ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Ήταν Σάββατο βράδυ, ανήμερα του Αι-Γιαννιού, και στο πατρικό του Πέτρου στη Χαλκίδα είχαν τραπέζι για τη γιορτή του πατέρου του, του κυρ-Γιάννη. Όλη η οικογένεια ήταν εκεί: ο Πέτρος, ο ο κυρ-Γιάννης, η κυρα-Μαρία, η μητέρα του Πέτρου, η αδελφή του η Νατάσα, που φέτος έδινε Πανελλήνιες, και ο μικρός αδελφός του ο Αλέξανδρος που πήγαινε Τρίτη Γυμνασίου. Από τους καλεσμένους είχαν μέχρι στιγμής έρθει μόνο ο παππούς και η γιαγιά του Πέτρου, με τον πρώτο εμφανώς καταβεβλημένο στην υγεία του.

Από στιγμή σε στιγμή θα ερχόντουσαν δύο ακόμα οικογένειες· του θείου Θανάση, του αδερφού του πατέρα του, και του κουμπάρου των γονιών του, του κυρ-Φίλιππου. Ο Πέτρος σιχαινόταν όσο τίποτα αυτού του είδους τις οικογενειακές συναθροίσεις, ειδικά όταν καλεσμένοι ήταν υπερόπτες μαλάκες σαν τον θείο Θανάση, επηρμένες κατίνες σαν τη γυναίκα του τελευταίου, την θεία Χρυσούλα, και κακομαθημένα κωλόπαιδα σαν τα ξαδέρφια του. Ωστόσο, από σεβασμό προς την οικογένειά του και κυρίως τον άρρωστο παππού του, αποφάσισε να παραβρεθεί στη γιορτή του πατέρα του και να μην τους φέρει σε δύσκολη θέση και πουν όλοι τι αγενής που ήταν.

Ένας άλλος λόγος που τον κρατούσε σπίτι, ήταν ότι ανάμεσα σε αυτούς που θα ερχόντουσαν ήταν και η Σοφία, η όμορφη μοναχοκόρη του κυρ-Φίλιππου, που είχε την ίδια ηλικία μ’ αυτόν και με την οποία έπαιζε μαζί από μικρό παιδί. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Σοφία ήταν ο πρώτος έρωτας του ήρωά μας, έρωτας που, αν και ανεκπλήρωτος, σημάδεψε ανεξίτηλα τα παιδικά του χρόνια. Το ίδιο ίσχυε και για τη Σοφία, που όπως είχε εκμυστηρευτεί στον περίγυρό της και ήταν γνωστό στον Πέτρο, τον αγαπούσε κι η ίδια, ενώ ήταν εμφανές ότι εξακολουθούσε να τρέφει ακόμα και σήμερα κάποια αισθήματα γι’ αυτόν και να το επιδεικνύει με υπονοούμενα και πονηρές ματιές, παρά τους αμέτρητους γκόμενους που είχε αλλάξει σ’ όλο το μεσοδιάστημα. Ο Πέτρος θυμόταν καθαρά που δημοτικό ακόμα, παίζανε μαζί κρυφτό, κυνηγητό και μήλα, ενώ τα καλοκαίρια που οι δύο οικογένειες πήγαιναν μαζί διακοπές, κολυμπούσαν και παίζανε στη θάλασσα παρέα, με τον ίδιο να προσπαθεί με κάθε ευκαιρία να την αγκαλιάσει ή να τη χουφτώσει και την ίδια να κάνει τάχα πως δεν θέλει. Τότε, η μικρή Σοφία δεν φορούσε ακόμα στηθόδεσμο-μαγιό, με τον καιρό όμως, αναγκάστηκε να φορέσει, μιας και τα βυζιά της άρχισαν να αναπτύσσονται ραγδαία, ταυτόχρονα όμως μεγάλωναν και οι αναστολές του Πέτρου να της τα πιάσει. Στο γυμνάσιο, το αίσθημα άρχισε να καταλαγιάζει, συνεπικουρούμενο από το ότι τα δύο παιδιά ακολούθησαν εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Πέτρος, συνεσταλμένος και μοναχικός καθώς ήταν, είχε λίγους αλλά καλούς φίλους και αφοσιώθηκε στο διάβασμα, ενώ η Σοφία, έχοντας ως όνειρο από μικρή να γίνει μοντέλο, άρχισε να βάφεται φανταχτερά και να το παίζει γκόμενα. Ως αποκορύφωμα, στην Πρώτη Λυκείου, η Σοφία τα έφτιαξε με τον νταή του σχολείου, που τότε πήγαινε Τρίτη Λυκείου, πράγμα που έδωσε τη χαριστική βολή στα πλατωνικά αισθήματα του Πέτρου και στην εκτίμηση που κάποτε έδειχνε προς αυτήν. Έκτοτε, τα δύο παιδιά αποξενώθηκαν ολοκληρωτικά το ένα απ’ το άλλο· ο Πέτρος πέρασε στο πανεπιστήμιο και μετακόμισε στην Αθήνα, σε αντίθεση με τη Σοφία που ποτέ της δεν διάβαζε και ως εκ τούτου δεν κατάφερε να σπουδάσει, οπότε αναγκάστηκε να δουλέψει από τα 18 της ως ταμίας σε σουπερμάρκετ, σερβιτόρος σε εστιατόριο και πωλήτρια σε κατάστημα, καταλήγοντας πριν λίγα χρόνια υπάλληλος στον ΟΤΕ της Χαλκίδας, θέση που κέρδισε επάξια χάρη στην παρέμβαση του πατέρας της, υψηλόβαθμου στελέχους στον εν λόγω οργανισμό αλλά και του, κυβερνώντος τότε, ΠΑΣΟΚ.

Στελέχη ή ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ ήταν επίσης οι υπόλοιποι από αυτούς που επρόκειτο να έρθουν απόψε. Επιφανέστεροι πρασινοφρουροί, ο πατέρας του Πέτρου, και ο μικρότερός του αδερφός, ο θείος Θανάσης, που υπήρξαν ιδρυτικά μέλη του ΠΑΚ και μετέπειτα του ΠΑΣΟΚ. Οι δύο άνδρες, εκτός από αδέρφια και σύντροφοι στο ίδιο κόμμα, ήταν επίσης συνέταιροι ανοίγοντας από κοινού ένα φούρνο αρχές της δεκαετίας του ‘70. Ο θείος όμως εγκατέλειψε σύντομα την οικογενειακή επιχείρηση και αναζήτησε την τύχη του στο Παλέρμο της Ιταλίας, από το οποίο κανείς δεν κατάλαβε πώς έπειτα από μερικά χρόνια επέστρεψε με πτυχίο Φαρμακοποιού, μολονότι δεν ήταν ο μόνος Έλληνας που είχε «αγοράσει» πτυχίο από τη γείτονα χώρα. Γυρνώντας στην Ελλάδα, γνώρισε την κυρα-Χρυσούλα με την οποία έκανε οικογένεια, ενώ στον επαγγελματικό τομέα, άνοιξε –τι άλλο– φαρμακείο. Ως ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ που ήταν, ο τυχοδιώκτης θείος δεν δυσκολεύτηκε να πάρει άδεια για να ασκήσει το εν λόγω κλειστό επάγγελμα. Και όπως το ΠΑΣΟΚ αθέτησε με περισσή ευκολία τις υποσχέσεις του για κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, και ιδίως κατά την εκσυγχρονιστική του περίοδο, προέβαλε ως πρότυπο επιχειρηματία τον απατεώνα και τον αεριτζή, έτσι και ο θείος του Πέτρου ακολούθησε το εν λόγω υπόδειγμα και με τη συμπαιγνία συγκεκριμένων γιατρών εκτελούσε εικονικές συνταγογραφήσεις φαρμάκων σε ασθενείς φεσώνοντας τα ασφαλιστικά ταμεία και αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη για τον ίδιο, ώσπου τη μεγάλη μπάζα την έκανε πριν μερικά χρόνια, στήνοντας φαρμακαποθήκη από κοινού με άλλους φαρμακοποιούς της πόλης μέσω της οποίας κάθε τόσο και λιγάκι προκαλούσε τεχνητή έλλειψη σε εισαγόμενα φάρμακα τα οποία στη συνέχεια επανεξήγαγε στο εξωτερικό σε ακριβότερες τιμές. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο θείος Θανάσης είχε βγάλει τόσα πολλά λεφτά που τελικά μετακόμισε σε βίλα και αγόρασε Mercedes, με αποτέλεσμα τα μυαλά της γυναίκας του να πάρουν πολύ αέρα και να συμπεριφέρεται σαν κόμισα. Όλο αυτό το διάστημα, ο κυρ-Γιάννης, ο πατέρας του Πέτρου συνέχισε απλώς να λειτουργεί το φούρνο στη Χαλκίδα, το ταπεινό αυτό μέσο παραγωγής, και η κυρα-Μαρία, η γυναίκα του, ένιωθε πολύ μειονεκτικά απέναντι στη συννυφάδα της την κόμισα. Και δώσ’ του πολυτέλειες, δώσ’ του γούνες, δώσ’ του BMW, οι μικροαστοί κυρ-Γιάννης και κυρα-Μαρία ήθελαν να φτάσουν σε βλαχιά τους αναβαθμισμένους σε μεσοαστούς κυρ-Θανάση και κυρα-Χρυσούλα. Και σαν να μην τους έφτανε ο πόνος τους, είχαν και τον Πέτρο που δεν μπορούσε να πάρει πτυχίο και τους ντρόπιαζε οικογενειακώς, λησμονώντας ότι όταν ο γιος τους είχε μπει στο πανεπιστήμιο τους είχε κάνει περήφανους και κομπορρημονούσαν σε συγγενείς και φίλους. Τουλάχιστον όμως, ο Πέτρος είχε καταφέρει να μπει στο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, εν αντιθέσει με τον ξάδερφό του τον Τάκη, που ανεπίδεκτος διαβάσματος καθώς ήταν, στάλθηκε να «σπουδάσει» Φαρμακευτική στην Αγγλία, ώστε μόλις αποφοιτήσει, να αναλάβει –κατά τα ελληνικά πρότυπα– την οικογενειακή επιχείρηση.

Όπως ακριβώς ο πατέρας του Πέτρου ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον πατέρα του Τάκη, η ίδια ανισοτική ηλικιακή σχέση ίσχυε και για τα παιδιά, τουτέστιν ο Πέτρος ήταν μεγαλύτερος από τον Τάκη. Το δε όνομα ‘Τάκης’ προέρχονταν από το Πέτρος κι αυτό –καθώς είθισται σε πρώτα ξαδέρφια να έχουν το ίδιο όνομα–, όμως η ευρύτερη οικογένεια προκειμένου να τους ξεχωρίζει, φώναζε τον μικρότερο από τους δύο ‘Πετράκη’, απ’ όπου προέκυψε άμεσα το ‘Τάκης’, το οποίο και καθιερώθηκε. Ενώ λοιπόν τους δύο νέους συνέδεε ίδιο αίμα και ονοματεπώνυμο, τους χώριζαν όλα τα υπόλοιπα. Δεν ήταν μόνο η διαφορά ηλικίας που τους εμπόδιζε να επικοινωνήσουν, αλλά και οι τελείως διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες. Στο σχολείο, ο Πέτρος ήταν ένα ήσυχο και μελετηρό παιδί, με μόνιμη ενδυμασία ένα μπλουτζίν και μια μπλούζα με κουκούλα, ενώ ο Τάκης δεν είχε την παραμικρή σχέση με το διάβασμα και από μικρός ήταν ποζέρι ακολουθώντας όλα τα ρεύματα της μόδας που κατά καιρούς εμφανίζονταν, κρεμώντας πλήθος από σκουλαρίκια στ’ αυτιά και τη μύτη και βάφοντας το τσουλούφι του με διάφορα χρώματα. Μουσικά, ο Τάκης στο σχολείο ήταν ρεϊβάς και στην Αγγλία ψυχεδελάς, σε αντίθεση με τον Πέτρο που από μαθητής μέχρι σήμερα ήταν σταθερά παλιοροκάς. Στις δε πολιτικές του προτιμήσεις, ο Τάκης δεν μπορούσε να διαφοροποιηθεί από αυτές του πατέρα του. Εφόσον λοιπόν ο θείος Θανάσης ήταν βαμμένος πασόκος, ο Τάκης ψήφιζε κι αυτός αναγκαστικά ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να είναι ο ίδιος μέλος, γιατί, όπως και οι περισσότεροι γόνοι πασόκων μικροαστών και μεσοαστών, επεδείκνυε πλήρη αδιαφορία για την πολιτική και αντιμετώπιζε ως γραφικούς όσους, όπως ο Πέτρος, ασχολούνταν ενεργά με αυτήν. Όσο για τις σπουδές του στην Αγγλία, γι’ αυτές κι αν αδιαφορούσε. Όπως και η πλειοψηφία των Ελλήνων φοιτητών στην γηραιά Αλβιώνα, πλήρωνε άλλους για να του κάνουν τις εργασίες, οπότε είχε άπλετο χρόνο να τρέχει στους βρετανικούς δρόμους με την ανοιχτή Chevrolet που του είχε αγοράσει ο πατέρας του και να πηγαίνει σε πάρτυ στα οποία έκανε αβέρτα χρήση ναρκωτικών.

Το μόνο που έμοιαζε να συνδέει τις δύο οικογένειες ήταν τα μικρότερά τους παιδιά, ο Αλέξανδρος και ο Βαγγέλης, οι οποίοι ήταν εξίσου κακομαθημένοι και ζωηροί, και τσακώνονταν συνέχεια. Οι δύο πιτσιρικάδες πήγαιναν στο ίδιο σχολείο –ο Αλέξανδρος στο Γυμνάσιο και ο Βαγγέλης στο Λύκειο – και δεν ήταν λίγες οι φορές που στα διαλείμματα ή στο σχόλασμα είχαν πλακωθεί αλύπητα μεταξύ τους και πήγαν σπίτι με μελανιές, σκισμένες μπλούζες, ακόμα και με αίματα.

Ήταν σε κάτι τέτοιες οικογενειακές μαζώξεις που ο Πέτρος επιθυμούσε την κατάργηση του θεσμού της οικογένειας…

* * *

Δεν είχε πάει 9 η ώρα, και το κουδούνι χτύπησε και πάλι. Ο Πέτρος καθόταν αμίλητος στο κρεβάτι του στο δωμάτιο του, το οποίο μοιραζόταν με το μικρό Αλέξανδρο, ενώ ο μικρός έπαιζε Lineage στον υπολογιστή. Με το χτύπημα του κουδουνιού, ο ήρωάς μας ανασηκώθηκε ελαφρά από τη θέση του και προσπάθησε να διαπιστώσει από τις φωνές ποιος ήταν αυτός που ήρθε. Από τις φωνές λοιπόν κατάλαβε ότι είχαν έρθει ο θείος του με την οικογένειά του. Σε μερικά δευτερόλεπτα κιόλας, ο Τάκης με το Βαγγέλη είχαν φτάσει στο δωμάτιο.
«Καλώς τους!» είπε ο Πέτρος και έσπευσε να τους αγκαλιάσει, αφήνοντας προσωρινά κατά μέρος την αντιπάθεια που ένιωθε και για τους δύο, ειδικά για τον μεγαλύτερο εξ αυτών.
«Καλώς σας βρίσκουμε!» ανταπέδωσαν τα ξαδέρφια με ένα στόμα το χαιρετισμό, ενώ ο Αλέξανδρος ήταν τόσο απορροφημένος από το παιχνίδι που δεν έδειξε να τον απασχολεί ότι ήρθαν κάποιοι.
«Τι νέα ξάδερφε;» ρώτησε ο Τάκης τον Πέτρο.
«Μαλακίες» απάντησε ο Πέτρος, «όπως τα ξέρεις»
«Η σχολή καλά;» ρώτησε ο Τάκης.
«Ας το αφήσουμε καλύτερα αυτό το θέμα…» ανέφερε ο Πέτρος.
«Κατάλαβα…» είπε ο Τάκης, «Για τον πούτσο δηλαδή…»
«Ε…» έκανε ο Πέτρος μην ξέροντας τι να απαντήσει. Θα του έπεφτε βαρύ να κάτσει να συζητήσει γι’ αυτό το θέμα με ένα άτομο που δεν ήταν επ’ ουδενί σε θέση να τον καταλάβει και να δείξει συμπαράσταση στο δράμα του.
«Το μουνί έχει έρθει;» ρώτησε τότε ο Βαγγέλης, αναφερόμενος προφανώς στη Σοφία, πράγμα που προκάλεσε το γέλιο του αδερφού του, όχι όμως και του Πέτρου· του τελευταίου δεν του άρεσε που τα αυθάδη ξαδέρφια αναφέρονταν στον παιδικό του έρωτα με αυτή τη σεξιστική προσφώνηση.
«Όχι ακόμα» απάντησε ο Πέτρος δίνοντας τόπο στην οργή, «αλλά από στιγμή σε στιγμή θα έρθει κι αυτή»
«Ωραία» είπε ο Βαγγέλης τρίβοντας τα χέρια του με νόημα.
«Τι χαίρεσαι ρε μαλάκα!» πετάχτηκε τότε ξαφνικά ο Αλέξανδρος, σπάζοντας τη σιωπή του, αλλά χωρίς να ξεκολλήσει το βλέμμα του από την οθόνη του υπολογιστή, «αφού δεν πρόκειται να γαμήσεις πάλι!» και άφησε άφωνους τους υπόλοιπους στο δωμάτιο.
«Όπα! Μάγκεψε και το σκατό!» σχολίασε δεικτικά για τον μικρό ο Βαγγέλης για να συνεχίσει: «Κατέβασες καμιά τσόντα εσύ από το ίντερνετ να δεις πώς γίνεται ή σου έχουν βάλει το parental control του Norton Antivirus στον υπολογιστή και δεν μπορείς;»
«Κατέβασα μία με τη μάνα σου την πουτάνα να τη γαμάνε τρεις αράπηδες!» ήταν η πληρωμένη απάντηση του καθ’ όλα ατάραχου Αλέξανδρου, που ολοκλήρωσε το ξάφνιασμα των υπολοίπων.
«Ρε μαλακισμένο τι είναι αυτά που λες;» του φώναξε τότε νευριασμένος ο Πέτρος.
«Ό,τι μου γουστάρει θα λέω ρε μαλάκα!» απάντησε ο μικρός με το ίδιο ατάραχος ύφος, ενώ τώρα έδειχνε ακόμα περισσότερο προσηλωμένος στον υπολογιστή.
«Αν έχεις τα κότσια ρε κακομαθημένε, να πας να τα πεις αυτά μπροστά στη μάνα!» εξηγήθηκε με αυστηρό τόνο ο Πέτρος, αλλά επ’ ουδενί δεν ήθελε να χειροδικήσει με τον μικρό του αδερφό.
«Κι εσύ παλιομαλάκα, αν έχεις τα κότσια να πας στην Σοφία μόλις έρθει και να της πεις ότι όταν βλέπεις τα βυζιά της καυλώνεις και τραβάς 15 μαλακίες!» ανταπέδωσε τα πυρά ο μικρός. «Όλοι σε έχουμε πάρει χαμπάρι πώς την κοιτάς κάθε φορά και σου τρέχουν τα σάλια, αλλά επειδή είσαι τόσο κότας, κωλώνεις να πας να της πεις ότι θες να τη γαμήσεις!»
Ο Τάκης και ο Βαγγέλης τότε ξέσπασαν όπως ήταν φυσικό σε δυνατά γέλια αλλά ο Πέτρος έδειξε να εξοργίζεται που ο μικρός ελεεινολογούσε την πάλαι ποτέ αγάπη του για τη Σοφία.
Σαν καταλάγιασαν τα γέλια, το λόγο πήρε ο Τάκης σχολιάζοντας: «Δεν ξέρω για τον Πέτρο, αλλά εγώ τραβάω για πάρτη της Σοφίας πού και πού!» και αυτή τη φορά γέλασαν όλοι περισσότερο δυνατά, εκτός πάλι από τον Πέτρο, που εξακολουθούσε να δείχνει τσαντισμένος.
«Πάμε στο σαλόνι» ανέφερε τότε ο Πέτρος στα ξαδέρφια του, «γιατί ο μικρός αν συνεχίσει θα τους τις βρέξω!» και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
«Ναι όντως» απάντησε ο Βαγγέλης καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο, «είναι αρχιδάκι μεγάλο! Με τι τον ταΐζετε αλήθεια;»
«Playstation και computer» απάντησε δεικτικά ο Πέτρος, «ό,τι χρειάζεται δηλαδή κανείς για να αποβλακωθεί τελείως» και οι τρεις νέοι έφτασαν στο διάδρομο.
Δεν πρόλαβαν να φτάσουν στην πόρτα του σαλονιού, και το κουδούνι χτύπησε εκ νέου.
«Το μουνί!» φώναξε τότε ο Βαγγέλης.
«Άντε Πέτρο, σου ‘φέξε!» συμπλήρωσε με νόημα ο Τάκης.
Ο Πέτρος είχε απηυδήσει με την ηλίθια συμπεριφορά των ξαδερφιών του.
«Μα δεν παίζει τίποτα» εξήγησε, «Ποτέ δεν έπαιξε. Είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά…»
«Ένας λόγος παραπάνω για να θες να τη γαμήσεις τώρα και να εκτονώσεις τις καταπιεσμένες κάβλες της παιδικής ηλικίας…» ανέφερε στωικά ο Τάκης.
Ο Πέτρος κατσούφιασε και έβγαλε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης.
«Είναι δυνατόν ρε Τάκη να είσαι τόσο κάφρος;» είπε στον ξάδερφό του.
«Είναι δυνατόν ρε Πέτρο να είσαι τόσο μαλάκας;» αποκρίθηκε ο Τάκης, για να συμπληρώσει: «Μη μου πεις τίποτα κουλό ότι την αγαπάς, γιατί πραγματικά θα είσαι για μούντζωμα!»
«Μα εγώ δεν…» ξεκίνησε να λέει ο Πέτρος, αλλά ανακόπηκε. Δεν ήξερε τι να πει εξάλλου.
«Αφού το ξέρεις ρε μαλάκα ότι είναι μεγάλο καραπουταναριό!» εξήγησε ο Τάκης. «Πλάκα πλάκα παίζει να είσαι ο μόνος στη Χαλκίδα που δεν την έχει γαμήσει ακόμα! Πραγματικά την έχουν πάρει οι πάντες!»
Ο Πέτρος, αν και ήθελε, ντράπηκε να ρωτήσει τον ξάδερφό του αν συγκαταλέγεται κι αυτός μέσα σ’ αυτούς τους πάντες. Μολονότι αντισεξιστής, ο ήρωάς μας δεν μπορούσε να αποβάλει εύκολα τα φαλλοκρατικά στερεότυπα που τον στοίχειωναν από παιδί, ότι δηλαδή μια γυναίκα που αλλάζει συχνά ερωτικούς συντρόφους πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πουτάνα ενώ στην πραγματικότητα η αλλαγή συντρόφων δεν είναι παρά δείγμα της απελευθέρωσής της. Αλλά και να μην καταδυναστεύονταν από αυτά τα στερεότυπα, θα μπορούσε να θεωρήσει τη Σοφία χειραφετημένη, τη στιγμή που δεν είχε κανένα άλλο ενδιαφέρον στη ζωή της από το να ξοδεύει το μισθό της σε ρούχα και καλλυντικά με σκοπό να είναι αρεστή στους άνδρες; Ήταν τελικά η σεξουαλική απελευθέρωση ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη χειραφέτηση μιας γυναίκας ή σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να λειτουργήσει εξίσου καταπιεστικά όπως ο γυναικείος πουριτανισμός;
«Μα είναι καλή κοπέλα…» ήταν τελικά τα λόγια του Πέτρου, λες και το να είχε πάει η Σοφία με όλη τη Χαλκίδα την καθιστούσε αυτομάτως κακή.
«Γεια σας παιδιά!» ακούστηκε τότε ξαφνικά μια γυναικεία φωνή από το διάδρομο ενώ ένας σκανδαλιστικός ήχος από τακούνια διαπερνούσε το χώρο, και σε κλάσματα δευτερολέπτου ξεπρόβαλε μπροστά τους η φιγούρα της Σοφίας.
Οι τρεις νέοι πραγματικά έχασαν τη μιλιά τους, αντικρίζοντας τη στενή μέχρι λίγο πιο πάνω από το γόνατο φούστα της Σοφίας που τόνιζε τις μαγευτικές καμπύλες της, το ανοιχτό ντεκολτέ της, τα μακριά σκούρα καστανά μαλλιά της και τα βαμμένα κόκκινα χείλη της.
«Γεια…» μπόρεσαν και άρθρωσαν με δυσκολία ο Τάκης με το Βαγγέλη, και η Σοφία ανταπέδωσε με ένα φιλικό «Γεια» κι αυτή. Όσο για τον Πέτρο, εκείνος δεν μπόρεσε να ξεστομίσει ούτε «Γεια».

Αυτομάτως, ο αγωνιστής φοιτητής ξέχασε όσες φαλλοκρατικές μπούρδες είχε ακούσει προηγουμένως από τον ξάδερφό του και επικεντρώθηκε στην εντυπωσιακή εμφάνιση της Σοφίας, που την καθιστούσε αληθινή γυναίκα και τη διαφοροποιούσε από τις πατσαβούρες συμφοιτήτριές του στο Φυσικό της Αθήνας. Ταυτόχρονα όμως, οι προηγούμενοι συλλογισμοί του για το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης επανήλθαν δριμύτεροι, θυμούμενος μια μπροσούρα της φεμινιστικής ομάδας ‘Ανυπότακτες Αμαζόνες’ που είχε πέσει παλιά στα χέρια του και η οποία επιχειρηματολογούσε ότι οι στενές φούστες, οι στηθόδεσμοι, τα ντεκολτέ, τα τακούνια, τα σκουλαρίκια, το κραγιόν, το μέικ-απ, όλα αυτά δηλαδή που εξύψωναν τη Σοφία σε μια αληθινή κούκλα, είναι η «μπούρκα» της δυτικής γυναίκας, που την υποδουλώνει, την καταπιέζει και την ανάγει σε απλό αντικείμενο-γλάστρα. Ήτανε άραγε επιλήψιμο που του άρεσε έτσι όπως ήταν ντυμένη η Σοφία; Μήπως έπεσε κι αυτός στην παγίδα του καπιταλισμού και απορροφήθηκε τόσο πολύ από την εμφάνισής της και δεν έδειχνε ενδιαφέρον να εξερευνήσει τις απόψεις της, την προσωπικότητά της και τα λοιπά εσωτερικά της χαρίσματα; Ήταν τελικά κι αυτός ένα φαλλοκρατικό γουρούνι που έπρεπε να τιμωρηθεί με ευνουχισμό, όπως θα έλεγαν και οι φεμινίστριες συντάκτριες της μπροσούρας;

Ναι, αλλά όλα αυτά τα άχρηστα προϊόντα που κατανάλωνε η Σοφία για να είναι όμορφη, δεν αντιστοιχούσαν σε αναλωμένα μέσα παραγωγής και σπαταλημένη εργατική δύναμη; Μήπως δηλαδή η Σοφία, και η κάθε Σοφία, δεν ήταν θύμα, αλλά συνένοχη, μιας και συντηρούσε με τις αγορές της την καπιταλιστική βιομηχανία καλλυντικών και ρούχων, όλων αυτών που για την κατασκευή τους εξαντλούνται οι φυσικοί πόροι της γης, καταστρέφεται το περιβάλλον, δολοφονούνται ζώα για το δέρμα ή το λίπος τους, και εξαθλιώνονται λαοί στον Τρίτο Κόσμο δουλεύοντας με αντάλλαγμα ένα κομμάτι ψωμί για την κατασκευή τους; Μήπως δηλαδή αντί να την λυπηθεί και να της υποδείξει το σωστό δρόμο προς τη χειραφέτησή της, έπρεπε να απαγγείλει εναντίον της ένα δριμύ κατηγορώ;

Όλες αυτές οι ατέρμονες σκέψεις, όμως, δεν κατάφεραν να επισκιάσουν τα αγνά αισθήματα που κάποτε ένιωθε γι’ αυτήν, και τώρα άρχισαν δειλά-δειλά να ξεπροβάλλουν και πάλι, μετά από τόσα χρόνια στην αφάνεια. Στο βάθος του μυαλού του Πέτρου διατηρούνταν εντυπωμένη η εικόνα της παραλίας που έπαιζε μικρός με τη Σοφία, φαντασιώνοντας ότι και τώρα πλατσούριζαν μαζί σ’ αυτήν, όντας μεγάλοι πια και όχι παιδιά. Και τι δε θα ‘δινε ο αθεράπευτα ρομαντικός επαναστάτης μας για να ξαναζήσει ως ενήλικας μια τέτοια σκηνή από κοινού με την αγαπημένη του της παιδικής του ηλικίας· η οποία αγαπημένη του, ακόμα κι αν είχε περάσει στρατός από άνδρες από πάνω της όπως έλεγε ο ξάδερφός του, για τον Πέτρο παρέμενε αιωνίως αγνή...

«Τι κάνεις Πέτρο;» ρώτησε ευθύς αμέσως η Σοφία κατευθυνόμενη προς το μέρος του ήρωά μας, και πιάνοντάς του απαλά το χέρι.
Ο Πέτρος έμοιασε να έχει βραχυκυκλώσει.
«Καλά είμαι...» απάντησε αμήχανα. «Εσύ;»
«Καλά είμαι κι εγώ…» απάντησε ο παιδικός του έρωτας, για να συνεχίσει προς τους άλλους: «Εσείς παιδιά καλά είστε;»
«Καλά είμαστε κι εμείς…» είπε με άνεση ο Τάκης, κλείνοντας το μάτι στον Πέτρο.
«Έχουμε χαθεί…» είπε τότε με παράπονο η Σοφία στον Πέτρο.
«Και όμως να που ξαναβρεθήκαμε…» αποκρίθηκε μελιστάχτα ο Πέτρος.
Ο Τάκης άρχισε να ξεροβήχει, σαν να ήθελε να πει ότι τους τρέχουν σιρόπια. Ο Βαγγέλης δεν μπόρεσε να κρατηθεί και ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
Ο Πέτρος έριξε ένα άγριο βλέμμα και στους δύο. Η Σοφία, παραδόξως, δεν τους έδωσε σημασία, ίσως επειδή ήταν συνηθισμένη σε τέτοιες ανώριμες συμπεριφορές από άντρες.

«Παιδιά, ελάτε να φάμε! Το τραπέζι είναι έτοιμο!» ακούστηκε τότε η φωνή της κυρα-Μαρίας, της μητέρας του Πέτρου, και η τρυφερή σκηνή διακόπηκε απότομα.
«Άντε πάμε λοιπόν!» είπε ο Πέτρος, σε μια προσπάθεια να ξεμπλοκάρει από την αμηχανία στην οποία είχε περιέλθει.
«Άντε λοιπόν πάμε!» επανέλαβε ο Τάκης, και έλαχε σ’ αυτόν ο κλήρος να ηγηθεί της παρέας στην τραπεζαρία.

Δεν είχαν περάσει δύο λεπτά και οι τέσσερις νέοι είχαν πάρει θέση στο μακρύ τραπέζι δίπλα στους μεγάλους. Ο Πέτρος είχε στα δεξιά του τη Σοφία ενώ ο Τάκης με το Βαγγέλη κάθονταν απέναντί τους κοιτώντας τον βλοσυρά στα μάτια έτοιμοι να γελάσουν. Ο Πέτρος προσπαθούσε να τους αγνοήσει. Στην άλλη άκρη του τραπεζιού, ο πατέρας του Πέτρου με τον αδελφό του και τον πατέρα της Σοφίας συζητούσαν χαμηλόφωνα για κάποιες πρωτοβουλίες που είχε πάρει το δημοτικό συμβούλιο της Χαλκίδας για την κατασκευή ενός πολυκαταστήματος στο κέντρο της πόλης. Οι γυναίκες τους συζητούσαν για το πόσο ωραίος είχε γίνει ο κήπος της κυρα-Μαρίας, με τα καινούρια λουλούδια που είχε φυτέψει. Η δε κυρα-Μαρία με τη γιαγιά του Πέτρου είχαν αναλάβει να σερβιρίσουν τον κόσμο, ενώ ο παππούς του Πέτρου καθόταν αμίλητος και παρακολουθούσε τις συζητήσεις των τριών ανδρών της παρέας.

Εκείνη την ώρα ξεπρόβαλλε στην είσοδο της τραπεζαρίας η Νατάσα.
«Φεύγω» είπε η μικρή στη μητέρας της, ενώ τα βλέμματα όλων έπεσαν κατευθείαν απάνω της.
«Φεύγεις;» ρώτησε έκπληκτη η κυρα-Μαρία. «Μα δεν θα κάτσεις να φας;»
«Δεν προλαβαίνω» απάντησε ορθά-κοφτά η Νατάσα, «Με περιμένει ο Νίκος με τη μηχανή από κάτω» και εγκατέλειψε συγγενείς και φίλους χωρίς δεύτερη κουβέντα.
«Μα πού θα πάει η κατάσταση με αυτό το παιδί…» μουρμούρισε ο κυρ-Γιάννης βλέποντας το σκηνικό,  φανερά προβληματισμένος που η κόρη του είχε γκόμενο και εγκατέλειπε την οικογένειά της και να πάει βόλτα μαζί του.
«Ώστε η αδερφή μου έχει γκόμενο…» αναλογίστηκε ο Πέτρος, που σίγουρα δεν σοκαρίστηκε το ίδιο με τον πατέρα του, όμως λόγω της πατριαρχικής νοοτροπίας με την οποία ήταν εμποτισμένος από την παιδική του ηλικία, όπως και κάθε άντρας, δεν μπορούμε να πούμε ότι έβλεπε κάτι τέτοιο με το καλύτερο μάτι.

Ξαφνικά, η κυρα-Μαρία διαπίστωσε ότι από το τραπέζι έλειπε ο Αλέξανδρος.
«Μα πού είναι ο μικρός;» ρώτησε τότε.
«Παίζει computer…» απάντησε ο Πέτρος.
«Πάλι;» αναρωτήθηκε με έκπληξη η κυρα-Μαρία. «Αχ αυτό το παιδί θα αποβλακωθεί τελείως! Πήγαινε σε παρακαλώ ρε Πέτρο να τον φωνάξεις»
«Ωχ ρε μάνα, τι μου βάζεις να κάνω…» αναφώνησε ο Πέτρος και σηκώθηκε να πάει στο δωμάτιο του να φωνάξει τον αδερφό του.

Φτάνοντας ο Πέτρος στο δωμάτιο, κοντοστάθηκε στη μισάνοιχτη πόρτα και κάρφωσε το βλέμμα του στον Αλέξανδρο. Ο μικρός όμως δεν του έδωσε σημασία και συνέχισε να παίζει στον υπολογιστή. Ούτε καν ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει τι τον ήθελε. Έτσι ο Πέτρος πήρε από μόνος του το λόγο λέγοντάς του: «Λοιπόν, σε περιμένουμε στο τραπέζι. Η μάνα έχει βάλει να φάμε»
Ο Αλέξανδρος αρχικά δεν απάντησε.
«Άκουσες τι σου είπα;» τον ξαναρώτησε ο Πέτρος.
«Παίζω τώρα! Δεν μπορώ!» φώναξε ο μικρός χωρίς να αποτραβήξει το βλέμμα του από την οθόνη.
«Η μάνα λέει ότι θα αποβλακωθείς…» συμπλήρωσε τότε ο Πέτρος.
«Πες της ότι αυτή έχει αποβλακωθεί πολλά χρόνια τώρα από την τηλεόραση!» απάντησε ο Αλέξανδρος, «Όλη μέρα Μικρούτσικο και Σία Λιαροπούλου βλέπει η κατίνα!»
Ο Πέτρος έμεινε άφωνος. Ο μικρός μόλις είχε εκστομίσει μια μεγάλη αλήθεια, κάτι που δεν διανοήθηκε ποτέ να κάνει ο Πέτρος. «Τελικά μήπως δεν είναι και τόσο αποβλακωμένος;» σκέφτηκε.
«Εντάξει, έλα να φάμε τώρα» είπε τελικά στον Αλέξανδρο.
«Θα έρθω σε δυο λεπτά» απάντησε ο Αλέξανδρος, και ο Πέτρος, θεωρώντας ότι ο μικρός θα τηρήσει την υπόσχεσή του, γύρισε στο τραπέζι.

«Πού είναι ο Αλέξανδρος;» ρώτησε τον Πέτρο η μητέρα του καθώς αυτός έπαιρνε πάλι θέση στο τραπέζι.
«Έρχεται σε δυο λεπτά» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Ωραία, ας αρχίσουμε εμείς» είπε τότε η κυρα-Μαρία στους παρευρισκόμενους, και ξεκίνησαν όλοι να τρώνε.

Πέρασε ένα και όχι δύο λεπτά τελικά, και ο Αλέξανδρος εμφανίστηκε στο τραπέζι, περιμένοντας όρθιος μέχρι να του φέρουν μια καρέκλα να κάτσει.
«Βρε βρε!» φώναξε τότε ο θείος Θανάσης, «πόσο μεγάλος έγινε ο Αλέξανδρος!»
Ο Αλέξανδρος, που σιχαινόταν αυτά τα κοπλιμέντα όσο τίποτα, ούτε καν χαμογέλασε από ευγένεια.
«Και τι όμορφος που έχει γίνει!» πήρε τη σκυτάλη η θεία Χρυσούλα.
Ο Αλέξανδρος έδειξε να στραβώνει, όμως η κυρα-Χρυσούλα δεν το έβαλε κάτω.
«Την θυμάσαι την Αντιγόνη, την κόρη της γειτόνισσά μας της κυρίας Φωτεινής;» τον ρώτησε. «Πάει Πρώτη Γυμνασίου και έχει ψηλώσει κι αυτή. Μόλις μεγαλώσεις θα την παντρευτείς την Αντιγόνη, ε;»
«Να συμπεθεριάσουμε, χα χα χα!» συμπλήρωσε ο χωρατατζής θείος Θανάσης, προκαλώντας το από ευγένεια γέλιο του κυρ-Γιάννη και της κυρα-Μαρίας.
«Τι μαλακίες του λένε θεέ μου!» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος, «τα ίδια μου λέγανε και μένα μικρό και τσαντιζόμουνα…»
Ο Αλέξανδρος παραδόξως δεν έδειξε να τσαντίζεται. Ίσως ετοιμαζόταν να δώσει κάποια κυνική απάντηση, από αυτές που συνήθιζε. Και όντως, έτσι έγινε.
«Δεν ξέρω» αποκρίθηκε, «θα της κάνω πρώτα ένα test-drive, και άμα μου κάνει, θα την παντρευτώ…»
Η δήλωση αυτή του Αλέξανδρου έσκασε σαν βόμβα στο τραπέζι, προκαλώντας σοκ και δέος στους μεγάλους και γέλιο στους νέους.
«Και που λέτε, το δημοτικό συμβούλιο έδωσε αμέσως άδεια στο κατάστημα…» ξεκίνησε να λέει ο κυρ-Γιάννης για να επαναφέρει την προσοχή των έτερων συνδαιτυμόνων σε θέματα που δεν τον εξέθεταν ως πατέρα-ανατροφέα· είχε ήδη εκτεθεί μια φορά προηγουμένως που η κόρη του είχε γκόμενο, και η δεύτερη κατά σειρά έκθεσή του με τη συμπεριφορά του γιου του τού κάθονταν κάπως βαριά.
«Άντε πήγαινε να συνεχίσεις το παιχνίδι σου, καλά δεν έπαιζες τόση ώρα;» είπε τότε ο Πέτρος εν μέσω γέλιων στον μικρό, ο οποίος μικρός, επωφελούμενος από το χάος που προκάλεσε, γύρισε πίσω στο δωμάτιο και τον υπολογιστή.
«Κοίτα σε τι μαλάκα θα δίναμε την Αντιγόνη!» σχολίασε επίσης γελώντας ο Βαγγέλης, προκαλώντας περαιτέρω το γέλιο των άλλων νέων της παρέας.

Έχοντας συνέλθει από τα γέλια, οι νεαροί συνέχισαν κανονικά το γεύμα τους που είχαν αφήσει στη μέση.
«Δεν μου λες Πέτρο» πήρε το λόγο ξαφνικά στην παρέα των μικρών η Σοφία, «εσύ φέτος με τη σχολή τελειώνεις;»
Ο Πέτρος ένιωσε ντροπιασμένος. Τι να απαντήσει τώρα; Ότι τελειώνει ενώ δεν πρόκειται να τελειώσει ούτε σε 5 χρόνια από τώρα με τους ρυθμούς που πάει;
«Έτσι λέω» αρκέστηκε να πει, «μάλλον θα τελειώσω μέχρι το Σεπτέμβρη»
«Μην τον ακούς» παρενέβη ο Τάκης, κάνοντας μια παύση μερικών δευτερολέπτων για να κατεβάσει την μπουκιά που είχε στο στόμα του, «κάθε χρόνο έτσι λέει και δεν έχει περάσει ακόμα ούτε τα μισά μαθήματα»
Ένα κύμα οργής άρχισε τότε να πλημμυρίζει τον Πέτρο. Πώς μπορούσε ο Τάκης να φερθεί με τέτοιο τρόπο, παρουσία μάλιστα της Σοφίας; Ήθελε να σπάσει πλάκα μαζί του ή απλά δεν είχε συνειδητοποιήσει την κρισιμότητα της κατάστασης; Η πρόκληση αυτή σίγουρα δεν έπρεπε να μείνει αναπάντητη.
«Εγώ τουλάχιστον μπήκα σε πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, μετά από πανελλήνιες, δεν πήγα στην Αγγλία να αγοράσω πτυχίο…» ανέφερε δεικτικά ο Πέτρος κατεβάζοντας ταυτόχρονα μερικές γουλιές κρασί.
Ο Τάκης άλλαξε ύφος αμέσως. Η συζήτηση είχε εξελιχθεί σε τσακωμό με εκατέρωθεν χτυπήματα κάτω από τη ζώνη.
«Γι’ αυτό είσαι μαλάκας…» ήταν η απάντηση του, συνέχισε ωστόσο να μασουλάει.
«Καλύτερα μαλάκας παρά γλοιώδης σαν εσένα…» ανταπέδωσε τα πυρά ο Πέτρος.
Επιτέλους, οι τυπικότητες είχαν αφεθεί κατά μέρος και τα δύο ξαδέρφια ήταν ελεύθερα να εκφράσουν δημόσια την απέχθεια που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο. Ο Βαγγέλης και η Σοφία είχαν ομολογουμένως ξαφνιαστεί από την έκταση του τσακωμού, αλλά δεν θέλησαν να κάνουν κάποιο σχόλιο και προτίμησαν να παραμείνουν σιωπηλοί.
«Δεν μου λες Πέτρο» είπε χαμηλόφωνα τότε ο Τάκης, για να μην τους ακούσουν οι μεγάλοι, «το ξέρει ο πατέρας σου ότι 9 χρόνια τώρα έχεις περάσει με το ζόρι μόνο τα εργαστήρια και έχεις ακόμα τα κέρατά σου να δώσεις;»
«Δεν μου λες εσύ» αντεπιτέθηκε εξίσου χαμηλόφωνα ο Πέτρος, «το ξέρεις ο πατέρας σου ότι πληρώνεις άλλους για να σου κάνουν τις εργασίες;»
«Εσύ τι λες;» αποκρίθηκε ο Τάκης, «Νόμιζες ότι δεν το ξέρει; Μα φυσικά και το ξέρει! Αυτός μου λέει να το κάνω!»
Ο Πέτρος έμεινε άφωνος. Δεν μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος της αγυρτείας της οικογένειας του θείου του. Δεν είχε αυταπάτες ότι ήταν ικανοί για όλα, αλλά δεν περίμενε ότι θα το ανακοίνωναν με τόσο απροκάλυπτο τρόπο.
«Και τι νομίζεις δηλαδή;» συνέχισε ο Τάκης, «Ότι έχω ιδεοληψίες σαν εσένα;»
Ο Τάκης είχε μόλις ξεπεράσει τα επιτρεπόμενα όρια στη διαμάχη του με τον Πέτρο, ο οποίος ένιωσε προς στιγμή ικανός να σηκωθεί από το τραπέζι και να σκάσει μια μπουνιά στα μούτρα του θρασύτατου ξάδερφού του. Αντιλήφθηκε όμως ότι κάτι τέτοιο θα έφερνε τα πάνω κάτω στο σπίτι και αποφάσισε να περιορίσει την αντιπαράθεση στο λεκτικό πεδίο.

Ξαφνικά, η γιαγιά του Πέτρου του έβαλε λίγο ακόμα κρέας στο πιάτο του, ενώ δεν είχε δείξει να έχει αντιληφθεί τίποτα από τη στιχομυθία των δύο νέων προηγουμένως. Ο Πέτρος τότε έδειξε να ντροπιάζεται ανείπωτα.
«Γιαγιά! Γαμώ το κέρατό μου επιτέλους!» μουρμούρισε προσπαθώντας μετά βίας να κρατήσει την ψυχραιμία του.
«Λίγο φαγάκι σου έβαλα ακόμα, να μην περισσέψει…» αποκρίθηκε σε ήρεμο απολογητικό τόνο η γιαγιά του.
«Άμα ήθελα κι άλλο φαΐ θα έβαζα μόνος μου!» εξήγησε κάπως πιο ψύχραιμα αυτή τη φορά ο Πέτρος.
«Μην την κατηγορείς» παρενέβη τότε η Σοφία, μετά από πολλή ώρα, «έχει ακόμα το σύνδρομο της κατοχής!»
«Ε ναι» σχολίασε ειρωνικά ο Τάκης «εξήγησε Πέτρο στη γιαγιά ότι δεν έχουμε πια κατοχή. Τώρα έχουμε ελευθερία!»
Οι πολιτικοί υπαινιγμοί του λακέ Τάκη ήταν εμφανείς, και ο Πέτρος θεώρησε θεμιτό να μην αφήσει αναπάντητη αυτή την πρόκληση.
«Και τώρα κατοχή έχουμε» είπε, «αλλά αμερικανική. Αλλά που να το καταλάβουν αυτό τα μαλακισμένα αμερικανάκια σαν εσένα!»
«Ω, τι μας λες!» απάντησε ο Τάκης που δεν έδειχνε να πτοείται, «Μόνο εσύ τα βλέπεις αυτά! Είσαι γραφικός, το ξέρεις;»
Ο Πέτρος τότε άλλαξε δέκα χρώματα. Ο Τάκης τον είχε μόλις αποκαλέσει «γραφικό» έναν χαρακτηρισμό που δεν άντεχε με τίποτα, γιατί ακριβώς δεν στόχευε στον ίδιο, παρά στην ιδεολογία του, την οποία είχε σε περίοπτη θέση στο προσωπικό του σύστημα αξιών. Το μυαλό του ήρωά μας θόλωσε και ο ίδιος ένιωσε ότι έπρεπε να ανταποδώσει την προσβολή με κάθε τίμημα.
«Τι να μας πεις κι εσύ ρε παλιοπρεζάκι» φώναξε, «που σε πληρώνει ο πατέρας σου για να κάνεις τον κάγκουρα στην Αγγλία και να πηγαίνεις σε ρέιβ πάρτυ με πούστηδες και ναρκωτικά! Έχεις κάψει το μυαλό σου από την κόκα ρε μαλάκα!»

Τα τελευταία λόγια του Πέτρου ήταν τόσο σκληρά, που ο μέχρι πρότινος αλαζόνας ξάδερφός του δεν ήταν σε θέση να ανταποδώσει μια ίσης εμβέλειας προσβολή σαν αυτή που μόλις υπέστη.
 «Σε μισώ ρε μαλάκα! Από μικρό παιδί σε μισώ!» αρκέστηκε να πει, και χωρίς να καθυστερήσει ούτε λεπτό, ολοκλήρωσε το φαί του και έφυγε από το τραπέζι.
«Πού πας Τάκη;» τον ρώτησε τότε ο Βαγγέλης.
«Πάει στο σαλόνι να δει τηλεόραση» εξήγησε ειρωνευόμενος ο Πέτρος, «σε λίγο αρχίζει ο τελικός του Fame Story και πρέπει να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα!»
 Κανείς βέβαια από τους συνδαιτυμόνες δεν πρέπει να κατάλαβε τον υπαινιγμό. Η Σοφία μάλιστα έδειξε να έχει τόσο μαύρα μεσάνυχτα, που τον ρώτησε: «Εσύ Πέτρο ποιον θα ψηφίσεις στον τελικό; Τον Κώστα ή τον Χάρη;»
Ο Πέτρος εκείνη τη στιγμή, εκτός του ότι αισθάνθηκε ότι τόση ώρα τσακωνόταν με τον Τάκη για το τίποτα, ένιωσε κιόλας μια έντονη ιδεολογική αποστροφή προς τη Σοφία, όσο και αν ένιωθε ρομαντικά γι’ αυτήν προηγουμένως. «Μα γι’ αυτό το τσόκαρο έκανα τόσα όνειρα;» σκέφτηκε απογοητευμένος.
«Πας κι εσύ φιρί-φιρί να τ’ ακούσεις μου φαίνεται…» της απάντησε προσβλητικά ο μεγάλος μας αγωνιστής καθώς ολοκλήρωνε το φαγητό του.
Η Σοφία έδειξε να ξαφνιάζεται.
«Άστο διάολο κι εσύ μαλάκω…» είπε, από μέσα του όμως, ο Πέτρος στον πάλαι ποτέ έρωτά του, και έφυγε προς το δωμάτιό του, αφήνοντας τους υπόλοιπους της παρέας στο τραπέζι.

Μπαίνοντας ο Πέτρος στο δωμάτιο, κοπάνησε πίσω του δυνατά την πόρτα και κάθισε σαν από κούραση στο κρεβάτι.
«Με ποιον τσακώθηκες πάλι;» τον ρώτησε ο Αλέξανδρος, χωρίς όμως να σηκώσει το βλέμμα του από τον υπολογιστή.
«Με κανέναν» απάντησε ο Πέτρος, που δεν είχε διάθεση να συζητήσει το θέμα.
Ο μικρός δεν επέμεινε και συνέχισε το παιχνίδι του.

Ξαφνικά, κάποιος χτύπησε την πόρτα.
«Εμπρός!» φώναξε δυσανασχετώντας ο Πέτρος.
«Να μπω;» ακούστηκε η φωνή της Σοφίας.
«Ναι, μπες» απάντησε σε κάπως πιο ευγενικό τόνο τώρα ο Πέτρος.
«Τι κάνουν εδώ τα παιδιά;» ρώτησε χαριτολογώντας η Σοφία με το που μπήκε στο δωμάτιο.
«Εδώ, καθόμαστε…» είπε σε ήρεμο τόνο ο Πέτρος.
Η Σοφία κάθισε στην καρέκλα που βρισκόταν απέναντι από το κρεβάτι. Ένας ρίγος ένιωσε ο μεγάλος αγωνιστής να τον διαπερνά καθώς η Σοφία κάθισε σταυροπόδι με τη φούστα να ανασηκώνεται πολύ πάνω από το γόνατο. Δεδομένου όμως της τεταμένης ψυχολογικής του κατάστασης λόγω του προηγούμενου τσακωμού του με τον Τάκη, δεν έδειξε να αποπροσανατολίζεται πλήρως από το θεσπέσιο θέαμα.
«Θα ήθελα κατ’ αρχήν να σου ζητήσω συγνώμη για πριν…» της είπε.
«Δεν κρατάω κακία, μην ανησυχείς» εξήγησε χαμογελώντας η Σοφία, «αλλά γιατί αρπάχτηκες έτσι;»
«Αρπάχτηκα γιατί ο ξάδερφός μου είναι πολύ μεγάλος μαλάκας» ανέφερε ο Πέτρος, «και επειδή στο τέλος εσύ με ρώτησες αν θα ψηφίσω στο Fame Story. Το κατάλαβα βέβαια ότι προσπαθούσες να αποφορτίσεις το κλίμα, αλλά εκείνη την ώρα ήμουνα πολύ τσαντισμένος και ξέσπασα πάνω σου…»
«Γιατί ήταν τόσο κακό που σε ρώτησα αν θα ψηφίσεις στο Fame Story;» ρώτησε τότε όλο νάζι η Σοφία παίρνοντας το ύφος μικρού κοριτσιού που θέλει χαδάκια και αγκαλίτσες.
«Τώρα τι να κάθομαι να εξηγώ…» σκέφτηκε ο Πέτρος που είχε επίγνωση του χαμηλότατου επιπέδου της γκόμενας που είχε απέναντί του. Αν άρχιζε το επαναστατικό κήρυγμα, πιθανότατα η Σοφία να ξενερώσει και να μαζέψει τα μπούτια της από σταυροπόδι και να του στερήσει το οφθαλμόλουτρο. Εκείνη όμως τη στιγμή, μετά από το επεισόδιο με τον Τάκη, αυτό που μέτραγε πιο πολύ για τον Πέτρο ήταν η προάσπιση των ιδεών της αριστεράς, έστω και ενώπιον ενός ατόμου που δεν έδειχνε να σκαμπάζει γρι και είχε ενστερνιστεί πλήρως την απολίτικη ιδεολογία των ριάλιτυ.
«Θα προσπαθήσω να το εκφράσω με απλά λόγια» είπε και άρχισε να εξηγεί: «Τα ριάλιτυ τηλεπαιχνίδια είναι ο ορισμός της καταρράκωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πρώτον, προβάλλεται ως κάτι φυσιολογικό και αποδεκτό η παραβίαση της ιδιωτικότητας. Οι παίχτες του ριάλιτυ μας δείχνουν πώς τρώνε, πώς κοιμούνται, πώς κάνουν την ανάγκη τους, και το κοινό από κάτω χειροκροτεί. Μπορεί οι συμμετέχοντες να είναι τόσο γελοίοι που να δέχονται τον αυτοξεφτιλισμό τους, αλλά θα έρθει κάποια στιγμή η ώρα που θα παραβιαστεί η ιδιωτικότητα και ανθρώπων παρά τη θέλησή τους. Ήδη στο εξωτερικό υπάρχουν τέτοια ριάλιτυ στα οποία γίνεται θέαμα η ιδιωτική ζωή ανθρώπων χωρίς αυτοί να το επιδιώκουν και περιττό να πω ότι αυτά τα ριάλιτυ κάνουν θραύση…»
Η Σοφία έμεινε αποσβολωμένη, αλλά δεν έδειξε να έχει καταλάβει και πολλά, ενώ ο Αλέξανδρος εξακολουθούσε να παίζει στον υπολογιστή και δεν έμοιαζε να τον πολυενδιαφέρουν αυτά που έλεγε ο αδερφός του. Ο δε Πέτρος προσπαθούσε, όσο μιλούσε, να κοιτάζει τη Σοφία στα μάτια και όχι στα μπούτια ή στο στήθος γιατί έτσι απέφευγε τον κίνδυνο να μπερδέψει αυτά που έλεγε και να αρχίσει να εκστομίζει ασυναρτησίες.
«Στην κοινωνία που ζούμε» συνέχισε να λέει ο μεγάλος ρήτορας έχοντας κάπως ηρεμήσει από προηγουμένως και προσπαθώντας να μην υποπέσει σε θεωρητικολογίες, «ο κόσμος δεν έχει δικαίωμα στη λήψη των αποφάσεων, και το μόνο που έχει δικαίωμα είναι να εκλέγει κάθε 4 χρόνια 300 βουλευτές, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι πλήρως υποταγμένοι ή και εξαγορασμένοι από τους οικονομικά ισχυρούς. Κανείς δεν ρώτησε τον κόσμο αν θέλει να αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης, ή αν εγκρίνει ή όχι ένα νομοσχέδιο που προωθεί το εκάστοτε Υπουργείο. Ο λαός απλά ψηφίζει κάποιους απατεώνες για εκπροσώπους του μέσα από ένα τελείως καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα και οι οποίοι άλλα υπόσχονται και άλλα πράττουν. Από την άλλη, δίνουν δικαίωμα στο λαό να ψηφίζει όχι κάθε 4 χρόνια αλλά κάθε βδομάδα, σε τι; Σε ριάλιτυ τηλεπαιχνίδια! Θεωρώ λοιπόν ότι η όλη αυτή φάση, εκτός των άλλων, είναι μια απίστευτη κοροϊδία εις βάρος του κόσμου… Κατάλαβες λοιπόν;»
«Κάπως περίεργα μου φαίνονται όλα αυτά που λες…» απάντησε η Σοφία.
«Τελικά ή η γκόμενα είναι για τον πούτσο τελείως» σκέφτηκε ο Πέτρος, «ή εγώ δεν είμαι και τόσο δεινός εκλαϊκευτής όσο νόμιζα». Δεν έφυγε ωστόσο από τη θέση σταυροπόδι, πράγμα που υποδήλωνε ότι ο Πέτρος δεν κατάφερε να την ξενερώσει τελείως, και έτσι συνέχισε να ρίχνει τις κλεφτές ματιές του στα όμορφα μπούτια της.

Εκείνη τη στιγμή, η πόρτα του δωματίου άνοιξε εκ νέου. Ήταν η γιαγιά του Πέτρου, η οποία κρατούσε στο χέρι ένα πιάτο με φαγητό, προφανώς του Αλέξανδρου που δεν είχε φάει ακόμα. Ο Αλέξανδρος βλέποντας με την άκρη των ματιών του τη γιαγιά του να ζυγώνει απειλητικά προς το μέρος του για να τον ταΐσει, έγινε Τούρκος.
«Δεν πεινάω! Φύγε!» της φώναξε, χωρίς όμως να διακόψει το παιχνίδι του.
«Έλα, φα’ το πριν κρυώσει!» του είπε η γιαγιά του, «Ξαναζεσταμένο φαγητό δεν τρώγεται»
«Δεν θέλω λέμε!» ούρλιαξε ο Αλέξανδρος.
«Μη φωνάζεις και σε ακούσει ο πατέρας σου!» τον συνέτισε τότε η γιαγιά, ενώ κάθισε στο σκαμπό που βρίσκονταν δίπλα στο τραπέζι. «Να, πάρε δοκίμασε αυτό το κομμάτι κρέας να μου πεις αν είναι καλό» του είπε, και του έβαλε μια πηρουνιά κρέας στο στόμα.
Ο Αλέξανδρος τσαντίστηκε ακόμα περισσότερο που η γιαγιά του επιχειρούσε να τον ταΐσει, ωστόσο δεν ήταν διατεθειμένος να διακόψει το παιχνίδι του και έτσι συμβιβάστηκε στην ιδέα να παίζει και να ταΐζεται παράλληλα.
«Πού είναι τα άλλα τα παιδιά, ο Τάκης με το Βαγγέλη;» ρώτησε τότε η γιαγιά, ενόσω τάιζε τον μικρό.
«Στο σαλόνι πρέπει να είναι…» αποκρίθηκε νωχελικά ο Πέτρος.
«Περίμενε να καταπιώ πρώτα ρε γιαγιά!» φώναξε ξαφνικά ο Αλέξανδρος στη γιαγιά του, που προσπαθούσε να του χώσει και καινούρια μπουκιά στο στόμα ενώ δεν είχε καταπιεί ακόμα την παλιά.
«Αλήθεια» πήρε τότε το λόγο η Σοφία βλέποντας αυτή τη σκηνή, «τι θα πει η Αντιγόνη άμα μάθει ότι ολόκληρο άντρα σε ταΐζουν ακόμα;»
«Θα της γαμήσω το μουνί που την πέταγε της Αντιγόνης αν πει τίποτα…» απάντησε ατάραχος ο Αλέξανδρος, και ο Πέτρος με τη Σοφία ξέσπασαν σε γέλια.
«Σουτ! Τι κουβέντες είναι αυτές;» μάλωσε τον μικρό η γιαγιά και του ‘χωσε μια νέα μπουκιά στο στόμα.

Εκείνη τη στιγμή, στο δωμάτιο μπήκε ο Βαγγέλης που βλέποντας τον Αλέξανδρο να τον ταΐζει η γιαγιά και αυτός να παίζει στον υπολογιστή, έχασε για μερικά δευτερόλεπτα τα λόγια του.
«Ωχ, τώρα θα ακολουθήσει πόλεμος!» ψιθύρισε προφητικά ο Πέτρος στη Σοφία.
Ξεπερνώντας το πρώτο σοκ, ο Βαγγέλης ξέσπασε σε δυνατά γέλια.
«Σε ταΐζει η γιαγιά ρε φλώρε;» φώναξε δυνατά στον Αλέξανδρο, «Θα το πω σε όλο το σχολείο!»
 Ο Αλέξανδρος εκείνη τη στιγμή έδειξε να χάνει εντελώς την ψυχραιμία του.
«Θα σου γαμήσω τη μάνα παλιοπούστη!» φώναξε στο Βαγγέλη, ο οποίος συνέχισε να γελάει δυνατά, και έκανε να σηκωθεί από τον υπολογιστή με σκοπό να τον κυνηγήσει.
«Πιπέρι θα σου βάλω στο στόμα! Τ’ ακούς;» του είπε τότε η γιαγιά ενώ προσπαθούσε με το ζόρι να τον συγκρατήσει στη θέση του.
«Τώρα θα δεις αρχίδι!» φώναξε ο Αλέξανδρος, και πεταγόμενος απότομα από τη θέση του τού έριξε μια δυνατή πλην όμως ξώφαλτση μπουνιά στα πλευρά. Ο Βαγγέλης όμως, δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει, και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση να ανταποδώσει τη μπουνιά, παρά άρχισε να απομακρύνεται από το δωμάτιο τρέχοντας και εν μέσω γέλιων, με τον Αλέξανδρο από πίσω να τον κυνηγάει να του ρίξει κι άλλες.
«Πού πας;» φώναξε τότε στον Αλέξανδρο η γιαγιά του, «Δεν έχεις τελειώσει το φαγητό σου!» και σηκώθηκε κι αυτή από τη θέση της παίρνοντας μαζί και το πιάτο του, και άρχισε να τον ακολουθεί για να τον ταΐσει.
Ο Πέτρος και η Σοφία βρήκαν φυσικά πολύ αστείο το όλο σκηνικό, τον Βαγγέλη κόκκινο από τα γέλια να τρέχει να ξεφύγει, τον Αλέξανδρο κόκκινο από τα νεύρα να τον κυνηγάει να τον χτυπήσει και τη γιαγιά να τρέχει πίσω από τον τελευταίο να τον ταΐσει, και έβαλαν τα γέλια κι αυτοί, μη δίνοντας τη δέουσα σημασία στο εντελώς απρόσμενο γεγονός ότι τελικά είχαν μείνει μόνοι τους στο δωμάτιο.

Ξαφνικά, η διαπεραστική φωνή της κυρα-Μαρία διέσχισε την τραπεζαρία και έφτασε στο δωμάτιο. «Παιδιά ελάτε! Θα κόψουμε την τούρτα!» ήταν τα λόγια της πριν αυτά προλάβουν να αποσβεστούν από την οχλοβοή που προκλήθηκε από τους υπόλοιπους συνδαιτημόνες.

«Μα ναι! Ο πατέρας σου έχει γιορτή σήμερα και γω η χαζή ξέχασα να σου ευχηθώ να τον χαίρεσαι!» αναφώνησε τότε η Σοφία και με μια αιφνιδιαστική κίνηση άρπαξε τον Πέτρο να τον φιλήσει.
«Πέτρο μου να χαίρεσαι τον πατέρα σου λοιπόν!» του είπε, κολλώντας πάνω του τις βυζάρες της, που κάποτε δεν ήταν  παρά μικρά βυζάκια, και δίνοντάς του δυο ρουφηχτά φιλιά στα μάγουλα.
Ο Πέτρος ένιωσε να σπαρταράει. Ο παιδικός του έρωτας αναγεννιούνταν· η φαντασίωσή του ίδιου σε τρυφερές στιγμές με τη Σοφία έμοιαζε να παίρνει σάρκα και οστά. Τούτη τη στιγμή για τον μαγεμένο Πέτρο η Σοφία δεν ήταν ούτε η παρτόλα που περιέγραφε ο ελεεινός ξάδερφός του, ούτε η αστοιχείωτη γκόμενα που γουστάρει να βλέπει ριάλιτυ στην τηλεόραση. Μια αόρατη δύναμη τον ωθούσε να την αγκαλιάσει κι αυτός σφιχτά και να ανταποδώσει την ευχή της φιλώντας την παθιασμένα στο στόμα, μη δίνοντας δεκάρα για τ’ ότι στο δωμάτιο μπορούσε να μπει ο οποιοσδήποτε να τους ευχηθεί «καλή χρονιά» και τους δει σε μια τόσο τρυφερή σκηνή. Κι όμως, δεν το έκανε, και άφησε ανεκμετάλλευτη μια μοναδική γι’ αυτόν ευκαιρία, που όμοιά της θα ‘ταν δύσκολο να συναντούσε πάλι στη ζωή του.

Η Σοφία ξάφνου κοίταξε το ρολόι της.
«Πέτρο πρέπει να φύγω» είπε με κάπως απολογητικό τόνο στη φωνή της, «Έχω κανονίσει να βγω…»
Ο Πέτρος ένιωσε τον ουρανό να πέφτει και να τον πλακώνει. Κατάλαβε πως η Σοφία, σαν πρώτης τάξης βλάχα που ήταν, θα πήγαινε σε κανένα σκυλάδικο με τις κότες φίλες της ή κανένα σκυλά γκόμενο, αν είχε αυτή την περίοδο, και αυτό γκρέμισε μεμιάς όλα του τα όνειρα.
«Θες να έρθεις κι εσύ;» τον ρώτησε τότε η Σοφία.
Ο Πέτρος σάστισε και πάλι.
«Θα προτιμούσα να πηγαίναμε μια βόλτα πιασμένοι χεράκι-χεράκι στην παραλία και να κοιτούσαμε τ’ αστέρια, όπως όταν ήμασταν παιδιά…» θέλησε να της πει, αλλά συγκρατήθηκε.
«Όχι, ευχαριστώ. Δεν είναι ανάγκη…» είπε τελικά.
«Έλα καλέ» του είπε χαμογελώντας με νόημα η Σοφία, «Θα πάμε σε ένα ωραίο μαγαζί! Θα είμαστε μεγάλη παρέα! Θα περάσουμε καλά!»
Ο Πέτρος όμως δεν επρόκειτο ούτε κατά διάνοια να αλλαξοπιστήσει. Βέβαια, η τόσο εκδηλωτική προς αυτόν Σοφία ήταν ένας πειρασμός, και ίσως αν έβαζε λίγο νερό στο κρασί του και πήγαινε στο σκυλάδικο, θα μπορούσε να μείνει για λίγη ώρα ακόμα μαζί της και ό,τι ήθελε προκύψει. Θα ήταν ψέμα να πούμε ότι κάτι τέτοιο δεν το σκέφτηκε σαν ενδεχόμενο. Ωστόσο, η απέχθεια που ένιωθε προς αυτά τα μέρη ήταν πολύ ισχυρότερη από το οποιοδήποτε αίσθημα ή απλά έλξη που αισθανόταν για τη Σοφία.
«Έλα που σου λέω!» του είπε η Σοφία και άρχισε να τον τραβάει απαλά από το μπράτσο «μην είσαι τόσο μαμούχαλος! Καλά θα περάσουμε…»
Ο Πέτρος, με το άκουσμα της προσφώνησης «μαμούχαλος» ένιωσε να χάνει για δεύτερη φορά σήμερα την ψυχραιμία του. «Μα θα με πει μαμούχαλο το παλιοτσουλί που την έχει πάρει όλη η Εύβοια επειδή δεν θέλω να πάω στο σκυλάδικο να τη βλέπω να κουνιέται πάνω στα τραπέζια;» σκέφτηκε και άρχισε πραγματικά να παίρνει ανάποδες. Τώρα είχε ξεχάσει εντελώς τα παιχνίδια που έπαιζε μαζί της στην παραλία και θυμήθηκε το χαστούκι που έφαγε από τη μάνα του όταν, δημοτικό ακόμα, η μικρή του αγαπημένη τον έδωσε στεγνά που ο ίδιος, προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή της, της πέταγε νεράντζια, και ένα από αυτά την πήρε κατά λάθος στο κεφάλι.

«Δεν έχω καμία όρεξη να έρθω έξω μαζί σου και σε παρακαλώ πολύ να με αφήσεις ήσυχο!» της είπε λοιπόν αγριεμένα και τράβηξε απότομα το μπράτσο του από το χέρι της.
Η Σοφία αυτή τη φορά άλλαξε όψη πραγματικά. Η γλυκύτητα που επέδειχνε προηγουμένως έδωσε τη θέση της σε ένα εξαγριωμένο βλέμμα.
«Ωραία λοιπόν, καληνύχτα!» αρκέστηκε να πει, και αποχώρησε εμφανώς νευριασμένη από το δωμάτιο.
«Στο καλό και να μας γράφεις!» της απάντησε εντελώς απαξιωτικά ο Πέτρος.

Εξωτερικά ο μεγάλος μας επαναστάτης έδειχνε ότι παραμένει αμετανόητος και απόλυτα πεπεισμένος για την ορθότητα της επιλογής του να μην ακολουθήσει τη Σοφία απόψε. Μέσα του όμως ένιωθε ότι είχε διαπράξει ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της ζωής του, που θυσίασε την αναβίωση του παιδικού του έρωτα για έναν ανόητο εγωισμό. Μήπως τελικά ήταν κάπως βεβιασμένη η συγκεκριμένη του επιλογή; Πρόλαβε άραγε να κάνει συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και να ζυγιάσει τα συν και τα πλην αυτής της ενέργειας, ή μήπως φέρεται σαν χείριστος αριστεριστής; Αλήθεια, ποια θα ήταν η άποψη του κατεξοχήν πολέμιου του αριστερισμού Λένιν πάνω στο θέμα αν τελικά πήγαινε στο σκυλάδικο με τη Σοφία; Θα ήταν ένας αναγκαίος ελιγμός ώστε να είναι κοντά στην αγαπημένη της παιδικής του ηλικίας ή μια ολοκληρωτική προδοσία των αρχών του;

«Μα τι σχέση έχει ο Λένιν με τις γκόμενες πέρα από το ότι ήταν ο ίδιος γκομενάκιας;» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος, και άφησε κατά μέρος τους ατέρμονες συλλογισμούς του. Εξάλλου, σε περισσότερη ισχύ από τη διδασκαλία του συντρόφου Βλαδίμηρου βρίσκονταν ένα άλλο, εντελώς πρακτικό ζήτημα, το ότι δεν είχε τίποτα της προκοπής να φορέσει για πάει σε ένα τέτοιο μέρος. Το μοναδικό του μπλουτζίν, αυτό που φορούσε επί μονίμου βάσεως, ακόμα και σήμερα στη γιορτή του πατέρα του, είχε σκιστεί σε χίλιες δυο μεριές και με το ζόρι συγκρατούνταν από μερικές μικρές παραμάνες, ενώ το επίσης μοναδικό του ζευγάρι παπούτσια, κάτι All-Star πενταετίας, που κι αυτά εννοείται πως τα φορούσε σήμερα όσο κι αν τον παρακάλεσε η μητέρα του να βάλει κάτι παλιά λουστρίνια του πατέρα του, κινδύνευαν ανά πάσα στιγμή να διαλυθούν. Για να μη μιλήσουμε για την ξεχαρβαλωμένη μάλλινη μπλούζα του, την γεμάτη πιτυρίδα που έπεφτε βροχή από τα για βδομάδες άλουστα μαλλιά του. Πιθανότατα λοιπόν να έτρωγε πόρτα στο μαγαζί, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τη Σοφία και την παρέα της.

Είχε όμως νόημα να προσπαθήσει να αναβιώσει τον έρωτά του με τη Σοφία, ο οποίος εδώ και πολλά χρόνια ήταν κλινικά νεκρός, με την ίδια τη Σοφία να μην έχει την παραμικρή σχέση πια με το αγνό κοριτσάκι των παιδικών της χρόνων; Άσε που ο τρόπος ζωής και οι φιλοδοξίες του καθενός ήταν πλέον εντελώς ασύμβατες. Ο Πέτρος ήταν ένας σπάνιος επαναστάτης διανοούμενος στην υπηρεσία της παγκόσμιας ανατροπής και του σοσιαλισμού που ζούσε στα Εξάρχεια ενώ η Σοφία μια συνηθισμένη κοπέλα που βολεύονταν σε μια κοινότυπη καθημερινότητα στην επαρχεία και το πολύ-πολύ να προσέβλεπε στο να γίνει κι αυτή κάποτε μητέρα. «Ξαναζεσταμένο φαγητό δεν τρώγεται» ήταν τότε τα λόγια της γιαγιάς του, που ήρθαν στο μυαλό του ήρωά μας, που αν και ειπώθηκαν για διαφορετικό λόγο, ταίριαζαν απόλυτα με την παρούσα κατάσταση· η Σοφία δεν ήταν για τον Πέτρο παρά ένα φαγητό που είχε κρυώσει προ πολλού, πέρα απ’ το ότι είχαν πολλοί άλλοι εν τω μεταξύ τσιμπολογήσει απ’ αυτό, οπότε όσο κι αν ένιωσε πρόσκαιρα μια συναισθηματική και σεξουαλική πείνα, πλέον δεν τον τραβούσε η όρεξη του να κάτσει να το φάει.

Με τα πολλά, ο Πέτρος είχε μείνει μόνος του στο δωμάτιο. Και μόνο η σκέψη ότι αν πήγαινε πίσω στην τραπεζαρία θα έπληττε αφόρρητα, τον ξενέρωνε απίστευτα. Όμως, δεδομένου ότι δεν είχε τι να κάνει στο δωμάτιό του πια, πήρε τη μεγάλη απόφαση να πάει να κάτσει για λίγο με τους μεγάλους…

* * *

Περνώντας απ’ το σαλόνι ο Πέτρος, είδε το μικρό Βαγγέλη ο οποίος κάθονταν στον καναπέ απέναντι από την τηλεόραση και έκανε ζάπινγκ ένα-ένα τα κανάλια, μήπως και πετύχει τίποτα ενδιαφέρον.
«Πού πήγε ο αδερφός μου;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Τον πήγαν στην κουζίνα να φάει» απάντησε ο Βαγγέλης, συνεχίζοντας: «Άσε, έγινε μεγάλο σκηνικό πριν! Κόντεψε να μου σπάσει την πλάτη από τα χτυπήματα και ήρθαν και τον πήραν σηκωτό! Τώρα τον ταΐζει η γιαγιά γιατί μόνος του λέει δεν πρόκειται να φάει…»
«Μάλιστα…» σχολίασε νωχελικά ο Πέτρος, ρωτώντας στο καπάκι: «Ο Τάκης πού είναι;»
«Έφυγε κι αυτός, πριν από λίγο» απάντησε ο Βαγγέλης, «Έχει κανονίσει λέει να πάει με κάτι φίλους του σ’ ένα στριπτιτζάδικο, γιορτάζει ο κολλητός του και θα τους βγάλει εκεί είπε…»
Η απέχθεια που ένιωθε ο Πέτρος για τον Τάκη, τώρα τετραπλασιάστηκε. Άκου εκεί στριπτιτζάδικο! Μα πόσο γλοιώδης θα μπορούσε να ήταν επιτέλους ο ξάδερφός του για να πάει μέχρι και σε τέτοιο μέρος! Σε ένα μέρος που οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα προς τέρψη ανάλγητων ηδονοβλεψιών, που η δουλειά που κάνουν οι εργαζόμενες κοπέλες εκεί δεν καλύπτει καμία βιολογική ανάγκη, όπως λόγου χάρη κάνει η αντίστοιχη εργασία των πορνών στους οίκους ανοχής. «Πρέπει να είναι πολύ διεστραμμένος κάποιος για να τη βρίσκει εκεί πέρα…» σκέφτηκε, και συνέχισε προς την τραπεζαρία.

Φτάνοντας στο τραπέζι, ο Πέτρος πήρε ένα κομμάτι τούρτα και κάθισε δίπλα στον παππού του.
«Να χαίρεσαι τον πατέρα σου παλικάρι μου!» του είπε χαμηλόφωνα ο παππούς.
«Να τον χαιρόμαστε παππού!» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Εσύ να τον χαίρεσαι παιδί μου, γιατί εγώ δεν θα είμαι εδώ του χρόνου…» συνέχισε ο παππούς.
Ο Πέτρος κατσούφιασε απότομα.
«Τι είναι αυτά που λες παππού;» τον επέπληξε, «Είσαι λεβέντης εσύ, εδώ θα είσαι και του χρόνου και του παραχρόνου!»
Ο παππούς άρχισε να δακρύζει από συγκίνηση.
«Αχ και να έπαιρνα σύντομα πτυχίο και να έκανα τον παππού μου να χαρεί…» σκέφτηκε ο Πέτρος με μια δόση αυτοσαρκασμού.

«Εσύ Πέτρο δεν θα πας βόλτα με τα παιδιά;» ρώτησε τότε τον Πέτρο η μητέρα του αναφερόμενη στον Τάκη και τη Σοφία.
«Πφφφ… Τρέχοντας!» απάντησε εντελώς απαξιωτικά ο Πέτρος.

Είναι αλήθεια όμως ότι ο ήρωάς μας δεν είχε και πουθενά αλλού να πάει. Τα τελευταία εννιά χρόνια που σπούδαζε –σπούδαζε που λέει ο λόγος– στην Αθήνα, είχε χάσει κάθε επαφή με τους λιγοστούς παλιούς φίλους που είχε απ’ το σχολείο, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν κι αυτοί μετακομίσει σε άλλες πόλεις για σπουδές ή για δουλειά, οπότε αναγκαστικά δεν είχε κάποιον για να βγει μαζί του απόψε. Πλην της Σοφίας ή του Τάκη βέβαια, αλλά, όπως είπαμε, τα μέρη που είχαν επιλέξει ήταν απαγορευτικά γι’ αυτόν.

«Εσύ Πέτρο πώς τα πας με τη σχολή σου, τελειώνεις φέτος;» πήρε ξαφνικά το λόγο ο κυρ-Φίλιππος, ο πατέρας της Σοφίας.
«Γιατί όλοι να με ρωτάνε πάντα την ίδια μαλακία;» σκέφτηκε ο Πέτρος.
«Ούτε σε άλλα 10 χρόνια δεν θα έχω τελειώσει» θέλησε να απαντήσει αλλά συγκρατήθηκε βλέποντας δίπλα του τον πατέρα του, που στο άκουσμα της ερώτησης αυτής, φάνηκε να αλλάζει όψη.
«Κατά πάσα πιθανότητα ναι, θα τελειώσει φέτος, έτσι δεν είναι Πέτρο;» αποκρίθηκε ο κυρ-Γιάννης τελικά, για λογαριασμό του γιου του, για τον οποίο ντρεπόταν ανείπωτα που είχε φτάσει ένατο έτος και δεν αξιώνονταν να πάρει πτυχίο (μεγάλο το δράμα του κυρ-Γιάννη ως πατέρας, κανένα από τα τρία του παιδιά δεν τον έκανε έστω και λίγο περήφανο). Δεν εισέπραξε όμως κάποια επιβεβαίωση από τον ίδιο τον Πέτρο, παρά μόνο ένα βλοσυρό βλέμμα, που το λεκτικό της ανάλογο θα ήταν «εσείς τι ζόρι τραβάτε;»
«Να εύχεστε να μην έχετε καταλήψεις φέτος» συνέχισε ο κυρ-Φίλιππος, «τώρα που το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να περάσει καινούριο νόμο για τα πανεπιστήμια…»
Ξαφνικά, ο Πέτρος ένιωσε να ηλεκτρίζεται.
«Τι είναι αυτά που λέει ο ανεκδιήγητος μικροαστός;» αναλογίστηκε με μια μεγάλη δόση οργής.
«Λες δηλαδή να γίνουν καταλήψεις φέτος;» ρώτησε τότε έντρομη η κυρα-Μαρία, που διαισθάνθηκε πως τα μαρτύρια του Πέτρου με τη σχολή θα πάρουν επιπλέον παράταση.
«Ε μάλλον» απάντησε ο κυρ-Φίλιππος, «Είναι σίγουρο πως θα αντιδράσουν οι αιώνιοι φοιτητές που είναι κηφήνες…»
Ο Πέτρος έδειξε να φρικάρει με αυτά που άκουγε.
«Μιλάει για κηφήνες ο κηφήνας πασόκος του ΟΤΕ, που έχει να πατήσει στη δουλειά του κάτι μήνες…» σκέφτηκε, και πολύ ευχαρίστως θα του το έλεγε, αν δεν σέβονταν τους γονείς του και κυρίως τον άρρωστο παππού του.
«Δεν είναι μόνο οι κηφήνες» παρενέβη τότε στην κουβέντα ο θείος Θανάσης, «άμα ήταν πρόβλημα μιας παρέας παιδιών μόνο, θα τους είχαν διαλύσει πάραυτα. Το πρόβλημα είναι τα κόμματα της αριστεράς που τους χρησιμοποιούν για να κάνουν μικροπολιτική, και κυρίως το ΚΚΕ…»
«Ναι, είναι κι αυτό» συνέχισε ο κυρ-Φίλιππος, «είναι ένα κόμμα του 6% και κάνει ό,τι θέλει την Ελλάδα!»
Ο Πέτρος είχε μείνει μαλάκας και δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Από τη μια έβλεπε δυο κυνικούς στυλοβάτες του συστήματος να συναγωνίζονται μεταξύ τους σε αντικομμουνισμό, μη σεβόμενοι ούτε τον πάλαι ποτέ ελασίτη παππού του, ο οποίος, αν και επίσης ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ, τιμούσε το ΚΚΕ και την ιστορία του. Από την άλλη βέβαια, τον ικανοποιούσε που η θεματολογία δεν αφορούσε πλέον τον ίδιο και τη σχολή του αλλά είχε επικεντρωθεί σε γενικότερα πολιτικά ζητήματα.
«Και την άλλη φορά με τους αγρότες τα ίδια δεν έκανε το ΚΚΕ;» συνέχισε το παραλήρημά του ο θείος Θανάσης. «Είχε κλείσει τους δρόμους για πόσον καιρό και εξέθετε τη χώρα»
«Ναι αλλά τότε είδες ο Σημίτης πόσο μάγκας ήταν» συμπλήρωσε ο κυρ-Φίλιππος, «ενώ ο Καραμανλής δεν ήταν σε θέση ούτε κι εκείνες τις μικρές πρόσφατες κινητοποιήσεις να καταστείλει...»
«Κοίτα να δεις κυνισμό που έχουν οι σκατοπασόκοι» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος, «που ονομάζουν τις δολιοφθορές στα τρακτέρ των αγροτών από την ΚΥΠ μαγκιά…»
Ο θείος Θανάσης εν τω μεταξύ συνέχιζε απτόητος το μακαρθικό του διάγγελμα, το οποίο ολοκλήρωσε θέτοντας ένα βαθύτατο πολιτικοφιλοσοφικό ερώτημα, που διατυπώνονταν κάπως έτσι: «Μα είναι δυνατόν να αμφισβητείται η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας από κόμματα σαν το Συνασπισμό και το ΚΚΕ;»
«Κοιτάχτε να δείτε» πήρε το λόγο για πρώτη φορά στη συζήτηση ο κυρ-Γιάννης, «εγώ θα διαφωνήσω μαζί σας. Εγώ με το Σημίτη άκουσα πολλά και είδα λίγα. Ναι μεν μας λέει ότι έριξε τον πληθωρισμό και ότι έκανε έργα, αλλά από την άλλη η φτώχια και η ανεργία αυξήθηκαν. Άσε που το ευρώ μας ρήμαξε την τσέπη. Και για τους αγρότες που λέτε, πάθανε μεγάλη ζημιά με την ΕΟΚ και κάπως έπρεπε κι αυτοί να αντιδράσουν. Δεν συμφωνώ βέβαια που κλείσανε τις εθνικές οδούς, αυτό είναι άλλο θέμα…»
«Δηλαδή τι μας λες ρε Γιάννη» παρενέβη εκ νέου ο αδελφός του, «ότι δεν έπρεπε να μπει η χώρα στην ΟΝΕ; Να μείνουμε απέξω όταν άλλοι όπως η Τουρκία προσπαθούν να μπουν να και δεν μπορούν;»
«Δεν ξέρω ρε Θανάση» απάντησε ο πατέρας του Πέτρου, «έχω τους ενδοιασμούς μου…»
«Γιάννη, σε παρακαλώ τώρα!» εξανέστη ο θείος Θανάσης, «Δεν θέλω να ακούω ανοησίες! Ο Σημίτης ήταν ο καλύτερος πρωθυπουργός που είχαμε ποτέ!»
«Ε ναι, το λες αυτό επειδή επί Σημίτη βρήκες έδαφος να κάνεις τις απάτες της ζωής σου!» σκέφτηκε ο Πέτρος, αλλά όπως και προηγουμένως, κράτησε τη σκέψη του για τον εαυτό του και δεν την κοινοποίησε στο τραπέζι.

Ο Πέτρος σε αυτή την κουβέντα, είχε την ευκαιρία να δει την εκδήλωση των αντιθέσεων μεταξύ των διαφόρων κομματιών που σχημάτιζαν την κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ· όντως, ο πατέρας του, ο κυρ-Φίλιππος και ο θείος Θανάσης αποτελούσαν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της. Ο πρώτος, φούρναρης, αντιπροσώπευε τα φτωχά μικροαστικά στρώματα στα οποία απευθύνονταν το ΠΑΣΟΚ το ‘80, που είδαν να ευδοκιμούν με την διακυβέρνηση του Ανδρέα και να τσακίζονται αλύπητα από αυτή του Σημίτη, και είναι επιφυλακτικά αν όχι καχύποπτα όσον αφορά την αναγκαιότητα «εθνικών στόχων»  όπως ΕΟΚ και ΟΝΕ. Ο δεύτερος, υψηλόβαθμος και υψηλόμισθος δημόσιος υπάλληλος του ΟΤΕ, αντιπροσώπευσε το στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας του Δημοσίου, την αποκρουστική αυτή κάστα των πράσινων μανδαρίνων που χρησιμοποίησε διαχρονικά το ΠΑΣΟΚ, παπανδρεϊκό και σημιτικό, για να  στερεωθεί στην εξουσία, και η οποία συνάρτησε τα ταξικά της προνόμια με την παραμονή του τελευταίου στην εξουσία. Τέλος ο τρίτος, απατεώνας φαρμακοποιός και ιδιοκτήτης φαρμακαποθήκης, που έβγαλε μεν πολλά λεφτά επί Ανδρέα αλλά η οικονομική του απογείωση πραγματοποιήθηκε επί Σημίτη, αντιπροσώπευε ένα εντελώς παρασιτικό κοινωνικό στρώμα, αυτό των «νέων τζακιών», που ανδρώθηκαν επί της εκσυγχρονιστικής διακυβέρνησης.

«Πέτρο εσύ αλήθεια τι γνώμη έχεις;» ρώτησε τότε ο θείος Θανάσης, σε μια προσπάθεια να αποφορτίσει το τεταμένο κάπως πολιτικά κλίμα. Βρήκε βέβαια άνθρωπο να απευθυνθεί, τον Πέτρο, που ήταν ο περισσότερο φορτισμένος πολιτικά απ’ όλους εκεί μέσα.
«Ο Πέτρος είναι αριστερός» απάντησε πάλι ο κυρ-Γιάννης για λογαριασμό του, αυτή τη φορά με μια δόση μοιρολατρίας, «εμάς τους πασοκτζήδες μας θεωρεί συμβιβασμένους…»
«Δεν πιστεύω να είσαι κι εσύ από αυτούς τους κηφήνες που κάνουν καταλήψεις και κλείνουν τις σχολές τους…» ανέφερε τότε μισοαστεία-μισοσοβαρά ο κυρ-Φίλιππος, προκαλώντας ψυχρολουσία στην αφελέστατη κυρα-Μαρία, η οποία πραγματικά αγνοούσε τις χρυσές περγαμηνές του γιου της ως επαναστάτη φοιτητοπατέρα.
Ο Πέτρος κοίταξε τον πατέρα της Σοφίας με ένα βλέμμα άγριας περιφρόνησης, σαν να του έλεγε ότι είναι πιο ηλίθιος κι από την κόρη του.
«Είναι αριστερός ο Πέτρος» πήρε το λόγο τότε ο θείος Θανάσης, «και καλά κάνει βέβαια που είναι αριστερός, νέος είναι, αν δεν είναι αριστερός τώρα που είναι νέος, πότε θα είναι; Μεγαλώνοντας όμως θα δει κι αυτός πώς είναι τα πράγματα και θα στρώσει και θα σοβαρέψει…»
Με το άκουσμα της φράσης: «μεγαλώνοντας… θα στρώσει και θα σοβαρέψει» ο Πέτρος αισθάνθηκε ανείπωτη σιχασιά. «Ώστε το να είναι κάποιος αριστερός είναι κάτι το ασόβαρο, απλώς μια νεανική απερισκεψία, και μετά εμπρός να συμβιβαστούμε και να τα κονομήσουμε;» σκέφτηκε και πήρε ανάποδες.
«Στ’ αρχίδια μου!» δήλωσε με αποφασιστικότητα, αδιαφορώντας για το τι θα ακολουθούσε, και έφυγε ευθύς αμέσως απ’ το τραπέζι.

«Άκου εκεί να μου πουν ότι θα μεγαλώσω και θα σοβαρέψω…» σκέφτονταν ο Πέτρος καθώς προχωρούσε προς το δωμάτιό του. Και να γίνει δηλαδή σαν αυτούς ή ακόμα χειρότερα, σαν τα ημιαγράμματα παιδιά τους; Μα καλά, κι αυτοί δεν βλέπουν τα βλαστάρια τους πόσο ηλίθια τα έχουν κάνει; Ο Τάκης είναι ένας κάγκουρας κωλοπαιδαράς που πάει σε στριπτιτζάδικα και καίγεται στα ναρκωτικά και η Σοφία ένα τσόκαρο που μόνο να βάφεται και να στολίζεται ξέρει. Χίλιες φορές γραφικός και περιθωριακός αριστεριστής παρά πασοκόπαιδο. Πασοκόπαιδο; Μα ναι! Δεν θα μπορούσε να βρει πιο ταιριαστό προσδιορισμό. Ο Πέτρος είχε μόλις επινοήσει ένα νέο κοινωνιολογικό όρο που εξέφραζε με σαφήνεια ένα μεγάλο τμήμα της εκμαυλισμένης ελληνικής νεολαίας, τα πασοκόπαιδα. Πρόκειται για τα παιδιά εκείνα που οι γονείς τους είναι πρώην αριστεροί και νυν συμβιβασμένοι, αν όχι διεφθαρμένοι, που θα στηρίζουν διαπαντός ΠΑΣΟΚ γιατί χάρη σ’ αυτό αναβαθμίστηκαν κοινωνικά, ενώ τα ίδια τα παιδιά δεν ξέρουν πού τους παν τα τέσσερα. «Αυτή είναι η προσφορά του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία» αναλογίστηκε ο Πέτρος, «κατάφερε να κάνει λοβοτομή στη νεολαία, πράγμα που δεν είχαν καταφέρει προηγουμένως σαράντα χρόνια σκληρής διακυβέρνησης από τη Δεξιά...» κι εκείνη την ώρα έφτασε στο δωμάτιο.

Μπαίνοντας ο Πέτρος στο δωμάτιο, είδε τον Αλέξανδρο να έχει επιστρέψει στον υπολογιστή και να παίζει Lineage με την ίδια αφοσίωση όπως και πριν.
«Καλά δεν έχεις βαρεθεί να παίζεις computer;» ρώτησε ο Πέτρος τον μικρό.
«Εννοείται πως όχι!» απάντησε ο Αλέξανδρος, χωρίς φυσικά να ξεκολλήσει από την οθόνη. «Άσε που έχω κανονίσει με άλλα παιδιά τώρα που όλοι λείπουν από τους υπολογιστές τους και είναι λίγοι παίχτες μέσα, να κάνουμε καμιά μάχη να πάρουμε πόντους»
Η RPGάδικη αργκό του μικρού ξάφνιασε τον αδερφό του που δεν είχε καμιά εξοικείωση με παιχνίδια για τον υπολογιστή.
«Δεν κατάλαβα τι μου λες αλλά δεν πειράζει» απάντησε νωχελικά ο Πέτρος, και κάθισε στο κρεβάτι.

Εκείνη τη στιγμή ο πατέρας των παιδιών μπήκε στο δωμάτιο.
«Ωχ» σκέφτηκε ο Πέτρος, «Έρχεται να μου την πει τώρα και ποιος τον ακούει…»
Και όντως, ερχόταν για να τον επιπλήξει.
«Άκουσε να δεις δυο πραγματάκια Πέτρο!» πήρε το λόγο ο κυρ-Γιάννης ευθύς αμέσως, «Αν δεν μας γουστάρεις και μας γράφει στ’ αρχίδια σου όπως λες, να σηκωθείς και να φύγεις και να μην ξαναπατήσεις σ’ αυτό το σπίτι! Το κατάλαβες; Να φύγεις και να μην ξανάρθεις!»
«Μα δεν εννοούσα εσένα πατέρα…» προσπάθησε να εξηγηθεί ο Πέτρος.
«Σκασμός!» απάντησε σε έντονο τόνο ο κυρ-Γιάννης, παραδίδοντας το τελικό τελεσίγραφο: «Αύριο πρωί πρωί να έχεις φύγει από το σπίτι χωρίς πολλά πολλά…» κι έκανε να φύγει από το δωμάτιο, ενώ ο Πέτρος ένιωσε απίστευτα ταπεινωμένος και απογοητευμένος.
«Μπαμπά» φώναξε τότε ο Αλέξανδρος, «θα μου φέρεις ένα κομμάτι τούρτα να φάω;»
«Σκασμός κι εσύ μικρέ!» φώναξε ο κυρ-Γιάννης, «Σου τα ‘χω μαζεμένα και σένα γι’ αυτά που έκανες σήμερα! Επίσης να ξέρεις ότι αύριο το πρωί κιόλας θα βάλω αγγελία στην εφημερίδα να πουλήσω το computer! Δεν διαβάζεις καθόλου και έχεις γίνει ο χειρότερος μαθητής!»
«Είδαμε κι ο Πέτρος που διάβαζε τι πέτυχε…» ήταν η αφοπλιστική απάντηση του Αλέξανδρου, που, ως παράπλευρη απώλεια, στενοχώρησε τον αδερφό του αρκετά.
«Μη μου αντιμιλάς εμένα γιατί κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνει!» του είπε τότε αγριεμένος ο κυρ-Γιάννης.
«Ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε που δεν θες να σου αντιμιλάνε;» ήταν η δεύτερη στη σειρά απάντηση-σοκ που έδωσε ο μικρός στον πατέρα του, που περιττό να αναφέρουμε, συνέχιζε ατάραχος να παίζει στον υπολογιστή.
Ο κυρ-Γιάννης φάνηκε να αγριεύει ακόμα περισσότερο και κινήθηκε προς το μέρος του απειλητικά, ενώ ο μικρός, νιώθοντας ότι πρόκειται να της φάει έβαλε όλη του δύναμη και σύρθηκε μακριά μαζί με την περιστρεφόμενη καρέκλα που καθόταν για να γλιτώσει.
«Όχι πατέρα! Μη!» φώναξε τότε ο Πέτρος και μπήκε στη μέση να τους χωρίσει.
«Θα τα πούμε αύριο κωλόπαιδο!» ήταν τα τελευταία λόγια του κυρ-Γιάννη στον Αλέξανδρο και έφυγε από το δωμάτιο.

Για μερικά δευτερόλεπτα τα δύο αδέρφια δεν μιλούσαν καθόλου.
«Γαμώ όλη την οικογένεια!» αναφώνησε τελικά ο Πέτρος, βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό.
«Τώρα έρχεσαι στα λόγια μου!» απάντησε ο Αλέξανδρος ο οποίος δεν άργησε να ξαναπάρει θέση μπροστά στον υπολογιστή και να συνεχίσει το παιχνίδι από εκεί που το είχε αφήσει.

Ο Πέτρος γνώριζε ότι ο πατέρας του, αν και γενικά δεν πραγματοποιούσε τις απειλές του, αυτή τη φορά ήταν πολύ πιθανό να εννοούσε όλα όσα είπε. Ίσως τελικά έπρεπε ο ίδιος, τώρα που θα κατέβαινε Αθήνα, να ψάξει εκ νέου για δουλειά για να κόψει επιτέλους τον ομφάλιο λώρο με τους δικούς του που τόσο τον στενοχωρούσαν και τον εκνεύριζαν. Έπρεπε, με άλλα λόγια, να δώσει επιτέλους τέλος σε αυτήν την καταραμένη σχέση υποτέλειας που τον δυνάστευε από παιδί και να βαδίσει στον πολυπόθητο δρόμο της ελευθερίας, όσο κι αν του στοίχιζε κάτι τέτοιο σε έξοδα και ελεύθερο χρόνο.

Κι ενώ ο αγωνιστής στριφογύριζε σκεπτικός στο δωμάτιο, το βλέμμα του έπεσε πάνω στο κινητό του που το είχε ακουμπισμένο στο ράφι της βιβλιοθήκης. Η οθόνη έγραφε: ‘1 ΝΕΑ ΜΗΝΥΜΑ’.
«Για να δούμε ποιοι είναι» είπε μέσα του και πήρε το κινητό στα χέρια του να διαβάσει το μήνυμα.
Κρύος ιδρώτας τον έλουσε όταν διαπίστωσε πως ήταν από τη Ράνια, και με ένα κόμπο στο λαιμό άρχισε να το διαβάζει: ‘ΠΕΤΡΑΚΗ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;;; ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΙΟΛΑΣ!!! ΔΕΝ ΤΑ ΕΙΠΑΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ!!! ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕΣ ΒΡΕ;;; ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΕΙΣΑΙ ΑΚΟΜΑ ΣΤΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ ΚΑΙ ΕΡΧΕΣΑΙ ΑΥΡΙΟ… ΣΩΣΤΑ;;; ΘΕΣ ΝΑ ΠΑΜΕ ΚΑΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΑΝ ΕΡΘΕΙΣ ΝΩΡΙΣ;;; ΦΙΛΙΑ ΒΡΕ!!!’

Ο Πέτρος με την ανάγνωση του μηνύματος της Ράνιας έμεινε για αρκετά δευτερόλεπτα σιωπηλός. Είχε ομολογουμένως ενθουσιαστεί που το ενδιαφέρον που εκδήλωνε προς αυτόν αναζωπυρώνονταν. Ήδη του είχε στείλει ένα μήνυμα μια μέρα πριν φύγει από την Αθήνα αλλά δεν είχε, ως συνήθως, μονάδες να της απαντήσει. «Πρέπει να βάλω κάρτα» έλεγε συνέχεια τις μέρες που ήταν στη Χαλκίδα, και όλο το ανέβαλλε. Ώσπου τώρα έφτασε το νέο αυτό μήνυμα με το οποίο του ζητούσε να βγουν έξω και πάλι δεν είχε μονάδες στο κινητό. Ήταν αλήθεια ότι το μήνυμα τον συγκίνησε αρκετά με τα γλυκά του λογάκια. Μα πιο πολύ του άρεσε η προσφώνηση «Πετράκη» στην αρχή. Αυτή είναι αληθινή γυναίκα, σκέφτηκε, γλυκιά, χαριτωμένη, έξυπνη.... Όχι σαν την Σοφία το παλιοτσόκαρο, που μπορεί να την αγαπούσε μικρός, αλλά αν τη γνώριζε σήμερα για πρώτη φορά δεν θα άξιζε ούτε την περιφρόνησή του τέτοια που ήταν. Και που μπορεί μεν να ήταν σκάλες πιο όμορφη απ’ τη Ράνια, δεν είχε όμως τίποτα άλλο να επιδείξει πέρα από την ομορφιά της. Η Ράνια απ’ την άλλη, δεν ήταν άσχημη. Το προσωπάκι της εξέπεμπε μια απαράμιλλη γλυκύτητα ενώ τα γαλάζια μάτια της ήταν ικανά να γοητεύσουν τον οποιονδήποτε.

Ο Πέτρος το πήρε κιόλας απόφαση· αύριο πρωί πρωί θα έπαιρνε το λεωφορείο και θα γυρνούσε στην πρωτεύουσα. Πλέον το μικροαστικό οικογενειακό του περιβάλλον στη Χαλκίδα δεν τον σήκωνε ενώ στην Αθήνα είχε αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς, και τους οποίους έπρεπε επειγόντως να τακτοποιήσει…

Δεν υπάρχουν σχόλια: