνισαν από δυο-τρία τσιγάρα ο καθένας, ο Πέτρος θεώρησε πώς είχε περάσει αρκετός χρόνος και ήταν πια καιρός να πηγαίνει σπίτι του.

«Λοιπόν, πάω να την κάνω» είπε ο Πέτρος, καθώς σηκωνόταν από τον καναπέ και πήγαινε προς την πόρτα.
«Άντε καλή επιτυχία! Στο να πείσει τη μάνα σου ότι έγραψες καλά, εννοείται» του ευχήθηκε περιπαικτικά ο Δημήτρης.
«Έχεις καμιά ιδέα πώς να το κάνω αυτό;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Μα είναι εύκολο» απάντησε ο Δημήτρης, «Απλά μπαίνεις μέσα με αέρα και της λες ‘Μάνα, έσκισα σήμερα!’»
«Εσύ αυτό λες στους δικούς σου και πιάνει;» διατύπωσε την απορία του ο Πέτρος καθώς έβγαινε από την πόρτα του διαμερίσματος.
«Ναι, πιάνει συνέχεια!» εξήγησε ο Μήτσος. «Οι δικοί μου έχουν πειστεί για τα καλά ότι χρωστάω ένα μάθημα μόνο!»
«Καλή φάση…» σχολίασε ο Πέτρος.
«Λοιπόν θα τα πούμε, και καλή τύχη!» τον ξεπροβόδισε ο Δημήτρης.
«ΟΚ! Τα λέμε!» τον αποχαιρέτισε με τη σειρά του ο Πέτρος καθώς έκλεινε απαλά την πόρτα πίσω του, ενώ ο Δημήτρης πήρε και πάλι θέση μπροστά από τον υπολογιστή να συνεχίσει το παιχνίδι που είχε διακόψει προηγουμένως.

* * *

Ο Πέτρος στάθηκε για μια στιγμή έξω από την πόρτα του διαμερίσματός του. Κατόπιν, έβαλε το κλειδί στην κλειδαρότρυπα αλλά δεν πρόλαβε να το γυρίσει γιατί η κυρα-Μαρία, που προφανώς είχε ακούσει εγκαίρως τον ήχο του κλειδιού, άνοιξε αμέσως την πόρτα.
«Πέτρο αγόρι μου, πώς έγραψες;» ρώτησε η μητέρα του με το που είδε το γιο της και τον αγκάλιασε σφιχτά, λες και είχε χρόνια να τον δει.
«Σιγά ρε μάνα!» έκανε ο Πέτρος προσπαθώντας να φύγει από την αγκαλιά της που τον έπνιγε.
«Καλά έγραψα, περνάω» είπε ο ίδιος καθώς έμπαινε μέσα στο διαμέρισμα.
«Μπράβο το αγόρι μου!» έκανε η μάνα του καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της. «Τι θέλεις να σου φτιάξω να φας;»
«Δεν πεινάω ρε μάνα» απάντησε ο Πέτρος. «Θα φάω μια και καλή για μεσημέρι»
«Αργεί ακόμα το φαγητό» εξήγησε η μητέρα του. «Σίγουρα δεν θες να σου φτιάξω τίποτα να φας;»
«Όχι ρε μάνα λέμε! Δεν πεινάω!» απάντησε ο Πέτρος αρχίζοντας να εκνευρίζεται.
«Μα τόσες ώρες άφαγος είσαι! Σίγουρα δεν θες τίποτα;» ρώτησε εκ νέου η κυρα-Μαρία διευκρινίζοντας: «Θες μήπως ένα τοστάκι; Να σου στύψω μήπως μια πορτοκαλάδα;»
«Ρε μάνα άσε με επιτέλους!» φώναξε ο Πέτρος, έχοντας χάσει πλέον την ψυχραιμία του.
«Μα γιατί μου φωνάζεις αγόρι μου; Θέλεις να πεθάνω;» παραπονέθηκε η μητέρα του, με έκδηλη τη στενοχώρια στο πρόσωπό της για την απότομη συμπεριφορά του Πέτρου. Ο τελευταίος, όμως, την αγνόησε ως συνήθως και γρήγορα κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιό του.

Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο, ο μεγάλος αγωνιστής έκλεισε την πόρτα πίσω του και άραξε για λίγο στο κρεβάτι.
«Προλαβαίνω άραγε να διαβάσω μέχρι αύριο;» αναρωτήθηκε.
Η Μηχανική δεν ήταν παίξε-γέλασε μάθημα και μερικές ώρες διαβάσματος σίγουρα δεν έφταναν για να το περάσει. Όμως εκείνη την ώρα, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο αναπαυτικό κρεβάτι του και όντας από τις 8 το πρωί στο πόδι, συν την επίδραση των δύο μπυρών που ήπιε προηγουμένως στο Δημήτρη, ένιωσε σταδιακά τα μάτια του να κλείνουν. Η Μηχανική μπορούσε λοιπόν να αναβληθεί για κάνα δυο ωρίτσες που θα τον έπαιρνε ο μορφέας…

* * *

Ο Πέτρος άρχισε σιγά-σιγά να ξανανοίγει τα μάτια του. Γύρω του ήταν απλωμένο το σκοτάδι, ενώ ο ίδιος ήταν σκεπασμένος με μια κουβέρτα.

«Πέτρο αγόρι μου ξύπνησες;» ακούστηκε τότε να λέει η μάνα του καθώς έμπαινε στο δωμάτιο.
«Μμμμμμ…» έκανε ο αγουροξυπνημένος Πέτρος, «Τι ώρα είναι;»
«Είναι 6 παρά τέταρτο» απάντησε η κυρα-Μαρία, «σε είχε πάρει ο ύπνος στο κρεβάτι και ήρθα και σε σκέπασα. Σε λυπήθηκα να σε ξυπνήσω νωρίτερα»
«Πώς πέρασε η ώρα ρε πούστη! Πρέπει να διαβάσω!» είπε τότε καθώς σηκωνόταν ο Πέτρος, διαπιστώνοντας ότι είχε λίγες μόνο ώρες στη διάθεσή του για να διαβάσει τη Μηχανική.
«Σήκω να φας πρώτα και διαβάζεις μετά» του είπε η μάνα του.
«Όχι, τώρα πρέπει να διαβάσω. Αν φάω θα βαρύνω και μετά θα πάει 9 μέχρι να ξεκινήσω το διάβασμα» εξήγησε ο Πέτρος.
«Και δεν θα φας καθόλου για μεσημέρι;» τον ρώτησε έκπληκτη η μάνα του.
«Θα φάω κατευθείαν για βράδυ, δεν πειράζει» απάντησε ο Πέτρος καθώς τεντωνόταν.
«Μόνο μια φορά σήμερα θα φας αγόρι μου; Δεν θα αντέξεις!» έκανε έντρομη η κυρα-Μαρία.
«Καλά με έπεισες, θα έρθω να φάω» ξεφύσησε ο Πέτρος, μιας και είχε αρχίσει κιόλας να νιώθει το στομάχι του να γουργουρίζει, και πήρε το δρόμο για την κουζίνα. Φρόντισε όμως να κάνει πρώτα μια στάση στην τουαλέτα και να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του για να ξυπνήσει. Προς στιγμήν του πέρασε από το μυαλό να κάνει και ένα γρήγορο μπάνιο, καθώς ήταν άπλυτος για πάνω από μια βδομάδα και η βρώμα είχε αρχίσει να τον ενοχλεί. Ωστόσο, μιας και το διάβασμα ήταν η πρώτη του προτεραιότητα και η καθαριότητα δεν ήταν για τον ήρωά μας παρά μια αστική αξία όπως και το πλύσιμο ένας οπορτουνιστικός συμβιβασμός, αποφάσισε να το αφήσει για απόψε…

Το φαγητό που είχε ετοιμάσει σήμερα η κυρα-Μαρία ήταν γεμιστά. Μέσα σε 20 λεπτά, ο Πέτρος είχε τσακίσει και τα δύο γεμιστά και τις πατάτες που του είχε βάλει στο πιάτο η μητέρα του – τόση ήταν η λιγούρα του – και κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της χώνεψης, σκέφτηκε, θα μπορούσε να χαζέψει λίγο τηλεόραση.

Αφού κάθισε κανένα μισάωρο στον καναπέ χωνεύοντας και χαζεύοντας παράλληλα τις ανοησίες που έδειχνε η ιδιωτική TV, πήρε την απόφαση να γυρίσει επιτέλους στο δωμάτιο και να διαβάσει τη Μηχανική που θα έδινε αύριο. Ωστόσο, με το που έπιασε στα χέρια του το υπερμεγέθες βιβλίο της Μηχανικής, το μετάνιωσε γρήγορα. Το συγκεκριμένο μάθημα για να περαστεί ήθελε τουλάχιστον δύο μήνες εντατικού διαβάσματος. Οπότε ποιον πήγαινε να κοροϊδέψει;

Η απότομη συνειδητοποίηση της δεινής θέσης που είχε περιέλθει τον είχε καταβάλει. Όσο κι αν αρνούνταν την πραγματικότητα, ήξερε βαθιά μέσα του πως σωτηρία δεν υπήρχε. Είχε όμως νόημα να αρχίσει τώρα ξαφνικά να κλαίει τη μοίρα του; Δεν του έμενε λοιπόν παρά να σταματήσει να διαβάζει τη Μηχανική (κοινώς να την σφάξει) και αντ’ αυτού να εκμεταλλευτεί το σημερινό απόγευμα διαβάζοντας το μάθημα που θα έδινε μεθαύριο, την Αστροφυσική.

«Για να δούμε τι λέει κι η γαμημένη η Αστροφυσική…» μουρμούρισε ο Πέτρος καθώς ξεφύλλιζε το ομώνυμο βιβλίο. Επρόκειτο για ένα εξίσου κακογραμμένο βιβλίο με της Μηχανικής, τουλάχιστον όμως ήταν πιο μικρό σε όγκο, κι αυτό το έκανε κάπως λιγότερο αποκρουστικό.

Το βλέμμα του Πέτρου στάθηκε στη σελίδα 85, στο κεφάλαιο για τους κομήτες, το οποίο θυμόταν ότι είχε διαβάσει στο 3ο έτος όταν είχε επιχειρήσει –ανεπιτυχώς τελικά– να δώσει το μάθημα. Με ένα γρήγορο τριγωνικό διάβασμα της σελίδας, η προσοχή του ήρωά μας επικεντρώθηκε σ’ εκείνη τη φράση με τα πλάγια γράμματα: ‘Ποτέ ένας συνοδός αστέρας δεν έρχεται σε σύγκρουση με τον κύριο αστέρα, παρά μόνο ένας κομήτης’…

«Συνοδός αστέρας… τι γελοίος όρος!» σκέφτηκε ο Πέτρος, «Λες και συνοδεύει κάποια κυρία». Και όντως, ήταν πολύ αστείος, σαν όνομα και μόνο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σε σύγκρουση με την κυρία δεν έρχεται παρά μόνο ένας ξέμπαρκος κομήτης, κι όχι το θύμα που τη συνοδεύει. Είναι δηλαδή σαν να βγαίνει κανείς βόλτα με μια γκόμενα και να του την τρώει ένας που εμφανίζεται εντελώς ξαφνικά μπροστά της, σαν κομήτης. Που στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο ίσχυε και με το παραπάνω, και πλήθος περιστατικών από την πραγματική ζωή το επαλήθευαν. Ένα επαληθευτικό περιστατικό δε, ήταν ο ίδιος ο ήρωάς μας, που συνόδευε τακτικά τη Ράνια τον τελευταίο καιρό, χωρίς όμως να καταφέρει ποτέ να έρθει σε σύγκρουση (στην προκειμένη περίπτωση: συνεύρεση) μαζί της.

Επρόκειτο αλήθεια για ένα παραλληλισμό που θα άξιζε να κωδικοποιηθεί ως ο Δεύτερος Θεμελιώδης Γκομενικός Νόμος, πλάι στον Πρώτο που είχε διατυπώσει πριν μερικές βδομάδες ο Ανδρέας και έλεγε ότι αν μια γκόμενα σε γουστάρει, τότε θα σε γουστάρουν και οι φίλες. Ο Δεύτερος, ακόμα πιο σημαντικός από τον Πρώτο, θα μπορούσε να αποκτήσει την εξής επίσημη διατύπωση: Ένας καληνυχτάκιας συνοδός δεν έρχεται σε συνεύρεση σε μια γκόμενα που καληνυχτίζει, παρά μόνο ένας τυχάρπαστος που θα εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά της σαν κομήτης.

Ο ήρωάς μας, αν και στιγμιαία ένιωσε άσχημα που ανακάλυψε ότι όλο αυτό τον καιρό δεν υπήρξε παρά ένας τραγικός καληνυχτάκιας, ήταν παρ’ όλα αυτά χαρούμενος που απέκτησε επίγνωση ενός ακόμα, καθολικής ισχύος, νόμου. Πλέον ήταν κάτοχος της γνώσης δύο Θεμελιωδών Γκομενικών Νόμων. Δύο νόμων, που, όπως οι Νόμοι του Νεύτωνα για τη Μηχανική είναι απαραίτητοι για την ερμηνεία του φυσικού κόσμου, έτσι κι αυτοί είναι καθόλα χρήσιμοι για την ερμηνεία του μυστηριώδους κόσμου των γκομενών…

* * *

Η ώρα είχε πάει 8.30 το βράδυ και ο Πέτρος, έχοντας διαβάσει τρεις ολόκληρες σελίδες από το βιβλίο της Αστροφυσικής συν τις λεζάντες και τις υποσημειώσεις, είπε να κάνει ένα διάλειμμα. Αν και είχε φάει μεσημεριανό στις 6 και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να φάει βραδινό στις 9 όπως συνήθιζε, του ήταν δύσκολο να κάτσει να διαβάσει την ώρα αυτή. «Άλλοι κάθονται και τρώνε αυτή την ώρα κι εγώ θα κάθομαι να διαβάζω;» σκέφτηκε και πήρε την κατιούσα για το σαλόνι.

Η μάνα του καθόταν στον καναπέ και κεντούσε και ο ήρωάς μας πήρε θέση δίπλα της αρπάζοντας το τηλεκοντρόλ από το παρακείμενο τραπεζάκι.
«Δεν διαβάζεις;» ήταν το πρώτο πράγμα που ρώτησε η κυρα-Μαρία τον Πέτρο σαν τον είδε να παίρνει θέση δίπλα της και να ανοίγει την τηλεόραση.
«Τι ζόρι τραβάς εσύ;» της απάντησε ο Πέτρος ξερά, και έβαλε ALTER να δει ειδήσεις που είχε εκείνη την ώρα.
«Μνήστητή μου κύριε!» σταυροκοπήθηκε η μητέρα του αλλά ο ήρωάς μας δεν έδωσε σημασία. Αντίθετα, η προσοχή του επικεντρώθηκε στην είδηση που μόλις άκουσε δια στόματος παρουσιαστή του δελτίου του ALTER: «Δηλώσεις έκανε σήμερα το πρωί ο μητροπολίτης Κωλοπετεινίτσας Θεομπαίχτης λέγοντας ότι οι πιστοί που δεν προσέρχονται τακτικά στις εκκλησίες και δεν αφήνουν τον οβολό τους στα παγκάρια τους, δεν είναι υπόλογοι απέναντι μόνο στους εκπροσώπους του Θεού πάνω στη γη, αλλά και στον ίδιο το Θεό που διαρκώς αξιολογεί τις πράξεις τους και κινδυνεύουν να μη βρουν ανοιχτές τις πύλες του παραδείσου…»
«Έχει ξεφύγει ο τράγος…» σχολίασε απηυδισμένος ο Πέτρος.
«Σουτ! Μην λες αμαρτωλές κουβέντες!» τον επέπληξε η θρησκόληπτη μάνα του. «Να ακούς πάντα τι λένε οι ιερωμένοι μας!»
Ο Πέτρος άρχισε να παίρνει ανάποδες. Ναι μεν ήταν γνωστό ότι η μάνα του ήταν χαμηλοτάτου μορφωτικού επιπέδου και πήγαινε συνέχεια στις Εκκλησίες, αλλά δεν περίμενε να είναι τόσο πρόβατο που να παίρνει ως θέσφατα τις δηλώσεις του Άνθιμου.
«Ξέρεις, στον ισπανικό εμφύλιο το 1936, κάτι τέτοιους παπάδες τούς καθάριζαν χωρίς δεύτερη σκέψη…» αποκρίθηκε αποφασιστικά.
«Τι είναι αυτά που λες; Είναι αμαρτία να λες τέτοιο πράγμα! Φτου-φτου-φτου!» άρχισε τις υστερίες η κυρά-Μαρία αλλά ο Πέτρος την αγνόησε παντελώς και δυνάμωσε την ένταση της τηλεόρασης να ακούσει την επόμενη είδηση: «Μήνυση κυρίες και κύριοι υπέβαλλε στην Ελληνική Αστυνομία δικυκλιστής που, όπως ισχυρίζεται, έπεσε θύμα ξυλοδαρμού και βασανιστηρίων στο αστυνομικό τμήμα από άνδρες της ομάδας Ζ που τον σταμάτησαν για έλεγχο…»
Ο Πέτρος γέλασε ειρωνικά.
«Α ρε σκατόμπατσοι, έχετε ένα όπλο και νομίζετε πως μπορείτε να γαμάτε τον κόσμο. Γουρούνια…» ανέφερε.
«Μη μιλάς έτσι για την Αστυνομία μας!» πετάχτηκε η κυρα-Μαρία. «Μας προστατεύει από τους εγκληματίες! Κάτι θα έκανε αυτός και θα τους προκάλεσε!»
Ο Πέτρος αυτή τη φορά ένιωσε να τσαντίζεται ακόμα περισσότερο. Θεωρώντας ότι ήταν εντελώς μάταιο να προσπαθήσει να επιχειρηματολογήσει, αρκέστηκε να ρίξει ορισμένα μπινελίκια στην αφελή μητέρα του: «Επειδή βλέπεις το ‘Καλημέρα Ζωή’ τα λες αυτά, ε; Είσαι εντελώς άσχετη και αγράμματη! Κάτι άτομα σαν εσένα δεν πρέπει να τους επιτρέπεται να ψηφίζουν!», που προκάλεσε τους συνήθεις λυγμούς της κυρα-Μαρίας.

Το δελτίο του ALTER συνέχισε με μια νέα είδηση από το διεθνή χώρο αυτή τη φορά: «Εμφύλιος πόλεμος έχει ξεσπάσει εδώ και μερικές μέρες στη Λιβερία με αφορμή τη μη αποχώρηση του προέδρου της χώρας μετά την ήττα του στις εκλογές. Οι μάχες που λαμβάνουν χώρα κυρίως στα περίχωρα της πρωτεύουσας Μονρόβια είναι σφοδρές και οι απώλειες μέχρι στιγμής σύμφωνα με τον Ερυθρό Σταυρό ανέρχονται σε 68 νεκρούς και 315 τραυματίες. Διεθνείς αναλυτές κάνουν λόγο για έμμεση εμπλοκή εταιρειών εξόρυξης διαμαντιών στην κρίση…»

«Λες και κάποιος έχει καταραστεί την Αφρική», σκέφτηκε ο Πέτρος ακούγοντας την εν λόγω είδηση. Ο παγκόσμιος καπιταλιστικός καταμερισμός της εργασίας έχει καταδικάσει τη Μαύρη Ήπειρο στην απόλυτη φτώχεια και εξαθλίωση. Οι πρώτες ύλες της ληστεύονται στην κυριολεξία από τις πολυεθνικές, ενώ οι ντόπιοι δουλεύουν για λογαριασμό τους ως κανονικοί σκλάβοι. Και από τύψεις ο πρώτος κόσμος επιστρέφει κάτι τις από τα κλεμμένα με τη μορφή ανθρωπιστικής βοήθειας (τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα) μέσω οργανώσεων σαν τη UNICEF· κανείς όμως δεν λέει τίποτα για το γεγονός ότι η βοήθεια της UNICEF ωφελεί στην πράξεις τις ίδιες τις πολυεθνικές καθώς λειτουργεί ως αθέμιτος ανταγωνισμός εις βάρος της υποτυπώδους εγχώριας οικονομίας των αφρικανικών χωρών, ώστε να μην φτάσουν ποτέ στο σημείο να αναπτυχθούν αυτόνομα και να εκμεταλλευτούν προς ίδιον όφελος τις πλουτοπαραγωγικές πηγές τους.

Αλλά αυτό που κάνει το έγκλημα της δύσης ακόμα πιο εξωφρενικό, είναι ότι η πρώτη ύλη η οποία ληστεύει από την Αφρική δεν είναι μόνο το πετρέλαιο αλλά και τα διαμάντια. Και το πετρέλαιο πες, αποτελεί ατμομηχανή του δυτικού καπιταλιστικού μοντέλου που βασίζεται στην υπερκατανάλωση και την ενεργειακή σπατάλη. Αλλά τα διαμάντια; Πού αλλού χρησιμεύουν τα διαμάντια, πέρα από το να τα χαρίζουν οι καπιταλιστές στις γυναίκες τους και τις ερωμένες τους; Μα δεν έχουν καθόλου μυαλό να καταλάβουν ότι οι τελευταίες τους προτιμούν για τα λεφτά τους και όχι για τα δώρα τους καθαυτά, και ότι αν τους χάριζαν ένα ισόποσης αξίας αμάξι παραδείγματος χάριν, θα έρχονταν και πάλι μαζί τους; Ή μήπως χρησιμεύουν για να ανταγωνίζεται σε ομορφιά και λάμψη η μία αστή την άλλη στις δεξιώσεις που διοργανώνουν, πολλές φορές με –ω τι ειρωνεία!– φιλανθρωπικό περιεχόμενο; Αυτά σκεφτόταν ο Πέτρος νιώθοντας απύθμενο ταξικό μίσος βλέποντας τα τηλεοπτικά πλάνα με κατεστραμμένα κτίρια και φορτωμένα φορτηγά με αντάρτες, ανάμεσά τους και παιδιά, ενώ ο φακός εστίαζε σε ένα ανήλικο παιδί, με το ζόρι 12 χρονών, οπλισμένο με ένα θηριώδες αυτόματο, που μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα έκανε περιπολία στο δρόμο.

«Μα δεν ντρέπεται; Μικρό παιδί και καπνίζει!» ανέφερε η κυρα-Μαρία βλέποντας το μαυράκι του πλάνου.
Ο Πέτρος αυτή τη φορά ένιωσε την ψυχραιμία του να χάνεται.
«Δεν παίζει ρε μάνα να είσαι τόσο βλαμμένη! Τόσο UFO πια!» της είπε χωρίς περιστροφές και σηκώθηκε από τα νεύρα του απ’ τον καναπέ.
«Αγόρι μου γιατί με βρίζεις;» άρχισε πάλι την κλάψα η μητέρα του Πέτρου.
«Μα είναι δυνατόν να σε νοιάζει που καπνίζει το παιδί και όχι που το ‘χουν βάλει και πολεμάει;» της φώναξε αγανακτισμένος ο Πέτρος.
«Πέτρο μήπως καπνίζεις, γι’ αυτό τα λες αυτά;» απόρησε εν μέσω λυγμών η κυρα-Μαρία. Εννοείται φυσικά πως δεν ήταν μέσα στις προθέσεις του Πέτρου να παραδεχτεί στη μητέρα του ότι καπνίζει.
«Απαξιώ να σου μιλήσω!» είπε εν κατακλείδι ο ήρωάς μας και έφυγε για το υπνοδωμάτιο.

«Έχω πολύ καθυστερημένη μάνα…» αναλογίστηκε ο Πέτρος αράζοντας στο κρεβάτι του και γέρνοντας το κεφάλι του πίσω στον τοίχο. Υπάρχουν όμως και χειρότερα, σκέφτηκε. Να είχε μια μάνα σαν αυτές τις φιλάνθρωπες αστές που στους λαιμούς τους κρεμάνε διαμαντένια κολιέ, προϊόντα ιμπεριαλιστικού εγκλήματος κατά της μαύρης φυλής. Μήπως θα έπρεπε τελικά όταν θα αποφοιτούσε, να πάει να πολεμήσει όχι στο Ιράκ όπως σχεδίαζε, αλλά στην Αφρική, καλή ώρα όπως ο Τσε Γκεβάρα όταν πήγε στο Κογκό; Και μάλιστα να επιχειρούσε να μεταφέρει το λατινοαμερικάνικο όραμα του Τσε στην Αφρική, να ενώσει δηλαδή τα κατά τόπους αντάρτικα σε ένα ενιαίο παναφρικανικό στρατό που θα είχε σκοπό να εκδιώξει τους ιμπεριαλιστές και τους ντόπιους συνεργάτες τους και να ενώσει υπό σοσιαλιστικό καθεστώς ολόκληρη τη Μαύρη Ήπειρο;

«Πολλά θα μπορούσα να κάνω» σκέφτηκε ο Πέτρος, «αλλά προέχει η εξεταστική». Άρπαξε λοιπόν το βιβλίο της Αστροφυσικής και, χωρίς να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, έκανε μια τελευταία προσπάθεια να διαβάσει, μέχρι να τον φώναζε η μάνα του για βραδινό …

* * *

Η ώρα είχε πάει 10.00 το πρωί και ο Πέτρος γύριζε σπίτι από το πανεπιστήμιο. Πριν από δύο ώρες έδωσε το προτελευταίο του μάθημα, την Πυρηνική Φυσική – για την ακρίβεια δεν το έδωσε, απλά παρέδωσε, για πολλοστή φορά, λευκή κόλλα. Ο ήρωά μας ήταν ψυχολογικά ράκος. Από τα θέματα που πέσανε δεν ήξερε να απαντήσει απολύτως κανένα. Και να πεις ότι δεν είχε διαβάσει… Είχε αφιερώσει για το μάθημα γεμάτες δύο ώρες και είχε καταφέρει να διαβάσει τις 10 πρώτες σελίδες του βιβλίου (χωρίς να συνυπολογίζει μάλιστα την πρώτη σελίδα που ήταν λευκή), και να διαβάσει κιόλας και μια λυμένη άσκηση από το πρώτο κεφάλαιο. Τι δεν είχε κάνει σωστά;, αναρωτήθηκε.

Συνολικά, οι μέρες της εξεταστικής είχαν περάσει αργά και βασανιστικά για τον ήρωά μας. Τα δε αποτελέσματα ήταν άθλια. Ακόμα και στην Αστροφυσική για την οποία είχε αφιερώσει συνολικά τρεις ολόκληρες ώρες, ήταν σίγουρο ότι είχε κοπεί. Από την άλλη, ούτε οι κνίτες που θεωρητικά ακόμα τον αναζητούσαν να τον δείρουν ούτε η Ράνια που σίγουρα καιροφυλακτούσε να τον ξανακάνει συνοδό αστέρα της, τον είχαν αποσπάσει όλο αυτό το διάστημα. Μόνο η μάνα του είχε απομείνει να τον πρήζει, την οποία όμως διαβεβαίωνε ότι έγραφε τέλεια σε όλα τα μαθήματα, και προκειμένου να μην υποψιαστεί εκείνη τίποτα, έκανε πάντα μια στάση απ’ το σπίτι του Δημήτρη και εμφανιζόταν στη μητέρα του αργότερα, έχοντας, υποτίθεται, εξαντλήσει όλο το χρόνο που είχε στη διάθεσή του για την κάθε εξέταση.

Έτσι και τώρα. Είχε μπει στην πολυκατοικία και ανέβαινε με το ασανσέρ στον 4ο, αλλά, δεν σκόπευε να πάει απευθείας σπίτι του, παρά θα καθόταν για λίγη ώρα στο Δημήτρη.

Βγαίνοντας όμως ο Πέτρος από το ασανσέρ, είδε τόσο την πόρτα του Δημήτρη όσο και τη δική του ορθάνοιχτες και τη μάνα του να στέκεται στο διάδρομο και να μιλάει με έναν κουστουμαρισμένο κύριο με γκρίζα μαλλιά. Πλέον κάθε προσπάθεια συγκάλυψης της λευκής κόλλας που έδωσε ήταν μάταιη. Έπρεπε να επινοήσει όσο πιο γρήγορα γινόταν μια πιστευτή δικαιολογία.

«Καλώς τον Πέτρο» έκανε η κυρα-Μαρία με το που είδε τον κανακάρη της να εξέρχεται από το ασανσέρ. «Γιατί γύρισες τόσο νωρίς;»
Εκείνη τη στιγμή, ο άγνωστος κύριος, που κάποιον του θύμιζε, πήρε την πρωτοβουλία και έδωσε το χέρι του στον Πέτρο λέγοντας σε πολύ σοβαρό τόνο: «Γεια σου Πέτρο, τι κάνεις; Είμαι ο πατέρας του Δημήτρη, με θυμάσαι;»
«Εχμ, γεια σας, τι κάνετε;» είπε ο Πέτρος ανταποδίδοντας τη χειραψία, που θυμήθηκε τελικά τον πατέρα του Δημήτρη, γνωστό για την αυταρχικότητα και τα ακραία δεξιά του φρονήματα, τον οποίο είχε δει δυο-τρεις φορές στο παρελθόν όταν είχε έρθει να επισκεφτεί το γιο του. «Καλά είστε;»
«Δυστυχώς Πέτρο δεν είμαι καθόλου καλά!» ανέφερε με ένα βάρος στη φωνή του ο πατέρας του Δημήτρη. «Πόσο καιρό το γνώριζες εσύ αυτό;»
«Ποιο πράγμα;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος, μην έχοντας την παραμικρή ιδέα τι εννοούσε ο συνομιλητή του.
«Δεν σου ‘χει πει;» ρώτησε εκ νέου ο πατέρα του Δημήτρη, για να εξηγήσει αμέσως: «Δεν σου ‘χε πει ότι χρωστούσε 1 μάθημα;»
«Α ναι, μου το ‘χει πει αυτό» ανέφερε ο Πέτρος. «Τι έγινε τελικά; Δεν το πέρασε;»
Ήταν φανερό ότι η τελευταία αυτή ερώτηση του Πέτρου έγινε εντελώς για ξεκάρφωμα.
«Σε παρακαλώ Πέτρο μη με δουλεύεις κι εσύ!» φώναξε με αυστηρό τρόπο ο πατέρας του Δημήτρη, μη μπορώντας να συγκρατήσει την οργή του. «Πήγα χτες στη σχολή του Δημήτρη να βρω τον καθηγητή που δίδασκε αυτό το μάθημα, μήπως και τον έπειθα να τον περάσει. Πήγα ρώτησα λοιπόν στη γραμματεία και οι κοπέλες εκεί μου δείξανε την καρτέλα με την αναλυτική βαθμολογία του Δημήτρη. Και τι να δω ο έρμος; Ο Δημήτρης δεν χρώσταγε μόνο ένα μάθημα που έλεγε! Αντιθέτως, όλα αυτά τα χρόνια είχε περάσει μόνο ένα μάθημα!!!»

Ο Πέτρος δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του! Ο Δημήτρης είχε τελικά αποδειχθεί ο μεγαλύτερος απατεώνας που είχε βγάλει ποτέ η πλάση! Θα έπρεπε να πάρει όσκαρ ηθοποιίας για το γεγονός ότι κατάφερε να ξεγελά τόσο περίτεχνα τους δικούς του για τόσα χρόνια αποκρύπτοντάς τους ότι έχει περάσει μόνο ένα μάθημα.

Το ξεμπρόστιασμα όμως του Δημήτρη, διαφαίνονταν στον ορίζοντα ότι θα προκαλούσε ως αλυσιδωτή αντίδραση, αργά ή γρήγορα, το ξεμπρόστιασμα και του ίδιου του Πέτρου. Το αυστηρό βλέμμα με το οποίο τον κοιτούσε η μητέρα του, αν μη τι άλλο, αυτό έδειχνε.

«Ο Δημήτρης πού είναι τώρα;» ρώτησε τότε ο Πέτρος, που ανησυχούσε μήπως ο φίλος του είχε κιόλας δολοφονηθεί από τον εξαγριωμένο πατέρα του πάνω στα νεύρα του.
«Γύρισε πίσω στην Καλαμάτα!» φώναξε ο πατέρας του Δημήτρη. «Το Μάιο μπαίνει φαντάρος! Και φυσικά το διαμέρισμά του εδώ ξενοικιάζεται. Σε λίγο θα έρθουν από μια μεταφορική να πάρουν τα πράγματά του…»

Αυτό ήταν λοιπόν. Ο Δημήτρης οριστικά τέλος απ’ την Αθήνα. Ο φίλος αυτός, που επί 6 συναπτά χρόνια ήταν γείτονας με τον Πέτρο και κάνανε καλή παρέα, δέχτηκε έναν ισχυρό κλονισμό από τον αυταρχικό πατέρα του, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει για πάντα την Αθήνα και την ανέμελη ζωή του. Ένας φίλος που, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες φοιτητές, είχε χάσει από νωρίς το πάθος του για τη ζωή, και μην ελπίζοντας σε τίποτα, είχε εγκλωβιστεί σε μια αέναη κατάσταση φοιτητικής παρακμής με μπάφους και ηλεκτρονικά παιχνίδια…

Απ’ ό,τι φαινόταν όμως, σε αντίστοιχη περίπτωση που ο πατέρας του Πέτρου ανακάλυπτε κι εκείνος τα χάλια του γιου του, θα τον έστελνε και αυτόν φαντάρο παρέα με το Δημήτρη. Ο ήρωάς μας λοιπόν, για να μην έχει την τύχη του φίλου του, έπρεπε πάση θυσία να εμποδίσει τους γονείς του να ανακαλύψουν τον αριθμό των μαθημάτων που χρωστούσε. Αλλά και σε περίπτωση που τελικά τον ανακάλυπταν, έπρεπε να είναι προετοιμασμένος για όλα τα ενδεχόμενα…

* * *

Η ώρα είχε πάει 2 και μισή και ο Πέτρος και η μητέρα του έτρωγαν στην κουζίνα το μεσημεριανό τους φαγητό, μακαρόνια με κιμά. Η κυρα-Μαρία είχε ένα πολύ βλοσυρό ύφος, από αυτά που γενικά δεν συνήθιζε. Ήταν φανερό ότι αυτό που την απασχολούσε, και μάλιστα έντονα, ήταν το πόσα μαθήματα χρωστούσε στην πραγματικότητα ο Πέτρος.
Ο δε Πέτρος ήταν πλέον προετοιμασμένος για τέτοιου είδους ανάκριση από τη μάνα του, και είχε έτοιμα τα ψέματα που θα έλεγε. Δεν ήταν όμως καθόλου έτοιμος για αυτό που την άκουσε να λέει: «Αύριο θα πάμε μαζί στο πανεπιστήμιο, να ζητήσω από τη γραμματεία να μου δώσει ένα χαρτί με τα μαθήματα που χρωστάς»

Ο Πέτρος ένιωσε το αίμα του να ανεβαίνει στο κεφάλι, την ψυχραιμία του να χάνεται και με μια αστραπιαία κίνηση αναποδογύρισε το τραπέζι με τα φαγητά.
«Πέτρο! Τι κάνεις εκεί;» φώναξε τρομαγμένη η μητέρα του.
«Αυτά αλλού! Όχι σε μένα!» φώναξε ο Πέτρος, «Κατάλαβες παλιοκατίνα;»
Ήταν ίσως η πρώτη φορά στη ζωή του Πέτρου που της μιλούσε μ’ αυτά τα λόγια. Η μητέρα του δεν άντεξε και έβαλε τα κλάματα.
«Πέτρο, πώς μου μιλάς έτσι!» είπε εν μέσω λυγμών η κυρα-Μαρία.
«Όπως μου γουστάρει θα σου μιλάω!» γρύλισε ο Πέτρος.
«Μα Πέτρο, δεν έχω το δικαίωμα να ξέρω πώς τα πας με το πανεπιστήμιό σου;» ανέφερε εξακολουθώντας να κλαίει η μάνα του.
«Γιατί; Τι σε νοιάζει; Μήπως εσύ ξοδεύεσαι για μένα;» της φώναξε ακόμα πιο δυνατά ο Πέτρος. «Ο μαλάκας ο άντρας σου ξοδεύεται! Και από το να ξοδεύει τα λεφτά του σε αυτοκίνητα και γκόμενες, καλύτερα να τα δίνει σε μένα να κωλοβαράω!»
Η συσσωρευμένη καταπίεση 27 ολόκληρων χρόνων έβγαινε τώρα προς τα έξω. Η καημένη η κυρα-Μαρία υφίσταντο το ένα σοκ πίσω από το άλλο. Η καρδιά της δεν μπορούσε να αντέξει τέτοια πίεση και τώρα άρχισε να κλαίει ακόμα πιο έντονα.
«Αχ Πέτρο, δεν νιώθω καλά…» ψέλλισε και έπιασε το στήθος της βαριανασαίνοντας.
«Στ’ αρχίδια μου!» της ούρλιαξε. «Και το πολύ σε μια ώρα να έχεις μαζέψει τα πράγματά σου και να ξεκουμπιστείς από δω! Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου!»
«Αχ Παναγία μου!» έκανε συντετριμμένη η μάνα του στηριζόμενη στον πάγκο της κουζίνας για να μην καταρρεύσει.
«Και πες στον πατέρα ότι δεν έχω ανάγκη πια τα κωλολεφτά του!» δήλωσε αποφασιστικά ο Πέτρος. «Από αύριο πιάνω δουλειά!»
«Πέτρο, τι σου συμβαίνει;» άρχισε να τον ικετεύει με λυγμούς η μητέρα του, «Μήπως έχεις μπλέξει στα ναρκωτικά;»
Ο Πέτρος ένιωσε τότε ότι η μάνα του ήταν απίστευτα ηλίθια και δεν καταλάβαινε τι της έλεγε, οπότε αποφάσισε ότι δεν είχε νόημα να της φωνάζει άλλο. Αντ’ αυτού, την τράβηξε από τους ώμους και την έσπρωξε ως το σαλόνι, όπου της φώναξε, λιγότερο δυνατά, πλην όμως προστακτικά: «Άρχισε να μαζεύεις τα πράγματά σου!»

* * *

Σε λιγότερο από μισή ώρα, η κυρα-Μαρία είχε μαζέψει τα πράγματά της και στέκονταν στην πόρτα, περιμένοντας τον Πέτρο να την αποχαιρετήσει.
«Εντάξει, έτοιμη;» τη ρώτησε ψυχρά ο Πέτρος βλέποντάς την να στέκεται στην πόρτα. «Μπορείς να πηγαίνεις»
«Πέτρο αγόρι μου δεν θα με χαιρετίσεις;» έκανε κλαίγοντας η μητέρα του.
«Φύγε σου είπα!» φώναξε εντελώς ασυγκίνητος ο Πέτρος και την έσπρωξε έξω, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
«Πέτρο θα σε καλύψω στον πατέρα σου και δεν θα του πω τίποτα!» φώναξε η κυρα-Μαρία απ’ έξω, σε μια ύστατη προσπάθειά της να μαλακώσει το γιο της.
«Φύγε να μη σε πάρει ο διάολος λέμε!» φώναξε στη διαπασών ο Πέτρος, και η μητέρα του δεν επέμενε και έφυγε.

Αυτό ήταν. Ο Πέτρος συνειδητοποίησε ότι μόλις είχε κάνει, έστω και με επεισοδιακό τρόπο, αυτό που όφειλε να είχε κάνει εδώ και χρόνια, τουτέστιν να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τους δικούς. Βέβαια, μαζί με τον ομφάλιο λώρο, έκοβε και τη μοναδική πηγή εσόδων του. Ήταν, ωστόσο, αποφασισμένος, στα 27 του, να βρει επιτέλους δουλειά, οποιαδήποτε δουλειά, και δεν επρόκειτο να κάνει πίσω σ’ αυτό.

Άξιζε όμως να φερθεί στη μητέρα του μ’ αυτό το σκληρό τρόπο; Ίσως όχι, αλλά μπορούσε να την αφήσει να πάει στη γραμματεία να ρωτήσει γι’ αυτόν; Είναι πολύ πιθανό αν μάθαινε η κυρα-Μαρία ότι ο Πέτρος χρωστούσε όχι 8 αλλά 38 μαθήματα, να ήταν αυτή που θα ξεσπούσε με τον τρόπο που ξέσπασε ο γιος της. Άσε που η μάνα του, ενώ υποτίθεται μεσολαβούσε για να είναι πιο μαλακός ο άντρας της προς τον Πέτρο, στην ουσία ο ρόλος της ήταν να παρουσιάζει τις σφαλιάρες του κυρ-Γιάννη ως χάδια. Οι γονείς του Πέτρου, όπως και όλοι οι γονείς, λειτουργούσαν όπως ο καλός και ο κακός μπάτσος στην ανάκριση· ο πατέρας του είχε το μαστίγιο, και η μάνα του το καρότο. Το δε αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο: η συμμόρφωση του Πέτρου προς τις υποδείξεις τους.

Ό,τι έγινε έγινε, σκέφτηκε ο Πέτρος. Δεν άξιζε να το σκέφτεται άλλο. Σημασία είχε ότι τα ψέματα τελείωσαν. Τώρα πια, του έμελε να διαβεί το κατώφλι της ανεξαρτησίας…

Δεν υπάρχουν σχόλια: