ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ήταν 12 το μεσημέρι, μια συννεφιασμένη μέρα του Δεκέμβρη. Το αμφιθέατρο του Φυσικού ήταν γεμάτο με 30 περίπου άτομα που περίμεναν να ξεκινήσει η γενική συνέλευση της σχολής. Ο καπνός από την τσιγαρίλα ήταν αφόρητος. Οι Δαπίτες και οι Πασπίτες ήταν ως συνήθως απόντες. Από οργανωμένες δυνάμεις οι μόνοι παρευρισκόμενοι ήταν οι κνίτες και οι εαακίτες, οι οποίοι σέρνονταν έρμοι με το νες καφέ στο δεξί χέρι και στο αριστερό ένα πάκο από εφημερίδες του κόμματος που προσπαθούσαν να τις πουλήσουν δεξιά κι αριστερά, πρήζοντας μέχρι αηδίας τους υποψήφιους πελάτες τους. Ο Πέτρος καθόταν αμήχανος σε μια γωνιά καπνίζοντας νωχελικά. Λίγο πιο δίπλα ο Χρήστος μίλαγε με κάτι πρωτοετείς φίλους του που με τα χίλια ζόρια τους είχε ψήσει να έρθουν στη συνέλευση.

Όλα έδειχναν ότι η συνέλευση δεν επρόκειτο να γίνει, λόγω μικρής προσέλευσης του κόσμου και θα οριζόταν νέα συνέλευση εξ αναβολής σε μια βδομάδα. Οι παρατάξεις όμως ήθελαν να παρθεί οπωσδήποτε απόφαση. Σε μια βδομάδα θα γινόταν μια πανεκπαιδευτική πορεία και έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν τη συνέλευση για να γράψουν στο πανό τους ‘Σύλλογος Φυσικού’. Έπρεπε σώνει και καλά να οικειοποιηθούν το σύλλογο, άσχετα αν δεν θα τους ψήφιζαν ούτε είκοσι άτομα. Έπρεπε να νιώσουν οπωσδήποτε ότι υπάρχουν στο πολιτικό στερέωμα του τόπου αλλά και να το βροντοφωνάξουν στην υπόλοιπη κοινωνία: «Κοιτάχτε! Διαδηλώνουμε άρα υπάρχουμε!»

Τα λεπτά περνούσαν και το αμφιθέατρο, αντί να γεμίζει λίγο λίγο, άδειαζε. Ο Πέτρος είχε βαρεθεί τη ζωή του. Αποφάσισε να πάρει από ένα κνίτη ένα Ριζοσπάστη να διαβάσει μέχρι να αρχίσει –αν άρχιζε ποτέ– η συνέλευση.
«Φίλε» φώναξε στο Γιώργο, ένα δευτεροετή κνίτη που ήταν φορτωμένος σαν μουλάρι με ριζοσπάστες, κομμουνιστικές επιθεωρήσεις, προκηρύξεις, σπρέι και λοιπό επαναστατικό υλικό.

Ο Γιώργος τρόμαξε. Στο κόμμα του είχαν πει ότι ο Πέτρος ήταν ένας επαγγελματίας αντεπαναστάτης με σκοτεινές διασυνδέσεις και θα έπρεπε τον αποφεύγει, γι’ αυτό με το που άκουσε τη φωνή του, σαν από ένστικτο πήγε να βαρέσει κομματικό συναγερμό να έρθουν οι ενισχύσεις. Ο Πέτρος, έμπειρος από τέτοιες συμπεριφορές χρόνια τώρα, το κατάλαβε με τη μία.
«Ήρεμα φίλε, δεν δαγκώνω, ένα ριζοσπάστη θέλω να αγοράσω» του είπε.

Ο Γιωργάκης ξαφνιάστηκε. Τι είχε συμβεί και ένας πρώτης κλάσης προβοκάτορας ζητούσε να αγοράσει Ριζοσπάστη; Μήπως ως γνήσιος εγκάθετος του κεφαλαίου ήθελε να κατασκοπεύσει τι λένε οι γνήσιοι εκφραστές των συμφερόντων του προλεταριάτου; Μήπως ήθελε να προβοκάρει τον ίδιο και να του τραβήξουν το αυτί στο κόμμα που πούλησε Ριζοσπάστη στον ταξικό εχθρό, και με διαδοχικές προβοκάτσιες εις βάρος ανυποψίαστων κνιτών να αποδυναμώσει εν τέλει το κόμμα; Μήπως δηλαδή ο Πέτρος ήταν μαοϊκός και ξεκινούσε με χτυπήματα στην περιφέρεια του κόμματος ώστε σιγά σιγά να φτάσει στο σκληρό του πυρήνα; (Αυτό βέβαια αποκλείεται να το σκέφτηκε ο Γιωργάκης γιατί δεν είχε ιδέα ούτε ποιος υπήρξε πραγματικά ο Μάο ούτε ποια ήταν η θεωρία του για τον ανταρτοπόλεμο – στο κόμμα του είχαν πει ότι ο Μάο ήταν ένας προβοκάτορας και αυτός το είχε καταπιεί αμάσητο όπως και όλα τα άλλα που του είχαν πει.) Οι σκέψεις αυτές που φαίνεται πως σφυροκοπούσαν το μυαλό του δεν μπόρεσαν τελικά να τον εμποδίσουν να πουλήσει στον Πέτρο Ριζοσπάστη γιατί στο τέλος θα υπερίσχυσε μέσα του η βούληση να πουλήσει όσο πιο πολλές εφημερίδες γίνεται, μιας και έτσι ήταν η default εντολή από τα κομματικά γραφεία. Τελικά όχι μόνο ο καπιταλιστής αλλά και ο κομμουνιστής είναι σε θέση να πουλήσει το σκοινί της κρεμάλας στο δήμιό του.

«Ορίστε, 1 ευρώ» είπε κάπως διστακτικά ο Γιώργος και η συναλλαγή με τον προβοκάτορα Πέτρο ολοκληρώθηκε.

Ο Πέτρος στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα στο πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη. ‘ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ – ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΜΕΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ Π.Α.ΜΕ’ έλεγε με παχυλά γράμματα ο τίτλος.
«Μα καλά, τα πιστεύετε αυτά που γράφετε;» θυμήθηκε ότι είχε ρωτήσει κάποτε τον αρχικνίτη Μάριο από τη σχολή του, αναφερόμενος σε ένα πανομοιότυπο τίτλο –δεν φημίζεται ο Ριζοσπάστης για την πρωτοτυπία του σε τίτλους εξάλλου– για να εισπράξει την αφοπλιστική απάντηση: «Όχι ρε, δεν τα πιστεύουμε, ήμαρτον, απλά τα γράφουμε μπας και μας πιστέψει κανένας και έρθει στην πορεία!». Ο Μάριος ήταν στ’ αλήθεια έξυπνο και συζητήσιμο παιδί και τα έβρισκε με τον Πέτρο σε πολλά ζητήματα, μα πιο πολύ όμως τα έβρισκαν στο ότι ήταν ίδιο έτος και δεν αξιώνονταν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος να πάρουν πτυχίο. Πώς μπορούσε ο Μάριος να συνυπάρξει στην ΚΝΕ με άτομα σαν τον Γιώργο, ήταν αξιοπερίεργο. Ίσως ο Μάριος ήταν το καρότο και ο Γιώργος το καδρόνι της ΚΝΕ. Ο Πέτρος όμως δεν ψάρωνε ούτε με το καρότο ούτε με το καδρόνι, εκτός αν του έπεφτε με δύναμη στο κεφάλι, όπως παλιά σε μια μικροσυμπλοκή, στο πρώτος έτος, όταν ήταν ακόμα στα ΕΑΑΚ.

Εκείνη τη στιγμή πλησίασε τον Πέτρο ο ίδιος ο Μάριος, με σάρκα και οστά, λες και το ιδεατό στη σκέψη του Πέτρου έγινε ξαφνικά πραγματικό, γυρνώντας τη φιλοσοφία σε ξεπερασμένα χεγκελιανά σχήματα. Φυσικά ο Μάριος δεν έρχονταν για τσαμπουκά επειδή ο Πέτρος αγόρασε Ριζοσπάστη από το Γιώργο, παρά να συζητήσει μαζί του για το αν πρέπει να γίνει συνέλευση με τόσα λίγα άτομα. Είναι αλήθεια ότι τον Πέτρο τον εκτιμούσαν οι περισσότεροι αριστεροί, ανεξαρτήτως παρατάξεων, ειδικά αυτοί που βρίσκονταν στο έτος του και είχαν φάει ψωμί και αλάτι μαζί του, σε συνελεύσεις, πορείες, καταλήψεις και ζητούσαν συνέχεια τη γνώμη του. Επίσης ο Πέτρος αποτελούσε ρυθμιστικό παράγοντα για την έκβαση κάθε συνέλευσης με το πλήθος κόσμου που επηρέαζε, δηλαδή τον εαυτό του και το Χρήστο. Σχεδόν πάντα το ποιο πλαίσιο θα περνούσε κρινόταν για μερικές ψήφους μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού, και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φοιτητοπατέρες από κάθε σχήμα έρχονταν και έγλυφαν τον Πέτρο με σκοπό να στηρίξει το πλαίσιό τους.

«Πέτρο, τελικά η συνέλευση δεν πρόκειται να γίνει σήμερα επειδή δεν έχουμε απαρτία και θα οριστεί εξ αναβολής για την επόμενη βδομάδα. Συμφωνείς;» ρώτησε ο Μάριος, ενώ εν τω μεταξύ ο Χρήστος είχε προστεθεί στο πηγαδάκι καθώς οι πρωτοετείς φίλοι του είχαν εγκαταλείψει μαζί με αρκετό κόσμο το αμφιθέατρο.
«Ας είναι» αποκρίθηκε ο Πέτρος σκεπτικός, «λες και θα αλλάξει τίποτα αν γίνει ή δεν γίνει η συνέλευση»
Ο Μάριος ήθελε μέσα του να συμφωνήσει, αν και η κομματική γραμμή τον εμπόδιζε, αλλά ξαφνικά στην κουβέντα μπήκε ο Αντώνης, ο επικεφαλής των ΕΑΑΚ στη σχολή, δύο έτη μεγαλύτερος από τον Πέτρο, ο οποίος ακούγοντας τα λόγια του Πέτρου, εξαπέλυσε εναντίον του δριμεία επίθεση.
«Τι είναι αυτά που λες συνάδελφε!» φώναξε με πλεονάζουσα υποκρισία στον παλιό του συναγωνιστή – είχε πάψει να αποκαλεί τον Πέτρο «σύντροφο» μετά την αποχώρηση του τελευταίου από τα ΕΑΑΚ, δηλαδή τα τελευταία 5 χρόνια. «Ο σύλλογος πρέπει να πάρει επειγόντως απόφαση γιατί οι εξελίξεις στο εκπαιδευτικό τρέχουν και οι φοιτητές πρέπει να δώσουν βροντερή απάντηση στα σχέδια του υπουργείου παιδείας… μπλα μπλα… ο σύλλογος πρέπει να οργανώσει καταλήψεις… μπλα μπλα… να συμμετάσχουμε στις μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις… μπλα μπλα…». Ήταν φανερό ότι είχε βάλει πάλι την κασέτα για να ψαρώσουν οι ανυποψίαστες φοιτήτριες που κάθονταν στα διπλανά έδρανα περιμένοντας να αρχίσει η συνέλευση και να του πουν: «Αχ πώς τα λες έτσι παίδαρέ μας! Έλα να μας ξεσκίσεις!»

Ο ήρωάς μας όμως δεν ήθελε να δώσει συνέχεια στο debate με τον Αντώνη, ενώ μπορούσε να τον κάνει σκόνη με την πληθώρα των μαρξιστικών του γνώσεων. Σε παλιότερα έτη δεν είχε πρόβλημα να αναμετριέται στις γενικές συνελεύσεις με τους κομματικούς συνδικαλιστές και να τους κολλάει στον τοίχο. Φέτος όμως βλέποντας τα περιθώρια γι’ αυτόν να στενεύουν και το φοιτητικό κίνημα να φθίνει αντί να φουντώνει, δεν είχε όρεξη για περαιτέρω χάσιμο χρόνου. Απ’ την άλλη όμως, ήταν ευκαιρία να γίνει και λίγο οπορτουνιστής και να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το μαρξιστικό του οπλοστάσιο για να εντυπωσιάσει τις συμφοιτήτριές του, μπας και ρίξει καμία, τώρα που είχε χωρίσει με τη Χριστίνα και ήταν μόνος. Θα ήταν ψέμα να πούμε ότι κάτι τέτοιο δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό. Ωστόσο, γνώριζε εκ των προτέρων την ουτοπία του σχετικού εγχειρήματος, μιας και οι γκόμενες δεν εντυπωσιάζονταν με σκληροπυρηνικές αριστερίστικες απόψεις σαν τις δικές του, ούτε με παλαιοκομματικές απόψεις σαν της ΚΝΕ, αλλά με τρέντυ απόψεις σαν των ΕΑΑΚ που υπόσχονταν εναλλακτικό lifestyle με καταλήψεις, πορείες, επαναστατική γυμναστική και χωρίς τα κεκτημένα των μικροαστών φοιτητών που συμμετέχουν σε αυτά να αμφισβητούνται στο ελάχιστο, άντε το πολύ να χαθεί καμιά εξεταστική. Θέλησε λοιπόν ο Πέτρος να δώσει ένα τέλος στην ανούσια διαμάχη με τον Αντώνη γιατί είχε σκυλοβαρεθεί.
«Εντάξει σύντροφε, έχεις δίκιο» του είπε ατάραχος, «πρέπει να κολλήσεις τα επαναστατικά σου ένσημα κι εσύ, αύριο ίσως γίνεις υπουργός καλή ώρα όπως οι επαναστάτες της γενιάς του Πολυτεχνείου!»

Η μπηχτή του Πέτρου άφησε άναυδο τον Αντώνη· τον αποδόμησε με μία μόνο φράση! Οι γκόμενες που άκουγαν πιο πριν με ιδιαίτερη προσοχή το λογύδριο του Αντώνη, τώρα τον απομυθοποίησαν πλήρως.
«Τελικά είσαι και πολύ απατεώνας! Και τα έλεγες τόσο ωραία! Παραλίγο να μας έριχνες!» ήρθαν και του είπαν και σηκώθηκαν και έφυγαν από το αμφιθέατρο.
«Θα μου το πληρώσεις αυτό παλιομαλάκα!» είπε τότε ο Αντώνης στον Πέτρο για να εισπράξει την απάντηση από το σεξιστή και ανώριμο Χρήστο: «Σιγά τις σαύρες ρε φίλε! Αντί να λες ευχαριστώ που σε γλίτωσε από δαύτες, διαμαρτύρεσαι;» ενώ ο Μάριος εστίασε σε μια άλλη, δευτερεύουσα πτυχή του θέματος: «Όχι ρε γαμώτο! Έφυγε κι άλλος κόσμος! Τώρα είναι που δεν πρόκειται να γίνει συνέλευση με τίποτα!»

Με τα πολλά, η συνέλευση αναβλήθηκε για την επόμενη βδομάδα και οι επαναστάτες συνδικαλιστές ακολούθησαν ο καθένας το δρόμο του. Ο Πέτρος ευτυχώς είχε εισιτήριο και γύρισε σπίτι με το λεωφορείο. Πλέον του ήταν αδύνατο να βγάλει όλη την απόσταση ποδαράτο, από την Πανεπιστημιούπολη μέχρι τα Εξάρχεια που έμενε, μιας και τις τελευταίες μέρες είχε αρχίσει να νιώθει τα πνευμόνια του να βαραίνουν αλύπητα. Και ήταν απόλυτα φυσικό, με τόσα τσιγάρα που κάπνιζε καθημερινά.
«Αχ και να μην έχω ένα αμάξι όπως ο Δημήτρης…» σκέφτηκε ο Πέτρος καθώς κοίταζε από το παράθυρο του λεωφορείου το σκοτάδι να απλώνεται απαλά στην πόλη.

Ο Δημήτρης έμενε στο διπλανό διαμέρισμα με τον Πέτρο τα τελευταία έξι χρόνια. Ήταν ένας απαράδεκτος από όλες τις απόψεις φοιτητής του Οικονομικού, που βρισκόταν στο έκτο έτος και ενώ στους γονείς του έλεγε ότι χρωστάει μόνο ένα μάθημα τα τελευταία δύο χρόνια, στην πραγματικότητα, όπως είχε εκμυστηρευτεί στον Πέτρο, ο όγκος των μαθημάτων που χρωστούσε ήταν τόσο μεγάλος που φάνταζε αδύνατο ότι θα τελειώσει κάποτε. Το ίδιο και ο Πέτρος εξάλλου, με τη διαφορά ότι ο Δημήτρης ήταν εκ των άλλων απελπιστικά αδαής. Επρόκειτο στην ουσία για έναν εντελώς απαθή τύπο, που δεν είχε κανέναν απολύτως προβληματισμό για τίποτα, και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να καίγεται ολημερίς παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή. Ενίοτε καιγόταν και με χασίς –το οποίο προμηθεύονταν από τον τόπο καταγωγής του, την Καλαμάτα– και μπορούσες να το διακρίνεις από τις μαύρες σακούλες κάτω από  τα μάτια του και την σχετική βραδύτητα του ρυθμού της φωνής του. Όσο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, αυτές κι αν ήταν καμένες. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος, δεν είχε καμία ιδεολογία ούτε τον ένοιαζε να αποκτήσει, ο κόσμος να καιγόταν. Ήταν με λίγα λόγια ένας κλασικός ιδεολόγος σταρχιδιστής, που το μόνο που έκανε ήταν να σπαταλά ασυναίσθητα τα λεφτά του πατέρα του όπως και το χρόνο το δικό του.

Ο πατέρας του Δημήτρη από την πλευρά του, φανατικός νεοδημοκράτης ως είθισται για έναν Μεσσήνιο και φτασμένος έμπορος με αρκετά λεφτά, προόριζε το γιόκα του να τον διαδεχθεί στην επιχείρηση και δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι αδυνατεί να τελειώσει τη σχολή του. Όμως ο Δημήτρης από οικονομικά ήξερε όσα ήξερε κι από μαγειρική, δηλαδή απολύτως τίποτα. Πιο πολλές γνώσεις επί των οικονομικών είχε από αυτόν ο Πέτρος, ο οποίος είχε διαβάσει πλήθος βιβλίων πολιτικής οικονομίας, μαζί και τους τρεις τόμους του Κεφαλαίου του Μαρξ. Ωστόσο, δεν προσφέρονταν να βοηθήσει τον γείτονά του, φοβούμενος ότι θα του διδάξει πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός και ίσως αυτό μελλοντικά γυρίσει σε βάρος της υπόθεσης της εργατικής τάξης αν ο ίδιος γινόταν ποτέ εργοδότης στην επιχείρηση του πατέρα του.

Μήπως τελικά ο Μαρξ δεν έπρεπε να κοινοποιήσει τις θεωρίες του στο ευρύ κοινό, γιατί έτσι ήρθαν σε επαφή μαζί τους και οι καπιταλιστές, οι οποίοι έμαθαν πώς δουλεύει το σύστημα και το υπηρετούν πιο αποτελεσματικά; Έπρεπε δηλαδή, σύμφωνα με αυτή τη λογική, η μαρξιστική γνώση να μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά πρωτοπόρων επαναστατών όπως συνέβαινε με τους πυθαγόρειους στην αρχαιότητα και τους τέκτονες στο μεσαίωνα; Η αντιγραφειοκρατική ιδεολογία του Πέτρου τον εμπόδισε να υιοθετήσει αυτή την ιδέα, που άνοιγε το δρόμο στο σταλινισμό, όπου μια κλίκα κομματικών κατέχουν τη γνώση και τον πλούτο και ο λαός ζει στην άγνοια και την ένδεια.

«Όπως και να χουν τα πράγματα ο Δημήτρης έχει εξασφαλισμένη δουλειά» σκέφτηκε ο Πέτρος. «Εγώ τι κάνω;»
Η αλήθεια ήταν ότι τον τελευταίο μήνα είχε ψάξει στις μικρές αγγελίες και είχε βρει αρκετά φροντιστήρια που ζητούσαν καθηγητές στη Φυσική. Ο Πέτρος όμως δεν είχε πάρει πτυχίο και τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ήλπιζε όμως ότι ίσως έβρισκε δουλειά σε κάποιο απ’ όλα τα φροντιστήρια, ανασφάλιστος φυσικά και με μισθό πείνας. Οι αρχικές του αναστολές απέναντι στα κεκτημένα των πτυχιούχων φροντιστηριακών καθηγητών και το κλειστό τους επάγγελμα, υπερκεράστηκαν από την ανάγκη που ένιωθε να απεξαρτηθεί από την οικογένειά του.
«Δεν πειράζει, είναι ένα χτύπημα στη συντεχνιακή λογική» έλεγε μέσα του προσπαθώντας να δικαιολογήσει το νερό που έβαζε στο κρασί του. Είναι αλήθεια ότι δυσκολευόταν να κάνει κάτι αν δεν συμφωνούσε απόλυτα με τη μαρξιστική του κοσμοθεωρία.

Όμως το αν θα έβρισκε δουλειά ο ήρωάς μας δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο. «Ευχαριστούμε πολύ, θα σας ειδοποιήσουμε» του έλεγαν σε όλα τα φροντιστήρια που άφηνε βιογραφικό. Και τι βιογραφικό! Μόνο το Lower και την υποτυπώδη γνώση αρμονίου που είχε αποκομίσει μικρός όταν πήγαινε ωδείο είχε καταγεγραμμένα. Ήταν πολύ ανιδιοτελής επαναστάτης που ούτε του πέρασε από το μυαλό να συμπεριλάβει και τη συνδικαλιστική του δράση ως φοιτητοπατέρας.

Αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό του Πέτρου καθώς γυρνούσε σπίτι του με το λεωφορείο, ενώ το σκοτάδι είχε επικρατήσει κατά κράτος…

* * *

Η ώρα είχε πάει 12 παρά το πρωί. Αν και μέσα Δεκέμβρη, η μέρα ήταν ηλιόλουστη και προμήνυε επαναστάσεις και ανατροπές. Ο Πέτρος είχε ξυπνήσει εδώ και μισή ώρα και έπινε τον καφέ του στην κατάμεστη από σκουπίδια και άπλυτα πιάτα και ποτήρια κουζίνα, διαβάζοντας με ενδιαφέρον μια Εργατική Εξουσία που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα. Ενώ είχε διαβάσει τα περισσότερα άρθρα και την είχε καταβρεί με τις μηχανιστικές αναλύσεις που έκαναν, στάθηκε στον τίτλο της εφημερίδας: ‘Εργατική Εξουσία’. «Γιατί οι τροτσκιστές έχουν εμμονή με την εργατική εξουσία και δεν μιλούν ποτέ για λαϊκή εξουσία;», ήταν η απορία που απασχόλησε στιγμιαία το μυαλό του. Γιατί δεν αντιμετωπίζουν ισότιμα τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα, όπως τους αγρότες ας πούμε; Στις φτωχές μισοαποικιακές χώρες της περιφέρειας του καπιταλισμού, όπου οι εργάτες είναι η μειοψηφία, είναι άραγε σωστό να έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος το μειοψηφών προλεταριάτο και όχι η πλειοψηφούσα αγροτιά; Είχε άραγε δίκιο ο Ράντεκ που κατηγορούσε τον Τρότσκι για υποτίμηση του ρόλου της αγροτιάς; «Αλλά καλύτερα εργατική εξουσία που λένε οι τροτσκιστές παρά φοιτητική εξουσία που λένε τα ΕΑΑΚ», σκέφτηκε τελικά. Είχε ένα κόλλημα με τα ΕΑΑΚ ο Πέτρος και από την αποχώρησή του και μετά δεν ήθελε ούτε να ακούει για αυτά.

Ενώ σκεφτόταν αυτά τα πολύ σοβαρά για κάθε αγωνιστή ζητήματα, άκουσε κάποιον να χτυπάει το πάνω κουδούνι. Χωρίς να αφήσει την εφημερίδα από τα χέρια του, έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Ήταν ο Δημήτρης, από το διπλανό διαμέρισμα.

«Έχεις ζάχαρη;» ήταν το πρώτο πράγμα που είπε ο Δημήτρης σαν άνοιξε ο Πέτρος την πόρτα.
«Και βέβαια έχω» απάντησε με σιγουριά ο αγωνιστής, και κατευθύνθηκε πίσω στη κουζίνα, απ’ όπου, ύστερα από λίγα μόνο δευτερόλεπτα, γύρισε παρέα με ένα βαζάκι με ζάχαρη.
«Ευχαριστώ» έκανε ο Δημήτρης παίρνοντας το βαζάκι από τον Πέτρο.
«Τίποτα» απάντησε ο αβρός αγωνιστής, θέλοντας να κάνει σαφή την ανιδιοτελή πρόθεσή του, και να περάσει έτσι στο γείτονά του το μήνυμα ότι οι κομμουνιστές είναι σε θέση να γίνονται θυσία για το κοινωνικό σύνολο δίχως να περιμένουν οποιουδήποτε είδους ανταπόδοση.
«Τι διαβάζεις εκεί;» ρώτησε τότε ο Δημήτρης, παρατηρώντας την Εργατική Εξουσία που κρατούσε ο Πέτρος ανά χείρας.
Στον Πέτρο φάνηκε κάπως δύσκολο να κάτσει να εξηγήσει αναλυτικά τι σήμαινε ο τίτλος της εφημερίδας, ή με τι θέματα καταπιάνονταν.
«Εργατική Εξουσία…» μπόρεσε να διαβάσει τον διαφαινόμενο τίτλο ο Δημήτρης, για να συνεχίσει με τη διατύπωση μιας εύλογης για έναν άσχετο ερώτησης: «Δηλαδή υπάρχει και… τεμπέλικη εξουσία;»
Ο Πέτρος δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, καθώς δεν κατάλαβε αν ο Μητσάρας έκανε πλάκα ή μιλούσε σοβαρά. Προτίμησε λοιπόν, προκειμένου να είναι καλυμμένος απ’ όλες τις πλευρές, να λύσει την απορία του φίλου του.
«Εργατική Εξουσία σύντροφε» είπε χρησιμοποιώντας λόγω οικειότητας την προσφώνηση ‘σύντροφε’ και όχι επειδή ο συνομιλητής του ήταν αριστερός, «είναι το να κατέχουν την εξουσία οι εργάτες, και όχι οι αστοί»
«Τι μας λες…» απάντησε ο Καλαματιανός φοιτητής του Οικονομικού χωρίς να δώσει τη δέουσα σημασία. «Και αυτό εδώ τι είναι;»
Η τελευταία ερώτηση του Δημήτρη αφορούσε το τροτσκιστικό σφυροδρέπανο με το τεσσάρι, που καταλάμβανε δεσπόζουσα θέση στο τίτλο της εφημερίδας.
Ο Πέτρος τώρα δεν απάντησε. Η νέα απορία του φίλου του τού φαίνονταν ακόμα πιο δύσκολο να την λύσει.
«Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό…» έσπασε τη σιωπή ξαφνικά ο Δημήτρης, για να συνεχίσει ο ίδιος: «Μα ναι! Το έχω δει στο RED ALERT
Ο Πέτρος απόρησε, καθώς οι γνώσεις του από ηλεκτρονικά παιχνίδια, όπως και γενικότερα από υπολογιστές, ήταν ίσως λιγότερες κι από τις γνώσεις του Δημήτρη από πολιτική.
«Είναι ένα παιχνίδι για τον υπολογιστή» εξήγησε ο Δημήτρης, «και πολεμάνε σ’ αυτό Ρώσοι και Αμερικάνοι. Κι εγώ διαλέγω πάντα τους Ρώσους, δεν ξέρω γιατί…»
Πριν ο Πέτρος κάνει οποιοδήποτε σχόλιο ο Δημήτρης πήρε εκ νέου το λόγο για να πει:
«Πλάκα κάνω, εντάξει! Δεν είμαι και τόσο άσχετος! Είναι το σφυροδρέπανο των κομμουνιστών, έχω δίκιο;»
Ο Πέτρος έγνεψε καταφατικά.
«Και αυτές οι γραμμούλες εδώ τι είναι;» ρώτησε ο Μήτσος, δείχνοντας το τροτσκιστικό τεσσάρι που επικάλυπτε το σφυροδρέπανο.
Ο μεγάλος αγωνιστής ξεφύσησε αντιλαμβανόμενος τη δυσκολία τού να απαντήσει στην ερώτηση του φίλου του.
«Τώρα που να σου εξηγώ…» είπε, «Είναι ένα τεσσάρι, αν το προσέξεις καλά, το οποίο συμβολίζει την Τετάρτη Διεθνή, των τροτσκιστών…»
«Τι είναι οι τροτσκιστές;» ρώτησε τότε ο Δημήτρης.
«Είναι μια κατηγορία κομμουνιστών…» ανέφερε εκλαϊκευτικά ο Πέτρος.
«Ξεχωριστή από το ΚΚΕ;» ρώτησε ο Δημήτρης, που μια τέτοια ερώτηση τον κατέτασσε αυτομάτως στους άσχετους.
«Ναι, σαφώς» εξήγησε ο Πέτρος, «αλλά μη νομίζεις, κι αυτοί διασπασμένοι σε χίλιες οργανώσεις είναι. Αυτοί εδώ που βγάζουν αυτή την εφημερίδα είναι μόνο μία από αυτούς»
Ο Δημήτρης έξυσε την αξυρισιά των μερικών εβδομάδων που είχε αναπτυχθεί σε γένι στο πρόσωπό του.
«Τουλάχιστον εμείς στη Νέα Δημοκρατία είμαστε όλοι μαζί ενωμένοι…» αποκρίθηκε.
Ο Πέτρος, αν και γνώριζε ότι η οικογένεια του Δημήτρη είναι βαμμένοι νεοδημοκράτες, ένιωσε να εκπλήσσεται δυσάρεστα με την τοποθέτηση του γείτονά του, που το ομολογούσε με τον πιο κυνικό τρόπο. Αυτό όμως, έγινε αντιληπτό από τον τελευταίο που φρόντισε ευθύς αμέσως να τον καθησυχάσει λέγοντάς του: «Πάντως στις τελευταίες εκλογές ψήφισα ΠΑΣΟΚ!»
Αυτή τη φορά ο Πέτρος έδειξε να εκπλήσσεται περισσότερο, όχι τόσο γιατί θεωρούσε το ΠΑΣΟΚ πολύ πιο απεχθές απ’ τη Νέα Δημοκρατία, αλλά γιατί ένιωσε μπερδεμένος ως προς τα κίνητρα του γείτονά του για ένα τόσο μεγάλο πολιτικό άλμα.
«Μα καλά, πώς έγινε αυτό;» τον ρώτησε τελικά, μην μπορώντας να καταπιέσει την περιέργειά του.
«Ε η ηλίθια η μάνα μου φταίει» εξήγησε ο Δημήτρης, «Με ξύπνησε Κυριακή πρωί πρωί, κατά τις 10, να πάω να ψηφίσω Νέα Δημοκρατία, χωρίς να σέβεται ότι την προηγούμενη μέρα είχα βγει έξω μέχρι τις 7 το πρωί! Θράσος ε; Ε, κι εγώ για να την εκδικηθώ πήγα και ψήφισα ΠΑΣΟΚ! Βασικά ευτυχώς που κέρδισε η Νέα Δημοκρατία αλλιώς οι γονείς μου θα με έπρηζαν ακόμα γι’ αυτό που πήγα κι έκανα…»
Ο Πέτρος τώρα μπερδεύτηκε ακόμα πιο πολύ. Δεν θέλησε όμως να ρωτήσει τίποτα επ’ αυτού, για να μην εισπράξει κάποια άλλη απάντηση που θα του έφερνε περισσότερη σύγχυση, πιο πολλή κι απ’ αυτή που φαίνονταν να έχει στο μυαλό του ο Δημήτρης.
«Λοιπόν, επειδή έχω αφήσει ένα παιχνίδι στη μέση» είπε τότε ο Καλαματιανός γείτονας του Πέτρου, «πρέπει να πηγαίνω…» και αφού χαιρέτησε κλείνοντας το μάτι του, χάθηκε στο βάθος το διαδρόμου, κι από κει στο διαμέρισμά του.

Ο Πέτρος είναι αλήθεια ότι ενώ ένιωθε γενικά απογοητευμένος από την ανύπαρκτη πολιτική αντίληψη που διέθετε ο Δημήτρης, είχε ενθουσιαστεί από την υπέρβαση που έκανε ο τελευταίος σπάζοντας την οικογενειακή παράδοση που τον ήθελε να στηρίζει Δεξιά και αντ’ αυτού ψήφισε ΠΑΣΟΚ. Που ναι μεν το ΠΑΣΟΚ είναι κι αυτό Δεξιά, αλλά το να μεταστραφεί ένας γόνος παραδοσιακής δεξιάς οικογένειας και δη από τη βαθυγάλανη Μεσσηνία, και να ψηφίσει κάτι αριστερότερο, έστω και για λόγους καθαρά εγωιστικούς, όπως ο γείτονάς του, ήταν κάτι σημαντικό. Ναι, αλλά ήταν όντως το ΠΑΣΟΚ αριστερότερο από τη Νέα Δημοκρατία; Σ’ αυτό το ερώτημα η απάντηση ήταν σίγουρα αρνητική. Όπως και κάθε συνεπής αγωνιστής της αριστεράς, έτσι κι ο Πέτρος είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι το ΠΑΣΟΚ είχε εκφυλιστεί σε κόμμα του μεγάλου κεφαλαίου προδίδοντας τα μικρομεσαία στρώματα που εξέφραζε στο μακρινό παρελθόν. Τι κι αν κάποτε το στήριζαν ακόμα και στρώματα της εργατικής τάξης, τώρα δεν ήταν παρά εκφραστής του ασύδοτου καπιταλισμού. Άρα, η πράξη του Δημήτρη να ψηφίσει ΠΑΣΟΚ αντί για Νέα Δημοκρατία, ακόμα κι αν κρινόταν αποκλειστικά εκ του αποτελέσματος, δεν θα μπορούσε με τίποτα να θεωρηθεί προοδευτική κίνηση.

Έχοντας πλέον ο ήρωάς μας κουραστεί από αυτές του τις ατέρμονες σκέψεις, είπε να πάει στο υπνοδωμάτιο να ξαπλώσει για λίγο στο κρεβάτι, όπως συνήθιζε να κάνει όταν βαριόταν αφόρητα. Πέταξε μερικά βιβλία και εφημερίδες από το γραφείο στο πάτωμα για να έχει χώρο να αφήσει το μισογεμάτο φλιτζάνι με τον καφέ, ενώ στο γραφείο δέσποζαν μερικά ακόμα φλιτζάνια με καφέ που είχε αφήσει εκεί από τις προηγούμενες μέρες. Έριξε επίσης στο πάτωμα τα βιβλία και τα ρούχα που ήταν ακουμπισμένα στο κρεβάτι αλλά δεν πρόλαβε καλά καλά να ξαπλώσει και χτύπησε το κινητό του. Η αναγνώριση έδειχνε ‘Μάριος’.

«Έλα Μάριε» είπε ο Πέτρος απαντώντας στην κλήση.
«Έλα Πέτρο» έκανε βιαστικά ο Μάριος, «η συνέλευση θα γίνει σήμερα τελικά αντί για μεθαύριο με απόφαση του Δ.Σ.»
Οι γραφειοκράτες τα κατάφεραν, σκέφτηκε ο Πέτρος. Κατάφεραν να συγκαλέσουν με πραξικοπηματικό τρόπο συνέλευση, που ήταν το ανώτατο όργανο εκπροσώπησης των φοιτητών. Ήταν κάτι σαν το πραξικόπημα του Καντάφι που έφερε την άμεση δημοκρατία –λέμε τώρα…– στη Λιβύη. Μήπως θα έπρεπε να αρχίσει να αμφισβητήσει σοβαρά το αντιγραφειοκρατικό και αντιιεραρχικό του μένος;
«Στις 12 θα ξεκινήσει, δηλαδή σε λίγα λεπτά από τώρα» συνέχισε ο Μάριος. «Έλα στη σχολή όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πού είσαι τώρα; Σπίτι;»
«Ναι, σπίτι είμαι» απάντησε ο Πέτρος. «Δεν θα προλάβω να είμαι στις 12 πάνω. Το λεωφορείο θέλει τουλάχιστον μισή ώρα»
«Πάρε ταξί και έλα!» επέμενε ο Μάριος.
«Θα γίνει ρε Μάριε η συνέλευση ή πάλι θα μαλακιστούμε; Να μην πληρώνω τζάμπα ταξί αν είναι» ρώτησε εύλογα ο Πέτρος που δεν είχε πρόβλημα να θυσιάσει ακόμα και 10 ευρώ σε ταξί προκειμένου να παραστεί στις κινηματικές διαδικασίες της σχολής τους.
«Θα γίνει, θα γίνει» απάντησε ο Μάριος, «έχει μαζευτεί πολύς κόσμος. Κοντά 60 άτομα. Μιλάμε για μαζικές διαδικασίες!»
«60 άτομα!» πετάχτηκε πάνω ο Πέτρος, «Δηλαδή έχουμε τους συσχετισμούς για να ξεκινήσουμε επανάσταση!»
«Επανάσταση δεν ξέρω αν θα γίνει, πάντως συνέλευση θα γίνει σίγουρα» απάντησε ο Μάριος υπενθυμίζοντας στον Πέτρο ότι ο μαξιμαλισμός του μπορεί να σταθεί τροχοπέδη στο σταδιακό χτίσιμο ενός μαζικού φοιτητικού κινήματος.
«Εντάξει, έρχομαι» είπε ο Πέτρος και έκλεισε άρον άρον το τηλέφωνο. Φόρεσε μια μπλούζα από αυτές που ήταν στο πάτωμα, πήγε στο μπάνιο και έριξε ένα γρήγορο κατούρημα και βγήκε έξω να πάρει ένα ταξί για να προλάβει τη γενική συνέλευση της σχολής του…

* * *

Ο Πέτρος στέκονταν στην άκρη του πεζοδρομίου περιμένοντας να βρει ταξί.
«Πανεπιστημιούπολη» φώναζε σε κάθε ταξί που περνούσε αλλά οι περισσότεροι ταξιτζήδες τον αγνοούσαν επιδεικτικά γιατί ήταν γεμάτοι. Στο τέλος ένα άδειο ταξί σταμάτησε και τον πήρε.
«Έμπα» είπε στον Πέτρο ο ταξιτζής με το χαρακτηριστικό γρέζι στη φωνή του, ένα μεσήλικας γύρω στα 40 με ελαφριά αξυρισιά και μπυροκοιλιά, που διαγράφονταν μέσα από το καρό του πουκάμισο.

Ο Πέτρος κάθισε στη θέση του συνοδηγού –και όχι στα πίσω καθίσματα, που συνηθίζουν να κάθονται οι μικροαστοί και δη οι μικροαστές– γιατί πρώτον, δεν ήθελε να δώσει την εντύπωση στον σύντροφο μικροϊδιοκτήτη και σύμμαχο της εργατικής τάξης ταξιτζή ότι αποφεύγει τη συναναστροφή μαζί του και ότι απλά τον χρησιμοποιεί για να εξυπηρετηθεί, και δεύτερον, επειδή ήθελε να αφουγκραστεί τις ανησυχίες ενός λαϊκού ανθρώπου και να συνεισφέρει στην οικοδόμηση μια αγαστής συμμαχίας μεταξύ φοιτηταριάτου και λαϊκών στρωμάτων.

«Πανεπιστημιούπολη πάμε» είπε ο Πέτρος στον ταξιτζή.
«Φοιτητής είσαι φίλε;» ρώτησε ο ταξιτζής βάζοντας πρώτη και ξεκινώντας, ενώ στον καθρέφτη του αυτοκινήτου κρέμονταν ένας ξύλινος σταυρός και στο ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά ΕΡΑ ΣΠΟΡ.
«Ναι» απάντησε μονολεκτικά ο Πέτρος, σκεφτόμενος ωστόσο τι άλλο χρειάζεται να πει στον ταξιτζή προκειμένου να ανοίξει κουβέντα μαζί του. Δεν χρειάστηκε όμως να πει τίποτα γιατί ο ταξιτζής πήρε το λόγο από μόνος του και έσπασε τον πάγο.
«Α τυχεροί, έχετε γκομενάκια στο πανεπιστήμιο…» είπε.

Ο ήρωάς μας ξαφνιάστηκε τόσο από τον πρωτόγονο σεξισμό του ταξιτζή όσο και από την εκτός τόπου και χρόνου διαπίστωσή του. «Τόσο σαβουρογάμης είναι ή απλά τόσο άσχετος με το πανεπιστήμιο και δεν έχει πάρει χαμπάρι τι χάλια γκόμενες υπάρχουν εκεί;» σκέφτηκε.

«Εεε…» απάντησε ο Πέτρος χαμογελώντας από ευγένεια χωρίς να ξέρει τι να πει.
«Γαμάς κανένα κοριτσάκι εσύ;» αιφνιδίασε εκ νέου ο ταξιτζής τον Πέτρο που δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοιο πολιτισμικό σοκ.
«Μπααα» είπε διστακτικά, «είμαι χωρισμένος από το Σεπτέμβρη»
 «Ήταν καλό μουνί η δικιά σου;» ρώτησε στο καπάκι ο ταρίφας αφήνοντας σύξυλο τον Πέτρο για τρίτη σερί φορά.

Ο Πέτρος δεν μπορούσε να δει τη Χριστίνα ως «μουνί». Ακόμα και τώρα που ήταν τρεις ολόκληρους μήνες χωρισμένοι ένιωθε πολύ ρομαντικά γι’ αυτήν, άσχετα αν από εγωισμό δεν την είχε πάρει ούτε ένα τηλέφωνο να δει πώς τα περνάει με τον καραβανά που είχε αρραβωνιαστεί. Σκέφτηκε τότε να εκτρέψει την κουβέντα στα πολιτικά, ένα πεδίο που χειρίζονταν με μεγάλη μαεστρία.

«Καλή ήταν, εντάξει» απάντησε βαστικά ο αγωνιστής για να συνεχίσει: «Έχει απεργία ο κλάδος σας μαθαίνω μεθαύριο. Θα έχετε συμμετοχή, πώς το βλέπετε;»
«Πού να ξέρω μωρέ…» απάντησε ο ταρίφας με κάποια δόση αδιαφορίας, πιθανότατα ξενερωμένος που άλλαξε η θεματολογία της κουβέντας από γκομενική σε συνδικαλιστική.
«Τα αιτήματά σας ποια ακριβώς είναι;» ρώτησε ευγενικά ο Πέτρος.
«Θα σε γελάσω ρε φίλε» απάντησε ο ταξιτζής. «Κάτι για ταμειακές μηχανές λένε και για φοροαπαλλαγές. Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά»
«Δεν θα συμμετάσχετε δηλαδή στην απεργία;» ρώτησε εκ νέου ο ήρωάς μας, εκτιμώντας ότι έχει να κάνει με ένα λούμπεν μικροαστό πρώτης τάξης.
«Όχι μωρέ, γιατί να συμμετάσχω; Τι θα βγάλω από την υπόθεση αυτή;» είπε ο ταρίφας. «Τόσα χρόνια τι έχει κάνει το σωματείο για μας; Ξέρεις ποιοι είναι οι επικεφαλής του σωματείου; Είναι κάτι λαμόγια που έχουν 50 ταξί ο καθένας και τα μισθώνουν σε φουκαράδες που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί. Κι εγώ για να συντηρήσω αυτό το καρούλι το ταξί που έχω, είμαι χρεωμένος μέχρι το λαιμό. Ό,τι βγάζω το δίνω σε βενζίνη και σε ανταλλακτικά»
Ο Πέτρος εξεπλάγη ευχάριστα: ο λούμπεν μικροαστός έδωσε τη θέση του σε ένα αντιγραφειοκρατικά συνειδητοποιημένο σύντροφο.
«Κλέφτες είναι στο σωματείο, όπως κλέφτες είναι και στη βουλή! Όλοι τους τα ίδια σκατά είναι!» συνέχισε οργισμένος ο ταξιτζής. «Κανείς τους δεν νοιάζεται αν ζω ή αν πεθαίνω! Κανείς τους δεν νοιάζεται αν δεν μπορώ να βγάλω το μήνα και να θρέψω τα παιδιά μου! Κανείς τους δεν νοιάζεται αν αναγκάζομαι και βάζω στο ταξί πρεζόνια και εγκληματίες! Προχτές το βράδυ με λήστεψαν δυο πρεζόνια που μπήκαν μέσα! Αντί όλους αυτούς να τους εκτελέσουν, τους βάζουν σε φυλακές και σε ιδρύματα και τους πληρώνουμε να ‘ούμε!»

Εδώ οι αυταπάτες του Πέτρου γκρεμίστηκαν. Διαπίστωσε ότι αν και ο ταξιτζής εξέφραζε την απέχθειά του προς τη γραφειοκρατία και τη διαμεσολάβηση των κοινωνικών αγώνων, είχε στραμμένη την οργή του προς άλλες, ευπαθέστερες από τον ίδιο, κοινωνικές ομάδες. Όμως δεν έπρεπε ο συγκεκριμένος λαϊκός άνθρωπος να αποκλειστεί από τους ταξικούς αγώνες. Ίσα-ίσα, έπρεπε να επαναστατήσει με βιοποριστικά αιτήματα, και ύστερα, στη δικτατορία του προλεταριάτου και μετέπειτα στη σοσιαλιστική κοινωνία, θα δημιουργηθούν εκείνοι οι όροι που θα τον βοηθήσουν να αποκτήσει σοσιαλιστική συνείδηση και να ανυψωθεί πνευματικά αποβάλλοντας τα όποια υπολείμματα αντιδραστικότητας και κοινωνικού ρατσισμού. Κι εδώ, σκέφτηκε ο Πέτρος, αποδεικνύεται η πενία των επιχειρημάτων ορισμένων συντρόφων από τον αναρχικό χώρο που έχουν την αυταπάτη ότι ο λαός πρώτα θα αλλάξει συνείδηση και μετά θα επαναστατήσει για την δημιουργία της αταξικής κοινωνίας, καθώς έτσι ένα μεγάλο μέρος του επαναστατικού δυναμικού απορρίπτεται ως αντιδραστικοί, ρατσιστές, θρησκόληπτοι κ.λπ.

Εκείνη τη στιγμή ένα απορριμματοφόρο του δήμου που προηγούνταν σταμάτησε στη μέση του δρόμου και δυο υπάλληλοι που στηρίζονταν στο πίσω μέρος του οχήματος κατέβηκαν απ’ αυτό άρχισαν να μαζεύουν τα σκουπίδια από τους παρακείμενους κάδους.
«Ωχ, αυτό μας έλειπε» σκέφτηκε ο Πέτρος αναλογιζόμενος ότι ενδέχεται να μην προλάβει τη συνέλευση στη σχολή του. «Δεν μας έφτανε η κίνηση, έχουμε και το σκουπιδιάρικο…»

Λίγο η κίνηση, λίγο τα σκυλάδικα που έπαιζαν στο ραδιόφωνο, λίγο ο ταρίφας που σιγοτραγουδούσε στον ίδιο ρυθμό, λίγο η καυσαεριίλα, λίγο η μπόχα του καλοριφέρ του ταξί, λίγο οι κόρνες των αυτοκινήτων που είχαν κολλήσει πίσω από το φορτηγό, έκαναν το Πέτρο να μην νιώθει καλά και να θέλει να ξεράσει, όμως κατάφερε να κρατηθεί, σκεπτόμενος ότι σαν μεγάλος επαναστάτης που ήταν, όφειλε να μείνει ακλόνητος και να πάει στη γενική συνέλευση της σχολής του με το κεφάλι ψηλά.

Ενώ τα λεπτά περνούσαν και το ταξί παρέμενε ακινητοποιημένο, ο ταρίφας άνοιξε το παράθυρο, έβγαλε το κεφάλι και το αριστερό χέρι έξω και φώναξε: «Άντε ρε καριόλες! Μια ώρα περιμένουμε! Γιατί δεν ξεκινάτε; Έχουμε και πελάτες, μην κατέβω κάτω και σας γαμήσω!»
«Τι θες ρε φίλε;» απάντησε ένας εκ των σκουπιδιάρηδων, «Άσε μας να κάνουμε τη δουλειά μας!»
«Α ρε καριόλες σκουπιδιάρηδες!» είπε ο ταξιτζής μπαίνοντας μέσα και κλείνοντας το παράθυρο, «Σας παίρνουν στο δήμο με βύσμα και κάνετε συνέχεια απεργίες και ξύνετε τ’ αρχίδια σας! Αχ και να ζούσε ο Παπαδόπουλος, θα σας είχε στείλει όλους στη Γυάρο!»

Ο Πέτρος σάστισε. Τελικά οι πρώτες εκτιμήσεις του περί αντιγραφειοκρατικότητας του ταξιτζή αποδείχτηκαν εσφαλμένες. Ο τελευταίος δεν ήταν παρά ένα λούμπεν στοιχείο που βρισκόταν σε μόνιμη έχθρα με τον κοινωνικό του περίγυρο. Τι κι αν εχθρεύονταν το πολιτικό εποικοδόμημα του καπιταλισμού, στην ουσία δεν υπήρχε καμία προοπτική να επαναστατήσει για το σοσιαλισμό. Αντιθέτως, ήταν πολύ επίφοβο ότι κάποια στιγμή θα συρόταν κάτω από την επιρροή ενός ακροδεξιού λαοπλάνου ηγέτη που θα ζητούσε περισσότερη καταστολή και ασφάλεια. Όμως ο ήρωάς μας, που του άρεσε να βρίσκει ελαφρυντικά σε όλους, σκέφτηκε ότι ο ταξιτζής σκέφτεται μ’ αυτό τον τρόπο γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να μορφωθεί και να ανοίξουν οι ορίζοντές του, παρά δούλευε συνέχεια σαν σκλαβος για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ενώ ο ίδιος ήταν φοιτητής-διανοούμενος, επαναστάτης με τα λεφτά του μπαμπά, που δεν είχε ποτέ αντιμετωπίσει βιοποριστικό πρόβλημα. Ο Πέτρος ήταν πάρα πολύ σκληρός όταν έκανε αυτοκριτική, η οποία δεν είχε καμία σχέση με αυτή των κομμουνιστικών κομμάτων, που όταν έλεγαν αυτοκριτική εννοούσαν να βρουν έναν προδότη να του τα φορτώσουν όλα και οι υπόλοιποι να εξαγνιστούν.

Επιτέλους, μετά από μερικά λεπτά το φορτηγό ξεκίνησε, μαζί και τα αυτοκίνητα που είχαν καθηλωθεί. Ύστερα από μερικά μέτρα ο ταξιτζής ξανάνοιξε το παράθυρο, όχι όμως για τσαμπουκά αυτή τη φορά, αλλά για να θαυμάσει μια νταρντάνα γυναίκα που ανέβαινε στο διπλανό πεζοδρόμιο.

«Μωρό μου! Τι κωλάρα είναι αυτή!» φώναξε, ενώ η νταρντάνα ξίνισε τη μούρη της και τον αγνόησε επιδεικτικά.
«Ωραίο κομμάτι δεν ήταν;» ρώτησε ο ταρίφας τον Πέτρο, γυρνώντας πάλι την κουβέντα στα γκομενικά.
«Καλή ήταν» είπε μισοαδιάφορα ο Πέτρος, ο οποίος είχε πλέον πειστεί για την ουτοπία του εγχειρήματος να συζητήσει πολιτικά μαζί του.
«Που λες» συνέχισε ο ταρίφας, «έχω εδώ ένα τετράδιο» και άνοιξε το ντουλαπάκι από τη θέση του συνοδηγού, επωφελούμενος ότι τους είχε πιάσει κόκκινο.
«Ορίστε» είπε ο ίδιος ξεφυλλίζοντας τις γραμμένες σελίδες του τετραδίου με διάφορα ονόματα και τηλέφωνα, «Κάθε σειρά είναι και γκόμενα που έχω γνωρίσει στο ταξί. Για να δούμε… Αυτήν εδώ την έχω γαμήσει, καλή ήταν… αυτήν εδώ όχι, μου το έπαιζε δύσκολη η παλιοπατσαβούρα… αυτή εδώ ήταν μια παντρεμένη που γάμαγα για καιρό και ο μαλάκας ο άντρας της δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα… αυτή εδώ ποια είναι να δεις…ωχ ρε γαμώτο έχω ξεχάσει, δεν θυμάμαι αν την έχω γαμήσει…Κάτσε να την πάρω τηλέφωνο να δω που είναι να πάω μετά από αυτή»

Εκείνη τη στιγμή άναψε πράσινο και ο ταρίφας ακούμπησε βιαστικά το τετράδιο στο παρμπρίζ και ξεκίνησε ενώ ταυτόχρονα έπαιρνε τηλέφωνο τη γκόμενα για την οποία δεν θυμόταν αν είχαν συνευρεθεί ερωτικά. Ο Πέτρος είχε δεχτεί ένα ακόμα σοκ. Η σκέψη που στιγμιαία του στοίχειωσε το μυαλό ήταν «Υπάρχουν αλήθεια άντρες που φέρονται με τέτοιο υποτιμητικό τρόπο στις γυναίκες, αλλά και γυναίκες που έλκονται από τέτοιους άντρες;». Όμως, το ένστικτο της αναπαραγωγής υπερίσχυσε της προσωπικής του ηθικής, και μπήκε προς στιγμή στον πειρασμό να ζητήσει να βγάλει φωτοτυπία το τετράδιο, ή έστω να προσπαθήσει να συγκρατήσει κανένα τηλέφωνο στο μυαλό του. Φυσικά το μετάνιωσε γρήγορα. Θεώρησε πολύ σεξιστικό και αγενές να πάρει τηλέφωνο κάποια από τις γκόμενες του τετραδίου και να της πει: «Γεια σου, βρήκα το τηλέφωνό σου από έναν ταξιτζή και ενδιαφέρομαι να σε γνωρίσω με σκοπό μόνιμη σχέση ή απλώς σεξ».

Ο ταρίφας εκείνη τη στιγμή, αφού είχε προσπαθήσει δύο φορές ανεπιτυχώς να πετύχει τη γκόμενα στο τηλέφωνο, αναφώνησε: «Γαμώτο! Δεν το σηκώνει η καριόλα! Θα ξεκωλιάζεται με κανένα μαλάκα! Για κάτσε να πάρουμε καμιά άλλη. Για διάβασε μου ρε φίλε το νούμερο της Γιώτας. Πρέπει να είναι κάπου στο τέλος του τετραδίου»

Ο Πέτρος συγκράτησε με το ζόρι τα γέλια του. Του φάνηκε πολύ γελοίο αυτό που ο ταξιτζής του ζήτησε να κάνει. Τέλος πάντων, εντόπισε την Γιώτα και διάβασε το τηλέφωνο στον ταξιτζή.

«Για να δούμε…» είπε ο ταξιτζής. Όμως ούτε και η Γιώτα απαντούσε.
«Ρε τι έχουν πάθει όλες σήμερα;» απόρησε.
«Δεν μου λες μια στιγμή και το τηλέφωνο της Καίτης;» ζήτησε αυτή τη φορά, όμως εκείνη τη στιγμή μόλις είχαν φτάσει στην Πανεπιστημιούπολη, οπότε ο ίδιος ο ταξιτζής είπε: «Δεν πειράζει, παράτα το. Θα την πάρω μετά μόνος μου» και σταμάτησε πρόχειρα βάζοντας τα αλάρμ.
«Πόσα σας οφείλω;» ρώτησε ευγενικά ο Πέτρος.
«4 ευρώ» απάντησε ο ταξιτζής.
«Ορίστε…» είπε ο Πέτρος δίνοντας δύο δίευρα και αφού χαιρέτησε κατευθύνθηκε με γοργό βηματισμό στο αμφιθέατρο της σχολής του που γινόταν η συνέλευση…

* * *

Ο Πέτρος έφτασε επιτέλους στο αμφιθέατρο που εκείνη την ώρα λάμβανε χώρα η γενική συνέλευση της σχολής του. Πριν μπει όμως μέσα, είπε να περάσει από το κυλικείο που βρίσκονταν παραδίπλα να πάρει ένα καφέ. Δεν ήταν τόσο ότι τον είχε ανάγκη γιατί νύσταζε· είχε πιει σπίτι ήδη ένα καφέ. Απλά, απαραίτητα αξεσουάρ για κάθε φοιτητοπατέρα συνδικαλιστή ήταν ένας νες καφές σε θερμομονωτικό πλαστικό κυπελλάκι και ένα πακέτο τσιγάρα. Απέπνεαν ένα άρωμα Μάη 68 και Νοέμβρη 73. Έδιναν προς τα έξω, στους ψαρωμένους πρωτοετείς φοιτητές μια εικόνα χειραφέτησης και επαναστατικού lifestyle. Η ουρά όμως στο κυλικείο ήταν μεγάλη, όπως μεγάλο ήταν και το πλήθος του κόσμου που καθόταν στα τραπεζάκια του κυλικείου επωφελούμενο που η γενική συνέλευση διέκοψε το ανιαρό μάθημα που είχαν κανονικά εκείνη την ώρα. Ο Πέτρος ξενέρωσε άσχημα τη ζωή του με το θέαμα των καλλωπισμένων, σουπερ-γυμνασμένων και τρεντοκουρεμένων κάγκουρων με τα κολλητά μπλουζάκια και των βαμμένων μέχρι αηδίας κοτών με τα ακριβά συνολάκια που τις έκαναν να δείχνουν 40 και βάλε, που κάθονταν στο κυλικείο αντί να παίρνουν μέρος στη γενική συνέλευση της σχολής τους. «Είναι δυνατόν εγώ που είμαι ένατο έτος και δεν έχω τίποτα να κερδίσω» σκέφτηκε, «να έρχομαι άρον άρον στο πανεπιστήμιο για να προλάβω τη συνέλευση, και αυτά τα μαλακισμένα που είναι το πολύ τρίτο ή τέταρτο έτος να αδιαφορούν;»

Τελικά προτίμησε να μην πάρει καφέ και να πάει κατευθείαν στη συνέλευση. Δεν είναι τόσο τα λίγα λεπτά που θα έχανε από τον κοινότυπο και ξύλινο λόγο των φοιτητοπατέρων που αγόρευαν εκείνη τη στιγμή, όσο το ότι τα λίγα αυτά λεπτά θα ήταν αναγκασμένος να βλέπει τις αποκρουστικές φάτσες των απολίτικων φοιτητάριων στο κυλικείο.

Το αμφιθέατρο είχε σκάρτα πενήντα άτομα. Εκείνη την ώρα έβγαζε πύρινους επαναστατικούς λόγους ο Αντώνης από τα ΕΑΑΚ. Κατεβαίνοντας ο Πέτρος τα σκαλοπάτια προς τις μπροστινές θέσεις εντόπισε το Χρήστο να κάθεται μόνος του.

«Χρήστο!» του είπε σιγανά, «Πώς πάει;»
«Πώς να πάει μωρέ… Δεν σε πήρα γιατί δεν είχα μονάδες. Είπα όμως στο Μάριο να σε πάρει» απάντησε ο Χρήστος στην ίδια ένταση, «Να, εδώ, ακούμε το μαλάκα να μιλάει και να λέει τις μαλακίες του», δείχνοντας τον Αντώνη.
«Δηλαδή τι μαλακίες λέει; Δεν έχει μιλήσει κανένας άλλος;» ρώτησε με περιέργεια ο Πέτρος.
«Όχι, ο πρώτος είναι. Μετά ακολουθεί ο Μάριος και τέλος» απάντησε ο Χρήστος εξηγώντας: «Τι μαλακίες λέει ο Αντώνης ρωτάς; Τις γνωστές. Όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών, καμία ειδίκευση στο πτυχίο, ενιαία πτυχία ανά επιστημονικό κλάδο και συμμετοχή του συλλόγου στην πανεκπαιδευτική πορεία που θα γίνει την επόμενη Τρίτη. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση ώρα μίλαγε, πάνω από 20 λεπτά, και έλεγε τις γνωστές πίπες»

Ο Πέτρος δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα κλάματά του που έχασε την πολύτιμη για το φοιτητικό κίνημα τοποθέτηση του Αντώνη. Ένιωθε την ανάγκη να παρακαλέσει τον Αντώνη να επαναλάβει την τοποθέτησή του –δεν θα ήταν δύσκολο εξάλλου γιατί κάθε φορά τα ίδια έλεγε– ώστε να μπορέσει μετά να του την πέσει με ερωτήσεις.

«Πάω στο προεδρείο να τους ζητήσω να με αφήσουν να μιλήσω στο τέλος» είπε στο Χρήστο σε μια στιγμή αναλαμπής.
«Καλή τύχη!» ευχήθηκε ο Χρήστος.

Κατέβηκε λοιπόν ο μεγάλος αγωνιστής διακριτικά στο προεδρείο που βρίσκονταν στην καθηγητική έδρα και πλησίασε στο αυτί τον Ευθύμη από τα ΕΑΑΚ λέγοντας του χαμηλόφωνα: «Βάλε με κι εμένα να μιλήσω μετά από τον Μάριο»
«Αποκλείεται!» είπε κοφτά ο Ευθύμης, «Έπρεπε να το δηλώσεις από την αρχή»

Ο Πέτρος κοκάλωσε. Οι γραφειοκρατίσκοι των ΕΑΑΚ εκμεταλλευόμενοι την καθυστέρησή του είχαν αποφασίσει να μην του δώσουν το λόγο.

Στο προεδρείο καθόταν επίσης ο Βάιος από την ΠΚΣ, ένας κνίτης απροσδιορίστου επαναστατικής ποιότητας που σχεδόν ποτέ δεν μίλαγε και δεν τσακώνονταν με κανέναν, πιθανότατα λόγω βραδυστροφίας.
Ο Πέτρος απευθύνθηκε και στα δύο μέλη του προεδρείου λέγοντάς τους με πιο δυνατά την ένταση αυτή τη φορά: «Τι γίνεται εδώ πέρα; Δε θα με αφήσετε να μιλήσω καθόλου;»
«Είπαμε όχι συνάδελφε, δεν γίνεται!» είπε εξίσου δυνατά ο Ευθύμης, ενώ ο Βάιος έχασκε σαν χάνος.

Ο Χρήστος ακούγοντας την τελευταία στιχομυθία πετάχτηκε πάνω και φώναξε με οργή προς τον Ευθύμη, σκεπάζοντας τη δυνατή γενικά φωνή του ρητορίσκου Αντώνη: «Γιατί δεν τον αφήνεις να μιλήσει γαμώ την κοινωνία σου;»
Οι ψίθυροι που ακούγονταν ως τότε στο αμφιθέατρο σταμάτησαν απότομα.
«Τι είπες ρε αρχίδι;» φώναξε τότε οργισμένος ο Ευθύμης στο Χρήστο ενώ ο Αντώνης συνέχισε να ρητορεύει σαν να μην τρέχει τίποτα.
«Αυτό που άκουσες παλιομαλάκα! Άσε τον Πέτρο να μιλήσει ρε νούμερο!» απάντησε ακόμα πιο δυνατά ο Χρήστος.
Ο Αντώνης κατάλαβε τότε ότι κάτι χοντρό έπαιζε και διέκοψε προσωρινά το λογύδριό του.
«Θα ανέβω πάνω να σε γαμήσω ρε μαλακιστήρι!» απείλησε ο Ευθύμης τον Χρήστο.
«Έλα πάρε φόρα και κλάσε μου τα αρχίδια!» είπε ο Χρήστος δείχνοντας με την γνωστή χειρονομία τα γεννητικά του όργανα.
«Έρχομαι ρε πούστη! Τώρα θα δεις!» είπε ο Ευθύμης και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του Χρήστου.
«Βοήθεια! Καλέ θέλει να με γαμήσει! Βοήθεια συνάδελφοι!» φώναξε με περισσή ειρωνεία ο Χρήστος κάνοντας το αμφιθέατρο να ξελιγωθεί στα γέλια και εξοργίζοντας ακόμα περισσότερο τον Ευθύμη, τον οποίο κρατούσαν οι σύντροφοί του με δυσκολία.
«Έλα ρε μαλακά, άσ’ τον!», «Είναι πιτσιρίκι, γράφ’ το στα αρχίδια σου!», «Μην δίνεις σημασία!» έλεγαν στον Ευθύμη οι σύντροφοί του από τα ΕΑΑΚ.
«Μα δεν είδατε το μαλακιστήρι τι μου έλεγε;» διαμαρτυρόταν ο Ευθύμης.
«Μαλακιστήρι να πεις το πρώτο σου παιδί και να ‘ναι και αγόρι!» φώναξε από το βάθος ο Χρήστος ενώ ο έλεγχος της κατάστασης έδειχνε να έχει χαθεί.
«Σταματήστε επιτέλους με τις μαλακίες σας!» φώναξε ο ψυχραιμότερος εκείνη τη στιγμή Μάριος, που περίμενε πώς και πώς να δοθεί τέλος στο επεισόδιο και να ολοκληρώσει την τοποθέτηση του ο Αντώνης, ώστε να αρχίσει μετά χωρίς καθυστέρηση η δική του.

Ξαφνικά ο Αντώνης μαζί με δύο άλλους εαακίτες λακέδες του ήρθαν προς το μέρος του Πέτρου.
«Πέτρο» του είπε κατ’ ιδίαν ο ηγέτης των ΕΑΑΚ Φυσικού με πολύ απειλητικό ύφος, «μάζεψε το τσογλανάκι σου γιατί την επόμενη φορά θα φταις εσύ!»
Ο Πέτρος όμως δεν μάσησε και ετοιμόλογος όπως ήταν πάντα είπε στον Αντώνη: «Τι είναι για να τον μαζέψω; Σκυλί μου είναι; Τι νομίζεις ρε Αντώνη, ότι όλοι είμαστε νταβατζήδες σαν εσένα και αμολάμε τα σκυλιά μας σε όσους δεν γουστάρουμε και μετά τα μαζεύουμε; Άντε πήγαινε να συνεχίσεις το σόου σου! Ο κόσμος ψοφάει να σε ακούσει!»
Τα τελευταία αυτά λόγια του Πέτρου έκαναν τον Αντώνη να σαστίσει και να μη θέλει να συνεχίσει τη λογομαχία μαζί του. Ήξερε πως δεν θα κατάφερνε να εξουδετερώσει την στιβαρή επιχειρηματολογία του Πέτρου.
«Εγώ πάντως σε προειδοποίησα…» αρκέστηκε απλά να πει και έφυγε παρέα με τους μπράβους του.

Με τα πολλά, η συνέλευση συνεχίστηκε από το σημείο που είχε διακοπεί. Ο Αντώνης συνέχισε για πέντε λεπτά ακόμα την τοποθέτησή του και έκλεισε με τη βερμπαλιστική φράση που πάντα έκλεινε τους λόγους του: «Συνάδελφοι, οι εξελίξεις στο χώρο της εκπαίδευσης τρέχουν και το φοιτητικό κίνημα πρέπει να τις προλάβει. Είναι στο χέρι μας αν θα μείνουμε θεατές ή θα πάρουμε ενεργό μέρος στη διαμόρφωσή τους».

Το πλήθος έμεινε άφωνο από το μεστό ανατρεπτικό διάγγελμα του Αντώνη και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
«Ερωτήσεις κανείς;» ρώτησε τότε ο Ευθύμης από το προεδρείο, κανείς όμως δεν σήκωνε το χέρι του.

Ο Πέτρος είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του φιλιππικού του Αντώνη και δίσταζε να του κάνει οποιαδήποτε ερώτηση μήπως τυχόν βγει εκτός θέματος. Οι κνίτες δεν είχαν ούτε αυτοί πρόθεση να αντιπαρατεθούν με ερωτήσεις. Σήμερα είχαν τη συντριπτική πλειοψηφία και θέλανε οι τοποθετήσεις να ολοκληρωθούν όσο το δυνατόν πιο σύντομα ώστε να προχωρήσουν στην ψηφοφορία. Αν τους δινόταν η ευκαιρία να περνούσαν τη γραμμή τους μέσα από το Δ.Σ. θα το έκαναν. Οι σταλινικοί νταβατζήδες του κινήματος δεν έτρεφαν κανενός είδους αγάπη για τις μαζικές διαδικασίες. Δεν τους ενδιέφερε να γίνουν ζυμώσεις ούτε να ριζοσπαστικοποιηθούν συνειδήσεις. Το μόνο που ήθελαν ήταν να φτιάξουν μια στρατιά από πρόβατα, μέλη και ψηφοφόρους, που να τους ακολουθούν πιστά σε κάθε τους κινητοποίηση. Όχι βέβαια πως τα ΕΑΑΚ ήταν πιο τίμια. Η διαφορά ΕΑΑΚ και ΠΚΣ ήταν ότι η μεν ΠΚΣ δεν κώλωνε να λειτουργεί ανοιχτά αντιδημοκρατικά ενώ τα ΕΑΑΚ, αν και δρούσαν το ίδιο καπελωτικά, ήθελαν να έχουν μια μικρή έστω επίφαση μαζικών διαδικασιών.

Ο Ευθύμης, βλέποντας πως κανείς δεν σήκωνε το χέρι του, ανακοίνωσε: «Καμία ερώτηση λοιπόν… Ας προχωρήσουμε λοιπόν στην επόμενη τοποθέτηση από την ΠΚΣ» αλλά πριν καλά καλά προλάβει να ολοκληρώσει την ανακοίνωσή του αυτή, ο Χρήστος σήκωσε το χέρι του.
Ο Ευθύμης, νευριασμένος από πριν, προσπάθησε να τον αγνοήσει και να δώσει το λόγο στο Μάριο, αλλά ο Χρήστος επέμενε κουνώντας ζωηρά το προτεταμένο χέρι του και φωνάζοντας σαν μαθητής του δημοτικού: «Κύριε! Κύριε! Να κάνω μια ερώτηση;»
Το πλήθος άρχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά από πριν.
«Όχι! Μαλακία θα πεις έτσι κι αλλιώς!» είπε ψυχρά ο Ευθύμης, σε μια προσπάθειά του να τον αγνοήσει.
«Θα την κάνω την ερώτηση που να σκάσεις!» είπε αποφασιστικά ο Χρήστος και πριν ο Ευθύμης προλάβει να πει οτιδήποτε, ο μικρός ρώτησε τον Αντώνη: «Συμφωνείς συνάδελφε να μην κάνει τοποθέτηση ο Πέτρος;»
Το αμφιθέατρο πάγωσε. Ο Πέτρος ένιωσε αμήχανα αλλά ενθουσιάστηκε από την αφοσίωση που έδειχνε ο μικρός του σύντροφος, όχι σε αυτόν, αλλά στις μαζικές διαδικασίες. Ο Αντώνης κοκάλωσε για μερικά δευτερόλεπτα, αλλά για καλή του τύχη ο Ευθύμης τον ξελάσπωσε λέγοντας: «Δεν είναι ερώτηση αυτή συνάδελφε, προχωρούμε στην επόμενη τοποθέτηση»
«Πέσανε οι μάσκες σας! Να ποιοι είναι συνάδελφοι τα ΕΑΑΚ!» φώναξε τότε δυνατά ο Χρήστος, προκαλώντας μπούγιο στο αμφιθέατρο.
«Ησυχία συνάδελφοι!» φώναζαν μάταια από το προεδρείο ο Ευθύμης και ο Βάιος, που είχε ξυπνήσει πρόσφατα από το λήθαργο.
«Άστο Χρήστο» του είπε τότε ο Πέτρος χαμηλόφωνα «Θα κάνω μόνος μου τοποθέτηση στο τέλος παρακάμπτοντας τη διαδικασία»
«Θα τα καταφέρεις να τα βάλεις ρε θηρίο με το μηχανισμό;» ρώτησε χαμογελώντας ο Χρήστος.
«Οι μηχανισμοί και τα διατάγματα καταργούνται στα οδοφράγματα» αποκρίθηκε ο Πέτρος παίρνοντας το πολύ πάνω του για την ατάκα που είπε.
«Πσσσσς… Πώς τα λες έτσι δάσκαλε! Δώσε 5!» απάντησε ο Χρήστος προτάσσοντας την ανοιχτή παλάμη του.
«Πάρε 3!» είπε ο δάσκαλος κολλώντας στην παλάμη του Χρήστου 3 δάχτυλα, τον μέσο, τον παράμεσο και τον μικρό, καθώς ο αντίχειρας και ο δείκτης συγκρατούσαν το τσιγάρο, και γέλασαν χαμηλόφωνα και οι δύο. Ο Πέτρος αλήθεια εκτός από επαναστατικό μεγαλείο διέθετε και αξιόλογο χιούμορ.

Σε λιγότερο από ένα λεπτό η διαδικασία αποκαταστάθηκε και ο Μάριος πήρε επιτέλους το λόγο. Το λογύδριο του επικεφαλής της ΠΚΣ ήταν του ίδιου, αν όχι κατώτερου, επιπέδου με αυτό του Αντώνη. Η επιχειρηματολογία του φτωχή και τετριμμένη, «Να μην υποταχτούμε στις ντιρεκτίβες της Ευρωπαϊκής Ένωσης», «Μόρφωση-Ειδίκευση-Δουλειά για όλο το λαό», «15% για την Παιδεία» κ.λπ. Πρόσφατα άρχισε να χρησιμοποιεί και ένα άλλο επιχείρημα, που όλως τυχαίως άρχισαν να το χρησιμοποιούν οι κνίτες και στις άλλες σχολές. «Τα λεφτά που δίνει η κυβέρνηση ως φόρο υποτέλειας στο ΝΑΤΟ και πάνε για βόμβες και στρατηγεία, να δοθούν στην παιδεία» ήταν μέσες άκρες το νέο αυτό φαιδρό επιχείρημα εκ Περισσού. Δηλαδή αν τα κονδύλια για την παιδεία ήταν τόσα πολλά που περίσσευαν κιόλας, δεν θα λέγανε τίποτα για την βορειοατλαντική συμμαχία; Ή μπορείς να βάζεις στο ίδιο τσουβάλι την παιδεία στην Ελλάδα με την τρομοκρατία που έχει επιβάλλει ανά την υφήλιο το ΝΑΤΟ; Τελικά οι κομματικοί εγκέφαλοι δεν ήταν σε θέση να παράγουν ούτε ένα έξυπνο και δομημένο τσιτάτο που να αντέχει σε σοβαρή κριτική. Φυσικά, στο τέλος της τοποθέτησής του, ο Μάριος δεν παρέλειψε να προτείνει συμμετοχή του συλλόγου στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο την ερχόμενη Τρίτη.

«Πώς γίνεται ο Μάριος ενώ φαίνεται τόσο καλό και ανοιχτόμυαλο παιδί να μιλάει σαν χείριστος εργατοπατέρας;» σκέφτηκε ο Πέτρος, «και μάλιστα πώς γίνεται να έκανε τουμπεκί το γεγονός ότι δεν με αφήνουν να κάνω τοποθέτηση;». Τελικά ίσως ο Μάριος να μην ήταν παρά ένας καιροσκόπος που μπήκε στην ΚΝΕ με σκοπό να κάνει πολιτική καριέρα, και λόγω πνευματικής υπεροχής έναντι των άλλων ημιάγριων εσωκομματικών του αντιπάλων, τα κατάφερνε μια χαρά. Στο νου του Πέτρου ήρθε τότε η ανάλυση του Τρότσκι στην Προδομένη Επανάσταση, η οποία εξηγούσε με σαφήνεια ότι στο κόμμα, πλάι στους σκληροπυρηνικούς ιδεολόγους σταλινικούς λειτουργούς, υπάρχουν και οι παντελώς άσχετοι με το σταλινισμό αλλά και τον κομμουνισμό γενικά λειτουργοί, που μπήκαν στο κόμμα με ιδιοτελείς σκοπούς και ενστερνίστηκαν την κομματική ιδεολογία με την ίδια ευκολία που θα ενστερνίζονταν μια οποιαδήποτε άλλη. Ο Μάριος ίσως λοιπόν να ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

«Αλήθεια» διέκοψε ξαφνικά τον ειρμό των σκέψεών του, «Πού να είναι η Προδομένη Επανάσταση;»
Απευθύνθηκε τότε στο Χρήστο που καθόταν δίπλα του.
«Χρήστο» του είπε σιγανά, «τελικά την πήρες πίσω την Προδομένη Επανάσταση;»
«Ωχ ρε μαλάκα, την ξέχασα! Χίλια συγνώμη!» απολογήθηκε ο Χρήστος.
«Καλά δεν έγινε τίποτα» είπε ο Πέτρος, «απλά αν γίνεται φέρ’ τη μου πριν τα Χριστούγεννα. Θέλω να την ξαναδιαβάσω τώρα που θα πάω στη Χαλκίδα»
«Κάτσε ρε Πέτρο να διαβάσεις και κανένα μάθημα για τη σχολή…» είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά ο Χρήστος.
«Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό…» είπε ο Πέτρος με εμφανή την απογοήτευσή στο πρόσωπό του, μετά την τραγική υπενθύμιση του συντρόφου του.

Η τοποθέτηση του Μάριου μέσα σε 10 λεπτά είχε τελειώσει.
«Ερωτήσεις κανείς;» φώναξε τότε ο Ευθύμης. Παραδόξως κανείς, ούτε ο Αντώνης, δεν έδειξε την πρόθεση να κάνει κάποια ερώτηση. Κανείς, εκτός από έναν, τον Χρήστο, που ήταν ο μόνος που πάλι σήκωσε το χέρι του, προκαλώντας ξανά το ξάφνιασμα όλων.

Πριν ο Ευθύμης προλάβει να πει τίποτα, ο Χρήστος σηκώθηκε όρθιος και ρώτησε το Μάριο φωναχτά: «Συμφωνείς σύντροφε να μην κάνει τοποθέτηση στο τέλος ο Πέτρος;»
Το ακροατήριο πάγωσε για μια ακόμη φορά, ενώ ένα βαθύ «ωωω» πλημμύρισε απ’ άκρη σ’ άκρη την αίθουσα.
«Βεβαίως να κάνει, γιατί να μην κάνει;» αποκρίθηκε ο πολιτικάντης Μάριος. Ήξερε πως τη συνέλευση θα την κέρδιζε η ΠΚΣ έτσι κι αλλιώς λόγω συσχετισμών. Μία ακόμα κερδισμένη συνέλευση, θα σκέφτονταν ο Μάριος, ισοδυναμεί με κομματικά μόρια, και σε συνδυασμό με το κατάλληλο κομματικό βύσμα έχει ως αποτέλεσμα ραγδαία προαγωγή και μετάθεση σε ευνοϊκό πόστο. Και ο Μάριος και ο Αντώνης έβαζαν πιο ψηλά απ’ όλα το προσωπικό τους συμφέρον. Η διαφορά τους ήταν ότι ο Μάριος είχε οριοθετήσει το προσωπικό του συμφέρον σε στενά κομματικά πλαίσια ενώ ο Αντώνης επεδίωκε την αυτοπροβολή του σε όλο το ιδεολογικό, πανεπιστημιακό και φιλικό του περίγυρο.
«Ωραία λοιπόν, ας τοποθετηθεί» είπε ο Ευθύμης ύστερα από υπόδειξη του Αντώνη, προκειμένου το σχήμα τους να δείξει προς τα έξω πιο ανεκτικό και διαλλακτικό.

Ο ήρωάς μας καταχαρούμενος από την καταλυτική δράση του συντρόφου Χρήστου, σηκώθηκε από το έδρανο, έλαβε ρητορική πόζα σαν αυτή του Λένιν σε φωτογραφίες από λόγους του στην επαναστατική Ρωσία, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να ρητορεύει:

«Συνάδελφοι, θα είμαι ιδιαίτερα σαφής σε αυτά τα λίγα που θέλω να πω. Δεν θα κάνω πάνω από 5 λεπτά. Επί της ουσίας δεν έχουμε ακούσει κάτι σε όλο τη διάρκεια της συνέλευσης. Υπήρξε απλά μια στείρα αναπαραγωγή στερεοτύπων και από τις δύο κυρίαρχες παρατάξεις. Το ζητούμενο είναι να δράσουμε αποφασιστικά τόσο ενάντια στον αντιδραστικό νόμο που προωθεί το υπουργείο παιδείας όσο και στη γενικότερη αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή πολιτική του καθεστώτος. Οι παρατάξεις αντ’ αυτού προτίμησαν να πλειοδοτήσουν σε βερμπαλισμούς χωρίς να προτείνουν κάτι ουσιαστικό. Το μόνο που πρότειναν ήταν η συμμετοχή του συλλόγου στην πανεκπαιδευτική πορεία της Τρίτης, λες και εμποδίζει τίποτα το σύλλογο να συμμετάσχει στην πορεία. Γιατί σώνει και καλά να έχει τη σφραγίδα κάποιας παράταξης; Τι θα αλλάξει στο εκπαιδευτικό κίνημα αν στην πορεία το πανό που θα αναγράφει Σύλλογος Φυσικού το κρατούν οι κνίτες ή οι εαακίτες; Μόνο σκοπούς εσωτερικής κατανάλωσης εξυπηρετεί κάτι τέτοιο. Προτείνω λοιπόν κάτι εντελώς συμβολικό: ο σύλλογος να κατέβει στην πορεία με το πανό να το κρατούν φοιτητές από όλες τις παρατάξεις και ανεξάρτητοι. Δεν θα αλλάξει άμεσα τίποτα, όμως θα είναι ένα δείγμα ότι ο σύλλογος μπορεί να λειτουργήσει εξίσου αποτελεσματικά και χωρίς κομματικά καπέλα…»

Ο λόγος του Πέτρου είχε ολοκληρωθεί. Είχε πλέον όλο το χρόνο στη διάθεσή του να αυτοθαυμαστεί. Τώρα πια ένιωθε ολοκληρωμένος επαναστάτης. Ονειρευόταν πως βρισκόταν σε προεπαναστατική περίοδο και πως είχε συνεπάρει τις μάζες με τα λεγόμενά του. Ένιωθε πως ο λόγος αυτός θα έμενε στην ιστορία και αν τον είχε εκφωνήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, θα τον εξέδιδε το Βήμα στη συλλογή του «50+1 λόγοι που άλλαξαν τον κόσμο» πλάι στους λόγους του Λένιν, του Φιντέλ Κάστρο, του Μάλκομ-Χ, του Γκάντι και του Ροβεσπιέρου.

Δυστυχώς όμως, τα όνειρα του Πέτρου αμέσως διακόπηκαν από την τραχιά παρέμβαση του Ευθύμη: «Υπάρχει καμία ερώτηση;»
Ερώτηση δεν υπήρχε, και ο Χρήστος που έκανε τις ερωτήσεις στους προηγούμενους ομιλητές, δεν του πήγαινε καρδιά να αντιπαρατεθεί στο μεγάλο δάσκαλο Πέτρο, ακόμα κι αν διαφωνούσε, που σίγουρα όμως δεν υπήρχε περίπτωση να διαφωνούσε.
«Ωραία» συνέχισε ο Ευθύμης, «προχωρούμε στη διαδικασία της κατάθεσης πλαισίων»
«‘Παράθεσης’ είναι το σωστό ρε, όχι ‘κατάθεσης’!» τον διόρθωσε ο Χρήστος, «Τι είναι; Ομόλογα;» προκαλώντας έτσι και πάλι το γέλιο στο αμφιθέατρο.
Ο Ευθύμης, πιο ψύχραιμος τώρα, έδειξε τον Χρήστο με το δάκτυλο, του έκανε μια άσεμνη χειρονομία παίρνοντας ένα πολύ βλοσυρό ύφος και του είπε ψύχραιμα: «Μόλις τελειώσει η συνέλευση εσένα θα σε γαμήσω…» και ο επιπόλαιος Χρήστος, ξέροντας ότι πάντα κάποιος θα τους χώριζε και θα γλίτωνε το ξύλο, ξερόγλειφε τα χείλια του με πολύ πουτανιάρικο στυλ για να τον εξοργίσει ακόμα περισσότερο.

Ο Πέτρος κατέβασε κι αυτός πλαίσιο, αφού του κάνανε τη χάρη και του αφήσανε μια στενή λωρίδα στο αριστερό μέρος του πίνακα. Ήταν συμβολικό το αριστερό μέρος του πίνακα μιας και ήταν ο πιο αριστερός από όλους εκεί μέσα.
«Τι τίτλο να βάλουμε στο πλαίσιο;» ρώτησε ο ήρωάς μας το Χρήστο.
Ο Χρήστος, αφού σκέφτηκε λίγο, είπε: «Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής» εννοώντας το γνωστό κατάστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών. «Έχει και στην Καλλιθέα Πλαίσιο, αν προτιμάς» συμπλήρωσε.
Ο Πέτρος γέλασε.
«ΟΚ, Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής» συμφώνησε και άρχισε να γράφει στον πίνακα.

Το πλαίσιο του Πέτρου περιείχε μόνο μια φράση: «Συμμετοχή του συλλόγου στην πανεκπαιδευτική πορεία την Τρίτη 13/12 – Το πανό της πορείας θα ανήκει σε όλους τους φοιτητές και όχι μόνο σε μία παράταξη».

Ο κόσμος βλέποντας στον πίνακα τον τίτλο ‘Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής’ ξέσπασε σε γέλια. Ο πιτσιρικάς σύντροφος του Πέτρου είχε καταφέρει να φέρει τα πάνω κάτω σε μια ακόμα συνέλευση. «Αρχίζει η διαδικασία της ψηφοφορίας. Συνάδελφοι καθίστε στις θέσεις σας να γίνει σωστά η καταμέτρηση» ανακοίνωσε τότε βιαστικά ο Ευθύμης. Η ψηφοφορία έβγαλε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Πλαίσιο ΠΚΣ 29 ψήφοι, Πλαίσιο ΕΑΑΚ 15 ψήφοι, Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής 4 ψήφοι... 4 ψήφοι! Το πλαίσιο του Πέτρου το είχαν ψηφίσει και άλλοι 2 εκτός από τον ίδιο και τον Χρήστο. Ήταν ένα σπουδαίο γεγονός ομολογουμένως.

«Στο δεύτερο γύρο περνάνε τα πλαίσια της ΠΚΣ και των ΕΑΑΚ» φώναξε ο Ευθύμης.
«Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής, θα στηρίξετε εσείς κάποιο πλαίσιο στο δεύτερο γύρο;» απευθύνθηκε στον Πέτρο με την κρυφή ελπίδα ότι η προβοκατόρικη δράση του ίσως να κάνει ζημιά στην ΠΚΣ έστω και την τελευταία στιγμή.
«Όχι» πετάχτηκε ο Χρήστος, «γιατί δεν έχουμε την έγκριση από το κεντρικό μας κατάστημα μας στη Στουρνάρα!»
Το τελευταίο αυτό σχόλιο του Χρήστου προκάλεσε φυσικά το γέλιο του ακροατηρίου, αλλά δεν ήταν μόνο ένα αστείο· είχε και ένα βαθύτερο συμβολισμό, που έγκειτο στο ότι οι παρατάξεις της ΠΚΣ και των ΕΑΑΚ καθοδηγούνται και ελέγχονται εξολοκλήρου από τα αντίστοιχα κεντρικά κομματικά γραφεία. Οι κομματικοί συνδικαλιστές, όσοι τέλος πάντων κατάλαβαν το συμβολισμό, έκαναν πως δεν άκουσαν. Ο δε Πέτρος ένιωσε περήφανος για την αστείρευτη και συνάμα ανατρεπτική δημιουργικότητα του μικρού συντρόφου του. Ήξερε πως όταν ο ίδιος πάρει ποτέ πτυχίο, θα μπορούσε να χρίσει το Χρηστάκη διάδοχό του στο Φυσικό.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η ψηφοφορία στο δεύτερο γύρο ανέδειξε νικητή την ΠΚΣ.
«Περνάει το πλαίσιο της ΠΚΣ» ανακοίνωσε με απογοήτευση ο Ευθύμης που δεν πέρασε το πλαίσιο των ΕΑΑΚ, που όμως προτιμούσε καλύτερα να περάσει το ανώδυνο πλαίσιο ΠΚΣ παρά το προβοκατόρικο πλαίσιο του Πέτρου.

«Σύντροφοι» πήρε τότε αμέσως το λόγο ο Μάριος, «σας περιμένουμε όλους στην πορεία την Τρίτη 20 του μήνα στα Προπύλαια να δώσουμε το παρόν ενάντια στις αυταρχικές μεθοδεύσεις του υπουργείου Παιδείας». Ο σύντροφος Μάριος με τη νίκη του αυτή είχε μαζέψει και άλλα κομματικά μόρια και είχε κάθε λόγο να είναι ευτυχής.

Το αμφιθέατρο άρχισε να αδειάζει λίγο λίγο. Ο Πέτρος δεν μπορούσε να μείνει άλλο στην αίθουσα, όσο ηρωικά κι αν συνέβησαν την προηγούμενη μιάμιση ώρα, όσο κι αν είχε δεθεί συναισθηματικά με τη μαζική διαδικασία που λέγεται γενική συνέλευση της σχολής. Είναι σαν να λήγει ένας αγώνας ποδοσφαίρου και να μένει κανείς μέσα στο γήπεδο αναπολώντας το όμορφο θέαμα που παίχτηκε για 90 λεπτά.

«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο Πέτρος το Χρήστο με απορία.
«Πάμε να αράξουμε στο κυλικείο και βλέπουμε…» πρότεινε ο Χρήστος, και οι δύο ακομμάτιστοι λαϊκοί αγωνιστές βγήκαν και αυτοί σιγά σιγά από το αμφιθέατρο…

* * *

«Ποιοι να είναι οι άλλοι δύο που μας ψήφισαν;» ρώτησε ο Πέτρος το Χρήστο καθώς ανέβαιναν τις σκάλες του άδειου πλέον αμφιθέατρου.
Την ώρα που γινόταν η καταμέτρηση των ψήφων, ο ήρωάς μας βρισκόταν στον κόσμο του, επηρμένος και σκεφτόμενος ποια από τα λεγόμενά του αξίζει να απομονωθούν από τον ιστορικό του μέλλοντος για να προσδιορίσουν την εποχή του, και δεν πρόσεξε ποιοι ψήφισαν το πλαίσιό του.
«Μόνο τη γκόμενα που μας ψήφισε πρόσεξα» απάντησε ο Χρήστος «αλλά δεν την ξέρω»
«Μας ψήφισε και γκόμενα; Ωραία!» είπε με μια δόση περηφάνιας ο Πέτρος, που για μια ακόμα φορά τα λεγόμενά του εντυπωσίασαν το άλλο φύλο.
«Μη χαίρεσαι, μπάζο ήταν» του έκοψε τα φτερά ο Χρήστος. «Άμα ήταν ωραία θα στο ‘χα πει απ’ την πρώτη στιγμή!»
«Είναι βαριά η επαναστατική καλογερική για τις ωραίες γκόμενες» σκέφτηκε ο Πέτρος, προσπαθώντας να μετριάσει την απογοήτευσή του από τα λεγόμενα του συντρόφου Χρήστου.

Η ώρα είχε περάσει αρκετά και οι δύο σύντροφοι δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν τραπέζι στο κυλικείο.

«Έχεις δουλειά μετά;» ρώτησε ο Πέτρος το Χρήστο.
«Έχω εργαστήριο» απάντησε ο Χρήστος, για να συμπληρώσει καθώς ακουμπούσε τη τσάντα του στο τραπέζι: «Πάω να πάρω καφέ. Θες να σου φέρω τίποτα;»
«Φέρε κι εμένα ένα καφέ, νες γλυκό με γάλα» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «πάει ώρα που ήπια έναν»

Περιμένοντας το Χρήστο να γυρίσει με τους καφέδες, ο Πέτρος άναψε τσιγάρο και άραξε πίσω στην καρέκλα χαζεύοντας τον κόσμο στα γύρω τραπέζια. Η σκέψη του μεγάλου αγωνιστή περιστρέφονταν γύρω από το φοιτητικό κίνημα, και το πώς θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί πέρα και έξω από τα γραφειοκρατικά σχήματα της ΠΚΣ και των ΕΑΑΚ που είχε κολλήσει σαν βδέλλα απάνω του και δεν το άφηναν να ανασάνει. Σίγουρα ήταν δύσκολο ένα τέτοιο εγχείρημα, όμως θα ‘ταν τόσο σημαντικό και καθοριστικό αν ήταν εύκολο;

«Πέτρο;» ακούστηκε τότε μια γυναικεία φωνή να τον και ο ήρωάς μας βγήκε άγαρμπα από τη νιρβάνα του.
«Ράνια;» έκανε ο Πέτρος βλέποντας να στέκεται απέναντι του η ομώνυμη παλιά του γνώριμη από το Χημικό, μια μετρίου αναστήματος όμορφη καστανομάλλα η οποία κρατούσε ανά χείρας ένα ντοσιέ με σημειώσεις. «Χρόνια και ζαμάνια!»
Αφού φιλήθηκαν σταυρωτά ως είθισται για έναν άνδρα και μια γυναίκα που τους συνδέει φιλική σχέση, η Ράνια ρώτησε τον Πέτρο: «Μόνος σου κάθεσαι;»
«Όχι, είμαι με ένα φίλο που περιμένει στην ουρά να πάρει καφέδες» εξήγησε ο Πέτρος. «Θες να κάτσεις;»
«Έχω μάθημα στις 4 και τέταρτο, οπότε θα σου κάνω παρέα για λίγο…» αποκρίθηκε χαμογελώντας η Ράνια, παίροντας θέση στο τραπεζάκι, απέναντι από την ήρωά μας.
«Πώς από δω;» τη ρώτησε τότε ο Πέτρος με έκδηλο το ενδιαφέρον στο πρόσωπό του. «Δεν είχες τελειώσει κάπου πρόπερσι με τη σχολή;»
«Επέστρεψα και πάλι» είπε η Ράνια, «αυτή τη φορά για μεταπτυχιακό»
«Πολύ ωραία!» έκανε ενθουσιασμένος με τη φίλη του ο Πέτρος και απογοητευμένος με τον εαυτό του που δεν αξιωνόταν ούτε το βασικό πτυχίο να πάρει. «Σε τι είναι το μεταπτυχιακό;» ρώτησε στο καπάκι.
«Στη Βιοχημεία» απάντησε η Ράνια, για να ρωτήσει στη συνέχεια: «Εσύ με τη σχολή τελείωσες;»
«Τι να τελειώσω…» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «δεν έχω περάσει ούτε τα μισά μαθήματα ακόμα» για να εισπράξει ένα νεύμα κατανόησης από τη φίλη του.

Ο Πέτρος με τη Ράνια γνωρίζονταν για πολλά χρόνια, κι αυτό μέσω της Χριστίνας. Η Χριστίνα ήταν κάποτε κολλητή φίλη με την κατά δύο χρόνια μικρότερή της Ράνια, αρχής γενομένης από το τρίτο έτος, που η Ράνια, γόνος μιας μικροαστικής οικογένειας από το Περιστέρι, μπήκε στο Χημικό της Αθήνας και σχεδόν ταυτόχρονα στα ΕΑΑΚ, στα οποία ήταν μέλος και η ίδια, όπως εξάλλου κι ο Πέτρος και η Χριστίνα. Με τον καιρό όμως, οι τελευταίοι αποχώρησαν από τα ΕΑΑΚ ακολουθώντας το δικό τους δρόμο στο Φυσικό ενώ η Ράνια παρέμεινε σ’ αυτά, μολονότι ποτέ δεν είχε κάποια βαθιά σχέση με το φοιτητικό συνδικαλισμό. Ο Πέτρος είχε απόλυτη επίγνωση ότι η Ράνια δεν ήταν παρά μια κοινή γκομενίτσα, σαν τόσες άλλες, που πέρασε από σπόντα απ’ την αριστερά καταλήγοντας να συμμετάσχει περισσότερο ως γλάστρα παρά ως ενεργό μέλος στη χειρότερη lifestyle εκδοχή της, τα ΕΑΑΚ. Τη συμπαθούσε όμως για τη γλυκύτητα που εξέπεμπε όταν συχνά-πυκνά τον ζαχάρωνε – τα βαθυγάλανα μάτια της, τα ίσια καστανά της μαλλιά και το χαριτωμένο προσωπάκι της την καθιστούσαν γοητευτική και όμορφη για τα αριστερά φοιτητικά δεδομένα, παρόλο που στερούνταν των εντυπωσιακών καμπυλών ή του πληθωρικού στήθους που έχουν οι πραγματικά ωραίες γκόμενες εκτός πανεπιστημίου και αριστεράς. Θα ήταν ψέμα να πούμε ότι δεν την ζαχάρωνε και ο Πέτρος, όμως του ίδιου δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό να απατήσει τη Χριστίνα, στην οποία είχε ορκιστεί αιώνια πίστη και αφοσίωση.

Από την άλλη, δεν ήταν λίγες οι φορές που η Χριστίνα έθαβε, πισώπλατα, τη φίλη της με τα χειρότερα λόγια. Τσόκαρο την ανέβαζε, τσουλάκι την κατέβαζε· αιτία, τα… τσιλιμπουρδίσματα της Ράνιας με διάφορους άντρες ταυτόχρονα, ακόμα κι αν διατηρούσε σχέση με κάποιον εξ αυτών. Η Χριστίνα, αν και αριστερή, ήταν βαθιά συντηρητική και πίστευε στον αγνό και αιώνιο έρωτα, όπως και ο Πέτρος εξάλλου. Μόνο που ο Πέτρος, ως μαρξιστής, αποδέχονταν ότι η μορφή αυτή έρωτα ενδέχεται και να ξεπεραστεί από τις εξελίξεις, και ότι σε μια μελλοντική βαθμίδα κοινωνικής εξέλιξης, όπου οι τάξεις, οι σχέσεις εκμετάλλευσης και η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής θα έχουν εξαλειφθεί, με άλλα λόγια στην κομμουνιστική κοινωνία, θα εξαφανιστεί και η κτητικότητα στις σχέσεις των δύο φύλων με αποτέλεσμα την καθολική επικράτηση του ελεύθερου έρωτα. Φυσικά, τις λίγες φορές που προσπάθησε ο ήρωάς μας να κοινοποιήσει την εν λόγω θέση του στη Χριστίνα, εισέπραξε σκηνές ζηλοτυπίας και υπαινιγμούς ότι «κάτι παίζει με κάποια άλλη», γι’ αυτό τα λέει αυτά, οπότε γενικά κρατούσε τις απόψεις του για το θέμα για τον εαυτό του.

«Η Χριστίνα τι κάνει;» ρώτησε στη συνέχεια η Ράνια για την πάλαι ποτέ φίλη της.
«Η Χριστίνα πήρε πτυχίο και γύρισε στο χωριό της στην Θεσπρωτία» απάντησε ο Πέτρος.
«Σοβαρά;» έκανε η Ράνια. «Και τι κάνει τώρα; Βρήκε δουλειά;»
«Σάμπως και ξέρω;» ανέφερε ο Πέτρος, για να ρωτήσει τη φίλη του στο καπάκι: «Καλά, δεν μιλάτε πια;»
«Έχουμε χαθεί είναι η αλήθεια κάνα-δυο χρόνια τώρα…» εξήγησε η Ράνια.
«Μάλιστα…» αποκρίθηκε ο Πέτρος, που γνώριζε ότι οι δύο κοπέλες είχαν αραιώσει αλλά δεν γνώριζε ότι είχαν ξεκόψει τελείως.
«Δηλαδή έχετε χωρίσει;» έκανε τότε η Ράνια φανερά ενθουσιασμένη που επιτέλους έβλεπε το πεδίο να ελευθερώνεται γι’ αυτήν.
«Ναι μωρέ» είπε ο Πέτρος, συμπληρώνοντας απαξιωτικά: «Ποιος χέστηκε; Παίζει να ‘χει παντρευτεί τώρα που μιλάμε»
«Πότε να προλάβει καλέ να παντρευτεί;» απόρησε, και με τι δίκιο της, η Ράνια.
«Την βάλανε με το ζόρι να αρραβωνιαστεί με ένα βλάχο» απάντησε εντελώς υποτιμητικά για την πρώην αγαπημένη του ο ήρωάς μας. «Ξέρεις, οι βλάχες παντρεύονται στο άψε-σβήσε, μόλις οι γονείς τους κανονίσουν τα περιουσιακά με τους γονείς του γαμπρού. Δεν κάθονται καν να το σκεφτούν…»

Η Ράνια δεν έκανε κάποιο σχόλιο, παρά τον κοίταξε με περιέργεια αλλά και νάζι με τα βαθυγάλανα μάτια της. Ο Πέτρος, ντροπαλός ως ήταν, έστρεψε το βλέμμα του χαμηλά.

Πριν προλάβει ο αγωνιστής του Φυσικού να σκεφτεί τι και πώς, κατέφθασε ο Χρήστος με τους καφέδες.

«Βρε βρε τι βλέπω!» έκανε ο Χρηστάκης καθώς ακουμπούσε τους καφέδες στο τραπέζι.
«Σε παρακαλώ φέρσου ώριμα για μια φορά στη ζωή σου» του ψιθύρισε επιτακτικά στ’ αυτί ο Πέτρος.
«Ααα… μάλιστα» έκανε με πονηρό ύφος ο Χρήστος και κάθισε στη θέση δίπλα από το δάσκαλό του.
«Από δω ο φίλος μου ο Χρήστος, από δω η Ράνια» σύστησε τους δύο νέους ο Πέτρος, εκλιπαρώντας, μέσα του, τον Κάρολο –γιατί στο Θεό δεν πίστευε– να μην κάνει ο Χρήστος κάποια χοντράδα απ’ αυτές που συνήθιζε.
«Χαίρω πολύ» έκανε η Ράνια και προέταξε το χέρι της για χειραψία.
«Η τιμή είναι δική μου μαντάμ» αποκρίθηκε, ως άλλος ιππότης, ο Χρήστος αρπάζοντας το προτεταμένο χέρι της Ράνιας, και αντί να το σφίξει, το φίλησε απαλά.
Η Ράνια προς στιγμή αιφνιδιάστηκε αλλά γρήγορα γέλασε με το όλο σκηνικό. Το ίδιο κι ο Πέτρος, που δεν περίμενε τόσο ώριμη συμπεριφορά από το σύντροφό του.
«Η Ράνια είναι φίλη της Χριστίνας» είπε, σαν καταλάγιασαν τα γέλια, ο ήρωάς μας, πίνοντας παράλληλα μια γουλιά από τον καυτό νες καφέ του.
«Και δικιά σου φίλη, όχι μόνο της Χριστίνας!» έκανε η Ράνια σαν να θίχτηκε με τα λεγόμενα του Πέτρου.
«Ναι, εννοείται… Και δικιά μου φίλη» αποκρίθηκε ντροπιασμένος ο Πέτρος. «Ήθελα να πω ότι κυρίως ήταν φίλη με τη Χριστίνα. Ότι δηλαδή ήταν μέσω της Χριστίνα κάναμε παρέα. Ότι…»
«Άστο δάσκαλε, δεν το σώζεις» το διέκοψε απότομα ο Χρήστος, για να απευθυνθεί αμέσως στη Ράνια λέγοντας: «Είναι σαν να σου λέει ότι σε είχε τόσα χρόνια γραμμένη και καταχρηστικά έκανε παρέα μαζί σου, επειδή ήσουνα φίλη της Χριστίνας»
Ο Πέτρος τώρα ένιωσε να έρχεται σε ακόμα δυσκολότερη θέση με την άγαρμπη παρέμβαση του μικρού του φίλου.
«Μα όχι! Εδώ δεν είπα…» έκανε να πει αλλά τον ξαναδιέκοψε ο Χρήστος λέγοντας αυτή τη φορά: «Δεν είναι κακό να παραδέχεσαι τα σφάλματά σου. Εξάλλου η Ράνια σε κατανοεί και δεν σου κρατάει κακία»
Ο Πέτρος πλέον δεν είχε τι να πει. Ο Χρηστάκης τον είχε αποστομώσει κυριολεκτικά.
«Και γραμμένη να με είχε ο Πέτρος, εγώ τον συγχωρώ και του δίνω μια δεύτερη ευκαιρία…» αποκρίθηκε με νόημα η Ράνια.
Ο Πέτρος, όπως ήταν φυσικό, μπλόκαρε ξαφνικά. Η Ράνια είχε αρχίσει να χοντραίνει το παιχνίδι και να τον φέρνει σε αμηχανία.
«Άλα της το γκομενάκι!» έκανε τότε ο πάντα ψύχραιμος Χρήστος στο φίλο του, αρκετά σιγά ώστε να μην τον ακούσει η Ράνια. Ο Πέτρος μόλις και μετά βίας έπνιξε το γέλιο που αυθόρμητα βγήκε από τα σωθικά του.

«Κι εσύ Φυσικός είσαι;» ρώτησε τότε η Ράνια το Χρήστο.
«Ναι, πρωτοετής» απάντησε ο μικρός. «Εσύ;»
«Εγώ Χημικός είμαι» ανέφερε η Ράνια, διευκρινίζοντας: «μεταπτυχιακή για την ακρίβεια»
«Α ωραία» έκανε ο Χρήστος, «Όχι σαν το δάσκαλο που δεν αξιώνεται ούτε το βασικό πτυχίο να πάρει»
Ο Πέτρος ένιωσε να ντροπιάζεται με την παρέμβαση του προβοκάτορα φίλου του. Όμως για καλή του τύχη, η Ράνια έστρεψε αλλού το ενδιαφέρον της, ρωτώντας το Χρήστο: «Γιατί τον λες δάσκαλο;»
«Μα δεν τον έχεις ακούσει να μιλάει;» είπε ο Χρήστος. «Σε αυτά που λέει ο Πέτρος συμπυκνώνεται τεράστια σοφία, που μόνο ένας πραγματικός δάσκαλος θα μπορούσε να έχει. Ο Πέτρος είναι ένας πραγματικός διανοούμενος κι ας μην το παραδέχεται ο ίδιος»
Η αλήθεια είναι ότι ο Πέτρος είχε επίγνωση του μεγαλείου του, προσπαθούσε όμως να μην το δείχνει προς τα έξω και τον περάσουν για ψώνιο.
«Φυσικά και είναι διανοούμενος» ανέφερε η Ράνια. «Όσες φορές τον έχω ακούσει να μιλάει, εντυπωσιάστηκα για τις γνώσεις του και το μεστό του λόγο»
Ο Πέτρος τώρα κοκκίνισε για τα καλά.
«Όπως στη συνέλευση της σχολής μας προηγουμένως» συμπλήρωσε ο Χρήστος.
«Α, είχατε συνέλευση πριν;» ανέφερε η καστανομάλλα πρώην κολλητή φίλη της Χριστίνας, «Ποιος την κέρδισε;»
«Η ΠΚΣ, ως συνήθως» αποκρίθηκε ο Χρήστος.
«Α μάλιστα» έκανε η Ράνια, σαν να απογοητεύτηκε με αυτό που άκουσε.
«Η Ράνια, ξέρεις, είναι στα ΕΑΑΚ» παρενέβη τότε ο Πέτρος. «Ή τουλάχιστον ήτανε, δεν ξέρω αν είναι ακόμα»
«Είμαι ακόμα» αποκρίθηκε η Ράνια. «Συμμετέχω στην παράταξη των μεταπτυχιακών…» έκανε χαμογελώντας.
Ο Χρήστος την κοίταξε επίμονα και με περιέργεια.
«Και είσαι περήφανη γι’ αυτό;» τη ρώτησε τελικά.
«Τι εννοείς;» είπε η Ράνια που δεν κατάλαβε το υπονοούμενο.
«Να μωρέ, ο Χρήστος είναι κάπως σκωπτικός, θα έλεγα, απέναντι στα ΕΑΑΚ» επενέβη σε ρόλο πυροσβέστη και πάλι ο Πέτρος.
«Ενώ εσύ δάσκαλε δεν είσαι;» αποκρίθηκε ο Χρήστος. «Με κάθε ευκαιρία εκφράζεις το μίσος σου για τους αντεπαναστάτες γραφειοκράτες όπως τους αποκαλείς»
Ο Πέτρος αγριοκοίταξε το μικρό του σύντροφο, σαν να ήθελε να του πει ότι μ’ αυτά που λέει τον φέρνει σε δύσκολη θέση απέναντι στη Ράνια. Ο Χρήστος αντιλήφθηκε τη γκάφα, οπότε φρόντισε να τα μπαλώσει λέγοντας: «Κατά βάθος όμως ο Πέτρος εμπνέεται από την πολιτική ιδεολογία των ΕΑΑΚ και δηλώνει την υποστήριξή του σε αυτά»
Ο Χρήστος τα είχε κάνει τώρα περισσότερο μαντάρα, όμως η Ράνια δεν το κατάλαβε και αναφώνησε γεμάτη περιέργεια: «Α ναι;»
«Ναι σου λεω, είναι πραγματικός εαακίτης ο Πέτρος» αποκρίθηκε ο Χρήστος.
«Ε όχι και πραγματικός εαακίτης εγώ!» φώναξε, μέσα του, ο Πέτρος. Είναι αλήθεια πώς ένας τέτοιος χαρακτηρισμός πήγαινε πολύ για τον ήρωά μας, όσο κι αν, κατά τα άλλα, τον διευκόλυνε στην επαναπροσέγγισή του με τη Ράνια.

Ξαφνικά η όψη του μέχρι τότε ανέμελου Χρήστου έδειξε να αλλάζει, στη θέα ενός από τους θαμώνες στο παραδιπλανό τραπέζι του κυλικείου.
«Ωχ! Ο Ευθύμης!» είπε έντρομος, θυμούμενος τις απειλές που είχε δεχτεί από αυτόν στη γενική συνέλευση.
«Μη δίνεις σημασία» αποκρίθηκε ψύχραιμα ο Πέτρος.
«Εγώ δεν δίνω σημασία, αυτός όμως;» ανέφερε με ένα κόμπο στο λαιμό ο Χρηστάκης.
«Δεν πρόκειται να σου κάνει τίποτα, εγώ είμαι εδώ» τον καθησύχασε ο Πέτρος. Η αλήθεια είναι πως το είπε αυτό πιο πολύ για να εντυπωσιάσει τη Ράνια για το θάρρος του παρά γιατί τον ένοιαζε αν ο μικρός του σύντροφος, που του ‘χε σπάσει τα νεύρα προηγουμένως, θα τις έτρωγε από τον Ευθύμη.

«Ποιος είναι αυτός ο Ευθύμης;» ρώτησε τότε η Ράνια, που ως εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε το διάλογο των δύο νέων με απορία.
«Ένας εαακίτης» εξήγησε ο Χρήστος. «Είχαμε συνέλευση προηγουμένως και τον εκνεύριζα όλη την ώρα. Και μου ‘χε πει ότι μόλις τελειώσει η συνέλευση θα έρθει να με δείρει»
Η Ράνια έστρεψε το κεφάλι της πίσω και κοίταξε διακριτικά, μέχρι να εντοπίσει τον Ευθύμη και να πει: «Α ναι, τον ξέρω βρε τον Ευθύμη! Από τα ΕΑΑΚ!»
«Μπορείς να μεσολαβήσεις να μη με δείρει;» την παρακάλεσε ο Χρήστος.
«Είναι καλό παιδί βρε! Δεν πρόκειται να σε πειράξει» τον καθησύχασε η Ράνια.
«Για καλό και για κακό, ας πηγαίνω» είπε ο Χρήστος. «Στις 4 εξάλλου έχω εργαστήριο και είναι ήδη 4 παρά τέταρτο», και σηκώθηκε από τη θέση του παίρνοντας στον ώμο την τσάντα και στο χέρι τον καφέ. Παράλληλα, άδειαζε τη γωνιά στο δάσκαλό του, για να μπορέσει ο τελευταίος να παίξει μπάλα, τώρα που η Ράνια είχε αρχίσει να ανοίγεται απειλητικά.
«Θα σε περιμένω να τελειώσεις για να φύγουμε μαζί» είπε ο Πέτρος.
«ΟΚ» απάντησε ο Χρήστος.
«Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία» έκανε τότε η Ράνια.
«Κι εγώ» έκανε ο Χρήστος υποκλινόμενος, όχι πολύ ωστόσο για να μην χύσει τον καφέ που κρατούσε στο χέρι, και πήρε το δρόμο του για το εργαστήριο.

Ο Πέτρος είχε μείνει και πάλι μόνος με τη Ράνια. Η σκηνή ήταν ρομαντική, με τη Ράνια να τον κοιτάζει στα μάτια, και τον ίδιο, να μην τολμά να την κοιτάξει κατάματα, και να κοιτάζει κάτω, από ντροπή.

«Λοιπόν, τι λέγαμε;» ρώτησε ο Πέτρος σπάζοντας τον πάγο που είχε επικρατήσει για μια στιγμή.
«Λέγαμε ότι ο Ευθύμης είναι καλό παιδί και δεν πρόκειται να πειράξει τον Χρήστο» απάντησε η Ράνια.
«Ναι, ναι» έκανε ο Πέτρος, «Πιο πριν;»
«Πιο πριν έλεγε ο Χρήστος ότι είσαι κατά βάθος εαακίτης» απάντησε εκ νέου η Ράνια.
«Κοίταξε, δεν είμαι ακριβώς εαακίτης» εξήγησε ο Πέτρος, «Βασικά δεν είμαι καθόλου εαακίτης. Διαφωνώ σε πάρα πολλά με τα ΕΑΑΚ»
«Όπως;» έκανε απορημένη η Ράνια.
«Τώρα τι να της λέω, και βαριέμαι…» σκέφτηκε ο Πέτρος.

Εκείνη τη στιγμή, κι ενώ ο Πέτρος σκεφτόταν αυτά που θα εκστόμιζε, χτύπησε ξαφνικά το κινητό του.
«Με συγχωρείς μισό λεπτό» είπε στη Ράνια και πήρε το κινητό στο χέρι, προσπαθώντας να δει στην αναγνώριση ποιος τον καλεί.
«Όχι ρε πούστη!», είπε μέσα του βλέποντας στην αναγνώριση το όνομα ‘Μάνα’. «Δεν γίνεται να της το κλείσω στη μούρη» σκέφτηκε. «Θα με πρήζει για κάνα μήνα μετά»
«Ναι» είπε ψυχρά ο Πέτρος, σηκώνοντας το κινητό, σαν να μην ήξερε ποιος τον καλούσε.
«Πού είσαι Πέτρο;» ρώτησε αμέσως η μάνα του.
«Στη σχολή» απάντησε ο Πέτρος.
«Έχεις μάθημα τώρα ή κάθεσαι;» ήταν η δεύτερη ερώτησή της.
«Τι να απαντήσω τώρα…» σκέφτηκε ο Πέτρος. «Αν πω ότι έχω μάθημα, θα εκτεθώ στη Ράνια, γιατί ξέρει πως δεν έχω. Αν πω ότι κάθομαι, η μάνα μου θα αρχίσει τις υστερίες και ποιος την ακούει. Δεν μπορώ και να απαντήσω μονολεκτικά, με ένα ναι ή ένα όχι, ρε γαμώτο!»
«Σε λίγο» ήταν τελικά η απάντηση που έδωσε ο Πέτρος.
«Τι σε λίγο;» ρώτησε η μητέρα του.
«Είναι τόσο ηλίθια η μάνα μου που δεν είναι σε θέση να καταλάβει ότι δεν μπορώ να μιλήσω!» σκέφτηκε νευριασμένος ο ήρωάς μας
«Πέτρο, αγόρι μου, γιατί δεν μιλάς καθαρά; Τι σου συμβαίνει;» φώναξε απελπισμένη.
«Τίποτα απολύτως» εξήγησε ο Πέτρος συγκρατώντας με δυσκολία την ψυχραιμία του.
«Σίγουρα είσαι στο πανεπιστήμιο αγόρι μου; Μήπως είσαι πάλι έξω;» τον ρώτησε εκ νέου.
«Στο πανεπιστήμιο είμαι, δεν σου είπα;» απάντησε συγχυσμένος ο Πέτρος, που φοβόταν μην ξεφτιλιστεί στα μάτια της Ράνιας, η οποία ωστόσο δεν έδειξε να έχει καταλάβει με ποιον μιλάει ο Πέτρος τόση ώρα στο τηλέφωνο.
«Άκου να δεις Πέτρο μου» είπε τότε η μάνα του, «αύριο θα ετοιμάσω φαγητό να σου στείλω με το ΚΤΕΛ. Τι προτιμάς να σου φτιάξω; Κεφτεδάκια ή ντολμαδάκια;»
«Ωχ», σκέφτηκε ο Πέτρος, «Τώρα τι απάντηση δίνουμε;»
«Ό,τι να ‘ναι» απάντησε τελικά ενώ ο ίδιος προτιμούσε τα ντολμαδάκια περισσότερο. «Ας μου στείλει κεφτεδάκια» σκέφτηκε, «δε γαμιέται, τουλάχιστον να μη γίνω ρόμπα στην κοπέλα»
«Δεν με βοηθάς Πέτρο, την άλλη φορά που σου είχα στείλει τα φασολάκια, δεν τα έφαγες καθόλου» απάντησε η μάνα του επαναλαμβάνοντας την ερώτηση της: «Πες μου τι τραβάει η όρεξη σου, κεφτεδάκια ή ντολμαδάκια;»
«Δεν έχω πρόβλημα λέμε!» είπε αρκετά αγριεμένος αυτή τη φορά ο Πέτρος.
«Καλά, αφού δεν έχεις πρόβλημα, θα σου στείλω μελιτζάνες που έφτιαξα σήμερα…» είπε η μάνα του προσπαθώντας να τον φέρει σε δύσκολη θέση με το γνωστό κατινίστικο τρόπο της και να τον αναγκάσει να απαντήσει στην ερώτησή της.
«Μη μου στείλεις μελιτζάνες μάνα! Με τίποτα!» φώναξε τότε ο Πέτρος, γκρεμίζοντας όλες τις προηγούμενες προσπάθειες να μην ξεφτιλιστεί και υπερκερώντας τις υπόλοιπες φωνές στο κυλικείο.
Ξαφνικά, μια βουβαμάρα απλώθηκε στα γύρω τραπέζια, που άρχισαν να κοιτούν τον Πέτρο με οίκτο, και μην κάνοντας καμία προσπάθεια να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Η φράση του αυτή έδεσε απόλυτα με το γεγονός ότι ο ίδιος είχε κοκκινίσει σαν μελιτζάνα, ένα λαχανικό που σιχαινόταν όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Εντός ολίγων δευτερολέπτων, όπως ήταν αναμενόμενο, ο κόσμος από τα γύρω τραπέζια σταμάτησε να ασχολείται με τον Πέτρο και ο ίδιος βρήκε το κουράγιο να συνεχίσει.
«Στείλε ντολμαδάκια καλύτερα, μου αρέσουν περισσότερο. Σ’ αφήνω τώρα γιατί έχω δουλειά» είπε στη μάνα του και έκλεισε το τηλέφωνο.
Στο νου του ήρθε εκείνη τη στιγμή το γνωστό ανέκδοτο με τον τύπο που πάει να αγοράσει προφυλακτικά σε ένα φαρμακείο που σφύζει από πελάτες, και ο ιδιοκτήτης του είναι υπερβολικά αδιάκριτος και τον ρωτάει συνέχεια και με δυνατή φωνή: «Προφυλακτικά θέλετε κύριε; … Τι μάρκα; … Τι μέγεθος;» προκαλώντας το συγκρατημένο και ενίοτε ασυγκράτητο γέλιο των υπόλοιπων πελατών και φέρνοντας τον ίδιο σε δύσκολη θέση, ώστε φεύγοντας από το φαρμακείο να γυρίσει στο πλήθος και να πει: «Και για όποιον δεν κατάλαβε, πάω να γαμήσω!». Έτσι και τώρα ο Πέτρος, νιώθοντας ότι έχει γίνει ρόμπα όσο δεν πάει άλλο, έκρινε θεμιτό να εξηγήσει στη Ράνια τι συνέβη.
«Που λες» της είπε, «ήταν η μάνα μου στο τηλέφωνο, και με ρώταγε αν προτιμώ να μου στείλει ντολμαδάκια, κεφτεδάκια ή μελιτζάνες! Α! Και πιο πριν με ρώταγε αν είμαι όντως στο πανεπιστήμιο για μάθημα ή έχω βγει έξω βόλτα! Μεγάλος ξεφτίλας δεν είμαι;»
Η Ράνια γέλασε χαριτωμένα.
«Δεν πειράζει βρε! Συμβαίνουν αυτά!» του είπε προσπαθώντας να τον καθησυχάσει, «εμένα να δεις τι μου λέει η δικιά μου η μάνα!»
«Πού είχαμε μείνει;» συνέχισε ο Πέτρος βιαστικά, σαν να ήθελε να απωθήσει άρον-άρον από τη μνήμη του τις ντροπιαστικές στιγμές που μόλις είχε ζήσει. «Α ναι! Με ρώτησες σε τι διαφωνώ με τα ΕΑΑΚ. Λοιπόν…»

Δεν πρόλαβε καλά καλά ο ήρωάς μας να ξεκινήσει, και να σου ο Ευθύμης εμφανίστηκε στο τραπέζι του, πίσω ακριβώς από τη Ράνια, με απειλητικές διαθέσεις. Ο Πέτρος διέκοψε το λόγο του απότομα.
«Θέλεις τίποτα;» είπε στον Ευθύμη που στεκόταν σαν μπάστακας, μην έχοντας καταλαγιάσει ακόμα μέσα του ο θυμός που ο λακές του Αντώνη δεν του έδινε το λόγο στη συνέλευση προηγουμένως.
Η Ράνια έστρεψε το κεφάλι της προς τα πίσω.
«Γεια σου Ευθύμη!» έκανε σαν είδε τον σύντροφό της από τα ΕΑΑΚ.
«Ράνια;» έκανε απορημένος ο Ευθύμης. «Με τον εχθρό;»
«Ποιον εχθρό; Δεν καταλαβαίνω» έκανε ακόμα περισσότερο απορημένη η Ράνια.
Ο Ευθύμης δεν έδωσε συνέχεια και απευθύνθηκε αντ’ αυτού στον Πέτρο: «Είναι εδώ ο Χρηστάκης;»
«Όχι, έχει φύγει, τον βλέπεις να κάθεται στο τραπέζι;» απάντησε ψυχρά ο Πέτρος.
«Να του πεις ότι αν έχει τα αρχίδια, να έρθει να με βρει να του πω δυο λογάκια» είπε ο βαρύς κι ασήκωτος Ευθύμης.
«Ατύχησες φίλε» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «δεν είμαι γραμματέας του. Αν θες να του πεις κάτι, πήγαινε να τον βρεις εσύ ο ίδιος»
«Να ξέρεις ότι τη συμπεριφορά του φίλου σου δεν θα την ανεχθώ για πολύ ακόμα» δήλωσε τότε ο εαακίτης παλικαράς.
«Τι κρίμα!» απάντησε βαριεστημένα ο Πέτρος και αποτράβηξε το βλέμμα του από πάνω του, και συνέχισε ατάραχος την κουβέντα του με την λιγότερο ατάραχη Ράνια, ώσπου ο Ευθύμης, νευριασμένος, έφυγε με τους φίλους του από το κυλικείο.

«Να δω ποιος άλλος θα έρθει να μας ζαλίσει τώρα» ανέφερε ξεφυσώντας ο Πέτρος, για να εισπράξει ένα χαμόγελο συγκατάβασης από τη Ράνια.

Λες και τελικά κάποιος είχε καταραστεί τον ήρωά μας, έσκασε μύτη στο κυλικείο η κατεξοχήν ειδική στο ζάλισμα, η Μυρτώ, μια ξερακιανή σεκίτισσα από τη Φιλοσοφική, που φορούσε μονίμως ένα χίπικο φόρεμα και μια μπαντάνα στο κεφάλι, μαζί με μερικούς σεκίτες ακόμα, κουβαλώντας Εργατικές Αλληλεγγύες, προκηρύξεις και λοιπό υλικό για την ανακύκλωση.
«Δεν το πιστεύω ρε πούστη!», είπε μέσα του ο Πέτρος.
Έκανε πως δεν τους είδε και επιχείρησε να συνεχίσει την κουβέντα με τη Ράνια, όμως για κακή του τύχη το τσούρμο των σεκιτών έφτασε σε χρόνο ρεκόρ στο τραπέζι τους.

«Γεια σου Πέτρο!» είπε μες την τρελή χαρά η Μυρτώ. «Μαζεύουμε υπογραφές για να σταματήσουν οι απειλές των ΗΠΑ στο Ιράν! Θα υπογράψεις;»
«Θα τη σκοτώσω!» ήταν η πρώτη σκέψη του Πέτρου.
«Όχι βέβαια!» απάντησε ορθά-κοφτά.
«Μα γιατί;» ρώτησε η αφελής Μυρτώ.
«Ο πατέρας μου μού ‘χει πει να προσέχω που βάζω την υπογραφή μου και το άλλο…» ήταν η στερεοτυπική απάντηση του Πέτρου, που σκοπό είχε να κάνει τη Μυρτώ να αποτραβηχτεί και να τον αφήσει σε ησυχία.
Η Μυρτώ κατσούφιασε απότομα αλλά παραδόξως δεν έφυγε.
«Είσαι σεξιστής τελικά!» του είπε.
Ο Πέτρος ένιωσε άσχημα που τον αποκάλεσαν σεξιστή, γιατί όχι μόνο δεν ήταν σεξιστής, αλλά και υποστήριζε με ιδιαίτερη θέρμη τα δίκια των γυναικών απέναντι στην πατριαρχική καταπίεση. Όμως προτίμησε να μην ανοίξει διάλογο με τη σεκίτισσα γιατί θα τον έπρηζε ακόμα περισσότερο.
«Είμαι και φαίνομαι!» απάντησε τελικά, ενώ η Ράνια παρατηρούσε τη σκηνή με απορία.
«Μήπως θες να αγοράσεις Εργατική Αλληλεγγύη;» τον ρώτησε τότε η Μυρτώ σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
«Όχι!» απάντησε μονολεκτικά ο Πέτρος.
Ακόμα κι ο Πέτρος, που αγόραζε αδιαλείπτως όλες τις εφημερίδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ακόμα και τη Νέα Ανατολή της ΟΑΚΚΕ, έστω για να ψυχαγωγείται, δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει ενάμιση ευρώ για την φυλλάδα του ΣΕΚ.
«Μα γιατί;» απόρησε η Μυρτώ. «Έχουμε αφιέρωμα για την οκτωβριανή επανάσταση»
«Το ίδιο αφιέρωμα έχετε δημοσιεύσει ένα εκατομμύριο φορές!» εξήγησε ο Πέτρος.
Η Μυρτώ αφού είδε κι απόειδε με τον Πέτρο, απευθύνθηκε στη Ράνια.
«Εσύ κοπελιά μήπως θέλεις να υπογράψεις να σταματήσουν οι απειλές των ΗΠΑ στο Ιράν;» τη ρώτησε.
«Από ποιο κόμμα είστε;» ρώτησε η Ράνια με τη σειρά της, η οποία, αν και χρόνια στα ΕΑΑΚ, δεν έδειξε να την έχει ενημερώσει επαρκώς κάποιος για το φαινόμενο ΣΕΚ.
«Είμαστε από τη Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο» απάντησε η Μυρτώ.
«Από το ΣΕΚ δηλαδή…» συμπλήρωσε ο Πέτρος. «Αλλάζουν συνέχεια ονόματα. Μια Γένοβα 2001, μια Αντικαπιταλιστική Συμμαχία, μια δεν ξέρω ‘γω τι, για να μην τους παίρνουμε χαμπάρι»
Η Μυρτώ γέλασε από αμηχανία που ο Πέτρος τους ξεσκέπασε μπροστά σε ένα υποψήφιο πελάτη τους.
«Ας υπογράψω!» είπε η Ράνια.
«Όχιιιιιι!» φώναξε με αγένεια ο Πέτρος, «Μην κάνεις τέτοιο ολέθριο λάθος! Θα σε παίρνουν τηλέφωνο μετά 24 ώρες το 24ωρο και θα σε πρήζουν! Θα κάνεις μήνες να ξεμπλέξεις!»
«Κακοήθειες!» σχολίασε η Μυρτώ.
«Έλα βρε Πέτρο, δεν πειράζει! Για καλό σκοπό θα πάει εξάλλου η υπογραφή!» είπε τότε η Ράνια.
«Ρε Ράνια, λογικέψου, θα αλλάξει τίποτα αν υπογράψεις;» είπε αγανακτισμένος ο Πέτρος, «Θα αλλάξει η πολιτική των ΗΠΑ από τις υπογραφές του ΣΕΚ; Μην τρελαθούμε!»
«Τα παραλές…» είπε η Ράνια και πήρε από τη Μυρτώ το σχετικό χαρτί να υπογράψει.
«Τουλάχιστον εκεί που λέει τηλέφωνο βάλε το κινητό σου» της είπε χαμηλόφωνα ο Πέτρος, «μην βάλεις με τίποτα το σταθερό! Εκτός αν θες να τρελάνουν και τους δικούς σου εκτός από σένα»
«ΟΚ βρε!» έκανε χαμογελώντας η Ράνια και ευτυχώς για την ψυχική υγεία των δικών της, έδωσε μόνο το κινητό της.
«Εργατική αλληλεγγύη θα πάρεις;» ρώτησε τότε η Μυρτώ τη Ράνια.
«Δεν το βάζει κάτω η μουρλή», σκέφτηκε ο Πέτρος.
«Ας πάρω!» απάντησε η Ράνια και έσκασε το ενάμιση ευρώ.
«Ευχαριστώ πολύ!» είπε η Μυρτώ δίνοντάς της την εφημερίδα και προχώρησε στο διπλανό τραπέζι να βρει νέα θύματα.

«Τώρα τι κατάλαβες που υπέγραψες;» είπε ο Πέτρος στη Ράνια σαν αποχώρησε η σεκίτισσα από το τραπέζι τους.
«Ε δεν έγινε και τίποτα…» απάντησε χαμογελώντας η Ράνια.
«Κάτσε να αρχίσει να βαράει το κινητό σου ολημερίς και θα σου πω εγώ αν δεν έγινε τίποτα» σχολίασε ο Πέτρος, χωρίς να λάβει απάντηση από τη Ράνια, παρά μόνο ένα σεμνό χαμόγελο.

Η ώρα είχε πάει πια 4 και 15. Η Ράνια σηκώθηκε από τη θέση της, καθώς το μάθημά της θα άρχιζε από στιγμή σε στιγμή. Ο Πέτρος, με όλους τους ηλίθιους που πλάκωσαν την τελευταία μισή ώρα, δεν πρόλαβε να μιλήσει καθόλου μαζί της. Ίσως λοιπόν έπρεπε να της ζητήσει να βρεθούν μια από τις επόμενες μέρες να τα λέγανε. Κώλωσε όμως, ντροπαλός ως ήταν, να προτείνει κάτι τέτοιο και βιάστηκε να την αποχαιρετίσει. Δεν πρόλαβε όμως καθώς η ίδια η Ράνια έκανε μια τέτοια πρόταση.
«Λέω να ανταλλάξουμε τηλέφωνα, να κανονίσουμε να τα πούμε κάποια από αυτές τις μέρες» του είπε.
«Ναι» έκανε αναθαρρώντας ο ντροπαλός αγωνιστής, «Πες μου το δικό σου και θα σου κάνω αναπάντητη να μ’ έχεις κι εσύ»
«ΟΚ. Γράφεις; 697…» έκανε η Ράνια και ο Πέτρος, αφού αποθήκευσε το νούμερο στο κινητό του, επιχείρησε να την καλέσει.
«Το υπόλοιπο του λογαριασμού σας δεν επαρκεί γι’ αυτή την κλήση» ήταν όμως το ηχογραφημένο μήνυμα της Cosmote που ακούστηκε. Ως συνήθως, δεν είχε μονάδες ούτε για αναπάντητη.
«Συγνώμη, αλλά δεν έχω μονάδες» απολογήθηκε ντροπιασμένος ο Πέτρος. «Θα σου πω το δικό μου να μου κάνει αναπάντητη εσύ, εντάξει;»
«Εντάξει» αποκρίθηκε η Ράνια και αφού πληκτρολόγησε το νούμερο του Πέτρου στο κινητό της, του έκανε αναπάντητη.
«ΟΚ, σε αποθήκευσα κι εγώ» είπε ο Πέτρος.
«Ωραία» έκανε η Ράνια.
«Γράψε μία και το σταθερό μου για παν ενδεχόμενο» συνέχισε ο Πέτρος.
«Ναι, για πες το» είπε η Ράνια, και ο Πέτρος της το είπε κι η ίδια το αποθήκευσε κι αυτό πλάι στο κινητό του.
«Τι θα ‘λεγες να τα λέγαμε αύριο το απόγευμα;» πρότεινε η Ράνια στο καπάκι.
«Ναι, μια χαρά μου ακούγεται» αποκρίθηκε ο ήρωάς μας.
«Ίσως έρθω κι απ’ το σπίτι σου να πιούμε κανένα καφέ» πρότεινε τότε η Ράνια. «Στο ίδιο σπίτι που έμενες δεν μένεις; Στα Εξάρχεια, έτσι;»

Ο Πέτρος πάγωσε. Η Ράνια προσφέρθηκε να τον επισκεφτεί σπίτι του, κι αυτό ήταν σίγουρα μια ευκαιρία για τους δύο νέους να έρθουν πιο κοντά. Από την άλλη, τον έβαζε σε μεγάλο μπελά αλλά και ρεβιζιονιστική υποχώρηση υπέρ της καθαριότητας –αστική αξία ως γνωστόν– αναγκάζοντάς τον να καθαρίσει το βρωμερό σαν αχούρι διαμέρισμά του. Προς στιγμή, σκέφτηκε να αντιπροτείνει να βγουν σε καμιά καφετέρια, αλλά το μετάνιωσε γρήγορα. Στην καφετέρια θα βολεύονταν κουτσά-στραβά σε κάποιο στενό τραπεζάκι, με τον ένα να βρίσκεται απέναντι απ’ τον άλλο, ενώ στο σπίτι του θα κάθονταν στον καναπέ, δίπλα-δίπλα, και ό,τι ήθελε προκύψει· άσε που αν πήγαιναν σε καφετέρια θα έπρεπε να πληρώσει 3 ευρώ τον καφέ, και για να είναι τζέντλεμαν, άλλα 3 ευρώ για τον καφέ της Ράνιας, ενώ αν η τελευταία παράγγελλε χυμό ή μπύρα, θα πλήρωνε από 4 ευρώ και πάνω, σύνολο τουλάχιστον 7 ευρώ, τα οποία φυσικά δεν ήταν ότι δεν τα είχε, αλλά δεν του περίσσευαν κιόλας για να τα σκορπίσει έτσι εύκολα.

«Ναι, Εξάρχεια μένω, δεν έχω αλλάξει» απάντησε ο Πέτρος. «Θυμάσαι πώς να έρθεις;»
«Ναι, κάτι θυμάμαι» αποκρίθηκε η Ράνια.
Για καλό και για κακό, ο Πέτρος της έδωσε και μερικές οδηγίες μην τυχόν και χαθεί.

«Λοιπόν Πετράκη φεύγω» είπε η Ράνια με τα πολλά, και φιλήθηκαν και πάλι σταυρωτά, εν είδει αποχαιρετισμού αυτή τη φορά.

Αν και είχε υποστεί μια συντριπτική πολιτική ήττα στη σημερινή γενική συνέλευση, η μετέπειτα συνάντησή του με τη Ράνια, και κυρίως το ραντεβού που κλείσανε για αύριο το απόγευμα σπίτι του, αναπτέρωσε σημαντικά το ηθικό του. Αν και μεγάλος επαναστάτης, έδινε λιγότερο βάρος προς στιγμή στον πολιτικό του αγώνα και επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στην επαναπροσέγγισή του με τη γοητευτική πρώην φίλη της Χριστίνας· μια επαναπροσέγγιση που θα μπορούσε κάλλιστα να εξελιχθεί σε κάτι παραπάνω από φιλία, τώρα που η τελευταία δεν παρεμβάλλονταν στη μέση ως εμπόδιο.

Κάποτε η παρουσία της Χριστίνας ήταν αυτό που κρατούσε τον Πέτρο μακριά από τη Ράνια. Ω τι ειρωνεία, όμως, η πάλαι ποτέ αγαπημένης του Πέτρου αποτελούσε τώρα το συνδετικό στοιχείο των δυο νέων. Η Χριστίνα, που ενώ κανείς δεν ενδιαφερόταν πια γι’ αυτήν, η θύμησή της τους ξανάφερνε σε επαφή…

* * *

Η ώρα είχε πάει 6 και 10 το απόγευμα. Ο Πέτρος είχε σηκωθεί από νωρίς –νωρίς για τα φοιτητικά δεδομένα, δηλαδή κατά τις 11– για να πάει στα ΚΤΕΛ να παραλάβει το δέμα με τα εδέσματα της μητέρας του που έφτανε στις 1μισή. Από τις 3 που γύρισε σπίτι, και αφού τσίμπησε πρόχειρα λίγα από τα πεντανόστιμα ντολμαδάκια της κυρα-Μαρίας, έβαλε μπρος να τακτοποιήσει το σπίτι του στο οποίο θα υποδεχόταν τη Ράνια κατά τις 6, όπως τελικά κανόνισαν.

Κι επειδή η καθαριότητα δεν είναι εύκολη υπόθεση για ένα φοιτητή, είχε συννενοηθεί με το Χρήστο να έρθει κατά τις 4 να τον βοηθήσει. Όμως η ώρα περνούσε κι ο Χρήστος δεν εμφανιζόταν, ούτε έπαιρνε τηλέφωνο –δεν μπορούσε όμως να τον πάρει ούτε ο Πέτρος καθώς ούτε μονάδες είχε στο κινητό, ούτε το σταθερό του λειτουργούσε– οπότε ο ήρωάς μας υπέθεσε ότι ο μικρός του φίλος τον είχε ξεχάσει για τα καλά. Δεν υπήρξε πρόβλημα όμως, γιατί ο Πέτρος, μόνος του, τα κατάφερε τελικά περίφημα.

Όντως, το σαλόνι, που έσφυζε προηγουμένως από αφημένα κουτιά από πίτσες, εδώ και μέρες, κάποια μάλιστα με άφαγα κομμάτια μέσα, τασάκια γεμάτα στάχτες και αποτσίγαρα, άδεια μπουκάλια από μπύρες, πεταμένες εφημερίδες και διαφημιστικά από ντελιβεράδικα, μετά από ένα εντατικό καθάρισμα 2 και βάλε ωρών, έλαμπε. Η πρωτοβουλία του Πέτρου να το καθαρίσει δεν ήταν παρά μια προσωρινή αποδοχή της αστικής αξίας της καθαριότητας, η οποία κάθε άλλο παρά εξέφραζε τον ενσυνείδητα βρώμικο επαναστάτη μας.

Δεν πέρασαν 5 λεπτά από τότε που κάθισε στον καναπέ για να ξεκουραστεί και το κάτω κουδούνι χτύπησε. Η αγωνία του Πέτρου ήταν μεγάλη στη σκέψη και μόνο ότι θα είναι η Ράνια. Σηκώθηκε απότομα με κατεύθυνση το θυροτηλέφωνο, πάτησε νευρικά το κουμπί με το κλειδί και έτρεξε γρήγορα στο μπάνιο να χτενιστεί πρόχειρα μπροστά στον καθρέφτη, αλλά η φόρα του κόπηκε ξαφνικά.
«Όχι ρε πούστη, ξέχασα να καθαρίσω το μπάνιο!» αναφώνησε βλέποντας την ακαταστασία και τη βρώμα στην οποία είχε περιέλθει το τελευταίο.

Το θέαμα και μόνο του προκαλούσε πανικό· μαύρες μακριές τρίχες, καθώς και ξεραμένα κομμάτια από οδοντόκρεμα να έχουν σκεπάσει κυριολεκτικά το νιπτήρα, ενώ η μπανιέρα ήταν γεμάτη εκτός από τρίχες και με σκουρόχρωμα στίγματα, προϊόντα συσσωρευμένης βρωμιάς, σαν αυτά που γεμίζουν τα γουρούνια όταν κυλιούνται στη λάσπη.
«Γάμησέ τα τώρα, δεν προλαβαίνω…» είπε μέσα του απογοητευμένος.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το πάνω κουδούνι. Ο Πέτρος έφτασε τρέχοντας στην πόρτα, και αφού κοντοστάθηκε δυο δευτερόλεπτα και έβηξε να καθαρίσει τη φωνή του, άνοιξε. Τελικά όμως ήταν ο Χρήστος.

«Νωρίς ήρθες ρε μαλάκα! » είπε ειρωνικά στο φίλο του ο Πέτρος, νιώθοντας ωστόσο να φεύγει ένα βάρος μεγατόνων από πάνω του που δεν ήταν η Ράνια.
«Συγνώμη, αλλά ξέρεις τώρα, μέχρι να ξυπνήσω, να πιω καφέ, να ντυθώ και να ξεκινήσω, πέρασε η ώρα…» δικαιολογήθηκε ο Χρήστος, καθώς έμπαινε μέσα και έκλεινε την πόρτα πίσω του.
Ο Πέτρος εξακολουθούσε να είναι ταραγμένος και δεν έδωσε σημασία στις δικαιολογίες του συντρόφου του.
«Τι ώρα έρχεται η Ράνια;» ρώτησε τότε ο μικρός.
«Από στιγμή σε στιγμή» απάντησε ο Πέτρος, επισημαίνοντας παράλληλα: «Δεν πρόλαβα να καθαρίσω το μπάνιο. Έλα να με βοηθήσεις μία!»
«Γιατί;» ρώτησε ο Χρήστος, «πάλι χέστηκες;»
«Τι μαλακίες λες πάλι;» είπε ο Πέτρος, για να συμπληρώσει βιαστικά: «Άντε, πάμε όσο είναι ώρα» αλλά πριν προλάβει καλά καλά να ολοκληρώσει τη φράση του, χτύπησε εκ νέου το κάτω κουδούνι.
Τώρα θα ήταν σίγουρα η Ράνια.
«Πήγαινε γρήγορα στο Μήτσο δίπλα να παίξετε computer, θα το καθαρίσω μόνος μου το μπάνιο» είπε ο Πέτρος, και έσπευσε να ανοίξει διάπλατα την πόρτα για να ξεπροβοδίσει το φίλο του όσο πιο γρήγορα γινόταν.
«Τσέκαρες ότι είναι σπίτι του ο βλάκας;» ρώτησε ο Χρήστος, «Για να μην περιμένω άδικα σαν μαλάκας»
«Τα τελευταία τρία χρόνια δεν έχει βγει από το σπίτι του, γιατί να βγει τώρα;» τον διαβεβαίωσε ο Πέτρος.
«ΟΚ, πάω. Καλά γαμήσια!» έκανε ο Χρήστος και βγήκε έξω πηγαίνοντας προς το διαμέρισμα του Δημήτρη.
Ο Πέτρος έκλεισε βιαστικά την εξώπορτα του διαμερίσματός του και με ένα σάλτο, περνώντας πρώτα από το θυροτηλέφωνο όπου άνοιξε από κάτω στη Ράνια, έφτασε στο μπάνιο το οποίο έπρεπε να βρει ένα τρόπο να το καθαρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Επειδή σιχαινόταν και μόνο που έβλεπε το νιπτήρα, πόσο μάλλον να τον καθαρίσει με τα ίδια του τα χέρια, άρπαξε μια πετσέτα που ήταν κρεμασμένη δίπλα –και πρέπει να ήταν πιο βρώμικη κι απ’ το νιπτήρα γιατί δεν την είχε αλλάξει για μήνες– και άρχισε να μαζεύει μ’ αυτήν τις τρίχες και τις ξεραμένες οδοντόκρεμες, και στο τέλος την πέταξε στο καλάθι με τα άπλυτα που βρισκόταν λίγο πιο δίπλα. Όσο για την μπανιέρα, δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα άλλο παρά να τράβηξε την κουρτίνα ώστε απλώς να μην φαίνεται η βρώμα, και κατευθύνθηκε γρήγορα προς το σαλόνι.

Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το πάνω κουδούνι. Ο Πέτρος έφτασε τρέχοντας στην πόρτα, και αφού κοντοστάθηκε δυο δευτερόλεπτα και έβηξε να καθαρίσει τη φωνή του, άνοιξε.

«Γεια σου Πετράκη!» έκανε η Ράνια καθώς άνοιγε ο Πέτρος την πόρτα, και έσπευσε να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει σταυρωτά.
«Εχμ… γεια σου Ράνια» αποκρίθηκε εν μέσω αγκαλιών και φιλιών ο ντροπαλός Πέτρος, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα και κάνοντάς της νεύμα να περάσει μέσα.

«Τι ωραίο που το έχεις το σπιτάκι σου βρε!» σχολίασε η Ράνια καθώς προχωρούσε προς το σαλόνι.
«Ναι, ναι, καλό είναι» ανέφερε ο Πέτρος, αναλογιζόμενος: «Πού να ‘ρχόσουνα δυο ώρες νωρίτερα να έβλεπες πώς το είχα…»

Η Ράνια πλησίασε στον καναπέ, και αφού ακούμπησε την τσάντα της στο παρακείμενο τραπεζάκι, πήρε θέση σ’ αυτόν.

«Δεν πάμε κατευθείαν στο κρεβάτι;» θα μπορούσε να πει ή έστω να σκεφτεί κάποιος άλλος αντί για τον Πέτρο· ο ήρωάς μας όμως ούτε καν του πέρασε από το μυαλό μια τέτοια ιδέα. Επρόκειτο για σωστό τζέντλεμαν, εφόσον παρέβλεπε κανείς το γεγονός ότι δεν πλενόταν τόσο συχνά όσο ένας τζέντλεμαν.

«Τι να σου φέρω;» ρώτησε ο Πέτρος, παρακαλώντας μέσα του μην του ζητήσει τίποτα εξεζητημένο, όπως καφέ, και τον αναγκάσει να χάσει δύο λεπτά από τη ζωή του για τον ετοιμάσει.
«Ένα ποτήρι νερό αν σου είναι εύκολο…» αποκρίθηκε η Ράνια, σαν να διάβασε τις σκέψεις του αγωνιστή και να θέλησε να μην τον βάλει σε κόπο.
«Αμέσως!» έκανε ο Πέτρος και έσπευσε προς την κουζίνα να το φέρει.

«Ένα ποτήρι νερό…» σκέφτηκε βραχυκυκλωμένος ο Πέτρος διαβαίνοντας την πόρτα της κουζίνας. Το νερό ήταν εύκολο να το βρει, το ποτήρι όμως όχι. Ως συνήθως, δεν υπήρχε ποτήρι καθαρό ούτε για δείγμα – είχε αμελήσει να συμπεριλάβει το πλύσιμο των ποτηριών και των πιάτων στη διαδικασία γενικής καθαριότητας που εκπόνησε προηγουμένως. Όμως, λες και προνόησε η θεά τύχη, ο μεγάλος μας επαναστάτης είχε σκεφτεί κι είχε αγοράσει σήμερα το πρωί πλαστικά ποτηράκια από το παντοπωλείο του κυρ-Παντελή, γιατί ήθελε να φτιάξει καφέ και βαριόταν να πλένει τις για μέρες άπλυτες κούπες. Ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης έβγαλε εντοπίζοντάς τα, και αφού άρπαξε βιαστικά ένα και το γέμισε με νερό από τη βρύση, πήγε γρήγορα στο σαλόνι να το προσφέρει στη Ράνια.

«Το νερό σου…» της είπε με ένα κόμπο στη φωνή καθώς της το πρόσφερε.
Σαν είδε να της προσφέρεται νερό σε πλαστικό ποτήρι, η Ράνια γέλασε από μέσα της με την ατζαμοσύνη του φίλου της, αλλά φρόντισε να μην το δείξει προς τα έξω και τον πληγώσει.
«Σε ευχαριστώ πολύ!» ανέφερε, και ήπιε μερικές γουλιές.

Ο Πέτρος κάθισε στην καρέκλα που βρισκόταν απέναντι από τον καναπέ, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα βαθυγάλανα μάτια της θρονιασμένης για τα καλά Ράνιας, που ταίριαζαν άψογα με τα καστανά της μαλλιά. Το κολλητό μπλουτζίν που φορούσε η άλλοτε κολλητή της Χριστίνας τόνιζαν τις καμπύλες της αλλά και τα λιγοστά μεν, εμφανή δε, ψωμάκια της. Δεν μπορούσες την πεις άσχημη, όμως δεν μπορούσες να την πεις ούτε και θεογκόμενα. Ήταν σίγουρα μια ωραία κοπέλα –τουλάχιστον για τα πολύ χαμηλά εμφανισιακά στάνταρ των γκομενών του πανεπιστημίου– κι αυτό ήταν αρκετό για να αρέσει στον ολιγαρκή ήρωά μας.

Τα δευτερόλεπτα περνούσαν αλλά ο Πέτρος παρέμενε καθηλωμένος στην αμηχανία του.
«Μάλιστα…» ήταν τελικά τα λόγια του, αφού είχαν περάσει αρκετά δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής.
Η Ράνια του έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο. Σαν να είχε καταλάβει τη δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει ο φίλος της, του έδωσε την κατάλληλη λαβή θίγοντας το θέμα για το οποίο συζητούσαν χτες στο κυλικείο του Φυσικού.
«Αλήθεια, δεν μου ολοκλήρωσες αυτά που έλεγες χτες…» είπε όλο νάζι.
«Τι έλεγα;» απόρησε ο Πέτρος που είχε ξεχάσει εντελώς το θέμα της συζήτησης.
«Μα για τα ΕΑΑΚ» αποκρίθηκε η Ράνια. «Έλεγες ότι έχεις κάποιες διαφωνίες»
«Ναι, ναι… Για τα ΕΑΑΚ, όντως…» είπε ο μονίμως αφηρημένος ο Πέτρος και το πολυσχιδές μυαλό του άρχισε μεμιάς να επεξεργάζεται αυτά που θα εκστόμιζε ο ίδιος κατόπιν. Ήταν αυτονόητο ότι έπρεπε να παρουσιάσει τις θέσεις του με εκλαϊκευτικό τρόπο, τέτοιο που να μην προκαλούσε σύγχυση ή κούραση στη φίλη του.

Παίρνοντας λοιπόν ο ήρωάς μας μια βαθιά ανάσα, ξεκίνησε να αγορεύει: «Λοιπόν τα ΕΑΑΚ είναι μια γραφειοκρατική δομή, η οποία…», αλλά πριν ακόμα ολοκληρώσει τη φράση του η φωνή του κοκάλωσε. «Τι σκατά να λέω τώρα;» σκέφτηκε.
«Δεν τα αφήνουμε καλύτερα τα ΕΑΑΚ στην ησυχία τους να πούμε τίποτα άλλο;» πρότεινε τελικά ο Πέτρος.
«Μα γιατί;» έκανε η Ράνια, «Θα ήθελα πολύ να ακούσω την άποψή σου για τα ΕΑΑΚ. Πάντα έδινα μεγάλη βαρύτητα σε αυτά που έλεγες όπως ξέρεις…», φροντίζοντας παράλληλα να παίξει τσαχπινίστικα με τα βλέφαρά της.
Ο Πέτρος έμεινε μαλάκας. Πριν προλάβει καλά καλά να συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε, έγινε αποδέκτης ενός δεύτερου υπονοούμενου από τη Ράνια: «Πάντα θαύμαζα τον τρόπο που μιλούσες…», ενώ τώρα ξερόγλειφε τα χείλια της αφήνοντας να ξεπροβάλει διακριτικά η γλωσσίτσα της.
«Μα… πότε μ’ άκουσες να μιλάω;» ήταν η ενστικτώδης αντίδραση του Πέτρου, ίσα για να κερδίσει λίγο χρόνο πριν αρχίσει να τα χάνει τελείως και κομπλάρει εντελώς.
«Έλα τώρα… Τόσες φορές που ήμασταν μαζί με τη Χριστίνα σε ακούγαμε και οι δύο με μεγάλο ενδιαφέρον…» είπε χαμογελώντας, και τον σκούντηξε απαλά στο μπράτσο.
«Μωρό μου… κι εγώ που νόμιζα ότι απλά ήθελες να τον φας…» θα σκεφτόταν κάποιος άλλος στη θέση του Πέτρου· σίγουρα πάντως όχι ο Πέτρος.
«Εχμ…» έκανε ο ήρωάς μας αλλά δεν ολοκλήρωσε τη φράση του. Για την ακρίβεια, δεν είχε τίποτα κατά νου για να πει. Το μυαλό του ήταν άδειο και κολυμπούσε ανάμεσα σε σύννεφα ευτυχίας ενώ ψαλμωδίες αγγέλων ακούγονταν ως υπόκρουση. «Λες να είμαι στον παράδεισο;» αναρωτήθηκε.
«Πες μου λοιπόν Πέτρο» συνέχισε απτόητη η Ράνια. «Γιατί λες ότι τα ΕΑΑΚ έχουν γραφειοκρατική δομή;»
Ο Πέτρος κατάλαβε ότι έπρεπε επιτέλους να πάρει πρωτοβουλία και να απαντήσει συγκεκριμένα, αλλιώς η συζήτηση κινδύνευε να αναλωθεί σε σιρόπια, τα οποία, εφόσον ο Πέτρος δεν είχε σκοπό προς το παρόν να ανταποδώσει το πέσιμο, δεν οδηγούσαν πουθενά.
«Έχουν γραφειοκρατική δομή γιατί είναι γραφειοκρατικά από μόνα τους» είπε αποφασιστικά, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι είπε ασυναρτησία, και αποφάσισε να το διορθώσει κάπως: «Τα ΕΑΑΚ είναι μια παράταξη που διοικείται γραφειοκρατικά. Οι παρατάξεις που τα απαρτίζουν φέρνουν τη γραμμή τους»
Η Ράνια άκουγε τον Πέτρο και τον κοιτούσε κατάματα, καθώς ο μεγάλος μας επαναστάτης αγόρευε, αποφεύγοντας ωστόσο να κοιτάξει κι αυτός τη φίλη του στα μάτια, ντροπαλό αγόρι καθώς ήταν.
«Δεν είδα όσο ήμουνα στα ΕΑΑΚ για τρία χρόνια, να αποφασίζουμε δημοκρατικά» ανέφερε. «Πάντα ερχόταν η γραμμή του ΝΑΡ και μας καπέλωνε. Σε κάποια φάση που υπήρχαν και άλλες παρατάξεις στα ΕΑΑΚ, απλά οι εκπρόσωποί τους προσπαθούσαν να φέρουν κι αυτοί τη γραμμή τους. Κι έτσι αντί για αντιπαράθεση και σύνθεση θέσεων, είχαμε αντιπαράθεση και σύνθεση, ή μάλλον συμβιβασμό, γραμμών…»
Η Ράνια είχε μείνει αποσβολωμένη. Μπορεί ως γκόμενα να μην την ένοιαζε διόλου το θέμα, όμως είχε εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που ο μεγάλος θεωρητικός της επανάστασης τα έλεγε.
«Πώς τα λέω ο πούστης…» σκέφτηκε επηρμένος ο Πέτρος σε μια στιγμή αδυναμίας, αντιλαμβανόμενος τον εντυπωσιασμό της φιλενάδας του. Δεν ήθελε να το πάρει πολύ πάνω του, οπότε φρόντισε να ανακτήσει και πάλι το ταπεινό του ύφος.
«Όπως καταλαβαίνεις» συνέχισε, «διαπίστωσα ότι εμένα, αλλά και τη Χριστίνα και άλλους συντρόφους που δεν μας άρεσε να παίρνουμε γραμμή, το κλίμα δεν μας σήκωνε άλλο εκεί μέσα. Οπότε κάποια στιγμή φύγαμε και φτιάξαμε τη δική μας παράταξη»
«Ήθελες να περνάει δηλαδή η δική σου γραμμή…» σχολίασε δεικτικά η Ράνια.
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε.
«Τι λέει ρε η μαλακισμένη;» σκέφτηκε ο αγωνιστής, που δεν δεχόταν την παραμικρή αμφισβήτηση για την πίστη του στις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, παγώνοντας στιγμιαία την ζεστασιά που ένιωθε για τη συντρόφισσά του. Φυσικά ήταν ανίκανος να αντιληφθεί το ερωτικό στοιχείο της πρόκλησης, που συνοψίζονταν στο: «θέλω να περάσεις και σε μένα τη γραμμή σου… στο κρεβάτι». Τελικά όμως, φρόντισε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να απαντήσει πολιτισμένα.
«Δεν είναι θέμα να περάσει η δική μου γραμμή» είπε. «Το ζητούμενο είναι να μπορεί κάποιος να συνδιαμορφώσει άποψη χωρίς να είναι μέλος κάποιου κόμματος…»
Η αλήθεια όμως ήταν ότι η Ράνια είχε εκστομίσει μια μεγάλη αλήθεια, την οποία ο Πέτρος δεν ήθελε να αποδεχτεί· δηλαδή ότι είχε τόσο μεγάλη πίστη στην ορθότητα των θέσεις του, που, εκμεταλλευόμενος το κύρος του ως μεγάλος θεωρητικός, επέβαλε χωρίς διάλογο τη γραμμή του στους ελάχιστους συντρόφους που τον πλαισίωναν.
«Την παράταξή σου πώς τη λέγατε;» πήρε το λόγο τότε η Ράνια.
«Μα καλά, δεν είχες ούτε ακουστά σου τη μεγαλειώδη Θραύση;» σκέφτηκε ο Πέτρος με πικρία, που η φήμη της παράταξής του δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο νόμιζε.
«Θραύση» απάντησε τελικά μονολεκτικά.
«Και τι… ξεχωριστό είχε η Θραύση;» ρώτησε η Ράνια με προσποιητικό ενδιαφέρον.
«Κοίταξε να δεις…» ξεκίνησε να λέει ο Πέτρος, μη αντιλαμβανόμενος ότι η Ράνια προσποιείται ότι ενδιαφέρεται, «Η Θραύση είχε κάποιες ιδιαιτερότητες ας το πούμε έτσι, σε σχέση με τα ΕΑΑΚ. Η σημαντικότερη ήταν, αν και νομίζω ότι δεν χρειάζεται να το αναφέρω γιατί είναι αυτονόητο, τέλος πάντων ότι οι θέσεις μας ήταν προϊόντα δικής μας σκέψης. Δεν ήταν αποφάσεις που έρχονταν με αερόστατο από τα κομματικά γραφεία όπως συμβαίνει στα ΕΑΑΚ και σε άλλες παρατάξεις. Εμείς δεν είχαμε κομματικά γραφεία εξάλλου να μας καθοδηγούν…»

Τα λεγόμενα του αγωνιστή θα είχαν βάση αν αντί για πρώτο πληθυντικό πρόσωπο είχε χρησιμοποιήσει πρώτο ενικό, τουτέστιν: «Η Θραύση είχε κάποιες ιδιαιτερότητες ας το πούμε έτσι, σε σχέση με τα ΕΑΑΚ. Η σημαντικότερη ήταν, αν και νομίζω ότι δεν χρειάζεται να το αναφέρω γιατί είναι αυτονόητο, τέλος πάντων ότι οι θέσεις ΜΟΥ ήταν προϊόντα δικής ΜΟΥ σκέψης. Δεν ήταν αποφάσεις που έρχονταν με αερόστατο από τα κομματικά γραφεία όπως συμβαίνει στα ΕΑΑΚ και σε άλλες παρατάξεις. ΕΓΩ δεν ΕΙΧΑ κομματικά γραφεία εξάλλου να ΜΕ καθοδηγούν…»

Η Ράνια δεν έδινε σημασία για αυτά που έλεγε ο Πέτρος, παρά περιεργαζόταν το πρόσωπο του. Τα μακριά μέχρι τον ώμο μαλλιά του, το ελαφρά αξύριστο πρόσωπό του με τα τραχιά χαρακτηριστικά, τα πυκνά φρύδια του και τα σκούρα καστανά μάτια του που κοιτούσαν χαμηλά της καθώς μιλούσε εξάπτανε την ερωτική φαντασία. Ο ντροπαλός ήρωάς μας όμως, αδυνατούσε να κοιτάξει τη Ράνια κατάματα και ως εκ τούτου αδυνατούσε να μυηθεί στα φαντασιακά μονοπάτια του έρωτα που άνοιγε η φίλη του στο διάβα του βλέμματός της.

«Δυστυχώς από φέτος το Σεπτέμβρη, είμαι ο μοναδικός από την παλιά φρουρά που έχω παραμείνει στο Φυσικό» συνέχισε να αγορεύει σαν να μην τρέχει τίποτα ο αγωνιστής, «και θεώρησα πολύ ποταπό να συνεχίσω να δρω μόνος μου ως Θραύση [«λες και πριν δεν δρούσα μόνος μου», σκέφτηκε φευγαλαία], ειδικά τώρα που έφτασα 9ο έτος. Στην πορεία βέβαια βρήκα το Χρήστο, το παιδί που καθόμασταν χτες στο κυλικείο, ο οποίος μπήκε φέτος στο Φυσικό, και μπορούσαμε κάλλιστα να επανασυστήσουμε τη Θραύση, αλλά δύο άτομα ήμασταν λίγοι όπως και να το κάνουμε. Πέρα απ’ αυτό έχουμε και μεγάλη διαφορά ηλικίας. Εγώ είμαι απόμαχος ενώ ο Χρήστος είναι νεοσσός. Είναι σαν μια ποδοσφαιρική ομάδα να έχει άμυνα και επίθεση χωρίς να έχει κέντρο…»
«Ο Χρήστος να υποθέσω ότι είναι η επίθεση γιατί επιτίθεται στους άλλους, όπως χτες στον Ευθύμη, ενώ εσύ είσαι η άμυνα γιατί τον προστατεύεις όταν άλλοι τον κυνηγάνε να τον δείρουν» είπε αστειευόμενη η Ράνια, χαρίζοντας μερικές στιγμές γέλιου στον ήρωά μας, που έδειξε να εκτιμά το χιούμορ της.
«Μπορείς να το πεις κι έτσι» απάντησε ο Πέτρος χαμογελώντας. «Η ουσία είναι πάντως ότι πλέον η Θραύση δεν υπάρχει πια…»

«Ξέρεις, θα με ενδιέφερε κι εμένα να συμμετέχω στη Θραύση!» πέταξε τότε τη μεγάλη βόμβα η Ράνια.
«Ορίστε;» έκανε ο Πέτρος μη έχοντας συνειδητοποιήσει αυτό που άκουγε.
«Ναι, θα μπορούσα να σας βοηθήσω να την ξαναφτιάξετε» εξήγησε η Ράνια.
«Ποια;» ρώτησε αφηρημένος ο Πέτρος.
«Μα τη Θραύση καλέ!» εξήγησε η Ράνια.
«Α ναι» έκανε ο Πέτρος ξεμπλοκάροντας από την αφηρημάδα του.
Η Ράνια χαμογέλασε όλο νόημα.
«Δεν ξέρω αν έχει νόημα να κάνεις κάτι τέτοιο μωρέ…» συνέχισε λέγοντας ο Πέτρος, που ως γνήσιος σεχταριστής που ήταν, αρνούνταν να δεχτεί έτσι εύκολα την ένταξη στη σέχτα του ενός νέου προσώπου, ακόμα κι αυτό ήταν μια αιθέρια ύπαρξη που την γούσταρε πολύ και που έδειχνε κι αυτή να τον γουστάρει το ίδιο.
«Γιατί, η Χριστίνα πώς συμμετείχε και δεν μπορώ να συμμετέχω κι εγώ;» έκανε ναζιάρικα η Ράνια.
Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι η Ράνια είχε εντελώς διαφορετική στόχευση από το να συμμετάσχει σε επαναστατικές αντιγραφειοκρατικές διαδικασίες. Ο στόχος της ήταν ο Πέτρος και μόνο αυτός. Τα αληθινά της λόγια θα μπορούσαν να είναι: «Γιατί, με τη Χριστίνα πώς ήσουνα μαζί και δεν μπορείς να είσαι και μ’ εμένα;» Φυσικά, ο εν λόγω στόχος, ήταν στην κυριολεξία… στόκος, και δεν κατάλαβε τις προθέσεις της φίλης του, παρά αναλογιζόταν τις επιπλοκές που θα δημιουργούσε στο επαναστατικό κίνημα η συμμετοχή ενός ατόμου που μέχρι τώρα ανήκε στα ΕΑΑΚ και είχε εμποτιστεί πλήρως με το γραφειοκρατικό τρόπο σκέψης και δράσης.

«Αλήθεια, κανένα νέο από τη Χριστίνα έχεις;» παρενέβη εκ νέου απότομα η Ράνια, αλλάζοντας αυτή τη φορά ριζικά τη θεματολογία της συζήτησης και επικεντρώνοντας σε ένα πιο ουσιαστικό για την ίδια ζήτημα.

«Μπα…» αποκρίθηκε ο Πέτρος, νιώθοντας μεγάλη ανακούφιση που η κουβέντα εξετράπη από τα πολιτικά. «Κανείς δεν παίρνει την πρωτοβουλία να πάρει τηλέφωνο κανέναν»
«Δηλαδή… δεν υπάρχει καμία ελπίδα να τα ξαναβρείτε;» ρώτησε με έκδηλη αγωνία η Ράνια.
Ξαφνικά ο Πέτρος ξύπνησε από τη νιρβάνα του. Όσο αυτιστικά κι αν είχε αντιδράσει προηγουμένως, τώρα κατάλαβε επιτέλους ότι η Ράνια προσπαθούσε προφανώς να μάθει αν το πεδίο είναι ελεύθερο γι’ αυτήν. Αυτό αυτομάτως του έδωσε μια επαρκή ώθηση να ανταποκριθεί στο ερωτικό κάλεσμά της.
«Δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα» ανέφερε στωικά. «Δεν σου ‘πα χτες ότι αρραβωνιάστηκε;»
«Νόμιζα ότι αστειευόσουν…» ανέφερε η Ράνια, εξηγώντας: «Μου φάνηκε εντελώς κουφό…»
«Είσαι Αθηναία και δεν ξέρεις τι συμβαίνει στις επαρχίες…» ανέφερε με μια δόση πρωτευουσιάνικου ρατσισμού ο επίσης επαρχιώτης ήρωάς μας, και συνέχισε λέγοντας: «Και έτσι που λες, είμαι εντελώς μόνος πια…» δίνοντάς στη φίλη του τη χαρά να ακούσει αυτό που τόσο πολύ περίμενε.

Η Ράνια, ωστόσο, έδειξε συγκρατημένη προς τα έξω και δεν ξέσπασε σε πανηγυρισμούς. Ούτε καν χαμογέλασε.
«Ρε λες τελικά να μη με γουστάρει;» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος που η αγαθοσύνη του τον εμπόδισε να αντιληφθεί το κλασικό γυναικείο παιχνίδι.

«Κάνει κρύο ή μου φαίνεται;» ρώτησε ξαφνικά η Ράνια εκτρέποντας την κουβέντα σε τελείως διαφορετικό θέμα για μια ακόμα φορά.
«Ναι, κάνει είναι η αλήθεια» είπε ο Πέτρος εξηγώντας: «Το διαμέρισμα δεν έχει αυτόνομη θέρμανση και οι σπαγκοραμμένοι ένοικοι της πολυκατοικίας αρνούνται να το ανάψουν λίγο παραπάνω, γιατί λέει θα αυξηθούν τα κοινόχρηστα. Μικροαστοί βλέπεις…»
Η Ράνια κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της.
«Μπορώ όμως να σε ζεστάνω εγώ με τη ζεστή μου καρδιά» θέλησε να πει τότε ο Πέτρος αλλά συγκρατήθηκε.
«Μπορώ όμως να φέρω το αερόθερμο μια στιγμή» ήταν τελικά τα λόγια του.
«Δεν είναι ανάγκη» αποκρίθηκε η Ράνια.
«Μην ανησυχείς, κι εγώ κρυώνω εξάλλου» είπε ο Πέτρος και έτρεξε προς το υπνοδωμάτιο όπου το είχε ακουσμπημένο, να το φέρει.

«Μήπως είμαι πολύ αυστηρός που δεν θέλω να μπει η Ράνια στα Θραύση;» σκέφτηκε ο Πέτρος καθώς έμπαινε στο υπνοδωμάτιο. Και όντως, ήταν και με το παραπάνω. Για ποιο λόγο να μην αποτελέσει η Ράνια την αφορμή για την επανενεργοποίηση της Θραύσης, αυτής της μεγαλειώδους επαναστατικής κίνησης, η οποία θα μπορούσε επίσης μέσω αυτής να βρει εκπροσώπηση και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές; Ήταν αλήθεια ίδιες οι συνθήκες με αυτές της προεπαναστατικής Ρωσίας για να πεις ότι και σήμερα έπρεπε να υπάρχει ένα αυστηρά συγκεντρωτικό κόμμα που να δέχεται στους κόλπους του μόνο τους πρωτοπόρους επαναστάτες, ή μήπως τα πράγματα είχαν έκτοτε αλλάξει άρδην και υπήρχε πλέον η αναγκαιότητα για μαζικότερες και πλατύτερες μορφές οργάνωσης; Ποια σκοπιμότητα υπηρετούσε λοιπόν η άρνησή του; Μάλλον απολύτως καμία.

Από τη μεσοτοιχία του υπνοδωματίου που συνόρευε με το σαλόνι του διαμερίσματος του Δημήτρη μπορούσε εκείνη την ώρα να ακούσει καθαρά τον Χρήστο να μουγκρίζει φωνάζοντας «Γκολ!» που σήμαινε προφανώς ότι μόλις είχε βάλει κάποιο γκολ στο ποδοσφαιράκι.
«Πωπώ! Θα τον έχουν ξεκωλιάσει τον υπολογιστή…» σκέφτηκε ο Πέτρος, αλλά δεν έδωσε μεγάλη σημασία είναι η αλήθεια. Σκοπός του ήταν να βρεθεί όσο πιο γρήγορα γίνονταν πίσω στη Ράνια. Δεν άργησε λοιπόν να αποσυνδέσει το αερόθερμο από την πρίζα και να το πάρει μαζί του, όμως πριν ακόμα βγει καλά καλά από το δωμάτιο, θυμήθηκε ότι κάπου στη βιβλιοθήκη του διατηρούσε την ιδρυτική διακήρυξη της Θραύσης, της μεγαλειώδους αυτής επαναστατικής φοιτητικής οργάνωσης, που είχε συγγράψει στο 4ο έτος, και έσπευσε να την αναζητήσει.

Καταφέρνοντας, μετά από λίγο ψάξιμο, να εντοπίσει την οκτασέλιδη διακήρυξη καταχωνιασμένη ανάμεσα στον ‘Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία’ του Μαρξ και τον ‘Ιμπεριαλισμό’ του Λένιν, ένα ρίγος συγκίνησης τον έπιασε διαβάζοντας τον τίτλο της: ‘Ιδρυτικό Μανιφέστο της Θραύσης Φυσικού’. Ηρωικές μνήμες ξύπνησαν ξαφνικά στο μυαλό του μεγάλου μας επαναστάτη για τότε που συνέγραφε το μανιφέστο υπό το αμυδρό φως του κυλικείου του Φυσικού, από κοινού με άλλους πιστούς συντρόφους που τον πλαισίωναν στην ηρωική αυτή προσπάθεια, και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του από συγκίνηση.

Οι άνθρωποι κάποτε φεύγουν απ’ αυτή τη γη, όμως οι ιδέες τους μένουν. Έτσι κι αυτό το πολύτιμο ντοκουμέντο, αν και συγγράφτηκε πριν 5 χρόνια ενώ η Θραύση έπαψε να δρα από φέτος, εξακολουθούσε να διατηρεί την επαναστατική του ζωντάνια. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία να το έδειχνε στη Ράνια, μιας και έδειξε ενδιαφέρον να ενταχθεί σ’ αυτήν, αφενός για να την εντυπωσιάσει για την θεωρητική του κατάρτιση και μεσοπρόθεσμα για να τη ρίξει στο κρεβάτι –όσο κι αν δεν παραδεχόταν ότι αυτός ήταν ο τελικός σκοπός του–, αφετέρου για να την μυήσει στα μονοπάτια της επαναστατικής θεωρίας και αντιγραφειοκρατικής συνέπειας.

Να ‘χε περάσει σκάρτο ένα λεπτό της ώρας και ο Πέτρος ήταν πίσω παρέα με το αερόθερμο και την ιερή διακήρυξη της Θραύσης.
«Αχ ωραία, θα ζεσταθούμε…» είπε ο ίδιος, συνδέοντας το αερόθερμο στην πρίζα του σαλονιού, και αντί να καθίσει στην καρέκλα αυτή τη φορά, κάθισε στον καναπέ δίπλα στη Ράνια, για να είναι πιο κοντά της και να νιώθει τον παλμό της.
«Λοιπόν, τι λέγαμε;» ρώτησε στη συνέχεια, έχοντας φάει ένα εκ νέου κόλλημα και κουνώντας πάνω-κάτω από αμηχανία τη διακήρυξη της Θραύσης.
«Έλα ντε; Δεν θυμάμαι» απάντησε η Ράνια, που δεν έδειξε να θέλει να κάνει κάποιο σχόλιο για το φυλλάδιο που κρατούσε ο αγωνιστής.
«Α ναι, για τη Θραύση» είπε τελικά ο Πέτρος, αν και πριν συζητούσαν για τη Χριστίνα· η επαναφορά της κουβέντας στο θέμα της Θραύσης ήταν μια καλή ευκαιρία για τον Πέτρο να δείξει στη Ράνια την ιδρυτική διακήρυξη που κρατούσε στα χέρια του.
«Ναι, ναι» έκανε όλο χαρά η Ράνια, «Πώς θα γίνει να συμμετέχω κι εγώ;»
Ο Πέτρος πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Λοιπόν, σε πρώτη φάση πρέπει να σου δώσω να διαβάσεις το ιδρυτικό μανιφέστο της Θραύσης» είπε ο μεγάλος αγωνιστής, επιδεικνύοντας το πολυσέλιδο φυλλάδιο. «Είναι ένα μανιφέστο που αναλύει διεξοδικά τις θέσεις μας για την πανεπιστημιακή παιδεία, το φοιτητικό κίνημα και τη γενικότερη σύνδεσή τους με την κοινωνία και την εργατική τάξη ως επαναστατικό υποκείμενο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας…»
Ξαφνικά όμως, ο ειρμός του Πέτρου διακόπηκε από το κινητό της Ράνιας που άρχισε να χτυπάει δυνατά.
«Όχι ρε πούστη!» σκέφτηκε ο ήρωάς μας μόλις άκουσε το κινητό, «Πάνω που θα της διάβαζα τις θέσεις της Θραύσης!»
Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, η Ράνια πήρε το κινητό στα χέρια της, έριξε μια ματιά στην αναγνώριση κλήσης, σουφρώνοντας ωστόσο το πρόσωπό της με απορία, προφανώς επειδή δεν της θύμιζε τίποτα ο αριθμός που εμφανιζόταν στην οθόνη, και έκανε να απαντήσει στην κλήση.
«Εμπρός» είπε για να συνεχίσει μετά από μερικά δευτερόλεπτα αγωνίας για τον Πέτρο που ανησυχούσε μήπως ήταν κάποιος αντίζηλος, «Έλα καλέ Μυρτώ, πες μου…»
Κι όμως, δεν ήταν αντίζηλος τελικά, ακόμα χειρότερα σκέφτηκε ο Πέτρος, ήταν η βλαμμένη η σεκίτισσα.
«Ναι ναι…» συνέχισε να λέει η Ράνια στο τηλέφωνο, «θα έρθω τη Δευτέρα από τη Φιλοσοφική… όχι, σήμερα δεν προλαβαίνω… είμαι σε ένα φίλο αυτή τη στιγμή… ναι στον Πέτρο… καλά θα του το πω… εντάξει τα λέμε… άντε γεια» και έκλεισε το τηλέφωνο βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό.
«Ήταν η Μυρτώ και έχεις χαιρετίσματα…» ήταν τα λόγια της Ράνιας τελικά, εξηγώντας επίσης: «Με έχει ζαλίσει στα τηλέφωνα σήμερα! Πήρε άλλες δύο φορές το πρωί από άλλο νούμερο και με πίεζε να βρεθούμε στη σχολή αλλά ευτυχώς είχα μάθημα εκείνη την ώρα. Έπαιρνε και το απόγευμα από το ίδιο νούμερο αλλά δεν το σήκωνα, γι’ αυτό τώρα πήρε από αλλού»
«Δεν λες που σε έσωσα και δεν έδωσες το σταθερό σου, ειδάλλως θα είχε τρελάνει και τους δικούς σου…» ανέφερε μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Πέτρος.
Η Ράνια χαμογέλασε.
«Όντως! Σου χρωστάω μια χάρη!» είπε με νόημα.
Ο Πέτρος σάστισε.
«Ποια χάρη να της ζητήσω άραγε;» ήταν η πρώτη του σκέψη. «Να την πάρω αγκαλιά ή να της χαϊδέψω τα μαλλιά;»
Γρήγορα όμως εγκατέλειψε αυτή την ιδέα. Τη θεώρησε πολύ βιαστική μια τέτοια κίνηση. Εξάλλου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο που ορίζει τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων στην συντηρητική αστική κοινωνία, έπρεπε πρώτα να συνεχίσουν τις διαλογικές συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων για μέρες ή και μήνες, και ύστερα, όταν θα είχε περάσει αρκετός καιρός ώστε η Ράνια να έχει προλάβει να τον αγαπήσει, ή έστω να νιώσει κάτι παραπάνω γι’ αυτόν, τότε να μπορέσει να ενδώσει σε ένα τέτοιο απαγορευμένο πειρασμό.

Αυτά σκεφτόταν ο Πέτρος όταν εκείνη τη στιγμή τα φώτα έσβησαν απότομα. Ταυτόχρονα σταμάτησε να δουλεύει και το αερόθερμο. Ήταν φανερό ότι μόλις είχε κοπεί το ρεύμα. Ο Πέτρος σκέφτηκε να επωφεληθεί της διακοπής και να χωθεί σαν άγριο θηρίο στο στήθος της Ράνιας αλλά τελικά συγκρατήθηκε.
«Κόπηκε το ρεύμα;» ρώτησε έντρομη η Ράνια, το προσωπάκι της οποίας φωτίζονταν αμυδρά από τα φώτα των απέναντι πολυκατοικιών που έφθαναν εξασθενημένα από το παράθυρο.
«Ναι αλλά μην ανησυχείς, συμβαίνει συχνά» την καθησύχασε ο Πέτρος, συμπληρώνοντας: «Μισό λεπτό να δω το γενικό διακόπτη», και σηκώθηκε από τον καναπέ.

Ανάβοντας ο ήρωάς μας τον αναπτήρα του που έτυχε να έχει στην τσέπη του και κρατώντας το ιδρυτικό μανιφέστο της Θραύσης ανά χείρας, βημάτισε αργά, για να μην σκοντάψει πουθενά, με κατεύθυνση προς το γενικό διακόπτη, που βρισκόταν στο χολ. Φτάνοντας, διαπίστωσε ότι δεν ήταν πεσμένη καμία ασφάλεια μα ούτε και ο γενικός διακόπτης.

«Δε φαίνεται να έχει πέσει κάποια ασφάλεια…» είπε τότε ο Πέτρος, και πριν η Ράνια προλάβει να κάνει κάποιο σχόλιο, πρόσθεσε: «Πάω μια στιγμή να φέρω ένα κερί από δίπλα και επιστρέφω αμέσως, μη φύγεις…»

Μ’ ένα σάλτο ο Πέτρος είχε βρεθεί έξω στο διάδρομο του 4ου ορόφου. Το πρώτο πράγμα που έσπευσε να διαπιστώσει ήταν αν το φως του διαδρόμου είχε επίσης κοπεί, ώστε να συμπεράνει αν ήταν γενική η διακοπή. Κι όμως, το φως στο διάδρομο λειτουργούσε κανονικά, προς μεγάλη απογοήτευση του ίδιου που διαπίστωσε ότι το πρόβλημα βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό του διαμέρισμα, και σαν να μην έφτανε αυτό δεν ήξερε και πώς να το αντιμετωπίσει.
Αμέσως, έσπευσε να χτυπήσει το κουδούνι του Δημήτρη για να ζητήσει το κερί που είχε κατά νου. Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ο Χρήστος άνοιξε την πόρτα, ενώ ο Δημήτρης στέκονταν λίγο πιο πίσω.
«Δάσκαλε μας διέκοψες την ώρα που τον γάμαγα για δεύτερη φορά στο Pro!» είπε ο μικρός, «Εσύ αλήθεια, τη γάμησες την άλλη ή ακόμα;»
«Τι έγινε, έμαθα έχεις γκομενάκι δίπλα; Τι είναι αυτό που κρατάς στα χέρια;» ρώτησε τότε τον Πέτρο ο Δημήτρης πλησιάζοντας κοντά του, για να συνεχίσει ο ίδιος διαβάζοντας τον τίτλο του: «Ιδρυτικό Μανιφέστο – Θραύσης Φυσικού λέει… Καλά ρε μαλάκα, πώς να σου κάτσει η γκόμενα με τέτοια που τις δείχνεις;», πράγμα που προκάλεσε το έντονο γέλιο του Χρήστου, που φρόντισε όμως να παρέμβει και να πει σε απόλυτα σοβαρό τόνο στο Δημήτρη: «Μην υποτιμάς ρε μαλάκα την συμπυκνωμένη επαναστατική σοφία που εμπεριέχεται στα γραφόμενα του δασκάλου…»
Ο Πέτρος κοίταξε και τους δύο με ένα επιπληττικό βλέμμα, σαν να τους έλεγε ότι δεν είχε όρεξη για μαλακίες. Ο Χρήστος το αντιλήφθηκε και φρόντισε να ζητήσει συγνώμη από το δάσκαλό του που τον πλήγωσε.
«Συγνώμη δάσκαλε, εγώ δεν…» ξεκίνησε να λέει για να αγνοηθεί παντελώς από τον Πέτρο ο οποίος, παραχώνοντας το μανιφέστο της Θραύσης στην κωλότσεπη, απευθύνθηκε στο Δημήτρη: «Μήπως έχεις κανένα κερί;»
«Όχι, πού να το βρω;» απάντησε ο Μήτσος. «Τι το θες;»
«Κόπηκε το ρεύμα στο διαμέρισμα…» εξήγησε ο Πέτρος.
«Νομίζω πως έχω ένα φακό» είπε ο Δημήτρης, συμπληρώνοντας με νόημα: «Αν θες στον δίνω να βλέπεις την ώρα που γαμάς!», και τόσο ο ίδιος όσο και ο Χρήστος ξέσπασαν σε ακόμα μεγαλύτερα γέλια.
«Σοβαρευτείτε ρε παιδιά!» είπε παρακλητικά ο Πέτρος, «Η κατάσταση είναι δύσκολη!»
«Και βέβαια είναι δύσκολη!» απάντησε ο Δημήτρης, «Δεν σου τυχαίνει κάθε μέρα να φέρεις γκόμενα στο σπίτι!»
«Σκάσε ρε μαλάκα επιτέλους!» φώναξε ο Πέτρος που ένιωσε το όλο σκηνικό να τον κουράζει.
«ΟΚ, ΟΚ, σταματάω…» αποκρίθηκε ο Δημήτρης, για να ρωτήσει στη συνέχεια τον ίδιο: «Πώς τα κατάφερες και έκοψες το ρεύμα;»
«Άναψα το αερόθερμο γιατί έκανε κρύο και έριξε την τάση η μαλακία…» εξήγησε ο Πέτρος.
«Ήθελες να ζεστάνεις τη γκόμενα για να αρχίσει να γδύνεται;» είπε ο Δημήτρης, και ένας νέος γύρος γέλιων από τους ανώριμους φίλους του Πέτρου άρχισε.
«Ρε, μπορείς να με βοηθήσεις;» παρακάλεσε τότε το Δημήτρη ο ήρωάς μας, προσπαθώντας να αγνοήσει τα ηλίθια σχόλια που άκουγε.
«Ρε μαλάκα πώς να σε βοηθήσω;» αποκρίθηκε ο Δημήτρης, «Δεν έχετε μάθει στο Φυσικό πώς να επαναφέρετε το ρεύμα όταν κόβεται;»
«Ρε πούστη γιατί δεν τον βοηθάς;» παρενέβη ο Χρήστος, «Ο δάσκαλος θέλει να γαμήσει λέμε!»
«Κι εγώ τι φταίω αν θέλει να γαμήσει;» αποκρίθηκε ο Δημήτρης για να ρωτήσει στο καπάκι το Χρήστο: «Κι εσύ φυσικός δεν είσαι ρε μικρέ; Πήγαινε να τον βοηθήσεις εσύ…»
«Εγώ είμαι πρώτο έτος» απάντησε ο Χρήστος, «δεν έχω μάθει από ρεύματα ακόμα…»
«Ενώ εγώ που είμαι ένατο έτος τα έχω μάθει…» αυτοσαρκάστηκε μέσα του ο Πέτρος, που είναι αλήθεια ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι κάνει κάποιος σε περίπτωση που κόβεται το ρεύμα προκειμένου να το επαναφέρει.

Εκείνη τη στιγμή η πόρτα του διαμερίσματος του Πέτρου άνοιξε και η Ράνια βγήκε κι αυτή στο διάδρομο.
«Αυτό είναι το γκομενάκι; Ωραίο φαίνεται…» έκανε ο Δημήτρης ψιθυριστά με το που τον είδε.
Ο Πέτρος ήταν τόσο αγχωμένο που δεν έδωσε σημασία στο σχόλιο του φίλου του.
«Τι έγινε τελικά;» ρώτησε τον Πέτρο η Ράνια.
«Τίποτα», αποκρίθηκε ο Πέτρος, «εδώ συζητάμε με τα παιδιά πώς να επαναφέρουμε το ρεύμα»
«Ωπ! Χρήστο, τι κάνεις; Πώς από δω; Εδώ μένεις;» έκανε η Ράνια βλέποντας τον μικρό.
«Όχι, δεν μένω εδώ» αποκρίθηκε ο Χρήστος. «Ήρθα απλά να βοηθήσω τον Πέτρο να καθαρ…»
«Παιδιά έχετε κανένα κερί;» τον διέκοψε απότομα ο Πέτρος, κοιτάζοντάς τον με ένα άγριο βλέμμα, που φέρθηκε τόσο άξεστα και κόντεψε να τον κάνει ρεζίλι.
«Αφού σου είπα δεν έχω!» απάντησε δυνατά ο Δημήτρης, επίσης ανεπίδεκτος να συμπεριφερθεί με τακτ.
«Εγώ είμαι η Ράνια, δεν συστηθήκαμε» είπε τότε, σαν να ήθελε να αποφορτίσει το έντονο κλίμα, το μοναδικό θηλυκό της παρέας στο Δημήτρη, τον οποίο γνώριζε για πρώτη φορά, δίνοντας το χέρι της.
«Για φαντάσου, και γαμηθήκαμε!» αποκρίθηκε ο Δημήτρης, προκαλώντας νέο ξέσπασμα του Χρήστου σε δυνατά γέλια, πρόλαβε ωστόσο να διευκρινίσει: «Είναι ατάκα του Γκουσγκούνη, συγνώμη αν σε πρόσβαλα. By the way, εμένα με λένε Δημήτρη…»
«Χάρηκα…» είπε η Ράνια χαμογελώντας, που έδειξε να μην την πειράζει ιδιαίτερα η σεξιστική μαλακία που είχε μόλις εκστομίσει ο άξεστος Καλαματιανός γείτονας του Πέτρου.
«Τώρα που είπες Γκουσγκούνη» πήρε το λόγο ο Χρήστος, «έχεις καμιά τσόντα στον υπολογιστή σου να δούμε;»
«Κάτι πρέπει να έχω…» απάντησε ο Δημήτρης. «Αν και έκανα ένα format πρόσφατα και έχασα κάτι καλές που είχα»
«Μα καλά ρε μαλάκες» παρενέβη τότε ο Πέτρος, «συζητάτε τέτοια πράγματα μπροστά στην κοπέλα;»
«Μα γιατί;» απόρησε ο Δημήτρης, «Πού είναι το κακό; Μπορεί κι αυτή αν θέλει να έρθει να δει…»
«Έχει δίκιο ο Δημήτρης σύντροφε» πήρε τη σκυτάλη ο Χρήστος, «Γιατί τέτοιος σεξισμός; Δεν έχουν δικαίωμα και οι γυναίκες να βλέπουν τσόντες;»
«Μα δεν είμαι σεξιστής!» εξανέστη ο Πέτρος, που δεν δεχόταν από κανέναν να τον αποκαλεί έτσι ή να αμφισβητεί την πίστη του στην ισότητα των δύο φύλων.
«Ε πώς σύντροφε!» έκανε ο Χρήστος, «Οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα για το ένα, δεν έχουν δικαίωμα για το άλλο, αλλά κατά τ’ άλλα τις θεωρούμε ίσες…»

Ο Πέτρος έβγαλε έναν αναστεναγμό απογοήτευσης γιατί ο επιπόλαιος σύντροφός του είχε μπερδέψει τις έννοιες ‘ισότητα’ και ‘εξομοίωση’ και καταλόγιζε εμμέσως πλην σαφώς στο δάσκαλό του σεξιστικές διαθέσεις. Υπό άλλες συνθήκες θα καθόταν να εξηγήσει τα αυτονόητα, ότι δηλαδή οι γυναίκες μπορεί να είναι πιο λεπτεπίλεπτες και να περιποιούνται περισσότερο τον εαυτό τους από τους άντρες, αλλά αυτό δεν τις καθιστούσε ειδική κατηγορία ανθρώπων με λιγότερα δικαιώματα. Τώρα όμως προείχε να βρει ένα τρόπο να επαναφέρει το ρεύμα, όχι μόνο για να μη χαλάσουν τα ντολμαδάκια της μητέρας του που είχε στο ψυγείο, –τα οποία ήταν και το μοναδικό του φαγητό καθώς σχεδόν ποτέ δεν μαγείρευε–, αλλά και για να μπορέσει να γυρίσει πίσω στο διαμέρισμά του παρέα με την αγαπημένη του συντρόφισσα και να συνεχίσει το καμάκι του από εκεί που το ‘χε αφήσει.

Δεν πρόλαβε όμως ο ήρωάς μας να πάρει κάποια πρωτοβουλία, γιατί εκείνη τη στιγμή το κινητό της Ράνιας άρχισε και πάλι να χτυπάει. Αν και προσπάθησε από μακριά να δει τι έγραφε η αναγνώριση κλήσης, δεν τα κατάφερε, οπότε υποψίες άρχισαν να τον διακατέχουν.

«Έλα» είπε η Ράνια απαντώντας στην κλήση, «Που είσαι τώρα; Έφτασες; … Ωραία! … Σε δύο λεπτά θα είμαι Πλατεία Εξαρχείων. Θα είσαι εκεί; … ΟΚ! Κατεβαίνω τώρα! … Άντε φιλάκια!» ήταν τα λόγια της, και έκλεισε το τηλέφωνο.
«Ήταν ο φίλος μου!» είπε η Ράνια γεμάτη αυτοπεποίθηση στα αρσενικά της παρέας, «Φοβήθηκα όσο να’ ναι που κόπηκε το ρεύμα και του ‘πα να ‘ρθει να με πάρει. Με περιμένει στην πλατεία με το αμάξι!»

Άκρα του τάφου σιωπή απλώθηκε τότε στο διάδρομο. Κανείς δεν μιλούσε. Ο Πέτρος ένιωθε να τον μαχαιρώνουν στην καρδιά και το αίμα του να τρέχει ποτάμι στα σκαλιά της πολυκατοικίας, πνίγοντας στο διάβα του τους μικροαστούς ένοικους της τελευταίας ως εκδίκηση για το κακό που του είχαν προκαλέσει με την τσιγγουνιά τους.

«Λοιπόν παιδάκια» συνέχισε η Ράνια, «σας χαιρετώ! Θα τα ξαναπούμε! Χάρηκα που τα ‘παμε βρε!» ενώ κοίταζε επίμονα τον Πέτρο με ένα θανατηφόρο βλέμμα σαν να του έλεγε: «Έτσι! Να ζηλέψεις θέλω!»
Ο δε Πέτρος ήταν τόσο καταρρακωμένος που δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα.
«Γεια, θα τα πούμε…» είπε με ένα κόμπο στο λαιμό καθώς η Ράνια έφευγε, ενώ τα μάτια του από το σοκ είχαν αποσβολωθεί κοιτώντας προς αόριστη κατεύθυνση.

Πλέον οι τρεις άνδρες είχαν μείνει μόνοι τους. Ο Χρήστος κι ο Δημήτρης, αν και προηγουμένως είχαν πλειοδοτήσει σε κάφρικα σχόλια, ευτυχώς τώρα ήταν σε θέση να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της κατάστασης για το φίλο τους.
«Χέσ’ την Πέτρο!» πήρε το λόγο ο Χρήστος, «Δεν αξίζει ούτε καν την περιφρόνησή σου!»
«Μα τι απίστευτη καριόλα που είναι!» αναφώνησε ο Δημήτρης, «Και στο φινάλε, υπάρχουν πολύ καλύτερες από δαύτην…»
«Ας πάει αλλού να βρει τόσο ωραίο και έξυπνο παιδί σαν εσένα!» συμπλήρωσε ο Χρήστος.
Ο Πέτρος ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και το κεφάλι του πάνω σ’ αυτό, ενώ τα πυκνά μακριά του μαλλιά έπεφταν μπροστά και σκέπαζαν το θλιμμένο του πρόσωπο. «Έλα να πάμε μια βόλτα στο Ψυρρή να κυνηγήσουμε αληθινές γκόμενες, και όχι μαλακισμένες εαακίτισσες!» συνέχισε ο Χρήστος σε μια προσπάθεια να συνεφέρει το δάσκαλό του.
«Δεν έχω όρεξη ρε παιδιά…» απάντησε ο Πέτρος με σπασμένη φωνή, «Αφήστε με να κάτσω μέσα να μουντζώνομαι όλη νύχτα!» ενώ έβγαλε το μανιφέστο της Θραύσης από την κωλότσεπη και άρχισε να κοπανάει μ’ αυτό το κεφάλι του.
«Δεν φταις εσύ ρε Πέτρο» τον καθησύχασε ο Δημήτρης, «πολλοί την έχουν πατήσει έτσι και με ακόμα χειρότερες!»
«Ναι αλλά εγώ πιάστηκα μαλάκας!» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «Πολύ μαλάκας μάλιστα! Άλλα είχα καταλάβει!»
«Δεν είχες καταλάβει τίποτα λάθος» είπε ο Χρήστος, «κατάλαβες αυτό που ήθελε αυτή να σε κάνει να καταλάβεις για να τσιμπήσεις και να έρθει μετά να σου ρίξει μια σβουριχτή χυλόπιτα!»
«Και γιατί να το κάνει αυτό;» ρώτησε τότε ο Πέτρος σηκώνοντας το κεφάλι του και παίρνοντας και πάλι θέση ορθοστασίας, δείχνοντας έτσι ότι πλέον έχει συνέλθει αρκετά από το πρώτο σοκ και δεν διατρέχει τον κίνδυνο ψυχολογικής κατάρρευσης.
«Μα για αυτοεπιβεβαίωση ρε Πέτρο!» απάντησε ο Χρήστος. «Μια ακόμα χυλόπιτα, ένα ακόμα παράσημο στο πέτο της. Έτσι φέρονται όλα τα τσουλιά! Άντε, ντύσου να πάμε μια βόλτα!»
«Θα πέσω για ύπνο» είπε ο Πέτρος ενώ η ώρα δεν είχε πάει ούτε 8 ακόμα. «Έχω ξενερώσει άσχημα!»
«Σίγουρα δεν θες να κάτσω να σου κάνω παρέα;» τον ρώτησε ο Χρήστος.
«Όχι, να ‘στε καλά κι οι δυο. Πάω να την πέσω…» ήταν τα τελευταία λόγια του Πέτρου και πήρε την κατιούσα για το διαμέρισμά του.
«ΟΚ δάσκαλε» έκανε τότε ο Χρήστος, «εμείς πάμε να συνεχίσουμε, ε Μήτσο τι λες;»
«Εννοείται, γιατί σου χρωστάω ένα γαμήσι να πατσίσουμε!» απάντησε ο Δημήτρης, και οι δύο νέοι πήγαν να συνεχίσουν τον αγώνα που είχαν αφήσει στη μέση.

Ο Πέτρος γύρισε πίσω στο διαμέρισμά του, στο οποίο το ρεύμα εξακολουθούσε φυσικά να είναι κομμένο, αλλά κάτι τέτοιο εκείνη τη στιγμή δεν θα μπορούσε να τον νοιάξει λιγότερο, κι ας χαλούσαν τα ντολμαδάκια στο ψυγείο. Αφού εκσφενδόνισε το φυλλάδιο της Θραύσης στον τοίχο με δύναμη, έφτασε σερνόμενος στο υπνοδωμάτιο. Στη συνέχεια πέταξε όλα τα πράγματα που είχε ακουμπισμένα πάνω στο κρεβάτι και χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια του, ξάπλωσε φαρδύς πλατύς σε αυτό.
«Πόσο δίκιο είχε η Χριστίνα που την έλεγε τσουλάκι τελικά!» σκέφτηκε. «Μα είναι δυνατόν να μην είμαι τόσο μαλάκας; Και για ποιο λόγο αυτή να μου την φέρει με τέτοιο τρόπο; Είναι και αριστερή γαμώ την πουτάνα μου!»
Αυτό όμως που μπέρδεψε περισσότερο τον Πέτρο, δεν ήταν ότι η Ράνια που του έκανε τέτοιο χουνέρι ήταν αριστερή. Και σιγά την αριστερή που ήταν δηλαδή. Κατ’ επίφαση αριστερή ήταν, όπως και οι περισσότερες αριστερές γκόμενες. Ήταν ότι ο Δημήτρης, ο οποίος του στάθηκε σε αυτή τη δύσκολη στιγμή, ήταν δεξιός. Έστω και κατ’ επίφαση δεξιός. Τελικά τι είναι πιο σημαντικό; Η συντροφική αλληλεγγύη μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας ή η ομόφυλη αλληλεγγύη μεταξύ δύο αντρών από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους; Η μήπως η Εργατική Αλληλεγγύη …του ΣΕΚ, σκέφτηκε ο Πέτρος βάζοντας τα γέλια μόνος του, καθώς του ήρθε στο νου το πρήξιμο της Ράνια από τη Μυρτώ.
«Καλά να πάθει η μαλακισμένη» είπε μέσα του, «να δω τώρα πώς θα γλιτώσει από τους πρηξαρχίδηδες τους Σεκίτες…»

Αυτά σκεφτόταν ο Πέτρος και δεν κατάλαβε για πότε τον πήρε ο ύπνος…

* * *

Η ώρα είχε πάει 2 το μεσημέρι και το πλήθος στα Προπύλαια είχε αρχίσει να διαλύεται. Μία ακόμη ένδοξη πορεία των φοιτητικών συλλόγων είχε φτάσει στο τέλος της, ενώ για μια ακόμη φορά ο κόσμος που είχε συμμετάσχει σ’ αυτήν ήταν ελάχιστος. Οι λιγοστοί φοιτητοπατέρες που είχαν απομείνει, τύλιγαν νωχελικά τα πανό τους –για τα οποία είχαν κάνει τόσο φασαρία στις γενικές συνελεύσεις των σχολών τους τις προηγούμενες μέρες να γραφτεί πάνω τους το όνομα του συλλόγου τους– και παράχωναν στις polo τσάντες τους τις απούλητες κομματικές εφημερίδες, με την ελπίδα ότι θα βρουν στην επόμενη πορεία ή εξόρμηση μερικούς ανυποψίαστους φουκαράδες να τους τις πουλήσουν και να εξοφλήσουν το δυσκολοπλήρωτο αυτό κομματικό χρέος.

Ο Πέτρος, ενώ δεν είχε να μαζέψει τίποτα, ούτε φυλλάδες ούτε πανό, γιατί σαν ακομμάτιστος αγωνιστής που ήταν δεν διέθετε τέτοιο εξοπλισμό, στεκόταν στο πεζοδρόμιο και κάπνιζε σκεπτικός. Δίπλα του ο πιστός του σύντροφος Χρήστος που διάβαζε με προσοχή ένα φυλλάδιο που είχε μοιράσει στην πορεία η ΠΚΣ και αφορούσε την επερχόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Σε κάποια φάση ο μικρός, έχοντας προφανώς απηυδήσει από αυτά που διάβαζε, τσαλάκωσε το φυλλάδιο και το πέταξε στο παραδιπλανό κάδο του δήμου. Ο Πέτρος δεν έκανε κάποιο σχόλιο. Έμοιαζε να τον απασχολούν άλλα, πιο σοβαρά ζητήματα, και ο Χρήστος έδειξε πως το είχε αντιληφθεί.

«Δεν πρόκειται να έρθει η Ράνια Πέτρο» πήρε το λόγο ο Χρήστος, «τζάμπα περιμένεις!»
Ο Πέτρος δεν μίλησε ούτε τώρα.
 «Πάρ’ το απόφαση!» συνέχισε ο μικρός, «η γκόμενα δεν πρόκειται να έρθει! Άδικα περιμένεις και χαλάς την καρδιά σου!»
Ο Πέτρος παρέμεινε σιωπηλός. Έδειχνε ιδιαίτερα απογοητευμένος.
«Όσο εμείς πριν ξεποδαριαζόμασταν στην πορεία» πήρε ξανά το λόγο ο Χρήστος, «η Ράνια θα πηδιόταν με το μάλακα το γκόμενό της! Παίζει και να της έριξε δυο-τρία απανωτά φιστίκια με τις πρωινές καύλες που θα είχε! Την ώρα που εσένα τα πόδια σου έβγαζαν κάλους από το περπάτημα, ο άλλος την ξέσκιζε! Και ξέρεις τι άλλο της έκανε; Την ξεκωλ…»
«Εντάξει φτάνει!» τον διέκοψε τότε νευριασμένος ο Πέτρος, που δεν ήθελε να ακούσει περισσότερα και πληγωθεί παραπάνω.
Ο Χρήστος σάστισε μπροστά στο πρόσταγμα του δασκάλου του και έδωσε τέλος στην σεξιστική του περιγραφή.
«Αποκλείεται!» φώναξε τότε ξαφνικά ο Πέτρος, «Μπορεί απλά να είχε μάθημα και να μην μπορούσε να το χάσει. Ή απλά να παρακοιμήθηκε» παραδεχόμενος εμμέσως έτσι ότι αυτή ήταν ο λόγος της περισυλλογής του.
«Ε ναι» παρενέβη τότε ο Χρήστος, «άμα την είχε φλομώσει στον πούτσο ο άλλος όλο το βράδυ, πώς να ξυπνήσει μετά αυτή το πρωί…»
Παρά τη στενοχώρια του, του Πέτρου του φάνηκε πολύ αστείο το τελευταίο σχόλιο του συντρόφου του και έβαλε τα γέλια.
«Λοιπόν Πέτρο» συνέχισε ο Χρήστος, «πρέπει να φύγω να πάω σπίτι να ετοιμάσω τα πράγματα. Έχω βγάλει εισιτήριο στις 5 για Λάρισα με το ΚΤΕΛ και πρέπει να βιαστώ»
«ΟΚ ρε! Άντε καλό ταξίδι να ‘χεις!» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Εσύ πότε θα φύγεις για Χαλκίδα;» ρώτησε τότε ο Χρήστος.
«Δεν ξέρω ακόμα. Λέω να φύγω αύριο» απάντησε ο Πέτρος. «Α!» φώναξε τότε ο ίδιος, «μην το ξεχάσω! Την Προδομένη Επανάσταση την πήρες πίσω;»
«Όχι ρε φίλε, το αμέλησα τελείως» εξηγήθηκε ο Χρήστος.
Ο Πέτρος δεν μίλησε αλλά ήταν εμφανές ότι είχε απογοητευτεί.
«Είμαι ασυγχώρητος, το ξέρω» απολογήθηκε ο Χρήστος με σκυμμένο το κεφάλι.
«Δεν πειράζει» απάντησε ο Πέτρος, «ας είναι. Μου την δίνεις μετά τα Χριστούγεννα όταν ξαναβρεθούμε»
«Είσαι μεγάλος!» είπε ο Χρήστος, «Εγώ στη θέση σου θα με πλάκωνα στις σφαλιάρες!»
Ο Πέτρος χαμογέλασε.
 «Λοιπόν έφυγα» συνέχισε βιαστικά ο Χρήστος, «Έχω μόνο 3 ώρες στη διάθεση μου, και πρέπει να πλύνω και τα πιάτα γιατί τα έχω άπλυτα εδώ και ένα μήνα και δεν λέει να μείνουν άπλυτα για ένα ακόμα μήνα τώρα που θα λείπω»
«ΟΚ ρε, μη σε κρατάω!» αποκρίθηκε ο Πέτρος, και οι δύο επαναστάτες αφού χαιρετήθηκαν αγκαλιαζόμενοι, μιας και θα αποχωρίζονταν για πολύ καιρό, ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις.

Καθώς ο Πέτρος κατέβαινε την Πανεπιστημίου για να στρίψει στη Ζωοδόχου Πηγής και από κει στο σπίτι του, άκουσε το κινητό του να χτυπάει, όχι μελωδικά και παρατεταμένα, αλλά μονότονα και στιγμιαία, καθώς επρόκειτο όχι για κλήση αλλά για μήνυμα, και σταμάτησε προσωρινά το περπάτημα για να το διαβάσει. Και τι να δει! Το μήνυμα ήταν από τη Ράνια, έλεγε δε: ‘ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΕ ΠΕΤΡΑΚΗ;;; ΧΙΛΙΑ ΣΥΓΝΩΜΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΕΡΘΩ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ!!! ΜΕ ΠΗΡΕ Ο ΥΠΝΟΣ!!! ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ ΓΙΑ ΧΑΛΚΙΔΑ Ή ΘΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΕΔΩ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!! ΑΝ ΜΕΙΝΕΙΣ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ!!! ΚΑΛΑ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΒΡΕ!!! ΦΙΛΑΚΙΑ!!!’

Για μερικά δευτερόλεπτα ο Πέτρος έμεινε σαστισμένος. Το προβοκατόρικο μήνυμα της Ράνιας ήταν ένα γερό πλήγμα στον ευαίσθητο συναισθηματικό του κόσμο.

«Βλέπω καλά ή με απατάνε τα μάτια μου;» ήταν η πρώτη του σκέψη μόλις ανέκτησε τις αισθήσεις του. Άρχισε τότε να τσιμπιέται. «Επιτέλους τι συμβαίνει με την πάρτη της;» αναρωτήθηκε. Δεν του έμενε άλλη διέξοδος από το να την πάρει τηλέφωνο και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Έλα όμως που δεν είχε ως συνήθως μονάδες στο κινητό, οπότε έπρεπε να σταματήσει σε ένα παρακείμενο περίπτερο να αγοράσει μια κάρτα. Χοντρά δεν είχε καθόλου μαζί του σήμερα, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να κάνει μια στάση σπίτι να πάρει ένα 20ευρο. Έτσι λοιπόν, ο μεγάλος αγωνιστής έστριψε στην Ζωοδόχου Πηγής και από κει συνέχισε το δρόμο του προς το σπίτι του.

Με τα πολλά, ο Πέτρος είχε φτάσει μισό με ένα τετράγωνο περίπου μακριά από την πολυκατοικία του και ψαχούλευε την δεξιά τσέπη του με σκοπό να βρει τα κλειδιά του που κολυμπούσαν ανάμεσα σε πλήθος κερμάτων. Σε κάποια στιγμή, προσπέρασε αδιάφορα έναν ψηλό γενειοφόρο νεαρό που ξεκλείδωνε μια μεγάλου κυβισμού μηχανή. «Σύντροφος θα είναι» σκέφτηκε αναλογιζόμενος τη γενειάδα του, και προχώρησε προς την πολυκατοικία του.

Κάτι σαν μια μυστηριώδης δύναμη όμως τον τράβηξε ξαφνικά προς το μέρος του άγνωστου νεαρού. Ως δια μαγείας ο νεαρός γύρισε κι αυτός το κεφάλι του προς τα πίσω, προς το μέρος του Πέτρου.
«Ανδρέα;» φώναξε τότε ο Πέτρος με ζωγραφισμένη την έκπληξη στο πρόσωπό του.
«Πέτρο! Χρόνια και ζαμάνια!» φώναξε ο νεαρός και έσπευσε να αγκαλιάσει τον Πέτρο. Ήταν ο Ανδρέας, φίλος και σύντροφος παλιός από το Μαθηματικό, τρία έτη μεγαλύτερος από τον Πέτρο.
«Τι γίνεσαι ρε ψυχή;» πρόσθεσε ο ίδιος.
«Όλα καλά Ανδρέα, όπως τα ξέρεις…» απάντησε ο Πέτρος.
«Πρέπει να έχω πάνω από 3-4 χρόνια να σε δω» ανέφερε ο Ανδρέας. «Πώς περνούν τα χρόνια ρε μαλάκα… Δεν έχεις αλλάξει καθόλου όμως, βλέπω. Ίδιος είσαι!»
«Δείχνω ακόμα τόσο νέος;» ρώτησε ο Πέτρος χαμογελώντας με το κοπλιμέντο του παλιόφιλού του.
«Ναι ρε» έκανε ο Ανδρέας. «Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Αιώνιος έφηβος!»
«Σε ευχαριστώ ρε Ανδρέα. Με συγκινείς» ανέφερε ο ήρωάς μας με εμφανή όντως τη συγκίνηση στο πρόσωπό του.
Με τη σχολή πώς τα πάς; Τελείωσες» ρώτησε εκ νέου ο Ανδρέας.
«Τι να τελειώσω ρε μαλάκα» απάντησε ο Πέτρος, «Ακόμα ούτε τα μισά μαθήματα δεν έχω περάσει»
«Μάλιστα» είπε ο Ανδρέας. «Και δεν μου λες… με την ψωλή πώς τα πας;»
Ο Πέτρος γέλασε έντονα, αν και του φάνηκε κάπως αδιάκριτη η πρωτοβουλία του Ανδρέα να ρωτήσει τέτοιο πράγμα μετά από τόσο καιρό που είχαν να ειδωθούν.
«Ε… και σε αυτό το μέτωπο έχουμε απραξία τον τελευταίο καιρό» σχολίασε τελικά αστειευόμενος.
«Γιατί ρε έτσι;» ρώτησε ο Ανδρέας.
«Ε… χώρισα με τη δικιά μου το καλοκαίρι οριστικά» απάντησε ο Πέτρος.
«Την Χριστίνα δεν λες;» ρώτησε ο Αντρέας που έδειξε να τη θυμάται, αν και την γνώριζε ελάχιστα, κι αυτό μέσω του Πέτρου.
«Ναι…» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Εσείς απ’ ό,τι θυμάμαι ήσασταν μαζί για πολύ καιρό» σημείωσε ο Ανδρέας. «Πόσα χρόνια τα είχατε;»
«8 χρόνια συνολικά…» απάντησε ο Πέτρος.
«8 χρόνια!» φώναξε έντρομος ο Ανδρέας, συμπληρώνοντας: «Και ρε μαλάκα, δεν την παντρεύτηκες;» για να εισπράξει την απάντηση από τον Πέτρο: «Όχι μόνο δεν την παντρεύτηκα, αλλά γύρισε στο χωριό της και αρραβωνιάστηκε ένα μαλάκα!»
«Πλάκα κάνεις!» φώναξε τότε ο Ανδρέας.
«Και μάντεψε τι δουλειά κάνει αυτός ο μαλάκας!» συνέχισε ο Πέτρος.
Ο Ανδρέας έδειξε να παραξενεύεται.
«Ξέρω γω;» είπε, «Μπάτσος;»
«Κοντά έπεσες!» απάντησε ο Πέτρος. «Καραβανάς!»
«Α’ στο διάολο!» αποκρίθηκε ο Ανδρέας.
«Άσε με εμένα τώρα» είπε ο Πέτρος που έδειξε ότι η αναμόχλευση παλιών υποθέσεων δεν του ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη υπόθεση, «εσύ πώς τα πας;»
«Με τη σχολή ή με την ψωλή;» ρώτησε ο Ανδρέας.
Ο Πέτρος γέλασε αλλά πριν προλάβει να απαντήσει, ο Ανδρέας πήρε και πάλι το λόγο και είπε: «Με την ψωλή κι εγώ λίγα πράγματα. Με τη σχολή όμως τα πάω καλά. Ξεμπερδεύω και με το μεταπτυχιακό τώρα...»
«Πολύ ωραία» έκανε ενθουσιασμένος ο Πέτρος, «και σε τι είναι το μεταπτυχιακό;»
«Στα εφαρμοσμένα μαθηματικά» απάντησε ο Ανδρέας. «Διαφορικές Εξισώσεις, Δυναμικά Συστήματα, Θεωρία του Χάους και δε συμμαζεύεται. Άσε σου λέω, το αντικείμενο είναι όνομα και πράγμα, «χάος», καμία σχέση με τα τετριμμένα μαθηματικά. Αλλά γουστάρω τρελά…»
«Και πότε λες να τελειώνεις με το καλό;» ρώτησε εκ νέου ο Πέτρος.
«Βασικά θα έπρεπε να είχα τελειώσει εδώ και καιρό» εξήγησε ο Ανδρέας, «Μου έχει μείνει μόνο η διπλωματική την οποία την έχω σχεδόν έτοιμη, αλλά ο καθηγητής μου τον παίζει ασυστόλως και δεν μπορεί να αφιερώσει μια μέρα να του δείξω τι έχω κάνει! Συνέχεια κλείνουμε ραντεβού για μετά από ένα μήνα, και έχει περάσει ένα εξάμηνο έτσι! Από το καλοκαίρι τραβιέμαι με τον μαλάκα!»
Ο Πέτρος κούνησε το κεφάλι του με συγκατάβαση για τον μπελά που τυραννούσε το φίλο του.
«Δουλεύεις παράλληλα πουθένα;» τον ρώτησε στη συνέχεια.
«Ναι, σε ένα φροντιστήριο στα Πετράλωνα» αποκρίθηκε ο Ανδρέας, «Έχω και μπόλικα ιδιαίτερα δεξιά αριστερά, τρία από αυτά στην Εκάλη…»
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε.
«Ξεπουλήθηκες στο κεφάλαιο σύντροφε;» ανέφερε τότε χαριτολογώντας.
«Εννοείται!» απάντησε επίσης χαριτολογώντας ο Ανδρέας, «Και να ‘ξερες μόνο πόσο καλά πληρώνει το κεφάλαιο… 50 ευρώ παίρνω κι από τους τρεις ακατέβατα!»
«Αυτά είναι…» σχολίασε ο εκπλαγείς Πέτρος.

Ο Ανδρέας ήταν πραγματικά μια σπάνια περίπτωση συντρόφου. Πέρα από το αντιγραφειοκρατικό του μένος εναντίον κομμάτων, φοιτητικών παρατάξεων και καθηγητικού κατεστημένου, φημολογούνταν επίσης ότι ήταν από τους καλύτερους φοιτητές στο Μαθηματικό. Είχε ωστόσο καθυστερήσει για καιρό τις σπουδές του δουλεύοντας δεξιά κι αριστερά, προκειμένου να συντηρεί την άρρωστη μάνα του στο Κερατσίνι, με την οποία εξακολουθούσε να μένει μαζί, και δεν σκεφτόταν να εγκαταλείψει ποτέ, ειδικά μετά από το θάνατο του συνταξιούχου ναυτεργάτη πατέρα του πριν από 5 χρόνια. Η στάση ζωής του Ανδρέα έκανε τον Πέτρο να τρέφει ιδιαίτερο θαυμασμό γι’ αυτόν, και ο οποίος φυσικά δεν ήταν ο μόνος από την ακομμάτιστη αριστερά που τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε. Βέβαια, η κομματικοποιημένη αριστερά, μπροστά σε κάτι τέτοια αγνά φαινόμενα που διαφοροποιούνται από τη συντεχνιακή της λογική και χαλάνε την οργουελική της ομοιομορφία, ενεργοποιούσε τα σταλινικά αντανακλαστικά της, και χαφιέ της Ασφάλειας τον ανέβαζε, εγκάθετο του Υπουργείου Παιδείας τον κατέβαζε.

«Φαντάρος πήγες;» ρώτησε στη συνέχεια ο Πέτρος.
«Ναι, πρόπερσι» απάντησε ο Ανδρέας. «Έκανα 9 μήνες ως προστάτης οικογένειας, ούτε που κατάλαβα πότε πέρασαν»
«Μάλιστα…» μουρμούρισε ο Πέτρος. «Εσύ πώς από δω;»
«Είχα πάει μια βόλτα στην Τσαμαδού πιο κάτω, να δω κάτι φίλους…» εξήγησε ο Ανδρέας. «Εσύ από τη σχολή έρχεσαι;»
«Μπα» απάντησε ο Πέτρος, «ήμουνα στην πανεκπαιδευτική πορεία. Πριν από λίγο τελείωσε»
Ο Ανδρέας κατσούφιασε απότομα. Ο Πέτρος τον κοίταξε με απορία, μην μπορώντας να αντιληφθεί για ποιο λόγο άλλαξε έτσι ξαφνικά η όψη του.
«Καλά. ρε Πέτρο» πήρε το λόγο τότε ο Ανδρέας, «ακόμα μ’ αυτές τις μαλακίες ασχολείσαι;»

Το σοκ για τον Πέτρο απ’ αυτά που μόλις άκουσε ήταν πραγματικά μεγάλο. Πώς μπορούσε να λέει ο Ανδρέας κάτι τέτοιο, τη στιγμή που ήταν αναμφισβήτητα μια από τις πιο αγνές περιπτώσεις αριστερών που είχε ποτέ γνωρίσει; Μήπως απογοητεύτηκε τόσο πολύ από την φθίνουσα πορεία του κινήματος και να αποφάσισε τελικά να συμβιβαστεί; Μήπως η θέση του ως μεταπτυχιακός φοιτητής τον έκανε να νιώθει ανώτερος από τους προπτυχιακούς και να κοιτάζει αφ’ υψηλού τον αγώνα τους; Ή μήπως τα 50ευρα από τα ιδιαίτερα στην Εκάλη να τον γλύκαναν και να τον έκαναν να απεμπολήσει την ταξική του καταγωγή και ιδεολογία;

«Γιατί είναι μαλακίες;» ρώτησε τελικά ο Πέτρος με απορία.
«Ε ρε Πέτρο» απάντησε βαριεστημένα ο Ανδρέας, «νόμιζα ότι μεγάλωσες πια…»

Ο Πέτρος δεν ήξερε τι να πει. Υπάρχει περίπτωση ο Ανδρέας να διέγραψε τόσο εύκολα την αριστερή του ιδεολογία και να ενστερνίστηκε αυτήν της απάθειας; Μα προηγουμένως, όταν ο Πέτρος του είπε περιπαικτικά ότι ξεπουλήθηκε στο κεφάλαιο, εκείνος γέλασε, που αν ήταν απαθής ή δεξιός σίγουρα δεν θα καταλάβαινε το αστείο. Αλλά και πιο πριν, αναφερόμενος στο επάγγελμα του αρραβωνιαστικού της Χριστίνας, έδειξε με τα λεγόμενά του να θεωρεί το επάγγελμα του μπάτσου αλλά και του καραβάνα ως κάτι αποκρουστικό. Κατά συνέπεια, έδειξε να αποδοκιμάζει τους δύο ένοπλους βασικούς μηχανισμούς της αστικής τάξης για την καθυπόταξη των ταξικών αντιπάλων της, την Αστυνομία και το Στρατό. «Δεν μπορεί, πλάκα θα μου κάνει τελικά» σκέφτηκε ο Πέτρος, και είπε να μη δώσει συνέχεια στο θέμα.

«Δεν έρχεσαι σπίτι μου για ένα καφέ να τα πούμε αναλυτικά;» τον ρώτησε λοιπόν ο ήρωάς μας, συμπληρώνοντας: «Εδώ δίπλα μένω, αν θυμάσαι…»
«Ναι, κάτι σαν να θυμάμαι» έκανε ο Ανδρέας καθώς εν των μεταξύ έβαζε μπρος τη μηχανή του και φορούσε το κράνος του, «Θα ‘ρχόμουνα ρε γαμώτο, αλλά έχω μάθημα στο φροντιστήριο σε λίγο, και πρέπει να την κάνω»
«Το κινητό σου είναι το ίδιο ή έχεις αλλάξει;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Το ίδιο είναι» απάντησε ο Ανδρέας. «Το δικό σου;»
«Το ίδιο κι αυτό» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Ωραία!» σχολίασε ο Ανδρέας, «θα σε πάρω την άλλη βδομάδα γιατί αυτή τη βδομάδα πνίγομαι στη δουλειά. Θα κάτσεις Αθήνα έτσι;»
«Λέω να πάω Χαλκίδα αύριο να δω τους δικούς μου για λίγες μέρες και μετά να γυρίσω» απάντησε ο Πέτρος.
«ΟΚ, τότε πάρε εσύ τηλέφωνο όποτε γυρίσεις στην Αθήνα…» ήταν τα τελευταία λόγια του Ανδρέα και οι δυο φίλοι αποχωρίστηκαν, με τον Πέτρο να παραμένει όμως με την απορία τι εννοούσε ο Ανδρέας αποδίδοντας το χαρακτηρισμό «μαλακίες» στο φοιτητικό κίνημα.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, ο Πέτρος είχε ξεχάσει τελείως το μήνυμα της Ράνιας και αναλογίζονταν αυτά που του είπε ο Ανδρέας. Δεν πρόλαβε όμως να αναλογιστεί και πολύ, καθώς το κινητό του άρχισε να χτυπά δαιμονισμένα. Η δε αναγνώριση κλήσης έγραφε ‘Μάνα’.
«Έλα μάνα…» είπε ο Πέτρος απαντώντας στην κλήση.
«Πέτρο αγόρι μου πού είσαι;» ήταν τα πρώτα λόγια της μάνας του.
«Σπίτι είμαι» απάντησε ο Πέτρος.
«Δεν είσαι στο πανεπιστήμιο;» ρώτησε τότε η μάνα του.
Ο Πέτρος έδειξε να τσαντίζεται.
«Χέσε μας ρε μάνα κι εσύ και το πανεπιστήμιό σου!» της φώναξε. «Άμα γουστάρω θα πάω!»
«Πέτρο αγόρι μου» αποκρίθηκε με τρεμάμενη φωνή η μάνα του, «γιατί μου φωνάζεις; Τι σου έχω κάνει και μου μιλάς έτσι;»
«Απλά κάθε τόσο και λιγάκι μου σπας τα νεύρα!» εξήγησε πιο ψύχραιμος ο Πέτρος συμπληρώνοντας με νόημα: «Και πραγματικά σκέφτομαι να μην έρθω καθόλου Χαλκίδα τα Χριστούγεννα!»
«Όχι Πέτρο!» φώναξε τότε η μάνα του, «Μην μου το κάνει αυτό! Δεν πρόκειται να σου ξαναπώ τίποτα! Πρέπει να έρθεις όμως στη Χαλκίδα για Χριστούγεννα. Ξέρεις, χτες ο παππούς σου έκανε εξετάσεις και έδειξαν ότι δεν είναι καλά…»
Ο Πέτρος κοκάλωσε. Για τον παππού του, που είχε κιόλας το ίδιο όνομα μ’ αυτόν, έτρεφε μεγάλη αγάπη και εκτίμηση, όχι μόνο για το γεγονός ότι πέρασε τα παιδικά του χρόνια ακούγοντας ιστορίες στα γόνατά του και πηγαίνοντας περίπατους μαζί του, αλλά κυρίως γιατί ήταν αριστερός και στα νιάτα του είχε αγωνιστεί στο πλευρό της αντίστασης, εισπράττοντας πλήθος διώξεις, εξορίες, βασανιστήρια και φυλακές από τις κυβερνήσεις της Δεξιάς και τη Χούντα. Ο οργανισμός του όμως είχε τόσο πολύ καταπονηθεί από τα αλλεπάλληλες κακουχίες, που πλέον, στα 86 του, έδειχνε σημάδια κάμψης.
«Μάνα, μου κρύβεις τίποτα;» φώναξε τότε ο Πέτρος, κάνοντας το μυαλό του διάφορες απαισιόδοξες σκέψεις.
«Όχι Πέτρο» αποκρίθηκε η κυρα-Μαρία, «τίποτα δεν σου κρύβω. Απλά η υγεία του δεν είναι καθόλου καλή τώρα τελευταία»
Ο Πέτρος έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. Θα ήταν ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα για την εύθραυστη ψυχολογία του να έχανε τον παππού του. Ένιωθε πώς τις δύσκολες ώρες γι’ αυτόν, θα έπρεπε τουλάχιστον να ήταν κοντά του.
«Εντάξει μάνα, αύριο πρωί πρωί κιόλας ξεκινώ» είπε τελικά στη μάνα του, συμπληρώνοντας: «Κλείνω τώρα γιατί μου τελειώνει η μπαταρία». Φυσικά  επρόκειτο για μια ψεύτικη δικαιολογία για να κλείσει το τηλέφωνο, μιας και η συνομιλία του μαζί της τον είχε κουράσει αλλά και στενοχωρήσει.

Πλέον, ο Πέτρος εκτός από τη Ράνια είχε ξεχάσει τελείως και τον Ανδρέα, και τα όσα είχαν συζητήσει προηγουμένως. Η μόνη του έγνοια ήταν η υγεία του παππού του, η οποία αν και τα τελευταία χρόνια δεν ήταν ιδιαίτερα σταθερή, ποτέ ξανά δεν είχε ακούσει όπως τώρα ότι δεν είναι καθόλου καλή. Από προσωπικό χρέος και μόνο, ένιωθε ότι έπρεπε να φύγει για Χαλκίδα το συντομότερο δυνατόν…

Δεν υπάρχουν σχόλια: