ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Η ώρα είχε πάει 8.15 το απόγευμα και ο Πέτρος καθόταν σε ένα τραπεζάκι σε γνωστή καφετέρια των Εξαρχείων, περιμένοντας τη Ράνια, με την οποία είχε κλείσει ραντεβού, ενώ κάπνιζε νωχελικά και έπινε πού και πού από το νερό που του ‘χε φέρει η γκαρσόνα διαβάζοντας την Διαδρομή Ελευθερίας του Γενάρη που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Το ενδιαφέρον του όπως ήταν φυσικό επικεντρώθηκε στην αγαπημένη του στήλη της εφημερίδας, ‘Ιράκ-Παλαιστίνη’, που κατέγραφε τις ενέργειες αντίστασης των εξεγερμένων Ιρακινών και Παλαιστινίων.
«Αχ και να ήμουνα κι εγώ εκεί, να βοηθούσα την αντίσταση...» σκέφτηκε.
Τι να πήγαινε να κάνει όμως αφού δεν έχει πάρει ακόμα πτυχίο; Με ένα πτυχίο αλήθεια θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε πιο καίριο πόστο. Οπότε έπρεπε να αναβάλει την αναχώρησή του για το Ιράκ μέχρι να πάρει το πολυπόθητο πτυχίο, τον ερχόμενο Σεπτέμβρη.

Ξαφνικά, η αιθέρια ύπαρξη της Ράνιας διέσχισε την πόρτα του μαγαζιού. Έστρεψε δεξιά-αριστερά το βλέμμα της μήπως και δει τον Πέτρο σε κάποιο τραπεζάκι. Ο Πέτρος θέλησε να σηκώσει το χέρι του και να της κάνει νόημα να τον δει αλλά φοβήθηκε μήπως θεωρηθεί προσβλητικό. Είχε δει παλιά στην τηλεόραση το Χρήστο Ζαμπούνη να εξηγεί ότι όταν κάποιος σηκώνει το χέρι για να τον δει κάποιος άλλος, είναι αγένεια. Ήξερε βέβαια πώς ο Ζαμπούνης είναι ένας ανόητος αστός – τι αστός... περισσότερο προς φεουδαρχικό κατάλοιπο έφερνε, αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός ότι ήταν και φιλοβασιλικός. «Προσπαθεί να περάσει φεουδαρχικά ήθη σε μια κυνική νεόπλουτη ελίτ που φημίζεται για την αξεσιά της» σκέφτηκε, και τελικά ξεπέρασε τον ενδοιασμό του να μη σηκώσει το χέρι, και η Ράνια δεν δυσκολεύτηκε να τον δει και να έρθει στο τραπέζι του.

«Γεια σου καλέ Πετράκη» είπε η Ράνια καθώς έπαιρνε θέση στην καρέκλα.
«Εχμ... Γεια. Τι κάνεις;» είπε με τη γνωστή φειδωλότητά του ο Πέτρος, ενώ οι χτύποι της καρδιάς του αντηχούσαν σε όλο το μαγαζί.
«Καλά είμαι» απάντησε η Ράνια. «Είχε πάρει το αυτοκίνητο ο αδερφός μου και έκανα δέκα ώρες να βρω ταξί»
«Μα καλά, γιατί δεν ήρθες με μετρό;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Δεν το μπορώ το μετρό» απάντησε η Ράνια. «Δεν βρίσκω ποτέ να κάτσω. Άσε που μαζεύει συνέχεια ζητιάνους και βρωμάνε»
Ο Πέτρος άλλαξε 15 χρώματα. «Η Ράνια είναι αυτή που μιλάω ή κάποια άλλη;» σκέφτηκε.
«Την άλλη φορά» συνέχισε η Ράνια, «κάθισε δίπλα μου ένας σιχαμένος ζητιάνος και πρέπει να είχε να κάνει μπάνιο μήνες. Έτσι αποφάσισα να πηγαίνω με ταξί».
Ο Πέτρος έμεινε άφωνος. Οι χτύποι της καρδιάς του καταλάγιασαν απότομα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η συντρόφισσά του έλεγε τέτοια αισχρά πράγματα.
«Τι είναι καλέ αυτό που διαβάζεις;» ρώτησε τότε η Ράνια καθώς ακομπούσε το μπουφάν της στην διπλανή καρέκλα.
«Διαβάζω για την αντίσταση των ιρακινών κατά του αμερικάνικου στρατού, αλλά ξέρεις, έχουν ένα ελάττωμα, βρωμάνε κι αυτοί» ήταν η πληρωμένη απάντηση του Πέτρου.
Η Ράνια δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τον υπαινιγμό.
«Τι εννοείς;» ρώτησε.
«Ε να μωρέ, ξέρεις, δεν πλέονται με 15 διαφορετικά αφρόλουτα και σαμπουάν όπως εσύ γιατί έχουν πόλεμο…» ήταν η πληρωμένη απάντη του Πέτρου.
Η Ράνια τώρα κατάλαβε και με το παραπάνω ότι ο Πέτρος της την έλεγε χοντρά για όσα εκστόμισε προηγουμένως για τους ζητιάνους στο μετρό. Προσπάθησε λοιπόν να στρέψει την κουβέντα αλλού, σε πιο ανώδυνες ατραπούς.
«Έχουν πόλεμο ακόμα στο Ιράκ;» ρώτησε.
Ο Πέτρος έμεινε τώρα ακόμα περισσότερο μαλάκας. Η Ράνια κατάφερε να εκτεθεί στα μάτια του ακόμα περισσότερο σε σχέση με πριν.
«Εμ τι νόμιζες» είπε, «ότι ο πόλεμος τελείωσε με το που τελείωσαν οι βομβαρδισμοί;»
«Δεν είχα την παραμικρή ιδέα», απολογήθηκε έντρομη η Ράνια, που έβλεπε πλέον τον Πέτρο να μη χαρίζει κάστανα.
«Μα καλά, δεν σας μάθανε τίποτα εκεί στα ΕΑΑΚ όταν ήσουνα;» την ειρωνεύτηκε ο μεγάλος αγωνιστής.
«Τι να μας μάθουν;» ρώτησε και πάλι απορημένη η Ράνια.
«Ε ναι» ανέφερε ο Πέτρος, «τι να σας μάθουν, αφού το μόνο με το οποίο ασχολούνται είναι η εντατικοποίηση των σπουδών!»
Η Ράνια δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έδειχνε πως αγνοεί παντελώς το θέμα.
«Στο Ιράκ, αγαπητή συντρόφισσα» άρχισε να εξηγεί με μια δόση σαρκασμού ο Πέτρος, «από τότε που οι αμερικανοί ανέτρεψαν το Σαντάμ και κατέλαβαν τη χώρα, ο πόλεμος όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά εξελίσσεται μια μεγαλειώδης αντίσταση του ιρακινού λαού απέναντι στην αμερικανική κατοχή. Αποφασισμένοι Ιρακινοί μαχητές με μόνο όπλο το πάθος για την ελευθερία έχουν καθηλώσει ολόκληρο αμερικάνικο στρατό και οδεύουν προς την απελευθέρωση της χώρας τους. Δεν βλέπεις τηλεόραση; Δεν διαβάζεις εφημερίδες; Αλλά τι κάθομαι και λέω… Εδώ δεν σε νοιάζει για τους αναξιοπαθούντες στην ίδια σου την πόλη, θα σ’ ένοιαζε για τους ιρακινούς;»
Η Ράνια ένιωσε να τρέμει. Είχε πλέον καταλάβει ότι ο Πέτρος της την έλεγε χοντρά για την ασχετοσύνη της και απείχε ένα κλικ από το να βάλει τα κλάματα.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η γκαρσόνα στο τραπέζι.
«Καλησπέρα» έκανε με ευγένεια, «τι θα πάρετε;»
«Τον καφέ την παρηγοριάς...» θέλησε να πει ο ήρωάς μας αλλά το μετάνιωσε.
«Μια Άμστελ» είπε τελικά.
«Δεν έχουμε Άμστελ» απάντησε η γκαρσόνα, «μόνο ΜακΦάρλαν, Μπαντβάιζερ και Κάιζερ έχουμε»
«Τι στο διάολο έχουν πάθει όλοι και δεν έχουν Άμστελ;» σκέφτηκε ο Πέτρος.
«Μια Κάιζερ τότε» ήταν τελικά η δια της εις άτοπον απαγωγής επιλογή του.
«Εγώ θέλω μια ζεστή σοκολάτα» είπε η Ράνια.
«Αμέσως» έκανε η γκαρσόνα, χωρίς να παραλείψει να ρίξει ένα πονηρό χαμόγελο στον Πέτρο.
«Να θυμάσαι, κάθε γυναίκα μόλις βλέπει έναν άντρα μαζί με άλλη γυναίκα, λυσσάει και θέλει να τον κατακτήσει» ήταν τα λόγια της Χριστίνας που ήρθαν τότε ξαφνικά στο μυαλό του Πέτρου, προσπαθώντας να ερμηνεύσει το χαμόγελο της γοητευτικής γκαρσόνας. Όμως, το ιδεολογικό σοκ που είχε μόλις υποστεί από τη Ράνια ήταν βαρύ και δυσκολοχώνευτο, και δεν τον άφησε να ενδώσει στον πειρασμό να αναλύσει τη σχέση κτητικότητας και ιδιοκτησίας μέσα στη σχέση των δύο φύλων. Του έμεινε μόνο η ανάμνηση της Χριστίνας, μιας γυναίκας πραγματικά έξυπνης, πραγματικά αριστερής, πραγματικά γυναίκας. «Ήταν ανάγκη να έρθουν έτσι τα πράγματα και να χωρίσουμε τόσο απότομα;» σκέφτηκε. Μα τι άλλο θα μπορούσε να κάνει για να κρατήσει τη σχέση; Τίποτα δυστυχώς. Το οικογενειακό περιβάλλον της Χριστίνας πίεζε για την επιστροφή της στο χωριό. Ο δε Πέτρος για να μπορούσε να τη διεκδικήσει από την οικογένειά της με αξιώσεις έπρεπε πρώτα να αποφοιτήσει, να πάει φαντάρος, να βρει μια δουλειά και να δεσμευτεί ότι θα την παντρευτεί με θρησκευτικό γάμο. Και καλά οι πρώτες προϋποθέσεις. Κάποτε θα πραγματοποιούνταν έτσι κι αλλιώς. Αλλά να κάνει θρησκευτικό γάμο; Ε όχι! Αυτό πάει πολύ! Είχε να πατήσει σε εκκλησία από το γυμνάσιο όταν είχε πάει στο ευχέλαιο μια Μεγάλη Τετάρτη με τη μάνα του, τη γιαγιά του, την 4χρονη τότε Νατάσα και τον νεογέννητο Αλέξανδρο, για να τους βάλει ο παπάς λαδάκι στο πρόσωπο. Ήταν αδύνατο να ξαναπάει λοιπόν στην εκκλησία, οποιαδήποτε κι αν ήταν η αφορμή. Άσε που αν έκανε θρησκευτικό γάμο, θα έπρεπε να φορέσει κουστούμι με γραβάτα και να φιλήσει τη νύφη μπροστά σε συγγενείς και φίλους, και να χορέψει μετά τσάμικο στο γαμήλιο γλέντι. «Να πάει να γαμηθεί κι αυτή η γαμώβλαχα» σκέφτηκε τελικά, «καλύτερα τελικά που χωρίσαμε». Ο αντισυμβατικός τρόπος ζωής του Πέτρου ήταν κάτι το αδιαπραγμάτευτο και δεν ήταν διατεθειμένος να κουστουμαριστεί ή κάνει τον καραγκιόζη επ' ουδενί.

Η Ράνια κοίταζε τον Πέτρο στα μάτια, ο Πέτρος όμως εκτός από απορροφημένος στις σκέψεις του ήταν και πολύ απογοητευμένος και δεν μπορούσε να την κοιτάξει καθόλου. Αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει ότι είχε ακούσει τέτοια λόγια προηγουμένως από αυτήν. Θέλησε λοιπόν η Ράνια να σπάσει τον πάγο και είπε με προσποιητή απορία και ενδιαφέρον: «Αλήθεια, πότε θα βρεθούμε πάλι να μιλήσουμε για τη Θραύση;»
Ο Πέτρος αρχικά δεν μίλησε. Ήξερε πως η Ράνια είχε συνειδητοποιήσει τι γκάφα είχε κάνει προηγουμένως και ήθελε να επανορθώσει.
«Εσύ τι θες να έρθεις να κάνεις, τη γλάστρα;» θέλησε να της πει αλλά συγκρατήθηκε.
«Θα βρεθούμε όταν θα είναι ο Χρήστος μαζί» είπε τελικά.
«Ωραία» έκανε ανακουφισμένη η Ράνια και το ροδοκόκκινο προσωπάκι της σκεπάστηκε από ένα γλυκό χαμόγελο.
Το χαμογελάκι αυτό της Ράνιας έκανε τον ήρωά μας να μαλακώσει κάπως και να ξεχάσει τόσο το γεγονός της καταστροφής της εφημερίδας του όσο και την ανεκδιήγητη ασχετοσύνη της. Μήπως τελικά δεν θα έπρεπε να είναι τόσο αυστηρός με μια κοπέλα που απλά δεν έτυχε να μάθει κάποια βασικά πράγματα; Και που να τα μάθει αλήθεια; Στα ΕΑΑΚ; Μα τα ΕΑΑΚ δεν έχουν σοβαρή ιδεολογία, μόνο με το πτυχίο τους ασχολούνται. Και μόνο η θέλησή της Ράνιας να ενταχθεί στη Θραύση, τη μεγαλειώδη αυτή επαναστατική κίνηση, φανέρωνε αν μη τι άλλο ένα άτομο που έχει υγιή πολιτική σκέψη και αγνές προθέσεις. Και το κυριότερο, σκέφτηκε, είναι Αθηναία, με σαφώς λιγότερα στερεότυπα και αναστολές από την άλλη τη χωριάτισσα...

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η γκαρσόνα με το δίσκο. Το βλέμμα του Πέτρου ασυναίσθητα υποτάχθηκε στο ένστικτο και επικεντρώθηκε στο εσωτερικό του κοιλώματος που διαμορφώνονταν από την ανοιχτή μπλούζα της γκαρσόνας καθώς η τελευταία έσκυβε να σερβίρει. Η κοπέλα όμως γρήγορα μαζεύτηκε και στέρησε τον Πέτρο από ένα ενδιαφέρον οφμαλμόλουτρο, βοηθώντας τον ωστόσο και να γλιτώσει το ρεζιλίκι στα μάτια τόσο της ίδιας όσο και της Ράνιας.
«Στην υγειά σας» είπε η γκαρσόνα ολοκληρώνοντας το σερβίρισμα και έφυγε, αφήνοντας τον Πέτρο και τη Ράνια μόνους τους να συνεχίσουν τη συζήτησή τους.

Ήταν φανερό όμως ότι η συζήτηση δεν μπορούσε να έχει πολιτική θεματολογία, γιατί η Ράνια είχε μόλις αποδειχθεί εντελώς αστοιχείωτη. Τι να συζητούσαν λοιπόν; Για ποδόσφαιρο; Ο Πέτρος είχε πάψει από καιρό να ασχολείται, η δε Ράνια ως γυναίκα, μάλλον δεν θα είχε ιδέα. Να συζητούσαν μήπως για μουσική; Άστο καλύτερα, γιατί ίσως ξεστόμιζε κανένα: «Αυτός ο Χατζηγιάννης τι ωραίος τραγουδιστής που είναι!» και τέτοιο σοκ ο Πέτρος δεν θα μπορούσε να το αντέξει. Να συζητούσαν για τις σειρές της τηλεόρασης; Αδύνατον, εφόσον ο Πέτρος δεν έβλεπε τηλεόραση, καθότι τη σιχαινόταν. Τι έμενε να συζητήσουν τελικά; Για τα ριάλιτυ; Λες η Ράνια να έβλεπε κι αυτή ριάλιτυ; Καλύτερα λοιπόν να μην ρωτήσει γιατί έτσι ίσως ανακαλύψει τίποτα που τον σοκάρει ακόμα περισσότερο.
«Πάω λίγο τουαλέτα…» έσπασε τελικά τη σιωπή η Ράνια.
«Καλά, πήγαινε να χέσεις…» είπε, μέσα του όμως, ο Πέτρος.

Περιμένοντας λοιπόν ο Πέτρος τη Ράνια να γυρίσει από την τουαλέτα, κοίταζε πέρα δώθε προς τα άλλα τραπέζια, ενώ το μυαλό του τώρα γύριζε στην ιρακινή αντίσταση, για την οποία είχε προλάβει να διαβάσει λίγο στην Διαδρομή Ελευθερίας προηγουμένως. Άραγε θα μπορέσουν οι Ιρακινοί μαχητές να πετύχουν τελικά την πολυπόθητη απελευθέρωσή της χώρας τους από τους Αμερικανούς; Και αν όντως οι Αμερικανοί τα μαζέψουν κάποια στιγμή και φύγουν, τι θα γίνει πίσω; Οι κακές γλώσσες λένε ότι θα ξεσπάσει εμφύλιος μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, ενδεχομένως και Κούρδων, για τη νομή της εξουσίας. Και όντως, είναι πολύ πιθανό. Πώς θα μπορέσει λοιπόν ο ιρακινός λαός να γλιτώσει το αιματοκύλισμα; Υπάρχει άραγε κάποια μαγική φόρμουλα που θα ισοκατανέμει την εξουσία στις τρεις κοινότητες της χώρας; Και αν οι Κούρδοι έχουν φτιάξει δικό τους ανεξάρτητο κράτος ως τότε, ποιες θα είναι οι σχέσεις του με το υπόλοιπο Ιράκ από το οποίο θα έχουν αποσχιστεί; Στο νου του Πέτρου ήρθε τότε μια ανάλυση του Τάκη Φωτόπουλου στην Ελευθεροτυπία για την Παλαιστίνη, στην οποία υποστήριζε πως το παλαιστινιακό κράτος, ακόμα κι αν οι Παλαιστίνιοι αποκτήσουν ανεξαρτησία στα σύνορα του 1967, δεν θα είναι βιώσιμο, και αντιπρότεινε ένα κοινό συνομοσπονδιακό κράτος για Εβραίους και Παλαιστινίους με θεσμούς περιεκτικής δημοκρατίας. Άραγε μια τέτοια λύση θα ήταν εφικτή και για το Ιράκ, δηλαδή μια περιεκτικοδημοκρατική συνομοσπονδία Σουνιτών και Σιιτών; Είναι αλήθεια πως ο Πέτρος εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Φωτόπουλο σαν αριστερό διανοούμενο, και αγόραζε αδιαλείπτως Ελευθεροτυπία κάθε δεύτερο Σάββατο για να διαβάσει τη στήλη του. Ωστόσο, έβρισκε τη θέση του για συνομοσπονδιακό κράτος στην Παλαιστίνη μάλλον ουτοπική. Ως μαρξιστής ο ίδιος, πίστευε πως το παλαιστινιακό πρόβλημα δεν επιλύεται χωρίς ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος. Σε ένα κοινό κράτος, σε συνθήκες καπιταλισμού και με τόσο μεγάλες ταξικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, κανένας θεσμός άμεσης δημοκρατίας δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Αντιθέτως θα ευδοκιμούσε αν επιβάλλονταν ύστερα από κοινωνική επανάσταση που θα ανέτρεπε τον καπιταλισμό στο κοινό αυτό κράτος, και σε αυτό όχι μόνο συμφωνεί, αλλά και υπερθεματίζει ο ελευθεριακός καθηγητής. Μα πώς όμως θα μπορούσαν να συντονιστούν οι δυο κοινότητες σε κοινό ταξικό αγώνα, τη στιγμή που υπάρχει τόσο μεγάλο χάσμα αλλά και άσβεστο μίσος μεταξύ τους; Ας κατοχυρώσουν λοιπόν οι Παλαιστίνιοι το δικό τους κράτος πρώτα, έστω και καπιταλιστικό, να μπορέσουν να αποκτήσουν γη για να καλλιεργήσουν, να στήσουν τις δικές τους επιχειρήσεις, και να αναπτυχθούν οικονομικά από μόνοι τους. Από την άλλη ελλοχεύει ο κίνδυνος το Παλαιστινιακό κράτος να γίνει απλά ένα μπαντουστάν, σαν τα μπαντουστάν στη Νότια Αφρική την προ-Μαντέλα εποχή, όπως διαμηνύει ο Φωτόπουλος. Και πάλι όμως, στη Νότια Αφρική, ενώ τα μπαντουστάν καταργήθηκαν και το απαρτχάιντ έπεσε, οι λευκοί απόγονοι των Μπόερς δεν έχουν στερηθεί τα ταξικά τους προνόμια ενώ οι γηγενείς μαύροι εξακολουθούν να εξαθλιώνονται. Το ίδιο έγινε και στις ΗΠΑ, όπου ναι μεν μετά από πολύχρονους αγώνες της αφροαμερικάνικης κοινότητας καταργήθηκαν όλοι οι ρατσιστικοί νόμοι, οι αφροαμερικάνοι συνεχίζουν να βιώνουν απροκάλυπτες ταξικές διακρίσεις σε βάρος τους, με αποκορύφωμα την πρόσφατη πλημμύρα στη Νέα Ορλεάνη, που αποκάλυψε τη βαθιά ρατσιστική φύση του αμερικάνικου κράτους που τους είχε πεταμένους σαν τα ζώα σε παραπήγματα. Άρα, ακόμα κι αυτό το παλαιστινιακό μπαντουστάν φάνταζε μακράν καλύτερη λύση από το κοινό ισραηλινοπαλαιστινιακό κράτος. Πέρα όμως από την ταξική αυτή θεώρηση, υπάρχουν άλλα, πιο σημαντικά ζητήματα σε σχέση με το παλαιστινιακό, όπως αυτό των αράβων προσφύγων του ‘48. Είναι σίγουρα δίκαιο το αίτημά τους για επιστροφή στη γη από την οποία εκδιώχθηκαν πριν 60 χρόνια, τη στιγμή μάλιστα που τα «αδελφά» κράτη του Λιβάνου και της Ιορδανίας δεν τους δέχτηκαν στους κόλπους τους ως ισότιμους Άραβες πολίτες. Από την άλλη, οι ενάμιση εκατομμύριο Εβραίοι που εκδιώχθηκαν την ίδια εποχή από τις αραβικές χώρες, από το Μαρόκο μέχρι την Υεμένη, και οι οποίοι βρήκαν καταφύγιο στο Ισραήλ, θα γινόντουσαν δεκτοί πίσω σ’ αυτές; Σίγουρα όχι, όπως δεν θα δεχόταν ούτε το Ισραήλ την επιστροφή των αράβων προσφύγων. Υπάρχει άραγε κάποια μαγική φόρμουλα που θα λύνει με το δικαιότερο δυνατό τρόπο το πρόβλημα συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγικής παραμέτρου του; «Τα εθνικά ζητήματα είναι πιο περίπλοκα κι από τις γκόμενες…» θυμήθηκε τότε ο Πέτρος τα λόγια του παλιόφιλού του Ανδρέα.

«Ρε τον Ανδρέα» είπε μέσα του ξαφνικά, «είχα πει ότι θα τον πάρω τηλέφωνο μόλις ερχόμουν Αθήνα και το ξέχασα»
Θέλησε λοιπόν να τον πάρει μια στιγμή, όσο η Ράνια ήταν στην τουαλέτα, και έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του να τον καλέσει.
«Το υπόλοιπο του λογαριασμού σας δεν επαρκεί γι’ αυτή την κλήση» άκουσε να λέει ένα άλλο αυτή τη φορά μήνυμα της Cosmote.
«Γαμώ την πουτάνα μου!»  φώναξε, «Πάλι δεν φρόντισα να βάλω κάρτα!»
«Προλαβαίνω να πεταχτώ να πάρω μία μέχρι να έρθει η άλλη» ήταν η επόμενη σκέψη του και με ένα σάλτο βρήκε από το μαγαζί και κατευθύνθηκε με γοργό βηματισμό στο πλησιέστερο περίπτερο που βρίσκονταν μόλις δυο βήματα παραπέρα.

Δεν πέρασαν 3 λεπτά και ο Πέτρος, αφού γέμισε το λογαριασμό του με την καινούρια cosmo-κάρτα, κάλεσε τον Ανδρέα.
«Έχετε καλέσει αριθμό προσωπικού τηλεφωνητή: έξι, εννέα, εφτά… Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο» ακούστηκε το ηχογραφημένο μήνυμα της Cosmote.
«Μάθημα θα έχει γι’ αυτό το έχει κλειστό» αναλογίστηκε ο Πέτρος ενώ εκστόμισε βιαστικά στον τηλεφωνητή το εξής: «Ανδρέα, γεια χαρά! Ο Πέτρος είμαι, και σε πήρα να δω τι κάνεις και αν ψήνεσαι να πάμε μέσα στις επόμενες μέρες για κανένα καφέ», και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το μαγαζί.
Η Ράνια, παραδόξως, δεν είχε γυρίσει από την τουαλέτα, και ο Πέτρος, καθώς πήρε θέση πάλι στο τραπέζι, έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης που δεν θα χρειάζονταν να επινοήσει κάποια δικαιολογία για την ολιγόλεπτη απουσία του.

Τα λεπτά περνούσαν, και ο μεγάλος μας επαναστάτης περίμενε τη συντρόφισσά του να εμφανιστεί, ενώ οι σκέψεις του, όπως και πριν, αιθεροβατούσαν μεταξύ Ιράκ, Παλαιστίνης, και Ανδρέα. Ως προς τον τελευταίο, είχε αρχίσει να τον κεντρίζει ένα ιδιότυπο ενδιαφέρον σχετικά με το τρέχον επάγγελμά του. Πώς να τα πηγαίνει αλήθεια αυτός ο πρώην επαναστάτης στα εκπαιδευτικά –ή μάλλον παρα-εκπαιδευτικά– του καθήκοντα; Θα εφαρμόζει άραγε τις παλιές αντιαυταρχικές και αντιεξουσιαστικές του ιδέες στην τάξη; Θα είχε αμβλύνει με τις καινοτόμες εκπαιδευτικές μεθόδους του το χάσμα μεταξύ καθηγητή και μαθητών, δίνοντας στους τελευταίους να καταλάβουν ότι αυτοί είναι το κέντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και όχι ένας απρόσωπος αγορευτής όπως είχαν λογικά συνηθίσει να σκέφτονται; Θα έδινε περιθώρια επιλογών στους μαθητές του να καθορίσουν ή έστω να επηρεάσουν οι ίδιοι την εκπαιδευτική διαδικασία ή κάτι τέτοιο ήταν αλήθεια ανέφικτο στα στενά και ασφυκτικά πλαίσια της παραπαιδείας των φροντιστηρίων και των ιδιαιτέρων;

Και όμως, η λύση στα αγωνιώδη ερωτήματα του Πέτρου έμοιαζε να διαγράφεται στον ορίζοντα, καθώς το τηλέφωνό του άρχισε να κουδουνίζει και στην ραγισμένη και χιλιογρατζουνισμένη οθόνη του παλιού Nokia ξεπρόβαλλε το όνομα ‘Ανδρέας’.
«Πού ‘σαι ρε Ανδρέα!» απάντησε όλο χαρά ο Πέτρος στην κλήση, σαν να περίμενε το τηλέφωνο ως λύτρωση.
«Έλα ρε Πέτρο!» αποκρίθηκε ο Ανδρέας από την άλλη γραμμή, «τι κάνεις; Γύρισες Αθήνα;»
«Ναι, ναι, γύρισα προχθές, και είπα να σε πάρω να τα πούμε… και να βρεθούμε κάποια μέρα αν είναι δυνατόν…» είπε ο Πέτρος.
«Εννοείται θα βρεθούμε!» συνέχισε ο Ανδρέας, «Έχουμε πολλά να πούμε είναι η αλήθεια…»
«Μήπως ενοχλώ;» ρώτησε τότε ο Πέτρος, εξηγώντας στο καπάκι: «Μήπως έχεις μάθημα εννοώ, επειδή είχες το κινητό κλειστό προηγουμένως…»
«Όχι μωρέ, δεν πειράζει» απάντησε ο Ανδρέας, «στο φροντιστήριο είμαι… απλά σήκωσα ένα μαθητή στον πίνακα να λύσει μια άσκηση και βρήκα λίγο το χρόνο να ανοίξω το κινητό, γιατί περιμένω τηλέφωνο από κάπου»
«Από γκόμενα ε;» ρώτησε περιπαικτικά ο Πέτρος για να δεχθεί την απροσδόκητη απάντηση του Ανδρέα: «Ποια γκόμενα ρε; Είσαι σοβαρός; Σιγά μην άνοιγα το τηλέφωνό μου για γκόμενα… Από μια καινούρια δουλειά περιμένω τηλέφωνο, καινούριο ιδιαίτερο, καταλαβαίνεις…»
Ο Πέτρος γέλασε. Γιατί να μην είναι αλήθεια κι αυτός λίγο σαν τον Ανδρέα όσον αφορά τις γκόμενες, και τουναντίον κάθεται και τον σέρνει η κάθε Ράνια; Θέλησε τότε να τον ρωτήσει αυτά που αναλογίζονταν προηγουμένως, για το τι είδους εκπαιδευτική διαδικασία εφαρμόζει στην τάξη και αν πράγματι είναι ακόμα αφοσιωμένος στα αντιεξουσιαστικά του πιστεύω.
«Ξέρεις» ξεκίνησε να λέει, «ήθελα να σε ρωτήσω…» χωρίς να προλάβει ωστόσο να ολοκληρώσει την ερώτησή του καθώς μια κραυγή ακούστηκε να εκστομίζεται από το συνομιλητή του: «Τι γράφεις εκεί ρε μαλακισμένο γαμώ την Παναγία σου! (α+β)222! Θες μήπως να σε πλακώσω στις σφαλιάρες;»
Ο Πέτρος έμεινε σύξυλος. Φυσικά άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να μην διατυπώσει την απορία του· του είχε εξάλλου λυθεί, και με το παραπάνω.
«Τρίτη Λυκείου πάει το κωλόπαιδο, τεχνολογική κατεύθυνση, και δεν ξέρει ούτε τις ταυτότητες της Τρίτης Γυμνασίου!» εξηγήθηκε στην ίδια ένταση ο Ανδρέας.
Ο Πέτρος δεν μίλησε. Δεν ήξερε πραγματικά τι να πει.
«Τι ήθελες να με ρωτήσεις αλήθεια και σε διέκοψα;» πήρε το λόγο εκ νέου ο Ανδρέας. «Εεε…» έκανε αμήχανα ο Πέτρος «να ρωτήσω… αν αύριο σε βολεύει να βρεθούμε κάποια στιγμή…»
«Φυσικά και με βολεύει» αποκρίθηκε ο Ανδρέας, «μετά τις 9 όμως που σχολάω. Θα σε πάρω τηλέφωνο σήμερα πιο αργά ή αύριο μεσημεράκι να κανονίσουμε»
«Ωραία» συμφώνησε ο Πέτρος.
«Όμως πρέπει να κλείσω τώρα»  σημείωσε ο Ανδρέας, «γιατί έχω να αφοσιωθώ στο εκπαιδευτικό μου έργο… καταλαβαίνεις, να συνετίσω κάτι σαΐνια που θα έπρεπε να είχαν μείνει στην ίδια τάξη προ πολλού… τα λέμε λοιπόν» και έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Πέτρος είχε μείνει άναυδος. Τι να πρωτοσκεφτόταν; Ότι ο Ανδρέας κονιορτοποιούσε τις πάλαι ποτέ αντιεξουσιαστικές του ιδέες με την εξουσιαστική και συνάμα εκφοβιστική συμπεριφορά του απέναντι στους μαθητές του; Ήταν στ’ αλήθεια τόσο σημαντικός λόγος να ξεφτιλίσει ένα μαθητή του το ότι δεν ήξερε με τι ισούται η ταυτότητα (α+β)2; Μπορεί βέβαια η άγνοια της συγκεκριμένης ταυτότητας από ένα μαθητή Τρίτης Λυκείου να αποδείκνυε την γενικότερη άγνοιά του στα μαθηματικά, όμως ποιος άλλος ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό από το σαθρό εκπαιδευτικό σύστημα που δεν φρόντισε να του μεταδώσει με σωστό τρόπο τη γνώση; Και στο φινάλε, μπορεί κανείς με τρομοκρατία να καταφέρει να διδάξει τους μαθητές του οτιδήποτε;

Αυτό το νέο πακέτο σκέψεων βασάνιζε τώρα το μυαλό του Πέτρου, μέχρι που εντελώς μηχανικά παρατήρησε το ρολόι στο κινητό του –γιατί ρολόι χεριού δεν φορούσε– και διαπίστωσε ότι η ώρα είχε πάει 9, και η Ράνια ακόμα να γυρίσει από την τουαλέτα!
«Τι διάολο, κόψιμο την έπιασε;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος μέχρι που μια αναλαμπή έλαβε χώρα στο μυαλό του: «Ρε λες να έφυγε όσο ήμουνα στο περίπτερο;»
Με ένα γρήγορο σάλτο προς τη μεριά του μαγαζιού που έγραφε ‘WC’, διαπίστωσε ότι η πόρτα της τουαλέτας ήταν μισάνοιχτη και η τουαλέτα άδεια, ξεδιαλύνοντας το μυστήριο. Η Ράνια είχε όντως μαζέψει τα μπογαλάκια της και φύγει όσο αυτός ήταν στο περίπτερο, προσβεβλημένη καθώς ήταν από την ταπεινωτική αντιμετώπιση που της επιφύλαξε ο σύντροφός της…

Ο Πέτρος χωρίς να χάσει ούτε λεπτό άρπαξε και πάλι το κινητό του για να πάρει τηλέφωνο τη Ράνια αυτή τη φορά. Δεν πρόλαβαν να ακουστούν δύο αραιά ‘τουτ’ και ένα κύμα από πυκνά ‘τουτ τουτ’ του έδωσαν να καταλάβει ότι η Ράνια του έκλεισε το τηλέφωνο στη μάπα. Η δεύτερη απόπειρα του Πέτρου να καλέσει τη συντρόφισσά του οδήγησε απλά σε ένα νέο εκνευριστικό μήνυμα της Cosmote: «Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του κλειστό. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα»

Το μυαλό του Πέτρου έδειξε προς στιγμή να παγιδεύεται σε αέναες αναδρομικές κλήσεις συλλογισμών τόσο για βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα, ότι η κινητή τηλεφωνία σαν μέσο επικοινωνίας καθιστά κάθε άνθρωπο προσπελάσιμο σε διαρκή βάση αλλά συνάμα του δίνει τη δυνατότητα μέσω της αναγνώρισης κλήσεων να δει ποιος είναι αυτός που τον αναζητεί, όσο και για τεχνοκρατικές και εφήμερες διαπιστώσεις, όπως την κυριαρχία της Cosmote ανάμεσα στη συμπαθή τάξη του φοιτηταριάτου – ήδη ο ίδιος, η Ράνια και ο Ανδρέας είχαν Cosmote, και αν έψαχνε στις μνήμες του τηλεφώνου του, θα έβρισκε και πόσους ακόμα. Όμως, το βλέμμα του ηγέτη της μελλοντικής φοιτητικής επανάστασης έπεσε πάνω στη γκαρσόνα με τα πλούσια προσόντα και το θανατηφόρο βλέμμα, και η σκέψη που αστραπιαία διαπέρασε το μυαλό του ήταν να πληρώσει το λογαριασμό. Έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα με τη Ράνια, δεν του έδινε πλέον κανένα περιθώριο να επικεντρωθεί στα χαρίσματά της σερβιτόρας.
«Κοπελιά, έρχεσαι ένα λεπτό;» έκανε λοιπόν διακριτικά προς το μέρος της.
Η γκαρσόνα κούνησε το κεφάλι της ως επιβεβαίωση και κινήθηκε σβέλτα προς αυτόν.
«Να σε πληρώσω μια στιγμή…» ανέφερε ο Πέτρος καθώς έψαχνε στην τσέπη του να βρει όσο περισσότερα κέρματα των ενός, 2, 5, 10, 20 και 50 λεπτών γινόταν, τα οποία είχαν προκύψει ως ρέστα από τα τσιγάρα που αγόραζε κάθε φορά και πλέον είχαν μαζευτεί τόσα πολλά που όταν περπατούσε τον έκαναν να κουδουνίζει σαν τα πρόβατα του μακαρίτη του μπαρμπα-Κίτσου του τσοπάνη από την Ερέτρια.
«Δεν χρειάζεται, πλήρωσε η κοπέλα που ήσασταν μαζί» αποκρίθηκε με απόλυτη φυσικότητα η γκαρσόνα.
Ο Πέτρος έμεινε άφωνος. Το ότι η Ράνια πλήρωσε τα ποτά σήμαινε, αν μη τι άλλο, ότι πλέον δεν τον είχε σε καμία εκτίμηση, και ούτε ήθελε καμία επαφή μαζί του.
«Τι της είπες και έφυγε αλήθεια;» ρώτησε τότε η γκαρσόνα, με πλεονάζουσα αδιακρισία είναι γεγονός. Ο Πέτρος έδειξε αιφνιδιασμένος από το θράσος της και δεν πρόλαβε να αρθρώσει κάποια κουβέντα, μέχρι που εκείνη του έριξε μία ακόμα μπηχτή.
«Τελικά όλοι οι άνδρες είστε γουρούνια…» του είπε, καθώς μάζευε τα ποτήρια και τα μπουκάλια από το τραπέζι.
Ο Πέτρος είχε εκ νέου μείνει μαλάκας, όμως τώρα όχι για αυτά που άκουσε να εκστομίζει η γκαρσόνα, αλλά για το στρινγκάκι που ξεπρόβαλε από το χαμηλοκάβαλο κολλητό παντελόνι της καθώς αυτή είχε σκύψει για να καθαρίσει το τραπέζι. Θέλοντας να περάσει μια το άδειο πλέον τραπέζι με το βετέξ, η θεσπέσια γκαρσόνα σήκωσε προσωρινά με το χέρι της τη Διαδρομή Ελευθερίας που εξακολουθούσε να κείτεται διπλωμένη στη σελίδα-αφιέρωμα για το Ιράκ και την Παλαιστίνη. Ο Πέτρος είδε ότι η γκόμενα δεν ενδιαφέρθηκε καν να κάνει κάποιο σχόλιο ή να ρίξει έστω και μια ματιά στο περιεχόμενο της επίμαχης σελίδας, ενώ από την άλλη είχε φροντίσει να παρέμβει με τον πλέον αδιάκριτο τρόπο για το γεγονός του τσακωμού Πέτρου και Ράνιας. Αυτό, αν μη τι άλλο, υποδήλωνε ότι η γκόμενα διέθετε πολιτικό κριτήριο ανάλογο με αυτό της Ράνιας, δηλαδή ανύπαρκτο, έχοντας ως συνέπεια ο ίδιος να αρπάξει απότομα την εφημερίδα από το χέρι της. Πριν δε προλάβει να γυρίσει το βλέμμα της προς το μέρος του και να ζητήσει εξηγήσεις, ο Πέτρος είχε πάρει την κατιούσα για την έξοδο του μαγαζιού και από εκεί για το σπίτι του…

* * *

Η ώρα είχε πάει 9.30 και ο Πέτρος καθόταν μόνος του σε καφετέρια της οδού Μεσολογγίου καπνίζοντας νωχελικά. Ο Ανδρέας θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Οι δύο φίλοι είχαν καιρό να τα πουν, και αυτή η περίοδος, λίγο πριν την επίσημη έναρξη της εξεταστικής, ήταν για τον Πέτρο η καλύτερη δυνατή, επειδή μετά θα ξεκίναγε –λέμε τώρα…– το διάβασμα. Είχε σίγουρα πολλά να τον ρωτήσει, όπως και να του πει κιόλας γι’ αυτόν. Τι να του έλεγε άραγε πρώτα; Για την πίκρα που είχε υποστεί με τη Ράνια ή να αναψηλαφούσαν τα πολιτικά, από εκεί που τα είχαν αφήσει όταν είχαν συζητήσει τελευταία φορά πριν χρόνια;

Ο Πέτρος θυμόταν καθαρά ότι παλιότερα που κάνανε παρέα, ο Ανδρέας του στέκονταν σαν πραγματικός φίλος και τον νουθετούσε με πολύτιμες συμβουλές για κάθε πρόβλημα που αντιμετώπιζε: οικονομικό, συνδικαλιστικό, συναισθηματικό. Θυμήθηκε μια φορά μάλιστα που είχε γίνει μια παρεξήγηση μεταξύ του ίδιου και της Χριστίνας, ο Ανδρέας τον είχε συμβουλεύσει κατάλληλα και εισακούγοντας τις συμβουλές αυτές ο Πέτρος αποσόβησε το χωρισμό. Ήταν τότε στο 4ο έτος, που ένας ελεεινός εαακίτης, συνδικαλιστής δευτέρας διαλογής, είχε χαρίσει στη Χριστίνα ένα CD με έντεχνο ελληνικό τραγούδι που της άρεσε. Το ένα CD όμως έφερε το άλλο, ενώ το τέταρτο κατά σειρά CD συνοδεύονταν από μια κάρτα η οποία έγραφε: ‘Ας είναι τούτη η μουσική η ευτυχία που θα αναβλύζει καθώς η ηλιαχτίδα του φωτός της γνώσης θα έρθει και θα φωτίσει τα σκοτεινά μονοπάτια του πεπρωμένου μας…’. «Μα τι φλωρόπουστας είναι αυτός και γράφει τέτοιες μαλακίες; Μπας και είναι τίποτα Συνασπισμένος;» είχε πει ο Πέτρος εν μέσω γέλιων στη Χριστίνα διαβάζοντας την κάρτα, χωρίς να του περάσει από το μυαλό ότι ο τύπος πολιορκούσε την κοπέλα του για τα καλά. Της είχε εξάλλου απόλυτη εμπιστοσύνη και δεν μπορούσε να διανοηθεί επ’ ουδενί ότι θα τον πρόδιδε. Τα απαξιωτικά όμως λόγια του Πέτρου για την κάρτα του εαακίτη, προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Χριστίνας προς τον ίδιο. «Είσαι πολύ μεγάλο γουρούνι τελικά! Πόσο θα ήθελα να μου είχες πει κι εσύ κάτι τέτοιο, αλλά πού…» του είχε απαντήσει χαρακτηριστικά. Από τότε έντονες υποψίες άρχισαν να διακατέχουν τον Πέτρο. Οι τσακωμοί του ζευγαριού διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και ο Πέτρος, καθότι ανυποχώρητος, σκεφτόταν σοβαρά το χωρισμό. Εκεί όμως έπαιξε καταλυτικό ρόλο η παραίνεση του Ανδρέα: «Ρε Πέτρο, είσαι τόσο ξεφτίλας που θα αφήσεις να σου φάει την γκόμενα εαακίτης;». Έτσι ο Πέτρος, θεώρησε σκόπιμο να κάνει μια υποχώρηση –ένα τακτικό συμβιβασμό που θα έλεγε ο Λένιν– απέναντι στη Χριστίνα, ζητώντας της συγνώμη για την «καφρογουρουνίασή» του και υποσχόμενος ότι θα προσπαθήσει να δείχνει περισσότερη κατανόηση από τότε και στο εξής, παρά να του την κλέψει μέσα από τα χέρια του ένας ποταπός εαακίτης φοιτητοπατέρας. Πέρασαν βέβαια 5 χρόνια από τότε, και του την έκλεψε ένας καραβανάς. Τελικά τι είναι χειρότερο για έναν αριστερό, αναρωτήθηκε ο Πέτρος, να του κλέψει τη γκόμενα ένας γραφειοκράτης του κινήματος ή ένας ιδεολογικός σου αντίπαλος; Να την βρει από σύντροφό του όπως ο Τρότσκι, ή από εχθρό του, όπως ο Τσε; Αλλά στο φινάλε, τι σημαίνει «κλέβω μια γκόμενα»; Αμάξι είναι η γκόμενα για να κλαπεί; Δεν έχει αλήθεια ιδίαν θέληση; Από πού κι ως πού λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ως ιδιοκτησία των αντρών; «Ο φαλλοκράτης ο πατέρας μου φταίει που με έχει επηρεάσει και σκέφτομαι έτσι» αναλογίστηκε ο Πέτρος, και άναψε και νέο τσιγάρο…

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα από το άναμμα του δεύτερου τσιγάρου και η επιβλητική φιγούρα του Ανδρέα πρόβαλλε μπροστά από το τραπέζι που καθόταν ο Πέτρος.
«Ελπίζω να μην άργησα πολύ» έκανε ο γενειοφόρος μαθηματικός καθώς ακουμπούσε το κράνος της μηχανής του σε μια καρέκλα ενώ ο ίδιος έπαιρνε θέση σε μια άλλη.
«Κάθε άλλο» απάντησε ευγενικά ο Πέτρος.
«Έρχομαι κατευθείαν από το φροντιστήριο» σημείωσε ο Ανδρέας βγάζοντας τον Old Holdborn στριφτό καπνό από την εσωτερική τσέπη του δερμάτινου μπουφάν του, «μόλις τώρα τελείωσα το μάθημα»
«Πώς πήγε;» ρώτησε κοινότυπα ο Πέτρος.
«Κούραση μεγάλη, άστα…» απάντησε ο Ανδρέας, ενώ το βλέμμα του έπιασε την γκαρσόνα του μαγαζιού που καθάριζε ένα παρακείμενο τραπέζι.
«Κοπελιά, φέρνεις δυο Άμστελ σε παρακαλώ;» της είπε καθώς έστριβε τσιγάρο.
«Αμέσως» απάντησε η γκαρσόνα και αφού τοποθέτησε τα χρησιμοποιημένα ποτήρια, μπουκάλια και τασάκια του διπλανού τραπεζιού στο δίσκο της κατευθύνθηκε προς το μπαρ.
«Μα πού το θυμόσουν ότι μου αρέσουν οι Άμστελ;» ρώτησε ο Πέτρος το φίλο του.
«Ε τώρα, όλοι οι αριστεροί των Εξαρχείων γουστάρουν Άμστελ» αποκρίθηκε ο Ανδρέας καθώς άναβε το στριφτό τσιγάρο του.
Το πρόσωπό του ήρωά μας έλαμψε.
«Τελικά ο Ανδρέας είναι ακόμα αριστερός, μιας και αυτός παρήγγειλε Άμστελ;» σκέφτηκε. Ευκαιρία λοιπόν να τον ρωτήσει.
«Ελπίζω πως ούτε εσύ αποτελείς εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα…» σημείωσε με περιπαικτικό τρόπο.
Ο Ανδρέας γύρισε προς το μέρος του Πέτρου παίρνοντας ένα πολύ σοβαρό ύφος.
«Εγώ είμαι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα» είπε.
Ο Πέτρος όπως ήταν φυσικό απόρησε. Τι να εννοούσε άραγε ο ποιητής με τα λόγια αυτά; Πριν προλάβει να ζητήσει διευκρινήσεις, ο Ανδρέας πήρε και πάλι το λόγο, για να θίξει όμως ένα εντελώς άσχετο θέμα.
«Στο ΚΨΜ ήρθαμε ρε πούστη μου…» ανέφερε γελώντας.
Ο Πέτρος, μη έχοντας πάει φαντάρος, δεν αντιλήφθηκε το νόημα των τελευταίων λεγόμενων του φίλου του.
«Τι είναι ΚΨΜ;» τον ρώτησε.
«Το κυλικείο στο στρατό» απάντησε, ο Ανδρέας αρχίζοντας να πίνει τη μπύρα του που μόλις είχε καταφθάσει συνοδευόμενη φυσικά από την μπύρα του Πέτρου και από ένα κυπελάκι με φυστίκια, στο οποίο επίσης έκανε επίθεση παίρνοντας με τη χούφτα του τα μισά σχεδόν, συνέχισε δε λέγοντας: «Βλέπεις τα γύρω τραπέζια; Πόσοι άνδρες και πόσες γυναίκες υπάρχουν;»
Ο Πέτρος κοίταξε τότε και παρατήρησε κάτι που τόσο καιρό διέφευγε από την ανάλυσή του: η παρουσία των γυναικών στη συγκεκριμένη καφετέρια, όπως και στην πλειοψηφία των καφετεριών της Μεσολογγίου, ήταν συντριπτικά μικρότερη από αυτήν των ανδρών.
«Η Μεσολογγίου μού θυμίζει το κυλικείο στο στρατό λοιπόν» πήρε το λόγο εκ νέου ο Ανδρέας, «Οι γκόμενες λοχίες ξεπερνούσαν σε αριθμό αυτές που συχνάζουν εδώ»
Ο Πέτρος γέλασε, σημειώνοντας ωστόσο με νόημα: «Τουλάχιστον η Μεσολογγίου δεν έχει αλωθεί από την τρεντίλα»
«Και η Μεσολογγίου τρέντυ είναι» ανέφερε ο Ανδρέας, «αλλά άλλου τύπου. Εναλλακτικό lifestyle κι έτσι…»
Ο Πέτρος δεν έκανε κάποιο σχόλιο επ’ αυτού. Ήταν γεγονός ότι συμφωνούσε λίγο-πολύ με τον μηδενιστικό και μη politically correct αφορισμό του συντρόφου του. Ήξερε πως αρκετοί από τους θαμώνες της Μεσολογγίου δεν ήταν σε θέση ούτε να διανοηθούν τις θυσίες που ο ίδιος ήταν αποφασισμένος να κάνει ανά πάσα στιγμή για την υπόθεση της επανάστασης, οι οποίες έφταναν μέχρι και το να δώσει την ίδια του τη ζωή. Είχε, με άλλα λόγια, αντιληφθεί ότι τα συγκεκριμένα άτομα έβλεπαν την αριστερά ως ένα καλούπι που τους ταίριαζε περισσότερο από τα άλλα καλούπια που διατίθεντο στην αγορά lifestyle. Ο Ανδρέας φυσικά δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία αριστερών, γιατί αν ανήκε, πολύ απλά δεν θα μπορούσε να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση. Ήταν σε θέση όμως να δώσει ακόμα και τη ζωή του για το σοσιαλισμό όπως ο Πέτρος; Σε τι να συνίστατο η αριστεροσύνη του Ανδρέα αλήθεια;

«Χέσε τα ΚΨΜ της Μεσολογγίου και έλα να μιλήσουμε για καμιά γκόμενα» έσπασε απότομα τη σιωπή ο Ανδρέας, «Παίζει τίποτα με καμία αυτό τον καιρό;»
Ο Πέτρος μούδιασε. Δεν ήξερε τι να πει. Ήξερε βέβαια ότι ο Ανδρέας δεν ήταν σαν τον Χρήστο ή το γείτονά του το Δημήτρη, και δεν επρόκειτο να κοροϊδέψει ή να πει κάποια χοντράδα σαν αυτές που συνήθιζαν οι άλλοι.
«Εεε… δεν ξέρω πραγματικά, είναι μπερδεμένη η κατάσταση» έκανε, αναφερόμενος – σε ποια άλλη; – τη Ράνια.
«Ωχ κατάλαβα» έκανε ο Ανδρέας «την έχεις δαγκώσει τη λαμαρίνα για τα καλά»
Ο Πέτρος δεν ήξερε τι να πει. Ήταν αλήθεια ότι η Ράνια τον είχε παιδέψει αρκετά, και αυτός έτρεχε σαν πρώτης τάξης μουνόδουλος πίσω από το φουστάνι της, αλλά δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι σπαρταρούσε για πάρτη της. Όπως έλεγε μάλιστα και ο σύντροφος Νετσάγιεφ και συμφωνούσε απόλυτα ο σύντροφος Πέτρος, ένας επαναστάτης που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να χαλιναγωγεί τα προσωπικά του ένστικτα, ακόμα και το ερωτικό, προκειμένου να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην υπόθεση της επανάστασης. Και η επανάσταση έδειχνε να είναι προ των πυλών, και πυροδότης της –ποιος άλλος;– το φοιτητικό κίνημα, ενόψει του νέου αντιδραστικού νομοσχέδιου για την ανώτατη εκπαίδευση που προωθούσε η κυβέρνηση.

«Για πες λοιπόν, πώς την λένε;» συνέχισε ο Ανδρέας.
«Δεν συζητάμε καλύτερα για τα πολιτικά;» αντιπρότεινε ο Πέτρος, «Έχουμε τόσα πολλά να πούμε από τότε που συναντηθήκαμε τελευταία φορά. Πάνε τέσσερα χρόνια!»
Ο Ανδρέας έδειξε να ξενερώνει, αποτραβώντας το βλέμμα του και ανάβοντας κι άλλο τσιγάρο. Να ‘ταν άραγε ότι είχε αλλαξοπιστήσει σε τόσο μεγάλο βαθμό που ακόμα και μια συζήτηση με ένα πρώην σύντροφό του τού φαινόταν πληκτική και ανούσια; Να ‘ταν ότι ο Πέτρος φάνταζε στα μάτια του σαν ένας γραφικός φοιτητοπατέρας που απλά πουλάει φούμαρα με μεταξωτές κορδέλες;
«Ευχαρίστως να συζητήσουμε» είπα ωστόσο ο Ανδρέας, που ίσως σήμαινε ότι οι αρχικές εκτιμήσεις του Πέτρου ήταν ενδεχομένως βεβιασμένες και αβάσιμες.
«Πώς βλέπεις αλήθεια τις εξελίξεις στο φοιτητικό κίνημα;» ρώτησε λοιπόν τον παλιόφιλό του ο ηγέτης της Θραύσης.
Ο Ανδρέας εκείνη τη στιγμή κατέβαζε την τελευταία ίσως γουλιά από την μπύρα του και στο άκουσμα των λογιών του Πέτρου ξέσπασε σε δυνατά γέλια, τόσο που κόντεψε να πνιγεί.
«Το φοιτητικό κίνημα λέει!» γέλασε ακόμα δυνατότερα εν μέσω βήχα για να βγάλει τα σταγονίδια μπύρας που είχαν μπλοκάρει τον οισοφάγο του.
«Λέμε και καμιά μαλακία να περνάει η ώρα, έτσι;» συνέχισε ο ίδιος, αφού κατάφερε και καθάρισε τη φωνή του, ενώ τα πρώτα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα κατακόκκινα μάτια του, που δεν ήξερες αν έχουν προέλθει από το πνίξιμο ή από τα γέλια.
Ο Πέτρος παραξενεύτηκε και προς στιγμή έδειξε να χάνει τη μιλιά του. Μα είναι δυνατόν ο Ανδρέας να σνομπάρει και να χλευάζει το πεδίο εκείνο κοινωνικού αγώνα που πρόκειται σύντομα να καταστεί το σημαντικότερο για το επαναστατικό κίνημα; Θυμήθηκε τότε που μια μέρα του Δεκέμβρη, όταν γύριζε από μια πανεκπαιδευτική πορεία, συνάντησε τυχαία τον Ανδρέα στην είσοδο της πολυκατοικίας του και στην κουβέντα που ανοίξανε, ο τελευταίος έκανε την τελείως απαξιωτική νύξη για το φοιτητικό κίνημα: «Καλά ρε Πέτρο, ακόμα μ’ αυτές τις μαλακίες ασχολείσαι;». Ήταν λοιπόν ευκαιρία να ζητήσει διευκρινήσεις από τον ίδιο, τώρα που του δίνονταν η ευκαιρία και το ‘φερε και η κουβέντα, έστω και με αυτό τον ανάρμοστο τρόπο.
«Κλαις επειδή πνίγηκες ή επειδή σου φάνηκε τόσο αστείο αυτό που είπα;» προσπάθησε, εμφανώς θιγμένος, ο Πέτρος να ξεδιαλύνει το μυστήριο.
«Κλαίω από την λύπη μου για την κατάντιά σου!» απάντησε με μια ισχυρή δόση απαξίωσης ο Ανδρέας, «Κοτζάμ μαντράχαλος, 20πόσο χρονών μαλάκας να μιλάς ακόμα για το φοιτητικό κίνημα! Τι έτος είσαι αλήθεια;»
Ο Πέτρος αιφνιδιάστηκε εκ νέου. Ο Ανδρέας είχε θίξει κάτι που ο Πέτρος προσπαθούσε επανειλημμένα να καταχωνιάσει στο υποσυνείδητό του. Ετοιμόλογος όπως πάντα όμως, ανταπέδωσε τα πυρά: «Είμαι τρία έτη μικρότερος από σένα αν θυμάμαι καλά…»
Ο Ανδρέας γέλασε με μια ισχυρή δόση περιφρόνησης προς το συνομιλητή του.
«Εγώ ρε μαλάκα έκανα και ένα μεταπτυχιακό, πήγα και φαντάρος, δούλεψα και δέκα δουλειές» ανέφερε υπεροπτικά, «Εσύ τι έκανες αλήθεια; Δούλεψες ποτέ έστω και μια ώρα στη ζωή σου; Αλλά τι λέω! Εσένα και όλους τους μεγάλους επαναστάτες σας συντηρεί ο μπαμπάκας σας, γιατί έχετε με τόσο σημαντικά πράγματα να ασχοληθείτε…»
Ο Πέτρος είχε πλέον σοκαριστεί ολοκληρωτικά. Μπορεί στο παρελθόν να είχε υπάρξει καρδιακός φίλος με τον Ανδρέα σε σημείο που να επιτρέπονται ως απόλυτα φυσικές οι εκατέρωθεν βρισιές και μπηχτές, αλλά τέτοια γεμάτη θράσος και αλαζονεία συμπεριφορά μετά από τόσα χρόνια που είχαν να ιδωθούν δεν την περίμενε. Το είχε πάρει πλέον απόφαση να σηκωθεί και να φύγει από το μαγαζί, αλλά το κάλεσμα του Ανδρέα προς την γκαρσόνα: «Κοπελιά, φέρνεις άλλες δύο μπύρες σε παρακαλώ;» τον κράτησε στη θέση του. Βέβαια, ο Πέτρος δεν είχε ολοκληρώσει ούτε την μισή από την πρώτη του μπύρα, αλλά είδε την κίνηση αυτή του Ανδρέα να παραγγείλει δύο νέες ως κίνηση συμφιλίωσης.
«Κερνάω εγώ, σε περίπτωση που ο μπαμπάς έχει ξεχάσει να σου στείλει το επαναστατικό σου επίδομα» ανέφερε τότε αφοπλιστικά ο Πειραιώτης μαθηματικός, παραξενεύοντάς τον Πέτρο ακόμα περισσότερο.
Ο τελευταίος ένιωθε πλέον ότι ο Ανδρέας τον είχε πάρει στο δούλεμα για τα καλά.
«Βάλε τις μπύρες στον κώλο σου παλιομαλάκα!» θέλησε να του πει αλλά κάτι τέτοιο θα πρόδιδε ότι είχε τσιμπήσει. Προσπάθησε αντ’ αυτού να δείξει ότι παραμένει ψύχραιμος και δεν μίλησε. Στο κοφτερό μυαλό του επεξεργαζόταν μια αφοπλιστική ανταπάντηση που θα έκανε σκόνη τον αλαζόνα συνομιλητή του.

Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε η γκαρσόνα με τις δύο νέες μπύρες καθώς και ένα καινούριο κυπελάκι με φυστίκια, γιατί το προηγούμενο οι δύο φίλοι –των οποίων η φιλία αυτή τη στιγμή περνούσε μια μικρή δοκιμασία– το είχαν τσακίσει σε χρόνο ρεκόρ.
«Στην υγειά μας» έκανε ο Ανδρέας προς τον Πέτρο σηκώνοντας ψηλά δίκην πρόποσης τη νέα του μπύρα, «σου εύχομαι ο καινούριος χρόνος να σε βρει με ένα πτυχίο του Φυσικού στα χέρια!»
«Φυσικά» αποκρίθηκε ψύχραιμα ο Πέτρος, «να γίνω κι εγώ ένας καθηγητής σαν εσένα και να ρίχνω χριστοπαναγίες στους μαθητές μου όταν δεν ξέρουν να βγάλουν μια ταυτότητα…»
Η απάντησή του ήταν ομολογουμένως εύστοχη, όμως ο Ανδρέας δεν έδειξε να πτοείται.
«Να δω εσύ πώς θα τα κατάφερνες να επιβιώσεις μέσα στο μπουρδέλο που λέγεται ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα» απάντησε και κατέβασε απανωτά 5-6 γουλιές από την μπύρα του.
«Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα φταίει που εσύ είσαι κωλόγερος και δεν μπορείς να διδάξεις με άλλο τρόπο πέρα από το να τρομοκρατείς του μαθητές σου;» χτύπησε εκ νέου ο Πέτρος.
Ο Ανδρέας έκανε μια περιφρονητική γκριμάτσα που το λεκτικό της ανάλογο θα μπορούσε να είναι: «Μα τι κάθεσαι και μας τσαμπουνάς τώρα…»
«Έλα να δουλέψεις έστω μία ώρα στο φροντιστήριο» απάντησε τελικά, «να διαπιστώσεις ο ίδιος πόση απήχηση έχουν οι αντιαυταρχικές εκπαιδευτικές σου μέθοδοι στην πράξη…»
«Βασικά τώρα που το σκέφτομαι εσύ δεν χρειάζεται να τρομοκρατείς με χριστοπαναγίες τους μαθητές σου» ανέφερε στωικά ο Πέτρος, «Τα καταφέρνεις μια χαρά με τη φάτσα σου! Ξέρεις, τα άγρια γένια και το θανατηφόρο κωλογερίστικο βλέμμα σου που σκοτώνει άνθρωπο!»
Στο άκουσμα των τελευταίων λογιών του Πέτρου ο Ανδρέας ξέσπασε σε γέλια, συμπαρασύροντας όπως ήταν φυσικό και το συνομιλητή του.
«Όχι» βρήκε ωστόσο το κουράγιο να πει εν μέσω γελώτων, «θα έπρεπε να έχω φάτσα ευαίσθητου και προβληματισμένου ομορφόπαιδου σαν εσένα, που τα αγόρια στην τάξη θα του έχουν πάρει τον αέρα και θα κάνουν φασαρία και τα κορίτσια θα τον έχουν ερωτευτεί και θα ζωγραφίζουν καρδούλες για πάρτη του στα τετράδιά τους. Και από μάθημα… χέσε μέσα!»
Ο Πέτρος γέλασε ακόμα περισσότερο με αυτή την ατάκα του Ανδρέα, αλλά φρόντισε να αφήσει και το δικό του στίγμα για ακόμα μια φορά.
«Ξέρεις, έχω μια θεία στη Χαλκίδα» είπε, «η οποία όταν μικρός δεν έτρωγα το φαγητό μου μού έλεγε ότι θα με δώσει στο μπαμπούλα να με φάει… Και ο οποίος μπαμπούλας όπως μου τον περιέγραφε, έμοιαζε καταπληκτικά σε σένα! Γένια, ρυτίδες και αγριόφατσα!»
Τα τελευταία λόγια του Πέτρου έκαναν τον Ανδρέα να πνιγεί και πάλι από τα γέλια και να αρχίσει να ξεροβήχει, ενώ τα μάτια του είχαν γίνει ακόμα πιο κόκκινα από πριν.

Παρόλο που η πολιτική κατά βάση λογομαχία που έλαβε χώρα μεταξύ των δύο φίλων είχε μετεξελιχθεί σε πλάκα, ήταν εμφανές ότι τούς είχε αμφότερους εξουθενώσει. Πήρε λοιπόν ο Ανδρέας την πρωτοβουλία να προσγειώσει τη συζήτηση σε πιο ρεαλιστικά θέματα.
«Για πες λοιπόν για την γκόμενα…» του είπε. «Πώς την λένε, πού τη γνώρισες, με τι ασχολείται κ.λπ.»

Ο Πέτρος γενικά δυσκολεύονταν να συζητάει γκομενικά θέματα με φίλους και γνωστούς του. Πίστευε πως τα ζητήματα αυτά είναι κατά βάση προσωπικά, και δεν θεωρούσε σκόπιμο να τα μοιράζεται με άλλους, είτε γιατί ήταν ανώριμοι να καταλάβουν τα αισθήματά του και τον ειρωνεύονταν είτε γιατί ήταν συνήθως σεξιστές και δίνανε ως επί το πλείστον φαλλοκρατικές συμβουλές που αντιμετώπιζαν τις γυναίκες ως υποδεέστερα όντα που έπρεπε να βρίσκονται μονίμως υπό την κηδεμονία των ανδρών, του στυλ «Βγάλ’ την έξω σε ένα καλό μέρος», «Μην την αφήσεις να πληρώσει αυτή» και άλλα παρόμοια. Ο Ανδρέας όμως, αν και δεν μπορούσες να τον πεις αντισεξιστή –κάθε άλλο– ήταν ίσως το μόνο πρόσωπο που ο Πέτρος μπορούσε να συζητήσει σοβαρά για γκόμενες. Ήξερε επίσης ο ήρωάς μας πως η φιλία μεταξύ δύο ανδρών γίνεται αδιάρρηκτη όταν οι δυο τους δύνανται να συζητήσουν ενδελεχώς και με αλληλοκατανόηση, –και ας μην συμφωνούν κατ’ ανάγκη– πάνω στις εξής τρεις θεματικές ενότητες: πολιτική, γκόμενες και γενικότερα προβλήματα της ζωής. Αν και ο Ανδρέας έδειχνε συγκυριακά να μην είναι συζητήσιμος όσον αφορά το πρώτο και βασικότερο, την πολιτική, παρέμενε σίγουρα ένας πραγματικός φίλος, ένα στήριγμα για κάθε δύσκολη στιγμή που με τις καίριες συμβουλές του μπορούσε να τον βγάλει από οποιοδήποτε αδιέξοδο και να τον γεμίσει με αισιοδοξία. Η σχέση των δύο νέων θα μπορούσε να πει κανείς ότι έμοιαζε με σχέση μεγάλου και μικρού αδερφού, με το ρόλο του πρώτου να πληροί φυσικά, λόγω εμπειρίας και ωριμότητας, ο  Ανδρέας.

«Τη λένε Ράνια» ξεκίνησε λοιπόν ο Πέτρος να ανοίγει την καρδιά του, «Κάνει μεταπτυχιακό στο Χημικό…»
«Μάλιστα» έκανε ο Ανδρέας, «και σε τι φάση βρίσκεστε;»
Ο Πέτρος ντράπηκε να απαντήσει. Τι να έλεγε αλήθεια; Ότι τα έχει με άλλον και ότι τον ίδιο τον έχει απλά στο περίμενε;
«Δεν συζητάμε καλύτερα για πολιτικά;» ρώτησε ο ήρωάς μας σε μια ύστατη προσπάθειά του να εκτρέψει την κουβέντα σε λιγότερο ντροπιαστικές ατραπούς.
«Ρε μανία με τα πολιτικά!» έκανε γελώντας ο Ανδρέας, «Μα τόσο χάλια είναι η κατάσταση με την γκόμενα;»
«Άστα να πάνε…» απάντησε ο Πέτρος, «Χειρότερα δεν γίνεται!»
«Λοιπόν» πήρε το λόγο ο Ανδρέας, «ξέρω το φάρμακο που θα σου λύσει τη γλώσσα…» και έστρεψε το βλέμμα του προς τη γκαρσόνα κάνοντας νόημα για άλλες δύο μπύρες.
«Μα δεν έχω ακόμα ξεκινήσει καλά-καλά τη δεύτερη, μου παραγγέλνεις και τρίτη;» ανέφερε έκπληκτος ο Πέτρος.
«Ευκαιρία λοιπόν να τελειώσεις τσάκα-τσάκα τη δεύτερη για να πιεις την τρίτη κρύα» απάντησε με νόημα ο Ανδρέας.
Ο Πέτρος αναστέναξε αμήχανα και μάνι-μάνι ήπιε μερικές γουλιές από τη δεύτερη μπύρα του.
«Μα καλά» ρώτησε τότε στο ξαφνικό τον Ανδρέα «δεν έχεις να οδηγήσεις μετά;»
«Μην ανησυχείς» αποκρίθηκε ο Ανδρέας, «θα χτυπήσω κανένα σουβλάκι στον Κάβουρα και μετά δεν θα με πιάνουν τα αλκοτέστ»
«Δεν το είπα γι’ αυτό» ανέφερε ο Πέτρος, «απλά ίσως δεν είσαι σε θέση να οδηγήσεις»
Ο Ανδρέας πήρε ένα πολύ περήφανο ύφος.
«Ακόμα και πιωμένος» εξήγησε με στόμφο, «οδηγώ πολύ πιο προσεκτικά από τις γυναίκες οδηγούς και τους κάγκουρες που τρέχουν με το κωλοφτιαγμένο σαράβαλο του μπαμπά… Λοιπόν, άντε ξεκίνα να λες για τη Ράνια, μην ξημερώσουμε!»
«Ωραία λοιπόν» έκανε ο Πέτρος, «άκου να δεις πώς έχει η φάση. Η Ράνια παλιά ήταν κολλητή με τη Χριστίνα, από τότε που ήμασταν στα ΕΑΑΚ, τόσο παλιά σκέψου. Για κάποια χρόνια βέβαια είχαμε χαθεί, αλλά τυχαία κάπου το Δεκέμβρη, την ξαναπέτυχα στο κυλικείου του Φυσικού, που να μην την πετύχαινα…»

Η περιγραφή του Πέτρου ήταν αναλυτικότατη, και καταπιάνονταν με όλα όσα είχαν συμβεί πρόσφατα, τόσο στη σχολή και σπίτι του πριν μερικές βδομάδες όσο και στην καφετέρια την προηγούμενη μέρα. Ο ήρωάς μας δεν παρέλειψε ούτε την παραμικρή λεπτομέρεια· ανέφερε τη διακοπή του ρεύματος στην πολυκατοικία, τη Διαδρομή Ελευθερίας, ακόμα και τη σεκίτισσα που τους είχε γίνει τσιμπούρι και δεν τους άφηνε σε ησυχία. Ο δε Ανδρέας τον άκουγε όλη αυτή την ώρα με προσοχή, χωρίς να τον διακόψει καθόλου.

«…και έτσι που λες, λόγω του δουλέματος που της έριξα εχτές, μόλις γύρισα από το περίπτερο, είχε γίνει καπνός και όσες φορές κι αν την πήρα τηλέφωνο μέχρι σήμερα, δεν καταδέχεται να το σηκώσει»
Έχοντας ολοκληρώσει λοιπόν την αφήγησή του, ο Πέτρος ένιωθε να έχει φύγει από πάνω του ένα μεγάλος βάρος, ο δε Ανδρέας έδειχνε σκεπτικός, αναλογιζόμενος πιθανώς τη συμβουλή που σκόπευε να δώσει.
«Κοίτα Πέτρο…» πήρε τελικά το λόγο, «Νομίζω πώς την έβρισες για λάθος λόγο. Έπρεπε δηλαδή να επικεντρωθείς στο ότι σε σέρνει από τη μύτη ενώ ταυτόχρονα τα έχει με άλλον, και όχι λέει τις μαλακίες που λέει. Κι επίσης, τι κάθεσαι και σε νοιάζει αν σκαμπάζει από πολιτική; Αφού χαζογκόμενα είναι όπως μου την περιγράφεις. Τι περίμενες; Να είναι σαν την Ρόζα Λούξεμπουργκ;»
Στο άκουσμα του ονόματος της Πολωνοεβραίας επαναστάτριας ο Πέτρος ξέσπασε σε γέλια, συνεπικουρούμενος και από τις τρεις μπύρες που είχε πιει και είχαν αρχίσει να τον ζαλίζουν.
«Εντάξει, δεν είπαμε να είναι και Ρόζα!» ανέφερε, «Αλλά η Χριστίνα πώς γινόταν και όχι μόνο δεν έλεγε μαλακίες, αλλά ήξερε και τα πάντα;»
«Η Χριστίνα ήταν εξαίρεση ρε μαλάκα, μην περιμένεις να ξανασυναντήσεις τέτοια κοπέλα!» τον προσγείωσε απότομα ο Ανδρέας.
Ο Πέτρος δεν μίλησε. Ήταν όντως αλήθεια ότι η Χριστίνα δεν είχε καμία σχέση ούτε με τη Ράνια, ούτε με την προαναφερθείσα τάξη των χαζογκομενών, και η ιδέα που του μετέδωσε ο Ανδρέας ότι είναι πολύ πιθανό να μην ξανασυναντήσει ποτέ τέτοια γυναίκα στη ζωή του έμοιαζε να τον παίρνει από κάτω.
«Γιατί δεν στέλνεις ένα μήνυμα στη Ράνια να της πεις ότι της ζητάς συγνώμη και ότι επιδιώκεις με κάθε τρόπο να επανορθώσεις;» έσπασε τότε ο Ανδρέας την σιωπή που είχε στιγμιαία επικρατήσει στο τραπέζι.
«Θα το είχα κάνει ήδη» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «αλλά έχουν σβηστεί τα γράμματα από τα πλήκτρα στο κινητό, και δεν ξέρω ποια γράμματα αντιστοιχούν σε ποια πλήκτρα…»
Ο Ανδρέας έκανε ένα καταφρονητικό νεύμα προς το συνομιλητή του.
«Είσαι για τον πούτσο…» του είπε, τείνοντας παράλληλα χείρα βοηθείας: «Φέρε το γαμωκινητό σου να το στείλω εγώ το μήνυμα…»
Ο Πέτρος προς στιγμή δίστασε, αλλά γρήγορα άλλαξε γνώμη.
«Δε γαμιέται… ας γίνει ό,τι είναι να γίνει» σκέφτηκε, βγάζοντας τελικά το κινητό από την τσέπη του και παραδίδοντάς το στον Ανδρέα.

Δεν πέρασε ένα λεπτό και ο Ανδρέας έδειχνε να έχει ολοκληρώσει την πληκτρολόγηση του μηνύματος.
«Στο διαβάζω μια στιγμή να μου πεις τη γνώμη σου» είπε στον Πέτρο, και άρχισε να διαβάζει τι είχε γράψει: «Γεια σου Ράνια. Σου ζητώ συγνώμη για τη χθεσινή μου συμπεριφορά. Το ξέρω πως υπήρξα γουρούνι. Πάντως να ξέρεις ότι δεν έφυγα από το μαγαζί όσο ήσουνα στην τουαλέτα. Απλά είχα πεταχτεί στο περίπτερο να αγοράσω μια κάρτα για το κινητό. Μόλις γύρισα όμως είχες φύγει. Από χτες δεν νιώθω καθόλου καλά και η καρδούλα μου κοντεύει να σπάσει. Νιώθω ότι διέπραξα ένα από τα σημαντικότερα σφάλματα της ζωής μου. Θα ήθελες λοιπόν να ξανασυναντηθούμε; Θέλω να επανορθώσω οπωσδήποτε. Πέτρος»
«Λοιπόν πώς σου φαίνεται η μαλακία που έγραψα;» ρώτησε στο καπάκι.
«Για μαλακία καλή είναι» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «λες όμως να πιάσει;»
«Σίγουρα θα πιάσει» τον διαβεβαίωσε ο Ανδρέας, «τσιμπάνε οι γκόμενες με κάτι τέτοια»
«Δεν μου λες όμως…» τον διέκοψε τότε ο Πέτρος, «μήπως το μήνυμα παραείναι μεγάλο και με χρεώσει η Cosmote για δύο μηνύματα;»
«Για κάτσε να δω…» έκανε τότε ο Ανδρέας κοιτώντας την ένδειξη του αριθμού των χρησιμοποιημένων χαρακτήρων που αναγράφονταν στο πάνω δεξιά μέρος του πλαισίου του μηνύματος.
«Πιάνει όντως δύο μηνύματα» ανέφερε, «αλλά δεν λέει να το μικρύνουμε. Θα χάσει την αίγλη του. Ας μη γινόμαστε γύφτοι για 30 λεπτά επιπλέον, σωστά;»
Ο Πέτρος όπως ήταν φυσικό συμφώνησε, αλλά στο βάθος του μυαλού του υπήρχε η ιδέα ότι αυτά τα 30 λεπτά του ευρώ αντιστοιχούν σε ένα σημαντικό ποσοστό επί της συνολικής τιμής του εισιτηρίου του αστικού λεωφορείου ή υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να συσσωρευτούν από κοινού με άλλα ψιλά και να αξιοποιηθούν όλα μαζί στο μέλλον προς αγορά ενός ακόμα πακέτου τσιγάρα.
«Μιας και έτσι κι αλλιώς δεν τα γλιτώνω τα δύο μηνύματα» πρόσθετε τότε, «μπορείς να αλλάξεις το ‘Πέτρος’ στο τέλος του μηνύματος σε ‘Πετράκης’; Έτσι με αποκαλεί η Ράνια βλέπεις…»
Ο Ανδρέας έβαλε τα γέλια.
«Είσαι αγαπούλης τελικά, και δεν σου φαίνεται…» σχολίασε, ενώ πριν περάσουν ελάχιστα δευτερόλεπτα είχε διορθώσει το μήνυμα και το είχε στείλει.
«ΟΚ! Όλα κομπλέ! Να δούμε πόσο γρήγορα θα απαντήσει» ανέφερε ο Πειραιώτης μαθηματικός, και η καρδιά του Πέτρου ξεκίνησε να χτυπάει έντονα, και προκειμένου ο ήρωάς μας να αποφύγει το καρδιακό επεισόδιο, κατέβασε με γοργές μονοκόμματες ρουφηξιές και την τέταρτη μπύρα.

Δεν πέρασαν τρία λεπτά και ένα μήνυμα έσκασε στο κινητό του Πέτρου, προκαλώντας ένα έντονο κύμα ρίγης στον ίδιο, που για να πούμε την αλήθεια, δεν ήλπιζε ότι θα πάρει θετική απάντηση.
«Για να δούμε τι ψάρια πιάσαμε!» φώναξε ο Ανδρέας και άρπαξε το κινητό από το τραπέζι όπου το είχε ακουμπήσει προσωρινά για να διαβάσει το νεοεισελθέν μήνυμα.
«Ώπα! Αυτά είναι!» έβγαλε ένα επιφώνημα ενθουσιασμού διαβάζοντάς το.
«Τι γράφει; Για πες!» ρώτησε ταραγμένος ο Πέτρος με την ξαναζωντανεμένη ελπίδα ζωγραφισμένη απ’ άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό του.
«Λέει επί λέξη τα εξής» απάντησε ο Ανδρέας, και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα άρχισε να διαβάζει: «’Είμαι στο Μοναστηράκι με μια φίλη μου. Μπορώ να περάσω αν θες από τα Εξάρχεια, αν είσαι κι εσύ εκεί, να σε συναντήσω βρε!’»
Ο Πέτρος δεν πίστευε στα αυτιά του. Άπλωσε με δύναμη το χέρι του να αρπάξει το κινητό από το τραπέζι να το διαβάσει με τα ίδια του τα μάτια, αλλά έχοντας περιορισμένη διαύγεια λόγω των τεσσάρων μπυρών που είχε πιει, έχυσε κατά λάθος την πέμπτη μπύρα του Ανδρέα στο πάτωμα, την οποία όμως ο Ανδρέας είχε ήδη σχεδόν τελειώσει.
«Ωχ μαλάκα, εσύ είσαι επικίνδυνος!» χαριτολόγησε ο Ανδρέας, κάνοντας στο καπάκι νόημα στην γκαρσόνα να φέρει άλλες δύο.
Ο Πέτρος, όπως αναμενόταν, δεν απέδωσε τη δέουσα σημασία στο σκηνικό, ούτε καν όταν η γκαρσόνα κατέφθασε με τη σκούπα και το φαράσι να μαζέψει τα σπασμένα γυαλιά καθότι είχε επικεντρωθεί στο να διαβάζει το μήνυμα ξανά και ξανά ώστε να μπορέσει να πιστέψει ότι ήταν όντως αλήθεια.
«Λοιπόν μαλάκα» τον έβγαλε από τη νιρβάνα του τελικά ο Ανδρέας «στείλ’ της μήνυμα να ‘ρθει από εδώ! Και να φέρει και τη φίλη της εννοείται!»
Ο Πέτρος δίστασε προς στιγμή. Θεωρούσε πως ήταν καλύτερα να συναντιόταν μόνος του με τη Ράνια, συνυπολόγισε όμως αυτόματα ότι θα μπορούσε να τα σκατώσει όπως τα σκάτωσε χθές –και η κατάσταση σήμερα ήταν ακόμα πιο επισφαλής λόγω και της σεβαστής ποσότητας αλκοόλ που είχε καταναλώσει– οπότε καλύτερα να έχει τον Ανδρέα μαζί του να τον ποδηγετεί. Εξάλλου, ο κατ’ εξακολούθηση μπήχτης Ανδρέας θα αναλάμβανε το στενό μαρκάρισμα της φίλης της, ελευθερώνοντας το πεδίο για τον Πέτρο να πει αυτά που είχε να πει με τον εν δυνάμει έρωτά του.
«Άντε, ακόμα να το στείλεις το ρημάδι το μήνυμα;» επέπληξε τότε το φίλο του ο εκκεντρικός καθηγητής φροντιστηρίου, για να συμπληρώσει σχεδόν αμέσως: «Ξέχασα, εσύ είσαι κουλός και δεν μπορείς να στείλεις ούτε μήνυμα… Άσε να το στείλω εγώ» και άρπαξε με μια βιαστική κίνηση το κινητό από τα χέρια του Πέτρου.

Οι επόμενες σκηνές με τον Ανδρέα να στέλνει μήνυμα στη Ράνια που προσκαλούσε την ίδια και τη φίλη της να έρθουν να τους βρουν στην καφετέρια, καθώς και το μήνυμα-απάντηση των κοριτσιών ότι θα καταφθάσουν το πολύ σε μισή ώρα εκτυλίχθηκαν τόσο γρήγορα που το ζαλισμένο κεφάλι του Πέτρου δεν ήταν σε θέση να παράγει τους πολιτικοφιλοσοφικούς συλλογισμούς που συνήθιζε ώστε να τις αναλύσει. Το μόνο που μπορούσε να συγκρατήσει το θολωμένο του μυαλό του ήταν το πόσο πολύ επιθυμούσε να συναντήσει και πάλι τη Ράνια…

* * *

Η ώρα είχε πάει κοντά 10 και μισή και οι κοπέλες θα έφταναν στην καφετέρια από στιγμή σε στιγμή. Ο Πέτρος, ενώ από τη μια επιθυμούσε τρελά να συναντήσει τη Ράνια, από την άλλη ένιωθε τον εαυτό του να κωλώνει. Είχε επίγνωση της γενναίας ποσότητας αλκοόλ που είχε καταναλώσει, και ήξερε πως ήταν επιρρεπής στο να ξεφτιλιστεί εκστομίζοντας ασυναρτησίες όπως κάνει ο κάθε συνεπής σουρωμένος αγωνιστής της αριστεράς. Προς στιγμή σκέφτηκε να αποχωρήσει ώστε να γλιτώσει την face-to-face αντιπαράθεση με τη γυναίκα των ονείρων του, μιας και οι συνθήκες κάθε άλλο παρά την ευνοούσαν. Το μετάνιωσε, όμως, γρήγορα, καθώς με μια ενδεχόμενη λιποταξία του θα κρέμαγε τον Ανδρέα που σίγουρα αδημονούσε να την πέσει στην φίλη της Ράνιας, η οποία τόσο για τον Ανδρέα όσο και για τον Πέτρο, επειδή ακριβώς δεν την είχαν γνωρίσει, περιβάλλονταν από ένα πέπλο μυστηρίου.

«Δεν μου λες ρε Πέτρο» έσπασε ξαφνικά τη σιωπή ο Ανδρέας, «πώς λες να είναι η φίλη της Ράνιας;»
«Έλα ντε;» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Το πιο πιθανό είναι να είναι όσο όμορφη είναι και η Ράνια, δηλαδή μέτρια, όπως μου την περιγράφεις» συνέχισε ο Ανδρέας, «Πιο όμορφη αποκλείεται να είναι γιατί οι όμορφες κάνουν παρέα μόνο μεταξύ τους. Δε συμφωνείς;»
«Πού να ξέρω;» απάντησε και πάλι ο Πέτρος.
«Μα καλά, δεν μπορείς να βάλεις λίγο τη φαντασία σου να δουλέψει;» πίεσε την κατάσταση ο Ανδρέας.
«Χμ…» έκανε ο Πέτρος μη μπορώντας να σκεφτεί τίποτα συγκεκριμένο. «Θα ήταν ενάντια στην κοσμοθεωρία μου να γίνω ουτοπιστής και να τη φανταστώ. Θα προτιμούσα να μην προδικάσω τις εξελίξεις, όπως ακριβώς ο Μαρξ απέφυγε να προσδώσει οποιοδήποτε περιεχόμενο στην μορφή που θα είχε μελλοντικά η δικτατορία του προλεταριάτου»
Ο Ανδρέας γέλασε, χωρίς μάλλον να αντιληφθεί ότι ο Πέτρος δεν αστειεύονταν παρά μιλούσε απολύτως σοβαρά.
«Τώρα που θα έρθουν οι γκόμενες, θυμήσου να τους μιλήσεις για τον Μαρξ για να φύγουν όπως ήρθαν!» του είπε.
«Οι γκόμενες, όπως όλοι, οφείλουν να ξέρουν για το Μαρξ!» αποκρίθηκε με νόημα ο Πέτρος.
«Ναι, τι να σου πω!» είπε ο Ανδρέας, «Γι’ αυτό πάνε συνέχεια στα Μαρξ and Σπένσερ…»
Ο Πέτρος γέλασε συγκρατημένα, αν και το αστείο του συντρόφου του ήταν κρύο και, αν μη τι άλλο, τετριμμένο.
«Πάντως πέρα από την πλάκα» ανέφερε τότε ο ηγέτης της Θραύσης, «σκέψου ότι η ήδη μία γκόμενα είναι αριστερή, οπότε παίζει να είναι και η άλλη»
«Όσο αριστερή μπορεί να είναι μια γκόμενα, έτσι;» αποκρίθηκε ο σεξιστής Ανδρέας, «Γιατί αν κρίνω από τη δικιά σου, τόσο χέσε μέσα και για την άλλη…»
Ο Πέτρος δεν απάντησε. Ο Ανδρέας είχε απόλυτο δίκιο θίγοντας ένα θέμα το οποίο γνώριζε φυσικά και ο ίδιος, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί· η Ράνια είχε απλά μπει στα ΕΑΑΚ για να κοινωνικοποιηθεί και στην ουσία δεν είχε την παραμικρή σχέση με την αριστερή ιδεολογία…

Ξαφνικά, και πριν καλά καλά οι δύο νέοι βάλουν τέλος στην ανούσια στιχομυθία τους περί γκομενών και αριστεράς και επανέλθουν στην μπυροκατάνοιξή τους, μια αιθέρια ύπαρξη ικανή να αιχμαλωτίσει όλα τα ανδρικά βλέμματα πάνω της ξεπρόβαλε να μπαίνει στο μαγαζί. Ήταν μια ψηλή ξανθιά γύρω στο 1.75 με γαλανά μάτια και καλλίγραμμο σώμα, το οποίο διαγράφονταν μέσα από ένα εντυπωσιακό ενδυματολογικό σύνολο· κοντή κολλητή φούστα και χοντρό σκούρο καλτσόν.
«Κοίτα μια μουνάρα!» έκανε συγκλονισμένος ο Ανδρέας, «Κι εμείς περιμένουμε τις φόλες τις αριστερές…»
Ο Πέτρος απ’ την πλευρά του είχε μείνει κυριολεκτικά άφωνος, όπως άφωνοι είχαν μείνει και οι λοιποί καψιμιτζίδες στα παρακείμενα τραπέζια, αλλά δεν θέλησε να κάνει κάποιο σχόλιο. Όντως, η ξανθιά γκομενάρα που μπήκε στο μαγαζί ήταν θεσπέσια, αλλά η σκέψη του είχε επικεντρωθεί στη Ράνια, όσο κι αν ο ίδιος δεν ήθελε να το παραδεχτεί ανοιχτά, και δεν μπορούσε να στρέψει πουθενά αλλού το ενδιαφέρον και την προσοχή του.

Δεν πέρασαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα, όταν η ίδια η Ράνια φάνηκε κι αυτή να μπαίνει στην καφετέρια και να γυρίζει το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας προφανώς να εντοπίσει τον Πέτρο.
«Να ‘τη η Ράνια!» είπε όλο χαρά δείχνοντάς την σαν την αντιλήφθηκε ο Πέτρος.
«Έχει γούστο…» είπε τότε ο Ανδρέας, βλέποντας τη Ράνια να ζυγώνει την ξανθιά θεά  και να της λέει κάτι.
Η ξανθιά ήταν η φίλη της Ράνιας, χωρίς αμφιβολία, και οι δύο φίλοι  είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Η Ράνια είδε τελικά τον Πέτρο και κατέφθασε, παρέα με τη θεσπέσια φίλη της, στο τραπέζι τους.

«Γεια σου καλέ Πετράκη!» έκανε με το γνωστό ναζιάρικο ύφος της.
«Γεια…» αποκρίθηκε αμήχανα ο Πέτρος, ενώ το βλέμμα του είχε καρφωθεί στο αγγελικό προσωπάκι της, που τόσο πολύ πλήγωσε χτες.

Ο Ανδρέας απλώς κάρφωνε με τα μάτια του την ξανθιά φίλη της Ράνιας, η οποία στεκόταν αρκετά πιο πίσω και κοιτούσε αμήχανα προς αόριστη κατεύθυνση. Το πλούσιο στήθος της, που διαγράφονταν μέσα από το μωβ ζιβάγκο που φορούσε είχε προσελκύσει πλήθος βλέμματα πάνω του, ενώ το ασημένιο κολιέ της που κρεμόταν έξω από τη μπλούζα, αναμφισβήτητα σύμβολο αλλοτρίωσης στα μάτια των θαμώνων της Μεσολογγίου, δεν ήταν σε θέση να εξουδετερώσει την ένταση με την οποία οι ίδιοι αυτοί οι θαμώνες την κοιτούσαν. Όσο για τον Ανδρέα, είναι σίγουρο πως δεν τον ένοιαζε καν, καθώς δεν έδινε καθόλου προσοχή ούτε στο αν οι γκόμενες ήταν αλλοτριωμένες ούτε στο πώς ντύνονταν, παρά μόνο στο πώς γδύνονταν.

«Εχμ… να σας συστήσω» είπε ο Πέτρος, «ο Ανδρέας, η Ράνια»
«Χάρηκα» έκανε με τη χαρακτηριστική του αβρότητα ο Ανδρέας καθώς έδινε το χέρι του.
«Κι εγώ», απάντησε η Ράνια, συστήνοντας με τη σειρά της τη φίλη της: «Από δω η φίλη μου η Ιωάννα»
Οι δύο νέοι ήταν τόσο θαμπωμένοι που μετά βίας εκστόμισαν ένα «χάρηκα».
Με τα πολλά, οι κοπέλες κάθισαν κι αυτές στο τραπέζι.

«Λοιπόν κορίτσια τι θα πάρετε;» ρώτησε ο Ανδρέας έχοντας ξεπεράσει το πρώτο σοκ της θέασης της ξανθιάς θεάς.
«Εγώ θέλω μια μπύρα, Άμστελ» είπε η Ράνια, «εσύ Ιωάννα;»
Περιμένοντας την μαγευτική Ιωάννα να πει τι θέλει, οι δύο νέοι την κοιτούσαν στα μάτια, δήθεν από απορία, ενώ στην ουσία απλώς είχαν βρει ευκαιρία να τη θαυμάσουν για την ομορφιά της. Το συγκεκριμένο γεγονός έγινε φυσικά αντιληπτό από τη Ράνια, και σίγουρα η πρώην κολλητή της Χριστίνας δεν το έβλεπε με καλό μάτι.
«Εεε… δεν ξέρω… τι να πάρω… χιχιχι» έκανε η Ιωάννα με μια λεπτούλα κοριτσίστικη φωνή, σαν ένα μικρό και αμήχανο κοριτσάκι που τα αγοράκια της ζητούσαν να βγάλει τη μπλούζα της τάχα επειδή έκανε πολύ ζέστη και θα ήταν κρίμα να τη γεμίσει ιδρώτα.
«Μια μπύρα κι εγώ…» είπε τελικά, και ο Ανδρέας έκανε σήμα στη γκαρσόνα να φέρει 4 Άμστελ.

Ο Πέτρος είχε αρχίσει να την ψυλλιάζεται ότι η Ιωάννα δεν ήταν παρά μια αγαθιάρα χαζογκομενίτσα. Και τι ωραίος συνδυασμός αλήθεια, εκρηκτική ομορφιά και απέραντη αγαθοσύνη. Η Ιωάννα μπορούσε να παρομοιαστεί με την καλοκάγαθη και πεντάμορφη βασιλοπούλα των παραμυθιών, όπου ο καλός ιππότης έρχεται και τη σώζει από τα δίχτυα της κακιάς μάγισσας και στο τέλος την παντρεύεται. Βέβαια, όσο και αν τον Πέτρο τον εντυπωσίαζε η Ιωάννα, δεν θα μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του στο ρόλο του ιππότη, πραίτορα στην ουσία του φεουδάρχη βασιλιά, παρά μόνο στο ρόλο κάποιου αντιφεουδάρχη επαναστάτη προερχόμενο από τις τάξεις του φτωχού λαού, όπως του Ρομπέν των Δασών, στην ομώνυμη ταινία με τον Κέβιν Κόστνερ, ή του Επαναστάτη Ποπολάρου, στην ομώνυμη ταινία με τον Κώστα Πρέκα. Ο Πέτρος συνειδητοποίησε ευθύς αμέσως τον αντιδραστικό χαρακτήρα των παραμυθιών, στα οποία ο μεσαιωνικός ηγεμόνας καθαγιάζεται ενώ ο κακός στην υπόθεση είναι κάποια μάγισσα, αποδιοπομπαίος τράγος για τους διωγμούς της Καθολικής Εκκλησίας κατά το μεσαίωνα, ή κάποιος δράκος, ένα καθ’ όλα φανταστικό ζώο, ο μύθος του οποίου διεγείρει αν μη τι άλλο τα αντιοικολογικά ένστικτα του ανθρώπου. Πράγματι, σε μια εξελιγμένη κοινωνία, οι δράκοι θα ζούσαν ελεύθεροι στα δάση, μαζί τους λύκους, τις αρκούδες, τα φίδια και τα υπόλοιπα δαιμονοποιημένα σε παλιότερες εποχές, είδη του ζωικού βασιλείου. Τα οποία βέβαια σήμερα δεν τα κυνηγάνε να τα σκοτώσουν ιππότες, αλλά τα δολοφονεί με αργό τρόπο η αλόγιστη καπιταλιστική ανάπτυξη και η συνακόλουθη μόλυνση του περιβάλλοντος. «Τελικά κάθε εποχή έχει και τα αδιέξοδά της» σκέφτηκε ο Πέτρος, «τα οποία, όπως είναι γνωστό, μόνο στο σοσιαλισμό θα μπορέσουν να υπερβληθούν» και κατέβασε δυο γουλιές μπύρα ακόμα.

«Λοιπόν κορίτσια» πήρε το λόγο ο αβρός Ανδρέας κατεβάζοντας και τη νιοστή μπύρα απευθυνόμενος στις κοπέλες της παρέας, «με τι ασχολείστε;». Προφανώς αυτή η ερώτηση απευθύνονταν αποκλειστικά και μόνο στην Ιωάννα, μιας και για τη Ράνια ήδη ήξερε από τον Πέτρο ότι κάνει μεταπτυχιακό στο Χημικό.
«Εγώ είμαι μεταπτυχιακός στο Χημικό» είπε η Ράνια
«Εγώ είμαι στο Παιδαγωγικό, χιχιχι» ανέφερε για τον εαυτό της η Ιωάννα, «Τρίτο έτος»
 «Παιδαγωγικό… μάλιστα» έκανε με προσποιητό ενδιαφέρον ο Ανδρέας, ενώ είναι σίγουρο ότι δεν τον ένοιαζε καθόλου.

«Με την Ιωάννα είμαστε οικογενειακές φίλες από μικρές» παρενέβη τότε η Ράνια, «οι γονείς μας κάνουν κι αυτοί παρέα».
«Χιχιχι» έκανε αγαθιάρικα η Ιωάννα.
Ο Ανδρέας φάνηκε στον Πέτρο ότι κάτι προσπαθούσε να του πει με τα μάτια. Κάτι σεξιστικό και πρόστυχο σίγουρα, εις βάρος της ανυποψίαστης Ιωάννας.
«Εσύ Ανδρέα είσαι φοιτητής;» τον ρώτησε τότε η Ράνια πριν αυτός προλάβει να κάνει κάποια καφρίλα.
«Είμαι κι εγώ μεταπτυχιακός, στο Μαθηματικό όμως» απάντησε ο Ανδρέας συμπληρώνοντας: «αλλά δουλεύω και σε φροντιστήριο παράλληλα»
«Συνάδελφος δηλαδή!» χαριτολόγησε η Ράνια ενώ η Ιωάννα έκανε για μια ακόμα φορά «Χιχιχι» σαν ηλίθια.
Ο Ανδρέας επιχείρησε ανεπιτυχώς να μιμηθεί το γελάκι της Ιωάννας βγάζοντας ένα πνιχτό ήχο που για να μη γίνει αντιληπτός τον επικάλυψε με βήχα. Ο Πέτρος απλά προσπάθησε να τον αγνοήσει για να μην συμπαρασυρθεί σε πραγματικά γέλια.
«Εσύ Πέτρο με τι ασχολείσαι;» ρώτησε στη συνέχεια με τη λεπτή φωνούλα της η Ιωάννα τον μεγάλο αγωνιστή του Φυσικού.
«Εγώ είμαι στο Φυσικό» απάντησε ο μαγεμένος με τη φωνή και την εμφάνιση της Ιωάννας Πέτρος.
«Μεταπτυχιακός κι εσύ;» τον ρώτησε στο καπάκι η ξανθιά θεά.
«Εχμ… όχι, προπτυχιακός είμαι ακόμα» απάντησε με αρκετή δόση ντροπής, που όμως είχε μετριαστεί από τη μεγάλη ποσότητα αλκοόλ που είχε καταναλώσει.
«Ακόμα;» απόρησε η Ιωάννα.
Ο Πέτρος υπό άλλες συνθήκες θα ένιωθε προσβεβλημένος από το σχόλιο αυτό που έξυνε πληγές και τον ωθούσε να αποκαλυφθεί, αλλά ας όψεται το αλκοόλ και η ομορφιά της κοπέλας που τον είχαν γαληνέψει.
«Ναι. Είμαι ένατο έτος και χρωστάω πάνω από τα μισά μαθήματα» είπε ατάραχος, «Δεν είμαι γαμάτος;»
«Χιχιχι…» έκανε η Ιωάννα.
«Καλέ τι χαριτωμένη που είναι!» έκανε ψιθυριστά ο Ανδρέας στον Πέτρο, ο οποίος φυσικά με το ζόρι συγκράτησε τα γέλια του.
«Παίζει που λες, Ιωάννα, με το ρυθμό που πάω, να τελειώσω σε δέκα χρόνια από τώρα, αλλά δεν το βάζω κάτω…» ανέφερε στη συνέχεια ο μεγάλος αγωνιστής και απέδειξε ότι εκτός από ειλικρίνεια διαθέτει και ψυχικά αποθέματα για να αυτοσαρκάζεται, εισπράττοντας ωστόσο ένα κρύο χαμόγελο από τον Ανδρέα και ένα βλέμμα συμπόνιας από τη Ράνια, που έδειξαν να τον λυπούνται τόσο για την τραγική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με τη σχολή του όσο και για το θράσος του να τη διακωμωδεί.
«Είσαι Δίδυμος;» τον ρώτησε τότε η Ιωάννα επεξηγώντας: «οι Δίδυμοι είναι πολύ επίμονοι, γι’ αυτό ρωτάω…»
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε ότι η Ιωάννα θα ήταν τόσο ηλίθια που θα πίστευε στα ζώδια. Έχοντας πιει κιόλας, είπε λοιπόν να τη δουλέψει λίγο.
«Όχι, Ζυγός είμαι, αλλά οι Ζυγοί δεν πιστεύουν στα ζώδια» αποκρίθηκε.
Η Ιωάννα έδειξε να βραχυκυκλώνει. Το ίδιο και η Ράνια. Όχι όμως και ο Ανδρέας, που αν και σουρωμένος, έπιασε τον υπαινιγμό του Πέτρου με τη μία, λέγοντας: «Ξέρεις ρε φίλε τι είπες μόλις τώρα; Έθεσες ένα νέο παράδοξο σαν του Ράσσελ, που έλεγε ότι το σύνολο Α περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία x που δεν ανήκουν στο Α! Μιλάμε έγραψες ιστορία!»
Ο Πέτρος χαμογέλασε, οι γκόμενες όμως, άσχετες λίγο ή πολύ με τα μαθηματικά, δεν έμοιαζαν να έχουν καταλάβει τίποτα.
«Εσύ Ιωάννα τι ζώδιο είσαι;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Εγώ είμαι παρθένος, χιχιχι!» έκανε όλο χαρά η ομώνυμη ξανθιά.
«Στο ζώδιο, έτσι;» ψιθύρισε στον Πέτρο ο σεξιστής Ανδρέας, χωρίς όμως να λάβει απάντηση από τον αγωνιστή του Φυσικού.
«Εσύ Ράνια;» ρώτησε στο καπάκι ο Πέτρος.
«Ταύρος είμαι, πάντως στα ζώδια ούτε εγώ πιστεύω» απάντησε η Ράνια χαμογελώντας με νόημα. Ήταν εμφανές ότι σκόπευε να προκαλέσει το θαυμασμό του Πέτρου καθώς η ίδια, σε αντίθεση με τη φίλη της, δεν πίστευε στα ζώδια. Μόνο που για τον Πέτρο δεν έπαιζε κανένα ρόλο μετά τα όσα ανεκδιήγητα είχε ακούσει απ’ αυτήν την προηγούμενη μέρα, τα οποία αποδείκνυαν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την ασχετοσύνη της.

«Εσύ Ανδρέα; Τι ζώδιο είσαι;» ήταν η νέα ερώτηση της Ιωάννας που δεν είχε αντιληφθεί ότι το γεγονός και μόνο ότι πίστευε στα ζώδια, ζημίωνε την εικόνα της στα μάτια των υπολοίπων της παρέας.
«Είμαι κι εγώ παρθένος και μάλιστα πιστεύω βαθιά στα ζώδια! Νομίζω πως ταιριάζουμε!» απάντησε ο Ανδρέας· ήταν εμφανές ότι προσπαθούσε με κάθε τρόπο να έρθει πιο κοντά στην ξανθιά θεά, καθώς ούτε στα ζώδια πίστευε ούτε Παρθένος πρέπει να ήταν – στο ζώδιο εννοείται.
«Α όχι!» έκανε η Ιωάννα, «Έχω διαβάσει ότι οι Παρθένοι μεταξύ τους δεν ταιριάζουν!»
Ο Ανδρέας, όπως ήταν φυσικό, έμεινε άφωνος και δεν είχε τι να πει. Ο Πέτρος δίπλα του απλά κοιτούσε πέρα δώθε ενώ προσπαθούσε να καταλάβει αν η Ιωάννα μιλούσε στα σοβαρά ή απλά έκανε πλάκα.
«Μιλάμε η γκόμενα έχει αρνητικό IQ!» ψιθύρισε ο Ανδρέας στον Πέτρο, επιβεβαιώνοντας από μέρους του ότι η Ιωάννα κάθε άλλο παρά αστειευόταν.
«Εσύ Πέτρο γιατί δεν πιστεύεις στα ζώδια;» συνέχισε τότε η Ιωάννα, απευθυνόμενη και πάλι στον αμφισβητία της παρέας.
«Ε τώρα που να της εξηγείς, είναι και ξανθιά…» ψιθύρισε και πάλι στο αυτί του Πέτρου ο χωρατατζής Ανδρέας, που όμως έκανε τον ήρωά μας να γελάσει αλλά και να πεισμώσει ακόμα περισσότερο και να θελήσει να εξηγήσει στην Ιωάννα το λόγο που ήταν κάθετα αντίθετος με τις ψευδοεπιστήμες, ειδικά με την πιο χυδαία έκφρασή τους, την αστρολογία.

«Τα ζώδια είναι η πεμπτουσία του ανορθολογισμού» ανέφερε αποφασιστικά ο μεγάλος επαναστάτης.
Ένα υπόκωφο «Ωχ» ακούστηκε τότε από την πλευρά του Ανδρέα, θέλοντας προφανώς να του πει ότι έκανε μαλακία που ενέπλεξε τόσο εξεζητημένη θεματολογία στην κουβέντα. Ο Πέτρος όμως δεν είχε την απαιτούμενη διαύγεια να επεξεργαστεί το υποσυνείδητο μήνυμα του φίλου του, και αγνοώντας ότι απευθύνεται σε μια ξανθιά χαζογκόμενα, συνέχισε να εξηγεί:
«Τα ζώδια επινοήθηκαν από τους Βαβυλώνιους πριν χιλιάδες χρόνια, το 1500πΧ. Τότε δηλαδή που ήταν ανύπαρκτη οποιαδήποτε επιστημονική μέθοδος για να πεις ότι βασίστηκαν πουθενά. Μα κι αυτό που κάνανε οι Βαβυλώνιοι στην ουσία δεν είχε καμία λογική. Πήρανε τους θεούς που είχαν και τους αντιστοίχησαν εντελώς αυθαίρετα στους πλανήτες που ήταν ορατοί στον ουρανό. Και ανάλογα με την εκάστοτε θέση ενός πλανήτη, προσδιόριζαν και την εκάστοτε διάθεση του αντίστοιχου θεού. Ύστερα από καμιά χιλιετία, πήραν τα ζώδια από τους Βαβυλώνιους οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι και τα προσάρμοσαν στους δικούς τους θεούς, ώσπου ήρθε ο Χριστιανισμός και τα κατάργησε μαχαίρι…»

Η Ιωάννα είχε μείνει σιωπηλή. Κάτι πρέπει να σκεφτόταν το φτωχό της μυαλουδάκι εκείνη την ώρα, κάτι απλό και τετριμμένο για να εκστομίσει εν είδει αντιπαράθεσης προς το δαιμόνιο ρήτορα Πέτρο με το χειμαρρώδη λόγο, που τα είχε κάνει όλα σμπαράλια στο πέρασμά του.

«Παραδόξως, τα ζώδια διασώθηκαν από το Ισλάμ και επανήλθαν στην Ευρώπη από τους σταυροφόρους» συνέχισε ο Πέτρος, χωρίς να αφήσει την κοπέλα να πει αυτό που ενδεχομένως θα έλεγε, αν όντως είχε κάτι κατά νου να πει. «Βέβαια, ακόμα και τότε τα ζώδια παρέμειναν πρακτικά στην αφάνεια και δεν έγιναν μόδα παρά στις αρχές του 20ου αιώνα. Για να καταλάβει κανείς δηλαδή πόσο συμπτωματική ήταν η επανεμφάνισή τους…»

Η Ιωάννα κοιτούσε τον Πέτρο με προσοχή. Ο Ανδρέας, εκείνη την ώρα τελείωνε την έκτη, έβδομη, ίσως και όγδοη μπύρα του, και έκανε νόημα στην γκαρσόνα για άλλη μία, ενώ η Ράνια είχε καρφώσει το βλέμμα της στον Πέτρο και τον κοίταζε με δέος, όση ώρα αυτός ρητόρευε, γδύνοντάς τον από πάνω ως κάτω. Ο Πέτρος ατάραχος κατέβασε δυο γουλιές από την μπύρα του και συνέχισε το λογύδριό του από εκεί που το είχε αφήσει προηγουμένως:

«Η ουσία είναι πάντως ότι τα ζώδια δεν έχουν καμία επιστημονική νομιμοποίηση. Η βάση της προσωπικότητας ενός ανθρώπου, διαμορφώνεται κατά τη σύλληψή του και όχι κατά τη γέννησή του. Αλλά και κατά τη γέννησή του ακόμα, ασκούνται πάνω του δυνάμεις, βαρυτικές, όπως της γης, που είναι απείρως μεγαλύτερες από οποιουδήποτε άλλου πλανήτη. Και ηλεκτρομαγνητικές επίσης, όπως του ήλιου ή των φώτων του μαιευτηρίου που επίσης δεν συγκρίνονται σε μέγεθος με τις αντίστοιχες των πλανητών του ηλιακού μας συστήματος. Άσε που η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του ανθρώπου επηρεάζονται σχεδόν αποκλειστικά από τα γονίδια που κληρονομεί από τους γονείς του και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει, αφήνοντας πολύ λίγο χώρο για άλλους παράγοντες, πόσο μάλλον για δυνάμεις από πολύ μακρινά ουράνια σώματα…»

Το τελευταίο επιχείρημα του Πέτρου είχε στ’ αλήθεια μετρήσει. Η Ιωάννα απ’ την πλευρά της έδειξε προβληματισμένη, ασχέτως αν δεν πρέπει να κατάλαβε και πολλά, και επωφελούμενη από τη διακοπή του μεγάλου ρήτορα, κατέβασε μια γουλιά από τη μπύρα της. Ο Πέτρος την κοίταξε στα μάτια. Η Ιωάννα ανταπέδωσε το κοίταγμα, με ένα στιγμιαίο αινιγματικό χαμόγελο· μετά βίας μπορούσαν τόσο το ίδιο το χαμόγελο όσο και το νόημά του να γίνουν αντιληπτά. Τι να ήθελε να του πει αλήθεια; Ότι την βραχυκύκλωσε με την επιχειρηματολογία του; Ότι συνέτριψε τις βεβαιότητές της για τα ζώδια; Ότι της γκρέμισε τις αυταπάτες που είχε;

Ο Ανδρέας σαν να προσπάθησε να πει στον Πέτρο ότι το έχει παρατραβήξει και ίσως η γκόμενα ξενερώσει, αλλά ο ήρωάς μας δεν έδωσε σημασία· αντ’ αυτού, κατέβασε μονοκοπανιά 5-6-7, ίσως και 8 γουλιές από την μπύρα του.

«Το γεγονός ότι η Αστρολογία δεν είναι επιστήμη επιβεβαιώνεται όχι μόνο από το γεγονός ότι βασίζεται σε σαθρά θεμέλια, αλλά και στο ότι δεν εξελίσσεται όπως κάθε αληθινή επιστήμη» συνέχισε λέγοντας με στόμφο ο μεγάλος σουρωμένος διανοητής Πέτρος, ή μάλλον, ο σουρωμένος μεγάλος διανοητής Πέτρος, γιατί μεγάλος ήταν ανέκαθεν ενώ σουρωμένος μόνο τώρα, περιστασιακά. «Αν πάρει κανείς τη Φυσική και τη συγκρίνει με την Αστρολογία θα διαπιστώσει ότι η μεν Φυσική εξελίσσεται, δηλαδή διαρκώς αμφισβητούνται οι θεμελιακές αρχές της και προκύπτουν νέες θεωρίες που καταρρίπτουν εν μέρει ή εξ ολοκλήρου τις παλιές. Για παράδειγμα, η Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, που ήρθε και εκτόπισε την κλασική νευτώνεια μηχανική. Αυτό το σπέρμα της διαλεκτικής εξέλιξης ενυπάρχει σε κάθε επιστήμη. Η διαλεκτική εξέλιξη απουσιάζει φυσικά από την Αστρολογία, η οποία, εκτός των άλλων, παραμένει στάσιμη…»
Η Ιωάννα τώρα κοίταξε τον Πέτρο με απορία. Σίγουρα αγνοούσε πολλές –αν όχι όλες– από τις έννοιες που είχε μόλις αναφέρει ο μεγάλος ρήτορας και θέλησε λοιπόν να ζητήσει διευκρινήσεις.
«Τι είναι ο διαλεκτισμός;» ρώτησε χαμογελώντας.
Η απορία της ξανθιάς οπτασίας, που στιγμιαία φάνηκε να επιβεβαιώνει τη διαλεκτική συνάφεια χρώματος μαλλιών και δείκτη ευφυΐας, έσκασε σαν τούβλο πάνω στο κεφάλι του Πέτρου. Ο δε Ανδρέας που εκείνη τη στιγμή κατέβαζε δυο μικρές γουλιές από τη μπύρα του, ένιωσε να πνίγεται και έβηξε δυνατά, βγάζοντας όση μπύρα είχε στο στόμα του και κάνοντας το χώρο γύρω του ελαφρώς πουτάνα.
«Με συγχωρείτε, στραβοκατάπια…» είπε ο γενειοφόρος μαθηματικός στην παρέα επιχειρώντας να δικαιολογηθεί.
Οι κοπέλες τον κοίταξαν με ένα κράμα περιέργειας και συμπόνιας, ενώ ο Πέτρος, έχοντας συνέλθει από το κατακέφαλο χτύπημα, προετοίμαζε τα επόμενά που είχε κατά νου να πει.
«Διαλεκτική είναι το σωστό, όχι διαλεκτισμός…» πήρε σχεδόν αμέσως το λόγο ο ήρωάς μας, και ξεκίνησε και πάλι να ρητορεύει: «Η διαλεκτική είναι μια ορθολογιστική φιλοσοφική μέθοδος που συστηματοποιήθηκε από το μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο Χέγκελ στα μέσα του 19ου αιώνα. Η διαλεκτική, που λες, εμπεριέχει ως αναπόσπαστο τμήμα της την εξέλιξη, την εξέλιξη η οποία προκύπτει από την διαπάλη των αντιθέτων, είτε μιλάμε για ιδέες, είτε για φαινόμενα, είτε για κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με τη διαλεκτική, δεν υπάρχει αλήθεια ως θέσφατο, παρά μόνο αναζήτηση της αλήθειας. Ούτε νοείται επίσης απόλυτη διάκριση μεταξύ άρνησης και κατάφασης, παρά και οι δύο είναι εκφάνσεις του ίδιου πράγματος, άσχετα αν ο μηχανιστικός, αστικός θα έλεγα, τρόπος σκέψης τα ξεχωρίζει μεταξύ τους, απογυμνώνοντας την πραγματικότητα από την ίδια τη δυναμική της. Η διαλεκτική εξέλιξη που ανέφερα προηγουμένως είναι αποτέλεσμα της άρνησης της άρνησης. Δηλαδή, η άρνηση της ήδη υπάρχουσας άρνησης ενός πράγματος δεν δίνει την κατάφαση αυτή του πράγματος αλλά κάτι καινούριο, πράγμα που μας επιτρέπει να μιλάμε για μετάβαση σε ένα ανώτερο επίπεδο από πριν…»

Ο διανοητής έκανε μια παύση να πάρει μια ανάσα και να πιει λίγη μπύρα. Η Ιωάννα κοίταζε τον Πέτρο όντας κατάπληκτη για τη θεωρητική του επάρκεια, αν και ήταν απολύτως βέβαιο ότι δεν είχε καταλάβει γρι. Η Ράνια, που επίσης δεν είχε καταλάβει τίποτα, κοίταζε την Ιωάννα να δει μήπως κοιτάζει τον Πέτρο, ενώ ο Ανδρέας, που τα ήξερε ήδη όλα αυτά, δεν κοίταζε παρά τα πανέμορφα αλογίσια πόδια της Ιωάννας.

Υπήρχε όμως και κάτι ακόμα, κάτι που ο μεγάλος μας επαναστάτης δεν είχε συμπεριλάβει μέχρι στιγμής στην ανάλυσή του. Θέλοντας ο ίδιος λοιπόν να καλύψει αυτό το κενό, πήρε και πάλι το λόγο:

«Η διαλεκτική είναι αναπόσπαστο εργαλείο για όχι μόνο για τις φυσικές επιστήμες αλλά και τις κοινωνικές. Κι αυτό χάρη στο Μαρξ, ο οποίος πήρε τη διαλεκτική από το σημείο που την άφησε ο Χέγκελ και την εισήγαγε ως μέθοδο στις κοινωνικοοικονομικές μελέτες του. Και που λες ο Μαρξ όχι μόνο ανέπτυξε και εμπλούτισε τη διαλεκτική αλλά και τη συνδύασε με τον υλισμό του Φώυερμπαχ, παραδίδοντας στην ανθρωπότητα αυτό το μοναδικό κράμα, τον διαλεκτικό υλισμό, που είναι η βάση του επιστημονικού σοσιαλισμού. Ο διαλεκτικός υλισμός είναι το θεωρητικό εργαλείο χάρη στο οποίο ο Μαρξ, αλλά και μια σειρά από επιγόνους του, μπόρεσαν να ερμηνεύσουν τα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής τους και να προβλέψουν την ιστορική εξέλιξη…»

Ο Πέτρος, αν και είχε πλέον βγει εκτός θέματος, αισθανόταν τον εαυτό του πολύ μεγάλο σαν θεωρητικό που κατάφερε να παρουσιάσει με τέτοιο μεστό και συνάμα εκλαϊκευτικό τρόπο τόσο την ουσία της διαλεκτικής όσο και τη δομική της παρουσία στο στερέωμα της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας. Το μεγαλείο του όμως δεν έγινε αντιληπτό μόνο από τον ίδιο, αλλά και από την Ιωάννα που δείχνοντας σαγηνεμένη –αν και δεν είχε την παραμικρή ιδέα ούτε για το ποιος ήταν ο Χέγκελ, ο Φώυερμπαχ ή ο Μαρξ–, τον κοίταξε στα μάτια και είπε: «Καλά μιλάμε, έχω μείνει άφωνη! Μα πού τα ξέρεις όλα αυτά;»

Το μυαλό του Πέτρου άρχισε ξαφνικά να πετά στα σύννεφα. Ένιωθε σαν διανοούμενος στο Μάη του ‘68 που κάνει βαθυστόχαστες θεωρητικές αναλύσεις μπροστά σε γκόμενες, οι οποίες εντυπωσιάζονται και ηδονίζονται, χωρίς όμως να καταλαβαίνουν απολύτως τίποτα απ’ όσα ακούν. Η Ιωάννα, η πανέμορφη ξανθιά που είχε την ευτυχία να γνωρίσει απόψε, γοητεύτηκε τόσο πολύ από τη ρητορεία του ήρωά μας και τον κοιτούσε στα μάτια έχοντας φορέσει ένα πλατύ χαριτωμένο χαμόγελο. Ο Ανδρέας, αν και ήθελε ο ίδιος να ρίξει την Ιωάννα, αντιλήφθηκε ότι η ξανθιά θεά ψάρωσε τελικά με τον Πέτρο και όχι μ’ αυτόν, και σκούντηξε το μεγάλο μας επαναστάτη ψιθυρίζοντάς του διακριτικά στο αυτί: «Άντε μαλάκα, η γκόμενα υγραίνεται για πάρτη σου!».

Ο Πέτρος προς στιγμή μπερδεύτηκε. «Μα καλά, ο Ανδρέας δεν ήθελε την Ιωάννα; Σε μένα έλαχε ο κλήρος τελικά;» σκέφτηκε. Ένα μικρό ηλίθιο χαμόγελο, ωστόσο, είχε ξεκινήσει να ξεπροβάλλει στα χείλη του, έχοντας δε πιει νιοστό αριθμό μπυρών, άρχισε κι αυτός να κοιτάει την Ιωάννα κατάματα. Είναι αλήθεια ότι λόγω σουρώματος δεν είχε συνειδητοποιήσει τελείως τι είχε συμβεί. Στη θέα της σαγηνεμένης Ιωάννας και του σιροπιασμένου τε και σουρωμένου Πέτρου που αλληλοκοιτάζονταν χαμογελώντας διακριτικά ο ένας με τον άλλο, η Ράνια, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να βγάζει αφρούς. Το γλυκό της προσωπάκι είχε γίνει σκληρό και τραχύ, τα βαθυγάλανα ματάκια της τώρα πέταγαν σπίθες προς τη φίλη της – την πρώην φίλη της, όπως όλα έδειχναν ότι θα γινόταν.

«Αλήθεια, πού μένεις;» ρώτησε τότε η Ιωάννα τον Πέτρο, δίνοντας περαιτέρω άλλοθι στο αλληλοκοίταγμα.
«Εδώ, Εξάρχεια, μερικούς δρόμους πιο πάνω» απάντησε ο Πέτρος.
«Σ’ αρέσει εδώ;» τον ρώτησε η Ιωάννα.
«Ναι, καλά είναι» απάντησε ο Πέτρος. «Εσύ πού μένεις;»
«Εγώ μένω Περιστέρι, όπως και η Ράνια, χιχιχι» απάντησε η ξανθιά θεά.
«Βασικά δεν είμαι ντόπιος Αθηναίος» θεώρησε σκόπιμο να εξηγήσει ο Πέτρος. «Από Χαλκίδα είμαι, αλλά ήρθα φοιτητής στην Αθήνα και απ’ ό,τι φαίνεται ξέμεινα εδώ για πάντα…»
«Χιχιχι» αποκρίθηκε με το γνωστό αθώο γελάκι της η Ιωάννα.

Ο Πέτρος συνέχισε να κοιτάζει την Ιωάννα μέσα στα γαλαζοπράσινα μάτια της. Αν και υπερβολικά ντροπαλός με τις γυναίκες –τις οποίες ουδέποτε τολμούσε να κοιτάξει κατάματα–, θες τώρα οι μπύρες, θες η ακαταμάχητη ομορφιά της ξανθιάς, τον είχαν κάνει να ξεπεράσει με τη μία όλες του τις αναστολές και να αφεθεί ελεύθερος, σαν άλλος Οδυσσέας, στο τραγούδι της Σειρήνας του· με δεμένο όμως, προς το παρόν, το κατάρτι του.

Ο Ανδρέας, όσο εκτυλίσσονταν ο παραπάνω διάλογος, δεν έβγαλε άχνα. Είχε προφανώς συναίσθηση της κρισιμότητας της κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο φίλος του και δεν ήθελε να του βάλει κάποιο εμπόδιο. Δεν ίσχυε, ωστόσο, το ίδιο για τη Ράνια, που είχε γίνει κατακόκκινη σαν παντζάρι από τα νεύρα της, χωρίς όμως να αποτελέσει μέχρι τώρα αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής για τον Πέτρο.

«Να σου ζητήσω μια χάρη;» ρώτησε τότε η Ιωάννα τον Πέτρο.
«Be my guest» απάντησε ο Πέτρος με χαρακτηριστική άνεση, αν και η αλήθεια είναι ότι εκ των υστέρων, ένιωσε τύψεις που εκφράστηκε στη γλώσσα του ιμπεριαλισμού.
«Να μωρέ» έκανε ναζιάρικα η Ιωάννα, «θα ήθελα να βρεθούμε και να μου τα εξηγήσεις όλα αυτά κάποια μέρα γιατί με ενδιαφέρουν! Να ερχόσουνα σπίτι μου, να πίναμε κανένα ποτό δίπλα στο τζάκι και να τα λέγαμε αναλυτικά… Χιχιχι»
Ο Πέτρος πάγωσε. Το βλέμμα του έπεσε τότε στον Ανδρέα, που σαν να του έλεγε με τα μάτια «Όρμα Τζακ!» αλλά και στη Ράνια που μετά βίας συγκρατιούνταν και δεν ξεσπούσε, όμως αδυνατούσε να αντιληφθεί την αιτία της οργής της.
«Φυσικά και μπορώ!» απάντησε τελικά ο Πέτρος. «Πες μου όποτε είναι να περάσω από σένα…». Η σκέψη και μόνο ότι θα μυούσε μια αιθέρια ξανθιά ύπαρξη στα μονοπάτια της φιλοσοφίας, προσεγγίζοντας την από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού, τον συνέπαιρνε.
«Λοιπόν εμείς πρέπει να φύγουμε!» φώναξε τότε η Ράνια, που έμοιαζε με καζάνι που βράζει και κάποιος του αφαίρεσε ξαφνικά το καπάκι.
«Μα πού έχετε να πάτε;» ρώτησε ο πράος Ανδρέας, προσπαθώντας να κατευνάσει την αλλοπρόσαλλη Ράνια.
«Μας έχουν καλέσει και αλλού!» είπε η Ράνια, στα όρια να χάσει την ψυχραιμία της και να αναποδογυρίσει το τραπέζι από τα νεύρα της.
«Μα τι είναι αυτά που λες; Αφού δεν μας κάλεσε κανένας πουθενά…» ανέφερε με απορία η Ιωάννα.
«Έλα, πάμε να φύγουμε!» της φώναξε η Ράνια τραβώντας την με δύναμη από το χέρι.
«Κορίτσια τι συμβαίνει και θέλετε να φύγετε έτσι ξαφνικά;» ρώτησε τότε ο Πέτρος, που δεν είχε πάρει μυρωδιά τι γινόταν ακριβώς.
Αντί για απάντηση, βέβαια, εισέπραξε ένα κρύο δολοφονικό βλέμμα από τη Ράνια.
«Συνέβη κάτι ρε Ράνια;» τη ρώτησε με περιέργεια καθώς αυτή σηκώνονταν από το τραπέζι και σήκωνε μαζί της και την Ιωάννα.
Απάντηση δεν πήρε ούτε τώρα.
«Λοιπόν γεια!» είπε αντ’ αυτού η Ράνια. «Κρατήστε και δέκα ευρώ για τις μπύρες μας!» και έβγαλε ένα 10ευρο από την τσάντα της και το ακούμπησε με δύναμη πάνω στο τραπέζι.
«Είσαι μεγάλη κατίνα πάντως, να το ξέρεις!» της φώναξε ο Ανδρέας καθώς οι δυο γκόμενες έφευγαν από το τραπέζι.
«Τι να μας πεις κι εσύ, παλιομπεκρή, που όλη την ώρα τα μπούτια της κοιτούσες!» ανταπέδωσε την κακία η Ράνια.
Ο Πέτρος κοίταξε παραξενεμένος τους δύο φίλους του να βρίζονται μεταξύ τους, και προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που πυροδότησε το τσακωμό.
«Εμ, ποια θα κοίταγα μωρή; Τα δικά σου; Αφού δεν πιάνουν μία μπροστά στης φίλης σου!» της απάντησε με ακόμα πιο σκληρό τρόπο ο Ανδρέας, και όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε το ξάφνιασμα και σε κλάσματα του δευτερολέπτου το αδιάκριτο γέλιο των θαμώνων των δύο παρακείμενων τραπεζιών.

Η Ράνια εκείνη της ώρα έβγαινε από την πόρτα του μαγαζιού, και δεν είναι σίγουρο αν άκουσε  την προσβολή του Ανδρέα. Πιθανόν και να την άκουσε, και να αποτέλεσε την χαριστική βολή γι’ αυτήν, οπότε να μην ήταν σε θέση να δώσει συνέχεια στο σκηνικό. Το σίγουρο ήταν ότι η σχέση του Πέτρου με τη Ράνια, λόγω του όλου σκηνικού,  είχε πληγεί ανεπανόρθωτα και τίποτα πια δεν θα μπορούσε να την αποκαταστήσει.

«Έφυγαν επειδή κοίταγες τα μπούτια της Ιωάννας;» ρώτησε τότε ο τελειωτικά μεθυσμένος Πέτρος, αποτελειώνοντας και την τελευταία για σήμερα μπύρα του.
Ο Ανδρέας χτύπησε με δύναμη την παλάμη του το κούτελο και κοίταξε το φίλο του με οίκτο που ήταν τόσο αφελής.
«Ρε μαλάκα, είναι δυνατόν να μην έχεις πάρει χαμπάρι;» του είπε.
«Τι να πάρω χαμπάρι;» ρώτησε ο Πέτρος ενώ τα μάτια του άρχισαν να μισοκλείνουν και το κεφάλι του να γυρίζει πέρα δώθε.
«Μαλάκα, η ξανθιά σε γουστάρει, και η καριόλα η Ράνια την πήρε κι έφυγε για να μην σε κλέψει από αυτήν!»

Ο Πέτρος είχε πλέον απολέσει την ικανότητά του να επεξεργαστεί το τι είχε γίνει. Δεν ήξερε και δεν τον ενδιέφερε τίποτα, παρά μόνο να επανέλθει σε κατάσταση διαύγειας.

«Λοιπόν πληρώνω μια στιγμή και πάμε στον Κάβουρα να φάμε κανένα σουβλάκι να στανιάρουμε γιατί δεν μας βλέπω καλά…» ανέφερε ο Ανδρέας.

Ο Πέτρος, υπό άλλες συνθήκες, θα προσφέρονταν να πληρώσει όχι μόνο το μερίδιό του αλλά και ολόκληρο το λογαριασμό εν είδει κεράσματος προς τον καλό του φίλο. Ήταν όμως τόσο κομμάτια που απλά ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στο τραπέζι και αποκοιμήθηκε αμέσως.

«Έλα, σήκω να φύγουμε» ακούστηκε να λέει ο Ανδρέας καθώς τον τραβούσε να σηκωθεί.

Με τα πολλά, οι δύο νέοι βγήκαν έξω, και αφού πήραν λίγο καθαρό αέρα, κατευθύνθηκαν προς τον Κάβουρα…

* * *

Ο Πέτρος καθόταν σ’ ένα πεζούλι, στηρίζοντας το βεβαρημένο του κεφάλι με τα χέρια του που με τη σειρά τους ακουμπούσαν με τους αγκώνες στα γόνατά του. Ήταν τόσο κομμάτια που δεν μπορούσε να μπει μέσα στον Κάβουρα και να περιμένει όρθιος να παραγγείλει τα πολυπόθητα σουβλάκια· τα σουβλάκια που τόσο είχε ανάγκη για να καταστείλει το αλκοόλ το οποίο έρεε στις φλέβες του σαν χείμαρρος. Γι’ αυτό, ανέβαλε να διεκπεραιώσει και τη δική του  παραγγελία ο έχων περισσότερη διαύγεια Ανδρέας, ο οποίος δεν πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε να βγάνει από το μαγαζί με τη σακούλα με τα σουβλάκια ανά χείρας, στο δεξί χέρι συγκεκριμένα, γιατί στο αριστερό είχε περασμένο το κράνος της μηχανής.

«Ορίστε» είπε ο Ανδρέας στον Πέτρο προτάσσοντας τα δύο πίτα καλαμάκι απ’ όλα που είχε παραγγείλει, ενώ ο ίδιος είχε ήδη αρχίσει να τρώει το ένα πίτα γύρο από τα τρία συνολικά που αγόρασε για πάρτη του.
«Πάμε να κάτσουμε σε κανένα παγκάκι στην πλατεία» είπε ο Ανδρέας, εννοώντας –ποια άλλη;– την πλατεία Εξαρχείων που βρίσκονταν μόλις μερικά μέτρα πιο δίπλα.

Αν και Γενάρης μήνας, το κρύο ήταν υποφερτό, οπότε οι δύο φίλοι δεν είχαν πρόβλημα να κάτσουν έξω. Απεναντίας, ο καθαρός κρύος αέρας θα τους βοηθούσε να επανακάμψουν από το αλκοόλ πιο εύκολα. Με αργό βηματισμό κατευθύνθηκαν λοιπόν προς την πλατεία –η οποία εκείνη την ώρα δεν είχε παρά ελάχιστο κόσμο– και με το που φτάσανε, κάτσανε σε ένα από τα παγκάκια της.

«Δεν χρειάζεται να σου πω τι πρέπει να κάνεις από δω και στο εξής…» είπε ο Ανδρέας στον Πέτρο, καθώς χλαπάκιαζε με μανία το πρώτο κατά σειρά σουβλάκι του.
«Σχετικά με ποιο θέμα;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος, ο οποίος μόλις είχε ξεκινήσει να κατεβάζει αργά αλλά σταθερά τις μπουκιές από το δικό του πρώτο σουβλάκι.
«Σχετικά με την γκόμενα» απάντησε ο Ανδρέας.
«Ποια γκόμενα;» ρώτησε εκ νέου με απορία ο Πέτρος.
«Τη μουνάρα εννοείται, την Ιωάννα πώς την λένε…» ανέφερε ο Ανδρέας. «Δεν πιστεύω να την αφήσεις να πάει χαμένη. Έτσι;»
«Πώς να την αφήσω να πάει χαμένη;» ρώτησε ο Πέτρος, χωρίς να καταλαβαίνει ούτε τι του έλεγε ο Ανδρέας, αλλά ούτε και τι απαντούσε ο ίδιος.
«Άκου, θα στο κάνω λιανά γιατί έχεις χάσει επαφή» ανέφερε στωικά ο Ανδρέας και ξεκίνησε να εξηγεί: «Η Ιωάννα είναι εμφανές ότι σε γούσταρε. Έτσι όπως μίλησες, ακόμα κι αν το είχες ξεφτιλίσει το θέμα, η γκόμενα εντυπωσιάστηκε. Είναι και ξανθιά μην ξεχνάς, δηλαδή ό,τι  και να της έλεγες θα εντυπωσιαζόταν. Είσαι και ωραίο παιδί, πώς να το κάνουμε, και σίγουρα έπαιξε κι αυτό το ρόλο του. Δεν πρέπει να την αφήσεις να πάει χαμένη τέτοια ευκαιρία…»
Ο Πέτρος έμεινε για λίγο σκεπτικός, αφήνοντας για μερικά δευτερόλεπτα στην άκρη το σουβλάκι του.
«Γιατί λες ότι το ξεφτίλισα το θέμα;» ρώτησε με απορία.
«Ωχ ρε μαλάκα, εκεί κόλλησες;» είπε εμφανώς απογοητευμένος ο Ανδρέας, επεξηγώντας: «Για πολλούς λόγους αλλά δεν έχει σημασία»
«Είπα τίποτα που δεν ίσχυε;» ρώτησε ο Πέτρος, που ήθελε σώνει και καλά να του λυθεί η απορία.
«Αφού ρε μαλάκα κάθισες και μίλησες σοβαρά σε μια γκόμενα που πιστεύει σε ζώδια!» εξήγησε αγανακτώντας ο Ανδρέας.
«Γιατί, αυτή δεν έχει το δικαίωμα να ξέρει;» απόρησε εύλογα ο Πέτρος.
«Όχι, δεν έχει!» απάντησε αποφασιστικά ο Ανδρέας, συνεχίζοντας: «Αυτό δε που είπες για το Μαρξ, ήταν εντελώς άκυρο! Απλά ένιωθες ότι έπρεπε να το πεις, έτσι;»
«Δεν ήλεγχα τον εαυτό μου…» εξηγήθηκε ο Πέτρος, κατεβάζοντας την τελευταία μπουκιά από το πρώτο σουβλάκι του και ξετυλίγοντας το χαρτί από το δεύτερο.
«Σε είχε καταλάβει το πνεύμα του προφήτη ε;» είπε χαριτολογώντας ο Ανδρέας, που προκάλεσε το χαμόγελο του συνομιλητή του, για να συνεχίσει ο ίδιος: «Λες και θα καταλάβαινε τίποτα η γκόμενα. Όχι βέβαια πως θα καταλάβαινε από τα άλλα για τα ζώδια που της είπες... Κοίτα όμως τώρα να δεις πώς θα βγάλεις τη γκόμενα και χέσ’ τα αυτά…»
Ο Πέτρος έμεινε και πάλι σκεπτικός. Υπήρχε ακόμα κάτι στα λεγόμενα του Ανδρέα που δεν έστεκε.
«Μα πώς γίνεται να μου λες να τη βγάλω εγώ τη γκόμενα, τη στιγμή που εσύ είχες σκοπό να της την πέσεις αρχικά;» τον ρώτησε εκ νέου ο Πέτρος.
«Από τη στιγμή που είδα ότι γουστάρει εσένα, εγώ πήγα πάσο» εξήγησε ο Ανδρέας. «Έτσι είναι οι άνδρες. Βάζουν τη φιλία πάνω απ’ όλα. Σε αντίθεση με τις γυναίκες που κάνουν λυκοφιλίες... Δεν είδες τη Ράνια πόσο ζηλεύει τη φίλη της; Με το που μυρίστηκε ότι η Ιωάννα γουστάρει εσένα, την τράβηξε και έφυγαν από το μαγαζί με τη μία!»
«Αν είναι έτσι, τότε γιατί την έφερε μαζί της στο μαγαζί;» ρώτησε και πάλι ο Πέτρος.
«Μα είναι ολοφάνερο» ανέφερε ο Ανδρέας. «Για να της δείξεις εσένα, με τον οποίο νταραβερίζεται, από κοντά, και να την κάνει να ζηλέψει. Αλλά για μια ακόμα φορά ίσχυσε ο θεμελιώδης γκομενικός νόμος…»
«Ο ποιος;» απόρησε ο Πέτρος που πρώτη φορά άκουγε αυτόν τον όρο.
«Ο θεμελιώδης γκομενικός νόμος, δεν τον έχεις ακουστά;» αποκρίθηκε ο Ανδρέας, για να προβεί αμέσως στη διατύπωσή του: «Όταν σε γουστάρει μια γκόμενα τότε θα σε γουστάρουν και οι φίλες της. Αν όμως δε σε γουστάρει, τότε σίγουρα δε θα σε γουστάρουν ούτε οι φίλες της. Οι γκόμενες με άλλα λόγια διέπονται από κοινές ιδιότητες, όπως τα στοιχεία μιας ομάδας στη Θεωρία Ομάδων…»
Ο ήρωάς μας έμεινε και πάλι απορημένος. Τον όρο Θεωρία Ομάδων τον άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή του.
«Η Θεωρία Ομάδων είναι υποκατηγορία της Άλγεβρας» εξήγησε αμέσως ο Ανδρέας, διαβάζοντας τη σκέψη του Πέτρου. «Ανήκει στα βαρβάτα θεωρητικά Μαθηματικά. Τέλος πάντων… Λοιπόν, στη Θεωρία Ομάδων αν για ένα στοιχείο μιας ομάδας ισχύει μια συγκεκριμένη ιδιότητα, τότε θα ισχύει αναγκαστικά και για ένα άλλο στοιχείο της ίδιας ομάδας. Έτσι και με τις γκόμενες. Η συμπεριφορά μιας γκόμενας απέναντί σου θα είναι ίδια με αυτή των φίλων της…»
Ο Πέτρος άκουγε τον Ανδρέα με ενδιαφέρον. Ο τρόπος με τον οποίο ο τελευταίος συνέδεε τα μαθηματικά με την καθημερινή ζωή ήταν μοναδικός. Μα ακόμα πιο μοναδικός ήταν ο νόμος που είχε μόλις διατυπώσει και επεξηγήσει: Αν μια γκόμενα σε γουστάρει τότε θα σε γουστάρουν και οι φίλες της. Αν όμως μια γκόμενα δε σε γουστάρει, τότε δε θα σε γουστάρουν ούτε οι φίλες. Θα μπορούσε αλήθεια να χρησιμοποιήσει το νόμο αυτό για να ερμηνεύσει όχι μόνο τη σημερινή συμπεριφορά της Ιωάννας αλλά και αυτή της Ράνιας όσο ήταν κολλητή με τη Χριστίνα: το γεγονός ότι ο ίδιος τα είχε με τη Χριστίνα, αποτελούσε για την καστανομάλλα εαακίτισσα ένα κίνητρο, ένα σοβαρό λόγο για να τον γουστάρει τρελά.

«Λοιπόν;» έκανε ο Ανδρέας βλέποντας το συνομιλητή του να μένει σιωπηλός.
«Τι λοιπόν;» απόρησε εκ νέου ο Πέτρος.
«Δεν θα χωθείς στην Ιωάννα ρε μαλάκα;» τον αφύπνισε ο Ανδρέας.

Η θέση που είχε περιέλθει ο ήρωάς ήταν περίπλοκη. Από τη μια βρισκόταν η Ράνια, με την οποία τον συνέδεε κάτι βαθύτερο από μια απλή φιλία, και η οποία του είχε κάνει σκηνή σαν πρώτης τάξης κατίνα, μα το χειρότερο ήταν που παράλληλα, τα είχε με άλλον, και δεν έδινε ξεκάθαρη απάντηση στον ίδιο. Από την άλλη έστεκε η Ιωάννα, την οποία πρόλαβε να γνωρίσει μόλις για ένα τέταρτο της ώρας, και της οποίας η ομορφιά ήταν σκάλες ανώτερη από αυτήν της Ράνιας. Από την μια η Ράνια που ήταν πολιτικά αστοιχείωτη, από την άλλη η Ιωάννα που όχι μόνο ήταν πολιτικά αστοιχείωτη αλλά και λειτουργικά αναλφάβητη, μιας και πίστευε στα ζώδια. Βέβαια, δεν μπορούσε να αθροίσει το ειδικό βάρος της κάθε γκόμενας και στο τέλος να τα βάλει σε μια ζυγαριά να τα συγκρίνει. Ήταν ζήτημα συναισθημάτων, τα οποία εξακολουθούσαν να είναι αφιερωμένα στη Ράνια.

«Εγώ αγαπάω τη Ράνια!» είπε τελικά ο Πέτρος μετά από μικρή περισυλλογή, και παίρνοντας ένα πολύ μελαγχολικό ύφος.
«Πάρ’ τα μαλάκα να μη στα χρωστάω!» του είπε μουντζώνοντάς τον ο Ανδρέας. «Δεν σου φτάνει ο τρόπος που φέρθηκε σήμερα;»
«Ναι αλλά η Ιωάννα πιστεύει στα ζώδια» απάντησε ο Πέτρος, χωρίς να το πολυσκεφτεί. Έψαχνε απλά να βρει μια δικαιολογία γι’ αυτό που είπε προηγουμένως.
«Ε πιστεύει στα ζώδια. Και λοιπόν;» είπε ατάραχος ο Ανδρέας. «Η πρώτη ή η τελευταία είναι;»
«Ε είναι εντελώς άσχετη» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «Άσε που όταν ανοίγει το στόμα της γελάει σαν ηλίθια ή λέει μαλακίες…»
«Και τι έγινε ρε μαλάκα κι αν λέει μαλακίες; Η πρώτη ή η τελευταία είναι;» είπε ο Ανδρέας, δίνοντας παράλληλα μια πολύτιμη συμβουλή: «Κάθε φορά που αυτή θ’ ανοίγει το στόμα της να γελάσει ή να πει μαλακία, εσύ θα της το βουλώνεις με τον πούτσο σου, κατάλαβες;», και έριξε ένα δυνατό ρέψιμο καθώς αποτελείωνε και το τρίτο σουβλάκι του, αποδεικνύοντας ότι είναι μεγάλος κάφρος, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη.

Τα τελευταία λόγια του Ανδρέα ήρθαν κατακέφαλα στον Πέτρο, που μόλις είχε αρχίσει να τρώει το δικό του δεύτερο σουβλάκι. Ο σεξισμός του φίλου του ήταν μνημειώδης, και ο Πέτρος υπό άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσε να τον αποδεχθεί. Ας όψεται όμως το αλκοόλ, το οποίο τον έκανε να ξεσπάσει σε δυνατά γέλια.

Ο Ανδρέας άρχισε, όπως ήταν φυσικό, να γελάει κι αυτός. Παρ’ όλα αυτά, βρήκε το σθένος και εκστόμισε κάτι βαρύγδουπο: «Και σιγά το πράγμα να πιστεύει κάποιος στα ζώδια…»
Ο Πέτρος σταμάτησε για λίγο να μασάει και κοίταξε το συνομιλητή του κατάματα.
«Ε όχι και σιγά το πράγμα!» εξανέστη, και συνέχισε το μάσημα.
«Εμ τι ρε μαλάκα;» είπε ο Ανδρέας. «Ο κόσμος έχει ανάγκη να πιστεύει κάπου. Αυτή πιστεύει στα ζώδια, εσύ πιστεύεις στην επανάσταση. Ο καθένας έχει το παραμυθάκι του και βρίσκει θαλπωρή σ’ αυτό»

Ο Πέτρος σάστισε και πάλι. Ο Ανδρέας είχε μόλις θίξει ένα λεπτό θέμα, αυτό της μελλοντικής σοσιαλιστικής επανάστασης, που είναι ζήτημα αν ο ίδιος ήταν σε θέση να κατανοήσει τη σημαντικότητά του, και την εξομοίωνε με τα ζώδια. Έπρεπε λοιπόν να απαντήσει στην πρόκληση του θρασύ συνομιλητή του, όμως εκείνη την ώρα έτυχε να μασουλά την τελευταία του μπουκιά από το δεύτερο και τελευταίο σουβλάκι του γι’ απόψε.
«Αμχα μου εχ είαι μεχάεχ μαακίεχ!» είπε, μπουκωμένος καθώς ήταν.
«Μίλα πιο καθαρά ρε μαλάκα, δεν σε καταλαβαίνω!» αποκρίθηκε ξενερωμένος ο Ανδρέας.
Ο μεγάλος αγωνιστής έκανε μια παύση να καταπιεί τη μπουκιά που είχε στο στόμα του.
«Αυτά που λες είναι μεγάλες μαλακίες!» είπε τώρα καθαρά. «Τα ζώδια είναι παραμύθια για μικρά παιδιά. Τι σχέση έχει η επανάσταση, που είναι μια κοινωνική αναγκαιότητα αλλά και νομοτελειακή διαδικασία, με τις αρλούμπες που πουλάνε οι αστρολόγοι;»
«Έχει τεράστια σχέση σύντροφε» ανέφερε αποφασιστικά ο Ανδρέας, προσφωνώντας το συνομιλητή του «σύντροφο» για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, αλλά με εμφανή την ειρωνική διάθεση. «Σάμπως η επανάσταση δεν είναι κι αυτή ένα παραμύθι για μικρά παιδιά που το πουλάνε οι διάφοροι ψευδοπροφήτες της αριστεράς;»
«Μα οι αστρολόγοι βγάζουν ένα κάρο λεφτά πουλώντας αυτές τις μαλακίες!» εξανέστη ο Πέτρος.
«Γιατί» ανέφερε ο Ανδρέας, «οι ηγετίσκοι της αριστεράς δεν ικανοποιούν τη δίψα τους για αυτοπροβολή και εξουσία; Και μη μου πεις ότι το πάθος για την εξουσία δεν είναι απείρως μεγαλύτερο από το πάθος για το χρήμα. Το έλεγε και ο Ο’ Μπράιεν εξάλλου στο 1984 αν θυμάσαι…»

Ο Πέτρος έμεινε για λίγο σκεφτικός. Τα λόγια του Ανδρέα τον είχαν προβληματίσει. Είναι γεγονός όμως ότι στερούνταν εγκυρότητας καθώς εξύψωνε την επιδίωξη για εξουσία από ορισμένους επιτήδειους σε σχέση με αυτή των καπιταλιστών για πλούτο. Προεκτείνοντας μάλιστα την λογική αυτή, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η εξουσία γέννησε την κοινωνική ανισότητα, και όχι το αντίστροφο· με άλλα λόγια, ότι το κράτος γέννησε το κεφάλαιο. Και όμως, σκέφτηκε τότε ο Πέτρος, ιστορικά, υπάρχουν διάφορα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την εν λόγω παραδοξότητα, π.χ. αυτό της Σοβιετικής Ένωσης, όπου η μονοπώληση της εξουσίας από το κόμμα οδήγησε στη δημιουργία της κομματικής γραφειοκρατίας που παρασιτούσε εις βάρος του σοβιετικού λαού. Για την ενδελεχή μελέτη του συγκεκριμένου φαινομένου, ωστόσο, χρειάζονταν ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο του που τα ίχνη του αγνοούνταν για καιρό, και το οποίο ο Χρηστάκης, ο οποίος το είχε δανειστεί απ’ αυτόν, το είχε δανείσει σε άλλον, και αυτός ενδεχομένως με τη σειρά του σε κάποιον τρίτο, κ.ο.κ: την Προδομένη Επανάσταση του Τρότσκι, ένα μνημειώδες έργο που εξηγούσε με σαφήνεια τη διαδικασία τερατογένεσης της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Έπρεπε λοιπόν μόλις γυρίσει ο Χρήστος στην Αθήνα, να τον πάρει ένα τηλέφωνο να του θυμίσει να του επιστρέψει επιτέλους το βιβλίο.

«Είναι αντιμαρξιστική η άποψη αυτή…» είπε τελικά ο Πέτρος βγαίνοντας από το τούνελ των συλλογισμών του.
«Όταν κάτι δεν μπορούμε να το αντικρούσουμε, του κολλάμε την ταμπέλα ‘αντιμαρξιστικό’ και καθαρίζουμε;» ανέφερε δηκτικά ο Ανδρέας. «Γιατί κλείνεις τα μάτια σου μπροστά στο οφθαλμοφανές;»
«Ποιο είναι το οφθαλμοφανές;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος.
«Το οφθαλμοφανές είναι ότι όπως οι αστρολόγοι εκμεταλλεύονται τη μωροπιστία των γκομενών και τους προσφέρουν συμβουλές και μαλακίες, έτσι και οι διάφοροι αριστεροπατέρες εκμεταλλεύονται το αγελαίο ένστικτο των πιτσιρικάδων και τους χρησιμοποιούν ως στρατιωτάκια και γλύφτες τους. Οι ηγέτες προσφέρουν στα πιτσιρίκια κοινωνικοποίηση, και τα πιτσιρίκια προσφέρουν στους ηγέτες επιβεβαίωση. Μα είναι τόσο δύσκολο να το καταλάβεις;»

Ο Πέτρος δεν μίλησε. Απ’ την μια είχε προβληματιστεί, και απ’ την άλλη δεν ήξερε τι να απαντήσει, ζαλισμένος καθώς ήταν απ’ τις μπύρες. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι περιπτώσεις ηγετίσκων στην αριστερά ήταν πάμπολλες, όμως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα κίνητρα των χιλιάδων νέων που εντάσσονταν στην αριστερά ήταν αγνά και ειλικρινή. Ο Ανδρέας πράγματι διέπραττε συλλογιστικούς ακροβατισμούς που κατέληγαν σε αυθαίρετα συμπεράσματα, που ο καταπονημένος μας αγωνιστής δεν όφειλε να πάρει και πολύ στα σοβαρά.

«Λοιπόν τόση ώρα μιλάμε για μαλακίες και ξεχάσαμε την Ιωάννα» ανέφερε τότε ο Ανδρέας. «Πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο για να την προσεγγίσεις. Πρέπει να βρεις το τηλέφωνό της με κάποιο τρόπο…»
Ο Πέτρος ξαφνικά αναθάρρησε. Το νέο θέμα συζήτησης που διάλεξε ο Ανδρέας του ‘δινε ευκαιρία να απωθήσει από το μυαλό του όλα εκείνα τα θλιβερά που είχε ακούσει προηγουμένως.
«Πού να το βρω όμως το τηλέφωνο;» ρώτησε εύλογα ο ήρωάς μας. «Η Ράνια δεν πρόκειται να μου το δώσει. Άσε που δεν πρόκειται να μου ξαναμιλήσει»
«Η Ράνια όχι μόνο θα σου ξαναμιλήσει» είπε ο Ανδρέας, «αλλά και θα σου την πέσει πολύ ανοιχτά την επόμενη φορά! Να με θυμάσαι, και να ‘σαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο!»
Τα μάτια του Πέτρου έλαμψαν.
«Αλήθεια το λες αυτό;» είπε με ζωγραφισμένο τον ενθουσιασμό στο πρόσωπό του.
«Ναι, αλλά μη χαίρεσαι» τον προσγείωσε ο Ανδρέας, που κατάλαβε ότι ο Πέτρος είχε αρχίσει να πετάει από τη χαρά του. «Δεν θα σου την πέσει γιατί σε γουστάρει. Θα σου την πέσει για να σε ξαναβάλει σε κατάσταση αναμονής…»
«Ποια κατάσταση αναμονής;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος, χωρίς να καταλαβαίνει τι ήθελε να πει ο ποιητής Ανδρέας.
«Εννοώ να σε ξανακάνει σκυλάκι της. Να σου πουλάει ελπίδες κι εσύ σαν μαλάκας να τρέχεις από πίσω της, αλλά τον γκόμενό της να μην πρόκειται να τον εγκαταλείψει για πάρτη σου»
«Πώς το ξέρεις αυτό;» προβληματίστηκε ο Πέτρος.
«Ποιο; Ότι δεν πρόκειται να αφήσει το γκόμενό της;» ρώτησε ο Ανδρέας.
Ο Πέτρος έγνεψε καταφατικά.
«Είναι προφανές» εξήγησε ο Ανδρέας. «Είσαι ένα ρεμάλι αιώνιος φοιτητής, που συντηρείσαι από τους γονείς σου και δεν είσαι σε θέση ούτε μια δουλειά της πλάκας να πιάσεις. Αυτό δημιουργεί ενδοιασμούς στις γκόμενες που σε γνωρίζουν…»

Ο Πέτρος ένιωσε να πληγώνεται από τα φαρμακερά λόγια του Ανδρέα. Είχε επίγνωση όμως τώρα ότι ο τελευταίος δεν είχε σκοπό να τον προσβάλει, παρά να του εξηγήσει πώς έχει η κατάσταση, κι ας χρησιμοποιούσε σκληρές διατυπώσεις. Έτσι λοιπόν, δεν θεώρησε σκόπιμο να του απαντήσει και τον άφησε να συνεχίσει το συλλογισμό του.

«Επίσης, ο γκόμενος της Ράνιας έχει δικό του αμάξι, όπως μου είπες» συνέχισε ο Ανδρέας. «Εσύ ρε Πέτρο τι έχεις; Με τα λεωφορεία μετακινείσαι, και ενίοτε με τα πόδια. Ούτε λεφτά για ταξί δεν έχεις. Και ξέρεις, οι γκόμενες δεν θυσιάζουν εύκολα έναν γκόμενο με αυτοκίνητο, όσο μαλάκας κι αν είναι αυτός…»
«Μα καλά» πήρε το λόγο τότε ο Πέτρος, «αφού δεν έχω καμία ελπίδα με τη Ράνια, τότε πώς μου λες να χωθώ στην Ιωάννα;»
«Επειδή η Ιωάννα είναι διαφορετική» απάντησε αποφασιστικά ο Ανδρέας.
«Πώς το διαπίστωσες αυτό;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος. «Μόνο ένα τέταρτο πρόλαβες να τη γνωρίσεις!»
«Έχεις δει πολλές μουνάρες να κάνουν παρέα με μη μουνάρες;» ανέφερε ο Ανδρέας.
«Και τι μ’ αυτό;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Άκου να μαθαίνεις…» είπε ο Ανδρέας, και άρχισε να εξηγεί: «Αν η Ιωάννα ήταν συμφεροντολόγα, μαλακισμένη σαν τις άλλες, τότε δεν θα έκανε καν παρέα με μια λιγότερο όμορφη γκόμενα απ’ αυτήν, γιατί θα θεωρούσε ότι η φίλη της αποτραβάει τις παρέες με τους άνδρες από πάνω τους»
«Δηλαδή;» ρώτησε εκ νέου ο αρκετά -ακόμα- σουρωμένος Πέτρος.
«Τι δηλαδή ρε μαλάκα; Δεν καταλαβαίνεις;» αποκρίθηκε με εμφανή αγανάκτηση ο περισσότερο διαυγής Ανδρέας. «Είναι μια παρέα με δυο γκόμενες σε ένα μπαρ που ψάχνονται. Και δίπλα είναι μια παρέα με δύο μαλάκες που επίσης ψάχνονται. Αν μια από τις δύο γκόμενες είναι μπάζο και η άλλη ωραία, τότε και οι δύο μαλάκες θα σκεφτούν ότι αν τους την πέσουνε, ο ένας από τους δύο θα πάρει αναγκαστικά το μπάζο. Και επειδή κανείς δεν θέλει το μπάζο, τις αγνοούν και τις δύο. Έτσι λοιπόν, η ωραία γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν έχει και πολλές ελπίδες κάνοντας παρέα με ένα μπάζο, οπότε διαλέγει για φίλες της άλλες ωραίες…»
«Δεν το ‘χα σκεφτεί ποτέ αυτό…» είπε ο Πέτρος, όντας αρκετά προβληματισμένος με αυτά που άκουγε από το φίλο του.
«Εμ πού να το σκεφτείς ρε μαλάκα αφού αυτό που κοιτάς στις γκόμενες είναι οι απόψεις τους για το μαρξισμό!» απάντησε ο Ανδρέας, προκαλώντας το στιγμιαίο γέλιο του Πέτρου.
«Επίσης η Ιωάννα, όπως όλες οι γκομενάρες της κλάσης της, ενδέχεται να πάσχει από το σύνδρομο της ωραίας γκόμενας» συνέχισε ο ίδιος μετά από μια μικρή παύση.
«Τι είναι πάλι τούτο;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος, που η γκομενική ανάλυση του Ανδρέα τον είχε πιάσει στην κυριολεξία αδιάβαστο.
«Είναι όταν μια γκόμενα είναι τόσο ωραία, που όλοι κωλώνουν να της την πέσουν γιατί θεωρούν ότι δεν είναι για τα δόντια τους και το ‘χουν σίγουρο ότι θα φάνε χυλόπιτα. Πάει όμως ένας μαλάκας με τα μισά προσόντα, κοντός, χοντρός, άσχημος, βλάχος, φλώρος, ό,τι σκατά θες, και τη ρίχνει, γιατί δεν έχει ανταγωνισμό» εξήγησε ο Ανδρέας.
«Οπότε;» έκανε ο Πέτρος, σαν να περίμενε από τον Ανδρέα να ολοκληρώσει το συλλογισμό του με κάποια καίρια συμβουλή.
«Οπότε πας εσύ που έχεις όχι τα μισά, αλλά τα υπερδιπλάσια προσόντα και της την πέφτεις στο πολύ χαλαρό…» ήταν τελικά η καίρια συμβουλή του Ανδρέα.
«Ναι αλλά δεν έχω αμάξι, ούτε δουλειά όπως είπες…» ανέφερε ο Πέτρος.
«Σου είπα, σε αγαθές γκόμενες σαν την Ιωάννα δεν μετράνε αυτά» εξήγησε ο Ανδρέας. «Αυτή, και μόνο που είσαι στο Φυσικό, σε βλέπει σα θεό»

Υπάρχει όμως και ένα σημείο που έχει παραλειφθεί από το συλλογισμό του Ανδρέα, σαν κάτι ουσιώδες να μην έχει ληφθεί υπόψη σχετικά με την Ιωάννα, σκέφτηκε τότε ο Πέτρος.
«Δεν εξετάσαμε όμως την περίπτωση που τα έχει ήδη με κάποιον» σημείωσε, κοινοποιώντας τη σκέψη του στον Ανδρέα.
«Αποκλείεται» απάντησε κατηγορηματικά ο Ανδρέας. «Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα σε καλούσε σπίτι της να της φυστικώσεις, εχμ, γκουχ γκουχ, να της διδάξεις φιλοσοφία εννοώ...»
Ο Πέτρος γέλασε λίγο περισσότερο αυτή τη φορά.
«Μα δεν υπάρχει περίπτωση μια γκόμενα να θέλει να της διδάξουν φιλοσοφία;» ρώτησε ωστόσο.
Ο Ανδρέας δεν άντεξε και ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
«Η μόνη φιλοσοφία που θέλει μια γκόμενα να τη διδάξεις είναι το κάμα σούτρα» είπε, «ή για να είμαι πιο ακριβής, το χύσιμο στα μούτρα», και συνέχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά.

Ο Πέτρος συμπαρασύρθηκε κι αυτός σε γέλια, αν και με βαριά καρδιά ήταν η αλήθεια. Ο σεξισμός του φίλου του έσπαγε κόκκαλα, αλλά τόσο μεγάλος που ήταν, είχε ξεπεράσει κάθε αποδεκτό όριο, ώστε πλέον να μην είναι παρεξηγήσιμος. Ήξερε πως ο Ανδρέας έκανε πλάκα και δεν τα εννοούσε όλα αυτά. Θέλησε ωστόσο να το επιβεβαιώσει, για να 'χει τη συνείδησή του ήσυχη.
«Προφανώς κάνεις πλάκα και δεν τα εννοείς όλα αυτά…» ανέφερε.
Ο Ανδρέας σοβάρεψε απότομα.
«Φυσικά και τα λέω σοβαρά!» απάντησε ορθά-κοφτά.
Ο Πέτρος εξεπλάγη, αλλά δεν έκανε κάποιο σχόλιο. Και σοβαρά να μιλούσε ο Ανδρέας, δεν του πήγαινε του ίδιου ο ρόλος του ινστρούχτορα του politically correct που θα ψέξει το συνομιλητή του για σεξισμό. Θεώρησε όμως σκόπιμο να επαναφέρει την κουβέντα στο ζήτημα που τον απασχολούσε.
«Εμένα η καρδιά μου χτυπάει για τη Ράνια» είπε, σαν γνήσιος ευαισθητούλης, προκαλώντας το τρανταχτό γέλιο του Ανδρέα.
«Αχ ρε μαλάκα, είσαι γεννημένο θύμα…» αναστέναξε ο πραγματιστής μαθηματικός. «Όταν μιλάει η καρδιά, η λογική σηκώνει τα χέρια ψηλά»
«Μα τι να κάνω κι εγώ;» είπε προβληματισμένος ο Πέτρος.
«Ακολούθα την καρδιά σου, μέχρι να πληγωθείς και να σου γίνει μάθημα!» ανέφερε κυνικά ο Ανδρέας. «Τι άλλο να πω;»
Ο Πέτρος δεν μίλησε. Από τη μια ανακουφίστηκε που έπεισε το φίλο του για τα αγνά του αισθήματα και εξασφάλισε την έγκρισή του. Από την άλλη, προβληματίστηκε από την προκατάληψη του ίδιου ότι στο τέλος θα πληγωνόταν.
«Άκου όμως κάτι σημαντικό» φρόντισε να παρέμβει εκ νέου ο Ανδρέας. «Αν πραγματικά θες να ρίξεις τη Ράνια, δεν πρέπει επ’ ουδενί να την πάρεις τηλέφωνο, γιατί έτσι θα την προετοιμάσεις και θα στερηθείς το όπλο του αιφνιδιασμού. Ούτε εσύ να το σηκώσεις αν σε πάρει αυτή. Πρέπει να πας να τη βρεις από κοντά στο Πανεπιστήμιο χωρίς να το περιμένει, να την αρπάξεις από το χέρι και να της πεις ‘Πώς την έχεις δει ρε κοριτσάκι;’. Τότε θα νιώσεις το χέρι της να παραλύει στο δικό σου και πριν το σκεφτείς καθόλου τη φιλάς στο στόμα και την παραλύεις εντελώς»
«Αυτό δεν μπορώ να το κάνω!» δήλωσε κατηγορηματικά ο Πέτρος.
«Γιατί, gay είσαι;» τον αποπήρε ο Ανδρέας.
«Για να μην είναι κανείς gay πρέπει να αποπνέει βαρβατίλα δηλαδή;» εξήγησε ο αντισεξιστής ήρωάς μας.
«Αφού οι γκόμενες γουστάρουν τη βαρβατίλα, τι να κάνουμε;» ανέφερε στωικά ο Ανδρέας, κοιτάζοντας παράλληλα το ρολόι του και λέγοντας: «Όμως τώρα πρέπει να φύγω γιατί πήγε 12.30 και αύριο έχω να ξυπνήσω πρωί για να πάω να πάω στην εφορία για κάτι δουλειές»

Ο Πέτρος δεν ήθελε να το διαλύσουν τόσο γρήγορα, τώρα μάλιστα που συζητούσαν για τη Ράνια συγκεκριμένα. Ήθελε ν’ ακούσει κι άλλες συμβουλές απ’ τον Ανδρέα για το τι να κάνει με τη γυναίκα των ονείρων του. Ωστόσο, η εξάντλησή του ήταν τόση, που κι αυτός βιαζόταν να πάει σπίτι και να πέσει για ύπνο.

Έτσι, οι δύο φίλοι σηκώθηκαν από το παγκάκι και ανηφόρισαν προς την Κωλέττη, στη διασταύρωση της οποίας με τη Μεσολογγίου είχε παρκάρει τη μηχανή του ο Ανδρέας.

«Οδός Κωλέττη» έκανε ο Πέτρος κοιτώντας την ταμπέλα στην παρακείμενη πολυκατοικία, καθώς ο Ανδρέας ξεκλείδωνε τη μηχανή του. «Δώσανε σε δρόμο το όνομα του πρωθυπουργού της απόλυτης διαφθοράς. Σαν να ονόμαζες κάποιο δρόμο Οδό Μητσοτάκη ας πούμε…»
«Μην το λες αυτό το καταραμένο όνομα και μου τύχει κανένα ατύχημα…» ευφυολόγησε ο Ανδρέας καθώς έβαζε το κράνος του και ανέβαινε στη μηχανή, πράγμα που έκανε τον Πέτρο να γελάσει και πάλι.
«Και πού ‘σαι;» φώναξε και πάλι ο Ανδρέας σηκώνοντας το τζαμάκι του κράνους του, για να ακουστεί καθαρά, μιας και μόλις είχε βάλει μπρος και ο ήχος της μηχανής επισκίαζε τη φωνή του. «Τώρα που βρεθήκαμε, να κανονίσουμε να τα λέμε πιο συχνά»
«ΟΚ! Εννοείται» αποκρίθηκε ο Πέτρος, καθώς ο Ανδρέας γκάζωνε τη μηχανή και απομακρυνόταν.

Και έτσι, μια ακόμα μέρα τελείωνε για τον μεγάλο μας επαναστάτη, ο οποίος έβαλε μπρος να περπατήσει μερικά τετράγωνα ακόμα ως το σπίτι του. Η σωματική εξάντληση και διανοητική θολούρα που είχε αποκομίσει από το αλκοόλ δεν του επέτρεψε να επεξεργαστεί περαιτέρω τα όσα είχε συζητήσει με τον Ανδρέα. Το μόνο που είχε στο μυαλό του ο ήρωάς μας ήταν η εικόνα του κρεβατιού του στο οποίο αδημονούσε να σωριαστεί και να ξεραθεί στον ύπνο…

* * *

Η ώρα ήταν 1 το μεσημέρι, και ο Πέτρος έκανε φιλότιμες προσπάθειες να ξεκινήσει να διαβάζει για την εξεταστική. Ή για να είμαστε ακριβείς, να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να ξεκινήσει να διαβάζει για την εξεταστική. Το στάδιο της συνειδητοποίησης είναι ένα βασικό στάδιο που κάθε φοιτητής πρέπει να έχει περάσει πρώτα από αυτό, προτού ξεκινήσει να χώνεται μέσα σε τόνους στριφνών και δυσνόητων βιβλίων. Για τον Πέτρο, όπως και τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων φοιτητών, το διάβασμα για την εξεταστική δεν είχε καμία σχέση με την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου ή ενός πολιτικού δοκιμίου. Όπως η 40ημερη νηστεία της σαρακοστής ήταν μια δοκιμασία για τους πιστούς της χριστιανοσύνης, έτσι και η 40ημερη εξεταστική ήταν μια δοκιμασία για τους φοιτητές των ελληνικών πανεπιστημίων. Το ποια από τις δύο δοκιμασίες ήταν πιο επίπονη δεν ήταν σε θέση να ξέρει ο Πέτρος, μιας και δεν είχε περάσει καμία από τις δύο ποτέ του. Φαίνεται όμως, πως το πλήρωμα του χρόνου είχε έρθει για να διαβεί επιτέλους το κατώφλι της δεύτερης εξ αυτών.

Ένα πράγμα που τον αποθάρρυνε από το διάβασμα ήταν το ότι στο τραπέζι του επικρατούσε χάος. Βιβλία και περιοδικά, προλεταριακές εφημερίδες και αστικές φυλλάδες, προκηρύξεις από διάφορες γκρούπες που είχε μαζέψει σε πορείες, κούπες με υπολείμματα καφέ μέσα, ψίχουλα από σάντουιτς και ξεραμένα ζουμιά από σουβλάκια που βαριόταν να φάει στην κουζίνα και ένα τασάκι με άπειρες γόπες από τσιγάρα συνωστίζονταν όλα μαζί στο ίδιο γραφείο, που υποτίθεται είχε για διάβασμα. Το πρώτο πράγμα λοιπόν που έπρεπε να κάνει ήταν να καθαρίσει το γραφείο του. Μη έχοντας όμως καλή σχέση με την καθαριότητα –αστική αξία ως γνωστόν– σκέφτηκε το ενδεχόμενο να διαβάσει στο κρεβάτι.

«Με ποιο κωλομάθημα να ξεκινήσω;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος, καθώς κοίταζε τη βιβλιοθήκη του, τη γεμάτη από μαρξιστικά βιβλία, από την οποία έλαμπαν δια της απουσίας τους πολλά από τα βιβλία της σχολής του. Είναι αλήθεια ότι, είτε λόγω τεμπελιάς, είτε λόγω γενικότερης απαισιοδοξίας, δεν είχε αξιωθεί να πάει στη γραμματεία της σχολής να πάρει τα απαιτούμενα βιβλία. Δεν ήταν σίγουρος κιόλας αν είχε δηλώσει όλα τα μαθήματα που είχε σκοπό να δώσει. Όπως και να ‘χει, δεν κάθισε να το φιλοσοφήσει, και αρπάζοντας από το ράφι το ογκώδες βιβλίο της Μηχανικής Ι, την οποία χρωστούσε χρόνια τώρα, κάθισε στο κρεβάτι να διαβάσει.

Το βιβλίο της Μηχανικής ήταν αυτό που θα λέγαμε κατάλληλο για προσάναμμα. Μπορούσες βέβαια εναλλακτικά να το χρησιμοποιήσεις και σαν κωλόχαρτο, ή να το σκίσεις σε σελίδες και να τις απλώσεις στο πάτωμα σε περίπτωση που ήθελες να βάψεις κανέναν τοίχο. Σίγουρα πάντως, δεν ήταν για διάβασμα, και ο Πέτρος το διαπίστωσε αμέσως με ένα γρήγορο ξεφύλλισμα. Τόσο η ξύλινη καθαρευουσιάνικη γλώσσα, όσο και οι κακογραμμένοι μαθηματικοί τύποι, ακατανόητο το πώς έχουν προκύψει αλλά παρόλα αυτά χρησιμοποιούνταν, του ξύπνησαν οδυνηρές μνήμες από το δεύτερο έτος, όταν είχε προσπαθήσει να το ψευτοδιαβάσει, μήπως και το περάσει στα κλεφτά, όπως είχε τύχει να κάνει με άλλα μαθήματα, αλλά είχε νωρίς εγκαταλείψει αυτή την προσπάθεια. «Αυτός ο πουτάνας γιος ο καθηγητής δεν μπορεί να ψοφήσει επιτέλους να πάρει κανέναν άλλος το μάθημά του, μπας και αλλάξει το κωλοβιβλίο;» σκέφτηκε ο Πέτρος, και εκσφενδόνισε τη Μηχανική στον τοίχο από τα νεύρα του. Ήταν τόση η δύναμη με την οποία προσέκρουσε η Μηχανική στον τοίχο – ή για να ακριβολογούμε και να είμαστε μέσα στο πνεύμα της εξεταστικής, η ορμή της (ίσον μάζα επί ταχύτητα, στην προκειμένη περίπτωση μεγάλη μάζα επί μεγάλη ταχύτητα) – που προς στιγμή έμοιαζε να προκαλείται πρόβλημα στην στη μηχανική του ίδιου του τοίχου.

Έχοντας λοιπόν ο Πέτρος απηυδήσει με τη Μηχανική και το ξεφτιλισμένο εκπαιδευτικό σύστημα που τον υποχρέωνε να τη διαβάσει, αποφάσισε να κάνει ένα μικρό διάλειμμα από την επίπονη εργασία που είχε προηγουμένως αναλάβει –για την ακρίβεια είχε προσπαθήσει να αναλάβει– και να δει λίγη τηλεόραση. «Να πάει να γαμηθεί η πουτάνα η Μηχανική!» σκέφτηκε ομοιοκαταληκτικά ο ήρωάς μας, και εγκατέλειψε το υπνοδωμάτιο με προορισμό το σαλόνι.

Με το που έφτασε στο σαλόνι, ο αγωνιστής φοιτητής ξάπλωσε στον διθέσιο καναπέ, στον ίδιο καναπέ που είχε υπάρξει μάρτυρας του αποτυχημένου του καμακιού του στη Ράνια πριν λίγες βδομάδες, άρπαξε με μιας το τηλεκοντρόλ και πάτησε το μεγάλο πράσινο κουμπί που άνοιγε την προϊστορική ασπρόμαυρη τηλεόραση· την τηλεόραση που τη μισούσε όσο τίποτα στον κόσμο, προείχε όμως το μίσος του για την εξεταστική.

Δεν πέρασαν δύο με τρία δευτερόλεπτα και η τηλεόραση άνοιξε, δείχνοντας ALPHA, που εκείνη την ώρα είχε μια κουτσομπολίστικη μεσημεριανή εκπομπή. «Ωχ, αυτές τις μαλακίες δείχνει…» είπε μέσα του ο Πέτρος, αλλά δεν άλλαξε κανάλι. Ίσως επειδή μαγνητίστηκε από το μήνυμα στη λεζάντα στο κάτω μέρος της οθόνης: ‘ΑΓΑΠΟΥΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ ΜΟΥ ΑΛΛΑ ΟΤΑΝ ΕΚΕΙΝΟΣ ΑΠΟΛΥΘΗΚΕ ΑΠ’ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΝ ΑΦΗΣΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΑ ΕΝΑΝ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ’. Στην οθόνη επίσης αναγραφόταν: ‘ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: κα ΦΡΟΣΩ – ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ’, που προφανώς υποδείκνυε την τηλεθεάτρια που είχε το συγκεκριμένο πρόβλημα και είχε πάρει τηλέφωνο στην εκπομπή. «Ε ρε έγνοιες που έχει ο κόσμος…» σάρκασε ο Πέτρος, που οι δικές του έγνοιες επ’ ουδενί δεν συγκρίνονταν με αυτές της κυρα-Φρόσως. Ίσως δικαιούταν να πάρει κι αυτός τηλέφωνο στην εκπομπή και να μοιραστεί τον καημό του με τον κόσμο, και πρώτα απ’ όλα την προδοσία της Χριστίνας που τον στοίχειωνε ακόμα: ‘ΤΑ ΕΙΧΑΜΕ 8 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΟΤΙ ΜΕ ΘΑΥΜΑΖΕ ΣΑΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΓΥΡΙΣΕ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΤΗΚΕ ΕΝΑΝ ΚΑΡΑΒΑΝΑ’. Σίγουρα θα βρίσκονταν τηλεθεατές που θα συνέπασχαν μαζί του και θα του έστελναν μηνύματα συμπαράστασης μέσω της εκπομπής, ενώ είναι ζήτημα αν κανείς ένιωσε την παραμικρή συμπόνια προς την κυρα-Φρόσω. Ή να εξέθετε το πιο πρόσφατο πλήγωμα που είχε υποστεί, από τη Ράνια αυτή τη φορά, λέγοντας γι’ αυτήν: ‘ΕΝΩ ΤΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΜΕ ΑΛΛΟΝ, ΕΧΕΙ ΕΜΕΝΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟΦΥΛΑΚΤΕΙ ΜΗΠΩΣ ΑΛΛΕΣ ΦΙΛΕΣ ΤΗΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΠΕΣΟΥΝ, Η ΠΑΛΙΟΜΑΛΑΚΩ’. Το «παλιομαλάκω» στο τέλος ίσως ήταν πλεονασμός, και το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να προκαλέσει τη μήνη του ΕΣΡ, που δεν θα ανεχόταν ποτέ να δει ο λαός μια τέτοια ύβρη να αναγράφεται στην τηλεόραση, ενώ την ίδια στιγμή δεν έδινε δεκάρα για το αν ο ίδιος λαός δηλητηριάζεται επί καθημερινής βάσεως από τέτοιες σκουπιδοεκπομπές.

Σκεφτόμενος αυτά, ο Πέτρος ένιωσε απέραντη σιχασιά και άλλαξε γρήγορα κανάλι πατώντας ένα κουμπί στην τύχη, πέφτοντας στο STAR, που εκείνη την ώρα είχε ειδήσεις. Και τι ειδήσεις! «…Έρευνες αμερικανών επιστημόνων απέδειξαν ότι η κατάποση σπέρματος δεν ενδείκνυται για τα μοντέλα. Το καταπιωμένο σπέρμα είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαλυθεί από τα γαστρικά οξέα στο στομάχι, τα οποία, γι’ αυτό το σκοπό, κατακρατούν ορμόνες και έτσι εμποδίζεται η αρμονική ανάπτυξη του γυναικείου στήθους…». Ως background, το ρεπορτάζ παρείχε εναλλαγή μεταξύ light αισθησιακών σκηνών από τσόντες και αποκαλυπτικά ντυμένων μοντέλων να κάνουν πασαρέλα, σε μια προσπάθεια των υπευθύνων να δώσουν αισθητικό βάθος στην κατεξοχήν ρηχή είδηση που είχαν μόλις παρουσιάσει.

«Τι γίνεται ρε πούστη μου;» εξανέστη ο Πέτρος. «Τι σόι τηλεοπτική ενημέρωση μας παρέχει τελικά ο καπιταλισμός;». Στο νου του μεγάλου μας επαναστάτη ήρθε τότε η έμπνευση να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη Βόρεια Κορέα, τη μοναδική πλέον συνεπή σοσιαλιστική χώρα στον πλανήτη, της οποίας η κρατική τηλεόραση δείχνει επί μονίμου βάσεως εδώ και 60 χρόνια εργάτες και αγρότες, σε ηλιόλουστα χωράφια, με τα εργαλεία ανά χείρας και το χαμόγελο στα χείλη, να οικοδομούν το σοσιαλισμό…

Μέσα σε λιγότερο από ένα τέταρτο η ζούγκλα της ελληνικής τηλεόρασης τον είχε κάνει να επιθυμεί να συνεχίσει το διάβασμα για την εξεταστική. Βέβαια, αυτό δεν ήταν παρά μια σκέψη της στιγμής, μια σκέψη που κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα μόνο, για να μην πούμε κλάσματα του δευτερολέπτου, και ο μεγάλος αγωνιστής το μετάνιωσε γρήγορα, προτού ακόμα σηκωθεί απ’ τον καναπέ.

Ξαφνικά, άκουσε να βαράει το κινητό του, πράγμα που τον έκανε να τρέξει στο υπνοδωμάτιο, όπου το είχε αφήσει, να το σηκώσει. Η αναγνώριση κλήσης έγραφε ‘Μάνα’. «Ωχ» ήταν η πρώτη σκέψη του και οι υπόλοιπες ευκόλως εννοούνται.
«Ορίστε» έκανε βαριεστημένα σηκώνοντας το κινητό.
«Πέτρο αγόρι μου καλά είσαι;» του είπε η μάνα του.
«Καλά είμαι, τι θες;» αποκρίθηκε απότομα ο Πέτρος.
«Διαβάζεις;» τον ρώτησε, με κάποια διστακτικότητα είναι η αλήθεια.
«Και έλεγα ρε μάνα, δεν θα τη ρωτήσεις τη μαλακία σου;» απάντησε φοβερά ξενερωμένος ο Πέτρος.
«Πέτρο παιδί μου γιατί μου μιλάς έτσι; Τι σου έχω κάνει; Θέλεις να πεθάνω; Θέλεις το κακό μου;» άρχισε τις υποκριτικές υστερίες η μάνα του.
«Εσύ θέλεις το κακό μου!» φώναξε ο Πέτρος. «Έχεις φαγωθεί με το γαμημένο το διάβασμα!»
«Μα πώς θα γίνει Πέτρο μου; Δεν πρέπει να διαβάσεις;» ανέφερε με αγωνία η κυρα-Μαρία.
«Γι’ αυτό με πήρες; Για να μου σπάσεις τα νεύρα;» φώναξε ακόμα πιο δυνατά τώρα ο Πέτρος.
«Πέτρο, σε παρακαλώ, άκουσε με» είπε χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής της η κυρα-Μαρία, «το συζήτησα με τον πατέρα σου και αποφάσισα να έρθω στην Αθήνα τώρα που θα έχεις εξεταστική, να σε βοηθάω…»
Δεν πρόλαβε η κυρα-Μαρία να τελειώσει τη φράση της, και ένα τεράστιο «ΟΧΙ» από τη μεριά του Πέτρου επισκίασε την φωνή της, που μόνο με το «ΟΧΙ» του Μεταξά θα μπορούσε να παρομοιαστεί – αν και το «ΟΧΙ» το είπε στην πράξη ο λαός, μιας και ο Μεταξάς ήταν πάντα πράκτορας του 2ου γραφείου του γερμανικού επιτελείου.
«Δεν είσαι ευπρόσδεκτη στην Αθήνα, πάει και τελείωσε!»
«Μα να σου συγυρίζω και να σου μαγειρεύω θέλω, τόσο πολύ σε πειράζει;» εξήγησε στενοχωρημένη η κυρα-Μαρία.
«Να με κατασκοπεύεις θέλεις!» απάντησε περισσότερο νευριασμένος από ποτέ ο Πέτρος. «Να στέκεσαι σαν μπάτσος πάνω από το κεφάλι μου να βλέπεις αν διαβάζω! Η απάντηση είναι ΟΧΙ και πάρ’ το απόφαση!»
«Πέτρο, ο πατέρας σου δεν δέχεται κουβέντα!» είπε τότε η μάνα του, βάζοντας φρένο στη φόρα που είχε πάρει ο γιος της.
Ο Πέτρος ήξερε πως δεν μπορούσε ούτε κατά διάνοια να τα βάλει με τον αυταρχικό πατέρα του, ειδικά όταν ήξερε ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να του κόψει τα λεφτά για το νοίκι. Ήταν ένα ουσιαστικό πρόβλημα που δεν μπορούσε να ξεπεραστεί όσο και να ξεσπούσε στην φουκαριάρα τη μάνα του, οπότε αποφάσισε να αλλάξει στάση.
«Μα καλά» είπε τότε ο Πέτρος χαμηλώνοντας απότομα τον τόνο της φωνής του, «θα τα βγάλει πέρα ο πατέρας μόνος του στο μανάβικο αν εσύ έρθεις Αθήνα;»
Ήταν φανερό ότι κάτι τέτοιο δεν τον ένοιαζε, απλά προσπαθούσε να μεταπείσει με κάθε τρόπο τη μάνα του από το να έρθει και να του φορτωθεί για την εξεταστική.
«Έχει προσλάβει μια κοπελίτσα για βοηθό και θα την απασχολεί τα πρωινά» εξήγησε η κυρα-Μαρία.
«Ρε τον πορνόγερο τον πατέρα μου, δεν βάζει μυαλό!» σκέφτηκε ο Πέτρος, «Λες τελικά να αγόρασε την BMW για τις γκόμενες;» αλλά δεν κοινοποίησε φυσικά τις σκέψεις του στη μητέρα του για να μην την πληγώσει. Τα τσιλιμπουρδίσματα του κυρ-Γιάννη με πιτσιρίκες ήταν κοινό μυστικό στη Χαλκίδα, το οποίο όμως έδειχνε να αγνοεί πλήρως ένα βασικό πρόσωπο-κλειδί: η γυναίκα του.
«Επίσης, θα πηγαίνει και θα τον βοηθάει ο Αλέξανδρος τα απογεύματα» συνέχισε η κυρα-Μαρία.
«Ο… Αλέξανδρος;» έκανε έκπληκτος ο Πέτρος, μην πιστεύοντας στα αυτιά του, καθώς δεν είχε την παραμικρή εμπιστοσύνη για τίποτα στο μικρό του αδερφό, πόσο μάλλον να αναλάβει, κατά τα ελληνικά πρότυπα κι αυτός, την οικογενειακή επιχείρηση.
«Ναι» έκανε η μάνα του. «Είναι μια ευκαιρία να ξεκολλήσει και από το computer. Δεν διαβάζει που δεν διαβάζει, γιατί να μην αρχίσει να μπαίνει στο επάγγελμα σιγά σιγά; Κάποιος πρέπει να πάρει το μανάβικο. Μιας και εσύ δεν ενδιαφέρεσαι, αφού προορίζεσαι για επιστήμονας…»
«Ναι, σε 10 χρόνια που θα πάρω πτυχίο…» αυτοσαρκάστηκε, μέσα του όμως, ο Πέτρος. Δεν θεώρησε σκόπιμο να στενοχωρήσει τη μάνα του και να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση.
«Λοιπόν θα ξεκινήσω μεθαύριο Πέμπτη με το ΚΤΕΛ. Θα σου φέρω και φαγητά που έφτιαξε η γιαγιά…»
«Καλά, καλά, σε αφήνω τώρα, γιατί πάω να φάω» έκανε ο Πέτρος, και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο.

Ο αγωνιστής ήρωάς μας καθόταν στο κρεβάτι του προβληματισμένος. Μια μακρά δύσκολη περίοδος διαγράφονταν στον ορίζοντα, και δεν είχε καν προετοιμαστεί ψυχολογικά γι’ αυτήν. Μήπως να τα παρατούσε όλα και να πήγαινε μια ώρα αρχύτερα στο Ιράκ να πολεμήσει στο πλευρό της αντίστασης, όπως ήταν μέσα στα μελλοντικά του σχέδια; Λιγότερες δυσκολίες σίγουρα θα αντιμετώπιζε εκεί πέρα, ούτε θα είχε τη μάνα του πάνω από το κεφάλι του να τον επιβλέπει. Πριν όμως πάρει μια τόσο μεγάλη απόφαση, έπρεπε πρώτα να καταπολεμήσει την πείνα του, που είχε αρχίσει να τον θερίζει. Κι επειδή όπως κάθε γνήσιος επαναστάτης φοιτητάριος δεν τα πήγαινε καλά με τη μαγειρική, άρπαξε το τηλέφωνο για να παραγγείλει φαγητό απ’ έξω…

* * *

Είχε πάει 4 το απόγευμα, και ο Πέτρος βρίσκονταν ακόμα στη φάση της ψυχολογικής προετοιμασίας για να διαβάσει για την εξεταστική. Ήταν κάπως νωρίς είναι η αλήθεια για να βάλει μπρος το διάβασμα, μιας και η εξεταστική άρχιζε επίσημα σε 2 βδομάδες από τώρα, όμως ο όγκος των μαθημάτων που χρωστούσε όσο και το έτος που βρισκόταν ήταν και τα δύο τόσο μεγάλα, που έπρεπε να ξεκινήσει όσο γίνεται πιο σύντομα. Ένας από τους λόγους που τον καθήλωνε και δεν ξεκινούσε, ήταν το βαρυστομάχιασμά του από τα δύο τσίσμπεργκερ με πατάτες που παρήγγειλε από το φαστφουντάδικο της γειτονιάς.

Προσπάθησε να κοιμηθεί για μεσημέρι, αλλά το γεγονός ότι είχε ξυπνήσει στις 12 και είχε πιει ήδη έναν καφέ τον έκανε να μην μπορεί να τον πάρει ο ύπνος με τίποτα.

Το κρύο έξω ήταν τσουχτερό και ο καιρός συννεφιασμένος, πράγμα που δεν ευνοούσε κάποια βόλτα εκείνη τη στιγμή. Άσε που δεν είχε κανέναν να πάρει τηλέφωνο. Ο Ανδρέας θα είχε σίγουρα μάθημα στο φροντιστήριο, ο δε Χρήστος δεν θα είχε γυρίσει ακόμα από Λάρισα. Προς στιγμή σκέφτηκε να πεταχτεί ως την πλατεία Εξαρχείων και να αγοράσει κάποια αριστερίστικη εφημερίδα, αλλά βαριόταν όσο τίποτα να σηκωθεί. Ήταν το φάντασμα της εξεταστικής που τον είχε αποδιοργανώσει τελείως, και δεν μπορούσε να πάρει την παραμικρή πρωτοβουλία. «Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από το φοιτηταριάτο. Το φάντασμα της εξεταστικής» σκέφτηκε ο Πέτρος, «και το γαμημένο δεν ξορκίζεται με τίποτα!»

Μέχρι ο Πέτρος να βγει από το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει, το κουδούνι του θυροτηλέφωνου χτύπησε. «Ποιος να είναι άραγε;» αναρωτήθηκε και σηκώθηκε να πάει να απαντήσει.

«Εμπρός;» είπε, έχοντας πατημένο το κουμπί του θυροτηλεφώνου.
«Άνοιξε ρε δάσκαλε!» ακούστηκε μια φωνή από κάτω. Ήταν του Χρήστου!
«Χρηστάρα;» φώναξε ο Πέτρος, «Έλα πάνω!» και πάτησε το κουμπί με το κλειδί.

Δεν πέρασε ένα λεπτό και ο Χρήστος χτύπησε και το κουδούνι της πάνω πόρτας.

«Καλώς τον!» έκανε όλο χαρά ο Πέτρος, ανοίγοντας την πόρτα.
«Καλώς σε βρήκα δάσκαλε!» απάντησε ο Χρήστος δίνοντας το χέρι του, και μπήκε μέσα.
«Πότε γύρισες;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Χτες το βράδυ» απάντησε ο Χρήστος. «Είχα βαρεθεί τη ζωή μου στη Λάρισα και είπα να έρθω μια ώρα νωρίτερα»
«Εγώ να δεις πόσο βαρέθηκα στη Χαλκίδα» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Έλα άραξε!» είπε και έκλεισε την εξώπορτα πίσω του.

Οι δυο νέοι πήραν θέση στον καναπέ.
«Μου φτιάχνεις ένα καφέ;» ρώτησε αμέσως τον Πέτρο ο Χρήστος.
«Βαριέμαι ρε μαλάκα» απάντησε νωχελικά ο Πέτρος. «Πήγαινε φτιάξε μόνος σου αν θες, αν βρεις καθαρό ποτήρι»
«Ω καλά, βαριέμαι κι εγώ» απάντησε ο Χρήστος.
«Έχω όμως πορτοκαλάδα στο ψυγείο» τον ενημέρωσε εναλλακτικά ο Πέτρος.
«Ωραία, πάω να βάλω ένα ποτήρι» είπε ο Χρήστος και έτρεξε στην κουζίνα.
«Ναι, αλλά βάλε σε πλαστικό ποτήρι, για να μην πλένω μετά» επισήμανε με αποφασιστικότητα ο Πέτρος.
«Λες και πλένεις ρε μαλάκα ποτέ…» φώναξε ο Χρήστος από την κουζίνα.

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ο Χρήστος γύρισε με ένα γυάλινο ποτήρι με πορτοκαλάδα στο χέρι. Ο Πέτρος ένιωσε να ξενερώνει απίστευτα στη θέα του γυάλινου ποτηριού, καθώς σκέφτηκε ότι έπρεπε μετά να το πλύνει, αλλά πριν προλάβει να πει τίποτα, ο Χρήστος τον καθησύχασε λέγοντάς του, καθώς έπαιρνε θέση στον καναπέ:
«Το ξέρω ότι έχεις βαρέσει σύφιλες και σκέφτεσαι ότι πρέπει να πλύνεις το ποτήρι μετά, αλλά είναι ευκαιρία κάποτε να μάθεις να κάνεις τις δουλειές του σπιτιού! Πρέπει να είσαι έτοιμος για όταν θα παντρευτείς…»
«Ρε ουστ από δω ρε! Άκου εκεί να παντρευτώ!» σχολίασε εν είδει αποστροφής ο Πέτρος, που σαν ασυμβίβαστος επαναστάτης που ήταν, ήταν σθεναρά κατά του γάμου. Ακόμα και με τη Χριστίνα, που ήταν 8 χρόνια μαζί, δεν είχε κατά νου να παντρευτεί, και ίσως ήταν τελικά αυτό η αιτία που χωρίσανε.
«Ε τώρα… αφού βρήκαμε νύφη, να την αφήσουμε αστεφάνωτη;» ανέφερε περιπαικτικά ο Χρήστος.
«Ποια νύφη;» ρώτησε με περιέργεια ο Πέτρος, που, έχοντας το μυαλό του στη Χριστίνα, δεν κατάλαβε ποια υπαινίσσονταν ο πιτσιρικάς.
«Ε τη Ράνια! Ποια άλλη;» εξήγησε φυσιολογικά ο Χρήστος.
Ο Πέτρος ξενέρωσε κι άλλο, αλλά φρόντισε να μην το δείξει.
«Γιατί δεν μιλάς; Σου έριξε κι άλλη χυλόπιτα;» συνέχισε ο μικρός.
«Γιατί; Πότε μου έριξε την πρώτη;» απόρησε ο Πέτρος.
«Έλα ρε μαλάκα, την άλλη φορά που είχε έρθει εδώ και την πήρε μετά ο γκόμενός της με το αμάξι!» εξήγησε ο Χρήστος.
«Πιάνεται για χυλόπιτα αυτό;» ρώτησε με μια δόση απογοήτευσης και περιέργειας ο Πέτρος.
«Ε ναι» απάντησε ατάραχα ο Χρήστος, «σε ξεφτίλισε με το χειρότερο τρόπο!»

Ο Πέτρος κατσούφιασε απότομα και προς στιγμή έδειξε να καταβάλλεται ψυχολογικά. Ο Χρήστος είχε μόλις πει την ψυχρή αλήθεια με το όνομά της: η Ράνια τον είχε διασύρει πολύ άσχημα και εκείνος εξακολούθησε να ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Παράλληλα όμως, τα λόγια του μικρού του φίλου λειτούργησαν ως ξυπνητήρι μέσα του.

«Ναι, αλλά την ξεφτίλισα κι εγώ!» είπε τελικά ο Πέτρος, ανακτώντας τη χαμένη του ανδρική τιμή. Που ναι μεν η ανδρική τιμή δεν είναι παρά για ένα κατάλοιπο της πατριαρχίας, ένα υπόλειμμα μιας ξεπερασμένης φαλλοκρατικής νοοτροπίας, είναι δε χρήσιμο να την επικαλείται κανείς όταν μια γυναίκα έχει ξεριζώσει και ποδοπατήσει την καρδούλα του, και, το κυριότερο, δεν του κάθεται.

«Τι της έκανες δηλαδή;» ρώτησε ο Χρήστος. «Την πήρες από τον κώλο;»
Ο Πέτρος τον κοίταξε με μια δόση ανεκτικής συμπάθειας. Ο φίλος του ήταν υπερβολικά ανώριμος και κάφρος και προβοκάριζε κάθε σοβαρή συζήτηση, και κάτι τέτοιο μόνο τον οίκτο του μπορούσε να προκαλέσει. Ο Χρήστος αποκρίθηκε προσποιούμενος το αθώο μαθητούδι που ο δάσκαλος τον επέπληξε για κάποια αταξία, γουρλώνοντας τα μάτια του σαν βάτραχος. Στο τέλος δεν άντεξε κανείς από τους δύο και έβαλαν μαζί τα γέλια.
«Μα πού σε βρήκανε εσένα ρε μαλάκα;» απάντησε ο Πέτρος εν μέσω γέλιων.
«Λέγε ρε μαλάκα, τη γάμησες;» ρώτησε επιτακτικά ο Χρήστος.
«Όχι ρε μαλάκα!» απάντησε ο Πέτρος. «Τσακωθήκαμε! Βασικά αυτή τσακώθηκε μαζί μου, γιατί εγώ δεν αντιλήφθηκα τίποτα»
«Τι έγινε δηλαδή;» ρώτησε με αγωνία ο Χρήστος.
«Ε είχαμε βγει που λες εγώ και ένας φίλος, ο Ανδρέας, δεν τον έχεις γνωρίσει, και ήρθε κι αυτή με μια φίλη της…»
«Καλό μουνί η φίλη της;» πετάχτηκε και ρώτησε ο Χρήστος, σαν να ήθελε να αποσαφηνίσει το πιο σημαντικό σημείο της ιστορίας.
«Περίμενε ρε, θα φτάσω κι εκεί! Μη με διακόπτεις!» απάντησε ο Πέτρος. «Που λες ήμασταν έξω και βγήκαμε μαζί τους…»
«Αφού ήσασταν ήδη έξω πώς βγήκατε;» τον διέκοψε και πάλι ο Χρήστος.
«Ε με μπέρδεψες με τις μαλακίες σου!» φώναξε ο Πέτρος, συνεχίζοντας σε χαμηλότερο τόνο: «Άκου και μη με ξαναδιακόψεις… Λοιπόν, είχα βγει έξω με τον Ανδρέα, ένα φίλο που είχαμε να τα πούμε πολλά χρόνια γιατί είχε πάει φαντάρος, δούλευε κιόλας. Τέλος πάντων…»
«Ποιος τον γαμεί τον Ανδρέα!» τον διέκοψε για τρίτη φορά ο Χρήστος, «Πες μου τώρα για την γκόμενα!»
«Καλά καλά» έκανε ο Πέτρος, «Λοιπόν, τι λέγαμε; Α ναι, ήμουνα έξω με τον Ανδρέα και του εξήγησα πώς είχε η κατάσταση με τη Ράνια, και μου είπε να της στείλω ένα μήνυμα να έρθει να μας συναντήσει. Ξέχασα να σου πω, είχα βγει την προηγούμενη μέρα με τη Ράνια, και είχε γίνει μια ψιλοχοντροπαρεξήγηση μεταξύ μας. Είχα πάει στο ψιλικατζίδικο να πάρω μια cosmo-κάρτα όσο αυτή είχε πάει στην τουαλέτα και μόλις γύρισε δεν με βρήκε… Πιο πριν είχε πει κάτι μαλακίες ότι δεν παίρνει το μετρό γιατί έχει λέει ζητιάνους και βρωμάνε. Την άλλη μέρα με τον Ανδρέα της έστειλα μήνυμα να έρθει να μας βρει, να της ζητήσω συγνώμη, και ήρθε με μια φίλη της στο μαγαζί. Την Ιωάννα. Ο Ανδρέας μου είπε ότι η Ιωάννα με γούσταρε. Αλλά η Ράνια ζήλεψε που με γούσταρε η Ιωάννα, όπως λέει ο Ανδρέας, και έτσι που λες, η Ράνια τράβηξε την Ιωάννα και έφυγαν από το μαγαζί…»
«Το μόνο που κατάλαβα ήταν ότι η Ράνια ζήλεψε που σε γούσταρε η Ιωάννα» ανέφερε ο Χρήστος, αφού ο Πέτρος τελείωσε την περιγραφή του. Ήταν γεγονός ότι ο πάλαι ποτέ ηγέτης της Θραύσης, αν και γενικά χειριζόταν άψογα τον προφορικό λόγο, λόγω της πίεσης που του ασκούσε ο μικρός του φίλος, είχε φάει ένα άνευ προηγουμένου κόλλημα και δεν μπόρεσε να διατυπώσει με σαφήνεια αυτά που ήθελε να πει.
«Συγκρατώ όμως το τελευταίο που είπες» σημείωσε ο Χρήστος, «ότι σε γούσταρε η Ιωάννα. Και επανέρχομαι στην αρχική μου ερώτηση: ωραίο μουνί η Ιωάννα;»
«Ναι, πολύ ωραίο» απάντησε ο Πέτρος, για να αυτοδιορθωθεί: «Εεε, πολύ ωραία ήθελα να πω». Το γεγονός ότι στην αρχή χρησιμοποίησε ουδέτερο γένος για το επίθετο «ωραίος» και όχι θηλυκό, υποδήλωνε μια έμμεση αποδοχή του σεξιστικού προσδιορισμού «μουνί» προς την Ιωάννα, που δεν τον εξέφραζε, γι’ αυτό έκρινε σκόπιμο να διορθώσει το γένος και να πει «ωραία» αντί για «ωραίο». Το «ωραία» αναφέρονταν στους μη φορτισμένους προσδιορισμούς «γυναίκα», «κοπέλα», «κοπελιά» που αντιλαμβάνονταν τη γυναίκα ως ολότητα και όχι ως σκεύος ηδονής. Ενδεχομένως όμως να αναφέρονταν και στον σεξιστικό όρο «γκόμενα» ο οποίος επίσης αγνοεί τον βαθύτερο ψυχικό κόσμο της γυναίκας και επικεντρώνεται στα εξωτερικά της χαρακτηριστικά, οπότε φρόντισε να κάνει μια ακόμα διευκρίνιση: «Πολύ ωραία κοπέλα εννοώ».
«Μουνάρα με λίγα λόγια…» συμπλήρωσε ο Χρήστος, μηδενίζοντας τις αντισεξιστικές διαθέσεις του συνομιλητή του.
«Εμένα όμως με νοιάζει η Ράνια και μόνο!» είπε ο Πέτρος.
«Κι ας τα ‘χει με άλλον;» ρώτησε ο Χρήστος.
«Κι ας τα ‘χει» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Κι ας φέρθηκε σαν τσουλάκι;» ρώτησε εκ νέου ο Χρήστος.
«Κι ας φέρθηκε» αποκρίθηκε εκ νέου ο Πέτρος.
«Θα… σε χάλαγε δηλαδή να γαμήσεις τη φίλη της;» ρώτησε ρητορικά ο Χρήστος.
«Αυτό δεν μπορώ να το κάνω!» δήλωσε αποφασιστικά ο Πέτρος.
«Γιατί, gay είσαι;» τον αποπήρε ο Χρήστος.
«Κοίτα να δεις… το ίδιο ακριβώς μου είπε ο Ανδρέας!» ανέφερε έκπληκτος ο Πέτρος, θυμούμενος τα λόγια του μαθηματικού φίλου του τις προάλλες.
«Τι, ότι είσαι gay;» έκανε ο μικρός.
«Ναι, επειδή δεν πάω να πιάσω από τη Ράνια από το χέρι και να της ζητήσω εξηγήσεις» εξήγησε ο Πέτρος.
«Σε πήραν όλοι χαμπάρι ρε μαλάκα!» φώναξε τότε ο Χρήστος αλλά ο Πέτρος δεν πτοήθηκε. Ακόμα κι αν τον λέγανε gay οι φίλοι του, αυτός αντιλαμβανόταν τον πολιτισμένο και σεβαστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε το άλλο φύλο όχι ως δειλία αλλά ως στοιχείο ανδρείας.
«Επιμένεις τελικά για τη Ράνια, ε;» έκανε ξενερωμένος ο Χρήστος.
Ο Πέτρος δεν χρειάστηκε να απαντήσει λεκτικά· ο αγωνιώδης τρόπος με τον οποίο κοιτούσε το συνομιλητή του περιμένοντας μια συμβουλή μαρτυρούσε από μόνος του την απόλυτη κατάφασή του.
«Πάρ’ την ένα τηλέφωνο και ζήτα της να συναντηθείτε» ήταν τελικά, όπως αναμενόταν, η συμβουλή του Χρήστου.
«Ο Ανδρέας μου είπε να επιδιώξω να την πετύχω στο Πανεπιστήμιο, και καλά τυχαία, ώστε να την αιφνιδιάσω» εξήγησε ο Πέτρος. «Αν την πάρω τηλέφωνο πιο πριν, θα προλάβει να προετοιμαστεί και θα είναι τότε πιο δύσκολο»
Ο Χρήστος έκανε μια παύση για μερικά δευτερόλεπτα να σκεφτεί, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.
«Λοιπόν δάσκαλε» είπε τελικά ο μικρός, «νομίζω πως ο Ανδρέας έχει δίκιο. Πρέπει να πας στο Χημικό και να την αναζητήσεις εκεί. Θα έρθω μαζί σου αν θες για back-up»
«Ωραία» έκανε ο δάσκαλος. «Δεν μου λες όμως ρε… το Χημικό είναι τεράστιο. Πώς θα την βρούμε;»
Ο Χρήστος έμεινε για λίγο σκεφτικός. Δίπλα του ο Πέτρος τον κοίταζε με αγωνία.
«Το βρήκα!» έκανε τελικά ο μικρός προβοκάτορας.
«Τι βρήκες;» τον ρώτησε με αγωνία ο Πέτρος.
Ο Χρήστος δεν απάντησε, αντ’ αυτού έθεσε μια νέα ερώτηση: «Έχεις ίντερνετ;»
«Τι σχέση έχει αυτό;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος.
«Έχει. Πες, έχεις ίντερνετ;» επέμενε ο Χρήστος.
«Τι ίντερνετ να έχω!» απάντησε ο Πέτρος, «Εδώ δεν έχω υπολογιστή…»
«Ο Δημήτρης δίπλα;» ρώτησε τότε ο μικρός.
«Πού να ξέρω…» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «λογικά μάλλον θα έχει»
«Είναι εδώ ο μαλάκας;» ρώτησε ο Χρήστος
«Ναι, δεν νομίζω πως είχε φύγει καν για Χριστούγεννα» εξήγησε ο Πέτρος.
«Ωραία» είπε ο μικρός. «Πάμε σπίτι του να τσεκάρουμε το πρόγραμμα των μεταπτυχιακών του Χημικού στο ίντερνετ. Να δούμε πότε έχει μάθημα η Ράνια»
«ΟΚ, πάμε να του χτυπήσουμε!» είπε ενθουσιασμένος ο Πέτρος με την ιδέα του φίλου του και άρχισε να τρέμει από αγωνία.

Με ένα γρήγορο σάλτο λοιπόν οι δύο νέοι βρέθηκαν να χτυπούν το κουδούνι του Δημήτρη. Καμία ανταπόκριση όμως.
Συνέχισαν να χτυπούν. Τίποτα και πάλι.
«Δεν θα ‘ναι εδώ» είπε τότε ο Χρήστος.
«Μπα, εδώ είναι, απλά παίζει να κοιμάται» εξήγησε ο Πέτρος. Ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη του ήρωά μας να χρησιμοποιούσε τον υπολογιστή του γείτονά του που δεν τον απασχολούσε αν διατάραζε την ιερή γι’ αυτόν –όπως και για κάθε φοιτητή– στιγμή του ύπνου.
Άρχισαν τότε να κοπανούν την πόρτα.
«Ποιος;» ακούστηκε τελικά από μέσα η βαριεστημένη φωνή του Δημήτρη.
«Ο Πέτρος είμαι» απάντησε ο ομώνυμος αγωνιστής.
Ο Δημήτρης άνοιξε την πόρτα και εμφανίστηκε με τις πυτζάμες και τσίμπλες στα μάτια.
«Ωχ, ρε συγνώμη! Σε ξύπνησα;» έκανε εντελώς υποκριτικά ο Πέτρος.
«Τι ώρα είναι;» ρώτησε ο Δημήτης.
«4 και μισή κάπου» απάντησε ο Πέτρος που δεν είχε το κινητό του απάνω του να δει την ακριβή ώρα, ούτε φορούσε ρολόι χεριού.
«Πω…» έκανε ο Δημήτρης, νιώθοντας το κεφάλι του βαρύ από τον ύπνο.
«Τώρα ξύπνησες για πρωί ρε μαλάκα;» παρενέβη ο Χρήστος. «Μη μου πεις ότι καθόσουν και διάβαζες για την εξεταστική μέχρι τα ξημερώματα…»
«Τι θέλετε;» ρώτησε τότε ο Δημήτρης που ήταν πολύ νυσταγμένος για να κάτσει ν’ απαντήσει στη βλακεία που εκστόμισε ο μικρός.
«Θέλουμε το ίντερνέτ σου για λίγο» εξήγησε ο Χρήστος, «Θέλει ο Πέτρος να τσεκάρει κάτι για μια γκόμενα. Να μπούμε;»
Ο Μήτσος έβγαλε ένα δυνατό χασμουρητό που προς στιγμήν φάνηκε ότι θα σκιζόταν το σαγόνι του.
«Ελάτε» είπε εν μέσω του χασμουρητού, «Εγώ πάω να την πέσω πάλι…»

Με τα πολλά, ο Δημήτρης είχε ξανακοιμηθεί ενώ ο Χρήστος με τον Πέτρο είχαν πάρει θέση μπροστά από τον υπολογιστή του. Τον υπολογιστή του που πλαισιωνόταν από αμέτρητα ποτήρια του φραπέ με ξεραμένα υπολείμματα μέσα που ο Δημήτρης βαριόταν προφανώς να μαζέψει και να πλύνει ενώ το τασάκι του έσφυζε από χρησιμοποιημένα τσιγάρα παντός τύπου, κανονικά και «περίεργα», για να μη μιλήσουμε για τα πεταμένα σε διάφορα σημεία ρούχα ή για την αποπνικτική δυσωδία κλεισούρας που απέπνεε εν γένει το σπίτι.

«Άντε γαμώ το μουνί της μάνας του! Μια ώρα να ανοίξει η μαλακία!» έκανε τσαντισμένος ο μικρός καθώς περίμενε να φορτωθούν τα Windows.
«Μη φωνάζεις ρε μαλάκα! Κοιμάμαι!» ακούστηκε η φωνή του Δημήτρη από το μέσα δωμάτιο.
«Κάνε ρε λίγο ησυχία…» είπε τότε ο Πέτρος στο Χρήστο, νιώθοντας τύψεις που είχε ήδη μια φορά προηγουμένως ξυπνήσει το γείτονά του.

Πέρασαν δύο ολόκληρα λεπτά και τα Windows είχαν επιτέλους φορτωθεί. Τα τόσα και τόσα παιχνίδια που είχε εγκατεστημένα ο Δημήτρης καθυστερούσαν υπερβολικά την εκκίνηση του υπολογιστή.
«Τι σύνδεση έχει; Dial-up;» ρώτησε τότε ο Χρήστος.
«Τι είναι αυτό;» απόρησε ο Πέτρος.
«Σοβαρά μιλάς δεν ξέρεις τι είναι το dial-up;» ρώτησε και πάλι ο Χρήστος χωρίς να μπορεί να πιστέψει στ’ αυτιά του.
«Όχι, πού να ξέρω;» απάντησε ο Πέτρος.
«Καλά δάσκαλε, μιλάμε είσαι Πολ-Ποτ!» σάρκασε τον Πέτρο ο μικρός του φίλος. «Είναι δυνατόν να μην ξέρεις τι είναι dial-up
«Εδώ ρε μαλάκα δεν ξέρω τι είναι το ίντερνετ» εξηγήθηκε ο Πέτρος, «το dial, πώς σκατά το είπες, θα ξέρω;»
Όντως, ο Χρήστος είχε δίκιο. Ο Πέτρος ήταν τόσο τεχνοφοβικός –από μη εξοικείωση με την τεχνολογία μάλλον παρά λόγω ιδεολογίας– που μόνο με τον καμποτζιανό ηγέτη θα μπορούσε να παρομοιαστεί.
«Γάμα το, το βρήκα» έκανε ο Χρήστος. «Έχει εδώ ένα εικονίδιο Otenet»
Ο Πέτρος μπερδεύτηκε ακόμα περισσότερο, αλλά δεν αποπειράθηκε να ζητήσει από το φίλο του να κάνει κάποια διευκρίνηση, για να μην εκτεθεί παραπάνω.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο υπολογιστής είχε επιτέλους συνδεθεί στο ίντερνετ. Ο Χρήστος είχε ανοίξει το μενού «έναρξη» και, βρίζοντας, έψαχνε για κάτι, το οποίο ο Πέτρος αγνοούσε τελείως.
«Ρε το μαλάκα» έκανε τότε ο Χρήστος, «δεν έχει mozilla ο άχρηστος! Δεν γαμιέται… Θα μπω με explorer».
«Τι είναι το explorer;» ρώτησε ο Πέτρος, μη μπορώντας αυτή τη φορά να καταπιέσει την περιέργειά του.
«Ό explorer είναι σύντροφε, όχι τό explorer!» απάντησε ο Χρήστος. «Είναι άντρας. Είναι ένα πρόγραμμα με το οποίο σερφάρει κανείς στο ίντερνετ»
«Ααα, τώρα κατάλαβα…» προσποιήθηκε ότι κατάλαβε ο πολ-ποτικός επαναστάτης, ενώ μέσα του ένιωθε ανείπωτη ντροπή που δεν ήξερε βασικά πράγματα για τους υπολογιστές. Το μέσο εκείνο που σύμφωνα με πολλούς, μαρξιστές και μη, θεωρητικούς θα αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για την οργάνωση της μελλοντικής κοινωνίας και οικονομίας σε σοσιαλιστική βάση.

Δεν πέρασε μισό λεπτό και ο Χρήστος είχε μπει στη σελίδα του Χημικού.
«Λοιπόν…» έκανε, «έχουμε και λέμε… Κατ’ αρχήν πώς λέγεται το μεταπτυχιακό της;»
«Χμμμ» έκανε ο Πέτρος, «Βιοχημεία νομίζω μου είχε πει. Ναι, Βιοχημεία!»
«Βιοχημεία…» επανέλαβε ο Ηρακλής Πουαρώ-Χρήστος. «Λοιπόν, έχουμε και λέμε… Αυτή η σελίδα έχει τα προγράμματα των μεταπτυχιακών… Εδώ λέει για τη Βιοχημεία… Ώπα! Έχουν αύριο στις 10 Κυτταρική Βιολογία… Και μετά, Γενετική στις… 11, και σχολάνε στις… 12. Μετά δεν έχουν κάποιο μάθημα. Λοιπόν, πώς σου φαίνεται;»
«Αποκλείεται να έχω ξυπνήσει στις 10» απάντησε ο Πέτρος, «Πάμε στις 12 καλύτερα. Ας ελπίσουμε βέβαια ότι θα έχει έρθει στο μάθημα»
«Μεταπτυχιακό είναι, λογικά θα έρθει» ανέφερε ο Χρήστος. «Το πολύ αν δεν έχει έρθει, καθόμαστε για κανένα καφέ»
«Έγινε!» έδωσε την τελική συγκατάθεσή του ο Πέτρος.

Σαν μια αναλαμπή να ‘ρθε τότε στο μυαλό του Χρηστάκη, ο οποίος είπε στο δάσκαλό του:
«Ξέρεις μήπως πώς την λένε στο επώνυμο;»
«Όχι, δεν έχω ιδέα» απάντησε ο Πέτρος. «Την ξέρω τόσα χρόνια και δεν έχω μάθει το επώνυμό της. Γιατί ρωτάς;»
«Ε απλά θα μπορούσαμε να την εντοπίσουμε στο facebook» απάντησε ο Χρήστος, αναβαθμισμένος από Ηρακλής Πουαρώ σε Σέρλοκ Χόλμς.
«Τι είναι το facebook;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος.
«Τώρα πώς να στο εξηγήσω…» είπε ξεφυσώντας ο Χρήστος. «Το facebook είναι μια μαλακία όπου ο καθένας ανεβάζει προσωπικές πληροφορίες και φωτογραφίες. Κυρίως γκόμενες το χρησιμοποιούν, καθώς και αυτοί που ψάχνουν για γκόμενες. Για να σου δώσω να καταλάβεις: υπάρχει ένα πεδίο με το ονοματεπώνυμό σου, και μέσα σε αυτό γράφεις για σένα, πότε γεννήθηκες, πού μένεις, αν έχεις γκόμενα, αν είσαι πούστης, τι πολιτική ιδεολογία έχεις, και ανεβάζεις και φωτογραφίες σου. Και αυτό το πεδίο μπορούν ανά πάσα στιγμή να το δει οποιοσδήποτε άλλος…»
«Σοβαρά μιλάς υπάρχει τέτοιο πράγμα;» ρώτησε έκπληκτος ο Πέτρος, που δεν μπορούσε να συλλάβει το μέγεθος της τεχνολογικής διαστροφής.
«Ναι σου λέω» απάντησε ο Χρήστος, «της πουτάνας γίνεται…»
«Θες να μου πεις δηλαδή ότι πάει κόσμος και γράφει οικειοθελώς τις προσωπικές του πληροφορίες στο facebook και μπορεί να τις δει ο καθένας;» ρώτησε χωρίς να μπορεί να το πιστέψει ο Πέτρος.
«Εμ τι σου λέω…» αποκρίθηκε ο Χρήστος.
«Μα… αυτό είναι το ίδιο το 1984!» εξανέστη ο Πέτρος.
«Ακόμα χειρότερα» είπε ο μικρός, «γιατί εδώ παρέχεις τις προσωπικές σου πληροφορίες με τη θέλησή σου!»
«Αυτό μαλάκα δεν είναι το facebook, είναι το fascistbook!» φώναξε τρομοκρατημένος, κάνοντας παράλληλα και λίγο χιούμορ.
«Πσσσς… Δάσκαλε έγραψες με την ατάκα σου!» έκανε ο Χρήστος, εκτιμώντας το ψαγμένο λογοπαίγνιο του δασκάλου του.

Ο Πέτρος έμεινε για λίγη ώρα σκεπτικός. Ήθελε να ρωτήσει τον Χρήστο αν έχει και ο ίδιος facebook. Όμως δεν θα μπορούσε να πιστέψει ποτέ ότι ο διάδοχός του στη Θραύση, ο πολύτιμος σύντροφος και διάδοχός του στο φοιτητικό κίνημα, θα μπορούσε να έχει κι αυτός εκθέσει τα προσωπικά του δεδομένα στο διαδίκτυο, και δεν ρισκάρισε να λάβει κάποια απάντηση που θα τον σόκαρε.

Φαντάζομαι ότι αναρωτιέσαι αν έχω κι εγώ λογαριασμό στο facebook…» είπε τότε, σαν από τηλεπάθεια, ο Χρήστος. «Έχω, αλλά δεν έχω δηλώσει τα αληθινά μου στοιχεία. Απλά το έχω για να τσεκάρω τις γκόμενες που είναι σε αυτό»
«Πάλι καλά», σκέφτηκε ανακουφισμένος ο Πέτρος.
«Πώς τη λέγανε στο επώνυμο την πρώην σου, τη Χριστίνα;» ρώτησε τότε ο Χρήστος.
«Γιατί ρωτάς;» απόρησε ο Πέτρος.
«Για να βρίσκαμε την Ράνια στο facebook μέσω της Χριστίνας. Θα είναι στη λίστα των φίλων της δηλαδή. Ή στη λίστα των φίλων των φίλων της. Κατάλαβες τέλος πάντων…» εξήγησε ο Χρήστος.
Ο Πέτρος σοκαρίστηκε εκ νέου.
«Δηλαδή… στο facebook καταγράφονται και οι φιλίες του καθενός;» ρώτησε.
«Τα πάντα» έκανε ατάραχος ο Χρήστος. «Κάτσε να σου κάνω μια περιήγηση για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται…»

Έτσι λοιπόν, ο Χρήστος έκανε login στο facebook και αμέσως εμφάνισε μια λίστα με ονόματα υπό τον τίτλο ‘Friends’.
«Να, εδώ είναι κάτι γκομενάκια που έχω φακελώσει…» είπε, δείχνοντας τη λίστα με τους εικονικούς φίλους του. «Ας πάμε στην Ρούλα. Είναι μια συμμαθήτριά μου από τη Λάρισα. Κάνω κλικ επάνω της… και με βγάζει στη σελίδα της. Να, βλέπεις; Λοιπόν, κοίτα εδώ τι έχει γράψει… Κατ’ αρχήν το όνομά της, Roula Dimitropoulou. Είναι 18 χρονών λέει. Έχει γενέθλια στις 14 Ιουνίου. In a relationship λέει, δηλαδή έχει γκόμενο. In a relationship with George Karagiannis, συγκεκριμένα. Λέει δηλαδή και με ποιον μαλάκα τα έχει, και έχει λινκ και για τη σελίδα του μαλάκα… Religion: Christian Orthodox, κλασικά… Α! Το πεδίο με τις πολιτικές πεποιθήσεις δεν το έχει συμπληρώσει. Τι να συμπληρώσει το τσόλι εδώ που τα λέμε, που δεν ξέρει την τύφλα της! Για κάτσε να δούμε και καμιά φωτογραφία της… Λοιπόν, εδώ είναι με το μαγιό στην πενταήμερη που είχαμε πάει με το σχολείο στη Ρόδο. Καλό γκομενάκι, δεν έχεις να πεις ε; Κοίτα βυζάκι, στητό… Σε αυτήν εδώ τη φωτογραφία φιλιέται με έναν μαλάκα… Ποιος είναι αυτός, για να δω… Έχει tag από κάτω, George Karagiannis. Ο γκόμενός της δηλαδή, έτσι δεν τον έλεγαν; Άμα πατήσω πάνω στο tag, θα με βγάλει στη σελίδα του… Ορίστε… Να κι αυτός τα έχει βγάλει όλα στη φόρα… Είναι 20 χρονών λέει, Χριστιανός Ορθόδοξος κι αυτός… ε τι άλλο θα ήταν… Είναι φαντάρος τώρα λέει… Ώστε γαμιέται με φαντάρους η παλιοκαριόλα... Και σε μας τους συνομήλικους δεν καθόταν!»

Ο Πέτρος όλη αυτή την ώρα κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να εκστομίσει τίποτα. Το μέγεθος της ανθρώπινης παράνοιας που ωθούσε τον κόσμο να εκθέτει τα προσωπικά του δεδομένα δεν θα ήταν ποτέ ικανός να το συνειδητοποιήσει.
«Και όλα αυτά για τις γκόμενες;» ρώτησε τελικά, σπάζοντας τα αντισεξιστικά ταμπού που τον κρατούσαν δέσμιο προηγουμένως.
«Για τις καριόλες τις γκόμενες εννοείται» απάντησε ο κάθε άλλο παρά αντισεξιστής Χρήστος. «Για τον ίδιο λόγο που οι άντρες πάνε στα σκυλάδικα, για τον ίδιο ακριβώς λόγο γράφονται και στο facebook»
«Πας σε σκυλάδικα ρε μαλάκα, σοβαρά τώρα;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Ε, μερικές φορές…» εξήγησε ο Χρήστος. «Ξέρεις μώρε, για τις γκόμενες τώρα…»

Ο Πέτρος δεν έδωσε σημασία στην τελευταία φράση του συντρόφου του. Η σκέψη του είχε επικεντρωθεί στο οργουελικό τέρας που μόλις είχε ανακαλύψει και που ονομάζονταν facebook. Ο ολοκληρωτισμός και η παραβίαση κάθε ιδιωτικότητας είχαν μπει από την πίσω πόρτα, και μάλιστα με τη συγκατάθεση του ίδιου του κόσμου. Ήταν πολύ κοντά η μέρα εκείνη που δεν θα χρειαζόταν κάποια μυστική υπηρεσία να συλλέγει στοιχεία για τον κόσμο, μιας και ο ίδιος ο κόσμος θα τα εξέθετε σε δημόσια θέα. Και ποιος προλείανε το έδαφος για κάτι τέτοιο; Μα τα ριάλιτυ φυσικά. Μετέδωσαν στον κόσμο τη νοοτροπία της κλειδαρότρυπας, προβάλλοντας ως θεμιτή τη δημοσιοποίηση της προσωπικής ζωής του καθενός, και περιθωριοποιώντας ως γραφικό οποιονδήποτε είχε διαφορετική άποψη.

Αλλά το facebook δεν αφορά μόνο αυτούς που εκτίθενται σε αυτό. Θα έλεγε κανείς ότι αφορά πρωτίστως αυτούς που λόγω αρχών και ιδεολογίας αρνούνται να εκτεθούν. Θα φτάσει σίγουρα μια μέρα που όποιος δεν θα ‘χει λογαριασμό στο facebook με τα προσωπικά του στοιχεία φόρα παρτίδα, θα είναι εν δυνάμει ύποπτος. Θα θεωρείται δηλαδή ότι κάτι έχει να κρύψει, γι’ αυτό δεν εγγράφεται σ’ αυτό. Και θα είναι αλήθεια πολύ πιο εύκολο για οποιαδήποτε υπηρεσία να τον εντοπίσει, τσεκάροντας στα αρχεία της τα ελάχιστα άτομα που δεν θα είναι ταυτόχρονα στο facebook, αδιαφορώντας για το αν το κίνητρο της μη εγγραφής τους είναι ιδεολογικό ή οτιδήποτε άλλο.

«Χέσ’ το Χρήστο» είπε τελικά καταβεβλημένος από τις σκέψεις του ο Πέτρος. «Είναι πολύ μεγάλη ξεφτίλα το facebook, και χρησιμοποιώντας το για να βρει κανείς πληροφορίες, δεν είναι καλύτερος από μπάτσος. Άστο να πάει στο διάολο… Δεν έχει κανένα νόημα εξάλλου. Άσε που η Χριστίνα ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ να έχει facebook. Τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω...»

Ο Χρήστος έδειξε για λίγο προβληματισμένος. Πιθανόν τα λεγόμενα του δασκάλου του να του είχαν δημιουργήσει και του ίδιου αναστολές.
«Όπως νομίζεις» απάντησε, αλλάζοντας εντελώς θέμα στην κουβέντα: «Τι λες να παίξουμε λίγο Pro οι δυο μας τώρα που κοιμάται ο Δημήτρης;»
«Δεν ξέρω πώς παίζεται αυτό ρε» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «δεν έχω ιδέα. Άστο καλύτερα…»
«Δεν σε πειράζει να παίξω εγώ μόνος μου για λίγο;» ρώτησε τότε ο Χρήστος.
«Όχι, τι να με πειράζει» απάντησε ο Πέτρος, για να συνεχίσει: «Εγώ πάω σπίτι μου, αν θες μετά έλα»
«Εννοείται» είπε ο Χρήστος, και αφού εντόπισε το εικονίδιο του Pro Evolution Soccer στην επιφάνεια εργασίας, το διπλοκλικάρισε και το αντίστοιχο παιχνίδι άρχισε να φορτώνει.

Αφήνοντας το Χρήστο να παίζει Pro, ο μεγάλος μας επαναστάτης γύρισε σπίτι του και και άραξε και πάλι στον καναπέ του σαλονιού. Η ώρα είχε με τα πολλά πάει 6, οπότε ήταν κάπως αργά για να ξεκινήσει να διαβάζει. «Ας το αφήσω για αύριο, μετά που θα συναντήσω τη Ράνια» είπε μέσα του, και άναψε ένα τσιγάρο. Ταυτόχρονα άνοιξε και την τηλεόραση μπας και βρει τίποτα της προκοπής να δει. Μετά από ένα βιαστικό ζάπινγκ έπεσε πάνω σε μια ξεφτιλισμένη απογευματινή εκπομπή. Το θέμα της ήταν το βραδινό ριάλιτυ του ίδιου σταθμού, και έδειχνε πλάνα από τις γκόμενες που συμμετείχαν σ’ αυτό, σε ιδιαίτερα προσωπικές στιγμές, όπως την ώρα που γδύνονταν ή που κάνανε ντουζ. Υπό άλλες συνθήκες, ο Πέτρος θα καθόταν να αναλύσει το πώς αδίστακτοι καναλάρχες και παρουσιαστές εμπορεύονται την ματαιοδοξία ανθρώπων με μειωμένες ηθικές αντιστάσεις, όμως το σοκ που είχε υποστεί από την ανακάλυψη του facebook προηγουμένως επισκίαζε οποιαδήποτε άλλη σκέψη του. Τι διαφορά αλήθεια έχει η γκόμενα που επιδεικνύει τα βυζιά της στο facebook από αυτήν που τα δείχνει σε ένα ριάλιτυ της τηλεόρασης; Και τι διαφορά έχει αλήθεια ο κάθε ματάκιας –συμπεριλαμβανομένου του φίλου του τού Χρήστου– που ψάχνει στα αρχεία του facebook για προσωπικές πληροφορίες ή φωτογραφίες των γκομενών, από τον εθισμένο τηλεθεατή που παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις εσώκλειστες στο ριάλιτυ γκόμενες να γδύνονται ή πλένονται; Και οι δύο δεν έχουν ενστερνιστεί τη νοοτροπία της κλειδαρότρυπας; Και οι δύο δεν πατάνε πάνω στην αδυναμία ορισμένων ανθρώπων που είναι περισσότερο ευάλωτοι;

Μα άμα δεν είναι σε θέση να το καταλάβει ο ίδιος ο κόσμος που εγγράφεται στο facebook ότι έτσι παραιτείται του ιδιωτικού του απορρήτου, τι μπορεί να κάνει ένας ενσυνείδητος άνθρωπος; Να ελπίζει σε μια σοσιαλιστική αρχή, μια KGB ή μια Στάζι, που θα το θωρακίσει; Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από τον τρόπο που οι εν λόγω υπηρεσίες χειρίζονταν το ιδιωτικό απόρρητο των υπηκόων τους.

Έχοντας λοιπόν ο Πέτρος οδηγηθεί σε αδιέξοδο με αυτές του τις σκέψεις, αποφάσισε να αλλάξει κανάλι και να δει κάτι που θα τον σύγχυζε λιγότερο. Για καλή του τύχη, το κανάλι της Βουλής είχε μια εκπομπή για τους γλύπτες της αναγέννησης, ένα θέμα που του ήταν άκρως κουραστικό και αδιάφορο, αλλά που δεν του προξενούσε αναστάτωση, σε αντίθεση με τα τηλεσκουπίδια που προβάλλονταν εκείνη την ώρα στα άλλα κανάλια. Η αυριανή μέρα ήταν μια μεγάλη μέρα, καθώς επρόκειτο να αναζητήσει την Ράνια που του είχε πάρει τα μυαλά, και απαιτούσε από τον ήρωά μας, αν μη τι άλλο, να έχει νηφαλιότητα και ψυχραιμία, και να μην καταπονεί το μυαλό του με δυσάρεστες σκέψεις…

* * *

Η ώρα είχε πάει 12 και 56. Ο Πέτρος και ο Χρήστος κάθονταν σε ένα πάγκο, αρκετά μέτρα μακριά από το αμφιθέατρο του Χημικού που γίνονταν τα μαθήματα των μεταπτυχιακών, με περίοπτη όμως θέα στην είσοδο του τελευταίου, και περίμεναν να τελειώσει το μάθημα που γινόταν εκείνη την ώρα ώστε να βάλουν επιτέλους σε εφαρμογή το σχέδιό τους.

Ο Πέτρος υποτίθεται θα περνούσε από κει, και θα προσέκρουσε όλως τυχαίως πάνω στην Ράνια, λέγοντάς της: «Ράνια; Κοίτα σύμπτωση να συναντηθούμε έξω από το αμφιθέατρο που είχες μάθημα τη στιγμή ακριβώς που τελείωνε το μάθημα…». Μετά θα την άρπαζε από το χέρι και θα της έλεγε «Τι συμβαίνει πια κοριτσάκι; Όλα μπροστά μου θα βρίσκεσαι;». Και μόλις αυτή θα έλιωνε στο χέρι του σαν αλοιφή, ο Πέτρος θα την φιλούσε τρυφερά στο στόμα. Είχε κάνει και μερικές πρόβες με το Χρήστο –επωφελούμενος ότι ο χώρος έξω από το αμφιθέατρο ήταν άδειος από κόσμο–, παραλείποντας φυσικά να προβάρουν την τελική φάση με το φιλί.

«Λοιπόν, είσαι προετοιμασμένος ψυχολογικά;» είπε ο Χρήστος;
«Ρε μήπως να το χέσουμε;» είπε ο ως συνήθως διστακτικός Πέτρος.
«Τι να χέσουμε ρε μαλάκα!» τον συνέτισε ο Χρήστος.
«Μα καλά» έκανε ο Πέτρος, «δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη σύγκρουση τουλάχιστον; Είναι ανάγκη να πέσω επάνω της;»
«Μα σου εξήγησα ρε δάσκαλε» είπε ο Χρήστος, «πρέπει να δεχτεί ένα ταρακούνημα, για να αιφνιδιαστεί ακόμα περισσότερο!»
«Και… είσαι σίγουρος ότι θα πιάσει;» ρώτησε με αγωνία ο Πέτρος.
«Ναι ρε σου λέω» τον διαβεβαίωσε ο Χρήστος, «το είχαμε δοκιμάσει άπειρες φορές στο σχολείο και μερικές φορές έπιανε»
«Αυτό το ‘μερικές φορές’ με προβληματίζει…» ανέφερε όντως προβληματισμένος ο Πέτρος.
«Να μη σε προβληματίζει τίποτα δάσκαλε» τον καθησύχασε εκ νέου ο Χρήστος, «όλα είναι υπό έλεγχο. Το πολύ πολύ να φας μια ακόμα χυλόπιτα…»
«Μήπως να την πετύχαινα αργότερα, σε άσχετη φάση» αντιπρότεινε από δειλία ο μεγάλος, πλην όμως άτολμος, επαναστάτης.
«Αφού δεν πρόκειται να το κάνεις και θα φύγεις σαν κότα!» τον προσγείωσε ο Χρήστος.
«Μα…»
«Λοιπόν μαλάκα, θες να τη ρίξεις τη γκόμενα, ναι ή όχι;» τον διέκοψε απότομα ο μικρός. «Αν ναι, τότε δεν έχεις παρά να ακολουθήσεις τις οδηγίες μου»
«Ρε Χρήστο, αφού το ξέρεις ότι κομπλάρω» απολογήθηκε ο Πέτρος.
«Δεν θα κομπλάρεις για πολύ ακόμα, γιατί όπου να ‘ναι σχολάνε» τον άγχωσε ακόμα περισσότερο ο Χρήστος.

Ο Πέτρος μέσα του ευχόταν η Ράνια να μην έχει έρθει στο μάθημα σήμερα, ώστε να μην αναγκαστεί ο ίδιος να βρεθεί στη δεινή θέση να πέσει απάνω της. Ήταν ως γνωστόν ευαίσθητο και ντροπαλό παιδί και τέτοιες τετ-α-τετ αναμετρήσεις με το άλλο φύλο, τον άγχωναν και τον αποδιοργάνωναν. Ταυτόχρονα όμως, χάρη στις παραινέσεις του μικρού του φίλου, σκέφτονταν ότι δεν είχε τίποτα να χάσει, ίσα-ίσα θα ξεκαθάριζε μια ώρα αρχύτερα κάποια πράγματα, οπότε το είχε πάρει απόφαση να της μιλήσει και ό,τι ήθελε προκύψει.

Εκείνη τη στιγμή, ένας ψηλός γεροδεμένος τύπος με μαύρο γυαλί και μαύρο δερμάτινο μπουφάν πέρασε δίπλα τους και κοντοστάθηκε έξω από το αμφιθέατρο, ανάβοντας ένα τσιγάρο. Σε κάποια φάση άρχισε να κοιτάει προς το μέρος τους. Ο Πέτρος ανταπέδωσε το κοίταγμα. Ο Χρήστος κοίταζε τον Πέτρο και τον τύπο που αλληλοκοιτάζονταν, προσπαθώντας να δει τι συμβαίνει.

«Χμ, κάπου τον ξέρω αυτόν το μαλάκα…» είπε τελικά ψιθυριστά ο Πέτρος.
«Από πού;» ρώτησε επίσης ψιθυριστά ο Χρήστος.
«Δεν θυμάμαι» αποκρίθηκε ο Πέτρος συμπληρώνοντας με νόημα: «Πάντως θυμάμαι ότι είναι μαλάκας...» και έστρεψε το βλέμμα του μακριά από τον εν λόγω μαλάκα.

Ένας θόρυβος ακούστηκε ξαφνικά από το αμφιθέατρο και οι πρώτοι φοιτητές άρχισαν να εξέρχονται από αυτό. Το μάθημα είχε όντως τελειώσει.

«Άντε μαλάκα σήκω! Να ‘σαι έτοιμος!» έκανε τότε ο ήδη σηκωμένος Χρήστος στο δάσκαλό του.
Ο Πέτρος έδειξε να διστάζει.
«Σήκω λέμε ρε!» είπε ο Χρήστος τραβώντας τον με δύναμη από το μανίκι.
«Πρόσεχε ρε μαλάκα, θα μου σκίσεις τη μπλούζα!» αντέδρασε ο Πέτρος, που όμως τελικά σηκώθηκε.

Ο μεγάλος αγωνιστής παρατηρούσε τον κόσμο να βγαίνει ένας-ένας από το αμφιθέατρο και προσπαθούσε να εντοπίσει τη Ράνια μέσα σ’ αυτόν.

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, και η καστανόξανθη εαακίτισσα βγήκε από το αμφιθέατρο φορώντας ένα σκούρο μπλουτζίν και ένα κόκκινο πουλόβερ, ενώ στο δεξί της χέρι κρατούσε το ντοσιέ με τις σημειώσεις της.

«Να την!» φώναξε τότε ο Χρήστος με το που την είδε, παροτρύνοντας παράλληλα το φίλο του λέγοντάς του: «Άντε, όρμα! Τι καθυστερείς;»
Ο Πέτρος φάνηκε να κωλώνει την τελευταία στιγμή, γι’ αυτό ο Χρήστος φρόντισε να τον ενθαρρύνει ρίχνοντας του μια πολύ δυνατή σπρωξιά για να ξεκινήσει.
«Τι κάνεις ρε μαλ…» πρόλαβε να πει ο Πέτρος πριν χάσει εντελώς την ισορροπία του από το σπρώξιμο και σωριαστεί φαρδύς-πλατύς στο δάπεδο.

Το χτύπημα έκανε τόσο θόρυβο, που δυο φοιτητές απ’ αυτούς που είχαν ήδη βγει γύρισαν να δουν τι έγινε και έτρεξαν να βοηθήσουν τον μεγάλο μας επαναστάτη να σηκωθεί. Από κοντά κι ο Χρήστος, διαισθανόμενος ότι είχε κάνει γκάφα ολκής που εξέθετε ανεπανόρθωτά το δάσκαλό του.

«Καλά είμαι, καλά είμαι, δεν υπάρχει πρόβλημα, σας ευχαριστώ πάντως» ήταν τα λόγια του Πέτρου στους δυο νέους που προσφέρθηκαν να τον βοηθήσουν να σηκωθεί· δεν ήταν παρά μια μάταιη προσπάθεια για να ξεφτιλιστεί όσο λιγότερο γινόταν. Παράλληλα, έριξε μια φευγαλέα επιπληττική ματιά στο Χρηστάκη, ωσάν να του έλεγε ότι δεν τις γλιτώνει σήμερα τις φάπες. Επειδή όμως ο χρόνος έρεε και τα δευτερόλεπτα ήταν πολύτιμα, αποφάσισε να αφήσει προς στιγμή τις προσωπικές αντιπαραθέσεις στην άκρη και να επικεντρωθεί στον αρχικό του στόχο.

Καθώς λοιπόν σηκώνονταν ο Πέτρος, κοίταζε μπροστά, προσπαθώντας να εντοπίσει την Ράνια, που λόγω του πεσίματός του την είχε χάσει προσωρινά από το οπτικό του πεδίο. Δεν άργησε φυσικά να την επαναφέρει σε αυτό, διαπιστώνοντας παράλληλα, προς μεγάλη του ανακούφιση, ότι η ίδια στεκόταν αρκετά μέτρα παραπέρα και κοιτούσε προς άλλη κατεύθυνση, και άρα δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό από την πτώση και το ξεφτίλισμά του.

Όμως, η ανακούφιση που ένιωσε στιγμιαία ο Πέτρος, έδωσε απότομα τη θέση της στην ψυχολογική κατάρρευση. Το θέαμα που αντίκρισε ο επαναστάτης ήρωάς μας, αποτέλεσε ένα καίριο αντεπαναστατικό χτύπημα στο συναισθηματικό του κόσμο. Δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό που έβλεπε, και πραγματικά θα προτιμούσε καλύτερα το προηγούμενο πέσιμο να τον είχε αφήσει στον τόπο. Δίπλα του ο Χρήστος, έκπληκτος κι αυτός, συμμερίζονταν τον πόνο ψυχής του συντρόφου του και κυριολεκτικά δεν είχε τι να πει, βλέποντας τη Ράνια να αγκαλιάζεται και να φιλιέται με τον αντιπαθή τύπο με τα μαύρα γυαλιά.

«Θυμήθηκα ποιος είναι αυτός ρε!» φώναξε μετά από δύο λεπτά απόλυτης σιωπής ο Πέτρος, που πλέον έδειχνε να μην κρατάει κακία στο μικρό του φίλο για τη σπρωξιά που του έριξε προηγουμένως, μιας και το συναισθηματικό πλήγμα που είχε δεχθεί ήταν κατά πολύ σημαντικότερο. «Είναι ένας εαακίτης, μεγάλος παράγοντας στους Ηλεκτρολόγους. Το θυμάμαι που ερχόταν και στις δικές μας συνελεύσεις στο Φυσικό για τσαμπουκάδες…»
«Αμ έτσι εξηγούνται όλα…» είπε ο Χρηστάκης.
«Και δεν μου λες…» συνέχισε τότε ο Πέτρος, «αυτό εδώ τώρα πιάνεται για χυλόπιτα;»
«Κοίταξε να δεις» ξεκίνησε να λέει ο Χρήστος, «το παράσημο ανδρείας το παίρνεις όπως και να ‘χει, κι ας έχασες τη μάχη. Σημασία έχει που… ΕΠΕΣΕΣ ηρωικά!»
Ο Πέτρος κατάλαβε με τη μία ότι ο μικρός του φίλος προσπαθούσε να τον τσιγκλήσει αλλά δεν έδωσε σημασία.
«Ήταν τελικά όνειρο απατηλό ότι η Ράνια θα μπορούσε να θέλει στ’ αλήθεια έναν μαλάκα σαν εμένα…» ανέφερε, και άναψε τσιγάρο.
«Μην το λες αυτό» τον παρηγόρησε ο Χρήστος, «εγώ πιστεύω ότι κι άλλες πολλές ακόμα γκόμενες δεν θα σε ήθελαν. Όχι μόνο η Ράνια»
Ο Πέτρος έμεινε για λίγο σκεφτικός.
«Αν είχα μείνει στα ΕΑΑΚ» ανέφερε τελικά, «θα είχα γίνει κι εγώ με τον καιρό μεγάλος παράγοντας. Και τώρα θα είχα τα κονέ μου, τις απειράριθμες παρέες, τους γλείφτες μου, τις γκόμενες να τρέχουν από πίσω μου…»
«Και στα ΕΑΑΚ να ήσουνα σύντροφε, τ’ αρχίδια μου θα έπαιρνες από γκόμενες» τον προσγείωσε απότομα ο Χρήστος. «Το ράσο δεν κάνει τον παπά. Πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι είσαι ένας αποτυχημένος»
Ο Πέτρος έδειξε να προβληματίζεται.
«Ίσως έχεις δίκιο τελικά. Γενικά δεν τα πάω καλά με τις γκόμενες…» συμπέρανε απογοητευμένος.
«Μην ανησυχείς πάντως δάσκαλε» τον ενθάρρυνε ο Χρήστος, «Σκέψου ότι με τη σχολή τα πας ακόμα χειρότερα!»
«Και όμως!» έκανε ξαφνικά ο Πέτρος, «Υπάρχει μια γυναίκα στον κόσμο που με αγαπάει, και δεν πρόκειται να με προδώσει ποτέ! Μια γυναίκα που μου στέκεται σε κάθε δυσκολία και της οφείλω απεριόριστη ευγνωμοσύνη! Η μάνα μου!»
Ο Χρήστος δεν μίλησε. Τι να έλεγε εξάλλου; Τα είχε πει όλα ο δάσκαλος από μόνος του.
«Έρχεται αύριο στην Αθήνα ξέρεις…» συνέχισε ο Πέτρος. «Θα πάω στα ΚΤΕΛ να την υποδεχτώ με ανοιχτές τις αγκάλες και να της πω πόσο την αγαπώ! Θα μου μαγειρεύει, θα μου συγυρίζει και θα με φροντίζει όσο θα διαβάζω για την εξεταστική…»
«Σοβαρά τώρα σκοπεύεις να διαβάσεις για την εξεταστική;» ρώτησε με έκπληξη ο Χρήστος.
«Μα έχω ήδη ξεκινήσει!» απάντησε ο Πέτρος. «Και να φανταστείς, σκοπεύω να καθαρίσω τα περισσότερα από τα μαθήματα που χρωστάω, ώστε να βγω επιτέλους από το τέλμα!»
«Και όλα αυτά επειδή έφαγες φρίκη με την γκόμενα;» ρώτησε εκ νέου ο Χρήστος.
«Ποια γκόμενα; Βλέπεις εσύ καμιά γκόμενα;» αποκρίθηκε ο Πέτρος, και τράβηξε μια τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του.

Ο Χρήστος κοίταζε το δάσκαλό του με δέος. Ήταν πραγματικά μεγάλος που βρήκε το σθένος όχι μόνο να ξεπεράσει ψύχραιμα το σοκ που είχε υποστεί, αλλά και να πάρει την σημαντική απόφαση να διαβάσει στα σοβαρά για την εξεταστική.

«Αλήθεια, την Προδομένη Επανάσταση την πήρες πίσω; Ξέχασα να σε ρωτήσω χτες…» ρώτησε τότε ο Πέτρος, καθώς έσβηνε το τσιγάρο του στο δάπεδο.
«Πότε να προλάβω ρε; Χτες γύρισα στην Αθήνα…» απολογήθηκε ο Χρήστος.
Δεν πειράζει. Μη σου πω καλύτερα κιόλας, ώστε να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά στην εξεταστική. Πάμε να σε κεράσω ένα καφέ!» ήταν τα τελευταία λόγια του μεγάλου μας επαναστάτη, και οι δύο νέοι αναχώρησαν προς το κυλικείο…

Δεν υπάρχουν σχόλια: