ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Ήταν 7 το απόγευμα, μια κρύα και βροχερή μέρα του Νοέμβρη, και ο Πέτρος γύριζε σπίτι από το πανεπιστήμιο με τα πόδια.

Όχι, δεν είχε ανέβει στη σχολή του να παρακολουθήσει κάποιο μάθημα. Ήταν επαναστάτης και δεν τον ένοιαζαν αυτά· εδώ και νιοστό αριθμό ετών χρωστούσε νιοστό αριθμό μαθημάτων.

Είχε ανέβει απλά για αγκιτάτσια. Είχε ξυπνήσει κατά τις 12 το πρωί όπως όλοι οι αληθινοί φοιτητές, είχε ντυθεί άρον-άρον με κάτι ρούχα που είχαν καιρό να πλυθούν, όπως και ο ίδιος, και είχε πάει με το λεωφορείο στο πανεπιστήμιο, όπου κάθισε με τις ώρες και ανέλυε λεπτά ιδεολογικά ζητήματα της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού με συντρόφους του. Κατά τις 7, αφού είχαν φύγει όλοι, είπε να φύγει κι αυτός γιατί πλέον δεν είχε ακροατήριο.

Καθώς ο Πέτρος περπατούσε προς το σπίτι του, γιατί του είχαν τελειώσει τα λεφτά και δεν καταδεχόταν να παρακαλέσει κανένα μικροαστό συμφοιτητή του να του δανείσει χρήματα για εισιτήριο, καθώς λοιπόν περπατούσε, βασανιστικές σκέψεις πολιορκούσαν το μυαλό του· προσπαθούσε να αποσαφηνίσει τη σχέση κράτους-κεφαλαίου. Αυτό που πάντα τον απασχολούσε ήταν το ποιο από τα δύο γεννάει το άλλο, το κράτος ή το κεφάλαιο. Σαν μαρξιστής είχε δεχτεί απόλυτα ότι το κράτος δεν είναι παρά το όργανο της εκμεταλλεύτριας τάξης για την καταπίεση των εκμεταλλευόμενων τάξεων. Κατά συνέπεια, και ειδικεύοντας στην ιστορική βαθμίδα του καπιταλισμού, το κράτος είναι δημιούργημα του κεφαλαίου, άρα το κεφάλαιο γέννησε το κράτος. Πολύ ωραία ως εδώ, είπε μέσα του. Αλλά στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, σκέφτηκε, πώς γίνεται και το κράτος το σοβιετικό, που κατά γενική ομολογία δεν ήταν αυθεντικό εργατικό κράτος, δημιούργησε κεφάλαιο; Ή μήπως δεν ήταν κεφάλαιο αυτό που δημιούργησε, γιατί πολύ απλά η γραφειοκρατία δεν ήταν αυτόνομη τάξη όπως έλεγε ο Μπετελέμ και ο Καστοριάδης, παρά απλώς ένα παρασιτικό στρώμα; Και μετά την παλινόρθωση του καπιταλισμού, το κεφάλαιο πώς ξεπήδησε; Πώς έγινε η πρωταρχική συσσώρευσή του και κυρίως πότε;

Είχε αρχίσει να τα χάνει, ώσπου θυμήθηκε ότι ο σύντροφος Μάριος από την ΠΚΣ, που παλιότερα τον είχε προσεγγίσει για να τον βάλει στο ψηφοδέλτιο και τον είχε ζαλίσει για μήνες στα τηλέφωνα, του είχε πει κάποτε με μια δόση αρτηριοσκληρωτικού δογματισμού και επαναστατικής αποφασιστικότητας: «Σύντροφε, μην τα σκέφτεσαι όλα αυτά, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Η ΕΣΣΔ ήταν το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου που σύμφωνα με τους κλασικούς του μαρξισμού είχε μπει σε μια διαδικασία απονέκρωσης ενώ επίσης κεφάλαιο δεν υπήρχε παρά μόνο συγκεντρωποιημένα μέσα παραγωγής»

Τα λόγια αυτά του Μάριου λειτούργησαν σαν καταπραϋντικό για το κουρασμένο μυαλό του Πέτρου. Δεν μπορούσε άλλο να σπάει το κεφάλι του με λεπτά θεωρητικά ζητήματα, και αποφάσισε λοιπόν να υιοθετήσει προσωρινά την ορθόδοξη κομμουνιστική άποψη.

Δεν πρόλαβε όμως να λήξει το ζήτημα οριστικά, και στον κόσμο του καθώς ήταν, έπεσε με δύναμη πάνω σε μια κοπέλα που περπατούσε κι αυτή στο πεζοδρόμιο, προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση. Για κακή της τύχη, κρατούσε φακέλους με σημειώσεις και βιβλία στα χέρια της που με την σύγκρουση πέσανε κάτω στο λασπωμένο δρόμο. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός που πήρε τις σημειώσεις και τις έστειλε στο διάολο, ενώ ένα φορτηγό που περνούσε από δίπλα πάτησε και ξέσκισε ένα βιβλίο που έπεσε στο δρόμο.

«Δεν προσέχεις που πηγαίνεις ρε ηλίθιε; Μου κατέστρεψες τα βιβλία και τις σημειώσεις!» του είπε αγριεμένη η γκόμενα, φοιτήτρια απ' ότι αποδείχτηκε.
Ο Πέτρος ατάραχος της απάντησε με το γνωστό δηκτικό του τρόπο: «Ήταν καιρός να διαπιστώσεις ιδίοις όμμασι την ουτοπία της αστικής εκπαίδευσης και να αποδεσμευτείς από τη διαδικασία αυτή. Κανονικά αντί να με βρίζεις, θα έπρεπε να με ευγνωμονείς»

Η γκόμενα τα ‘παιξε και δεν είχε τι να πει. Άκουγε πρώτη φορά τις λέξεις «ουτοπία», «αστική εκπαίδευση» και «ιδίοις όμμασι». Είχε την αίσθηση ότι σκόνταψε μπροστά σε ένα διανοούμενο. Η ίδια ήταν προφανώς ένα φοιτητάκι του συρμού, που δεν είχε διαβάσει κανένα άλλο βιβλίο πλην αυτών της σχολής της και ξημεροβραδιάζονταν στις τρέντυ φοιτητικές καφετέριες με φίλες της συζητώντας τις τελευταίες αποχωρήσεις από τα ριάλιτυ.

Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ο Πέτρος ξαναπήρε το λόγο και με περισσή αγένεια και θράσος της είπε: «Άκου να δεις κοπελιά, εγώ τις συγκρούσεις τις αντιμετωπίζω με ικανοποίηση. Οι συγκρούσεις είναι αυτές εξάλλου που κινούν την ιστορία. Η πάλη και η σύγκρουση των αντιθέτων, οδηγεί είτε σε δημιουργικές συνθέσεις είτε στην καταστροφή των αντιθέτων αυτών και στη δημιουργία νέων καταστάσεων και δυναμικών»

Η γκόμενα τα ‘χασε. Άρχισε να βογκάει και να χύνει από ηδονή. Ο Πέτρος όμως, ασυγκίνητος, προσπάθησε την επαναφέρει στη σκληρή πραγματικότητα.
«Άσε μας ρε κοριτσάκι» της είπε, «πήγαινε άσκησε τα εικονικά δημοκρατικά σου δικαιώματα ψηφίζοντας στα τηλε-ριάλιτυ και δέξου την καταστρατήγηση των κανονικών πολιτικών σου δικαιωμάτων από τη δικτατορία με κοινοβουλευτικό προσωπείο για την οποία αποκτάς δικαιώματα ψήφου κάθε 4 χρόνια» και λέγοντας αυτά, ξεκίνησε να διασχίζει το δρόμο για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο που βρισκόταν το σπίτι του, βυθιζόμενος εκ νέου στις σκέψεις του για το θεωρητικό ζήτημα της σχέσης κράτους-κεφαλαίου.

Η γκόμενα τώρα τα ‘χε χάσει τελείως. Αυτή τη φορά είχε ακούσει ακόμα πιο πολλές άγνωστες λέξεις. Δεν ήξερε τι της συνέβαινε, αλλά ένιωσε μια ακατανίκητη έλξη προς τον ήρωά μας, ίσως από ανάγκη να μην αφήσει αναπάντητη αυτή την πνευματική δοκιμασία στην οποία άθελά του την υπέβαλε. Αμέσως, χωρίς να λογαριάζει τη βροχή και φωνάζοντας δυνατά «Μη φεύγεις!» έκανε να διασχίσει το δρόμο να προλάβει τον μεγάλο λειτουργικό διανοούμενο Πέτρο που την είχε συνεπάρει.

Δυστυχώς όμως, την ώρα που διέσχιζε το δρόμο, ένας διανομέας πιτσών έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα στη βροχή για να προλάβει να παραδώσει την παραγγελία των ασυνείδητων μικροαστών που με τέτοιο παλιόκαιρο αντί να τηγανίσουν κάνα αυγό και να ξεγελάσουν την πείνα τους, παρήγγειλαν πίτσες θέτοντας σε κίνδυνο τους συντρόφους προλετάριους ντελιβεράδες, και η κοπέλα διαμελίστηκε σε χίλια κομμάτια. Ήταν η εκδίκηση της εργατικής τάξης στο πρόσωπο μιας τυχούσας μικροαστής που δεν έφταιγε άμεσα η ίδια, αλλά πλήρωσε για τις αμαρτίες της κοινωνικής της τάξης. Ήταν επίσης μια απόδειξη του πώς ένας επαναστάτης φοιτητάριος και ένας προλετάριος του τριτογενή τομέα μπορούν άψογα να συνεργαστούν για να επιτύχουν ένα γερό πλήγμα στον καπιταλισμό και το εποικοδόμημά του. Ήταν, τέλος, και μία σύγκρουση στην οποία δεν είχαμε δημιουργική σύνθεση των αντιθέτων, αλλά την καταστροφή και των δύο αντιθέτων αυτών.

Ο Πέτρος είχε τόσο πολύ απορροφηθεί στις σκέψεις του που ούτε που άκουσε το ‘ΣΠΛΑΤΣ’ από το διαμελισμό της κοπέλας και ούτε καν αντιλήφθηκε τα εντόσθια και τα μυαλά της που εκτινάχθηκαν με δύναμη από την σύγκρουση πάνω στο ξεφτισμένο χιλιοχρονίτικο μπλουτζίν μπουφάν του. «Πώς και πότε ακριβώς προέκυψε το κεφάλαιο στην ΕΣΣΔ και ποιος ήταν ο ρόλος του κράτους στη δημιουργία του;» συνέχισε να αναρωτιέται, ενώ αποφάσισε μόλις φτάσει στο σπίτι, να μελετήσει εκ νέου διεξοδικά την ‘Προδομένη Επανάσταση’ του Τρότσκι, μήπως και βρει απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα που τον βασάνιζαν...

* * *

Η ώρα με τα πολλά είχε φτάσει 8μιση. Ο Πέτρος ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε στο διαμέρισμά του. Η κατάσταση του διαμερίσματος ήταν τραγική. Παντού πεταμένα βιβλία, εφημερίδες και έντυπα του ακροαριστερού και αντιεξουσιαστικού χώρου τα οποία συνέλεγε με μανία, ρούχα άπλυτα και ψίχουλα στα οποία κάνανε πλιάτσικο μοχθηρές κατσαρίδες, αράχνες και άλλα συμπαθή ζωύφια. Ο Πέτρος ευθύς αμέσως άρπαξε ένα φτυάρι που είχε εύκαιρο για τέτοιες περιπτώσεις και άρχισε να ανοίγει δρόμο.

Καθώς προχωρούσε βιαστικά προς τη βιβλιοθήκη δεν πρόσεξε και σκόνταψε πάνω στην κατσαρόλα με τα μουχλιασμένα μακαρόνια που είχε μαγειρέψει πριν ένα μήνα, και την οποία είχε ακουμπήσει στο πάτωμα για να τοποθετήσει στο μάτι της κουζίνας μια στοίβα με άπλυτα πιάτα, μιας και ο νιπτήρας ήταν γεμάτος με άπλυτα πιάτα εδώ και τρεις μήνες. Η πτώση από την πρόσκρουση ήταν δραματική και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα, όπου χτύπησε με το κεφάλι πάνω σε ένα βιβλίο. Και όμως, η θεά τύχη προνόησε για το σύντροφο Πέτρο, μιας και το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η ‘Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους’ του Ένγκελς. «Θαύμα!» σκέφτηκε, «Και αυτό το βιβλίο θα με βοηθήσει να κατανοήσω βαθύτερα το ζήτημα του κράτους και της σχέσης του με το κεφάλαιο!»

Ωστόσο, ο αρχικός σκοπός του ήταν να βρει την ‘Προδομένη Επανάσταση’ του Τρότσκι και σαν γνήσιος επαναστάτης και πολέμιος του οπορτουνισμού, δεν αναθεωρούσε ποτέ τους αρχικούς στόχους του. Έτσι λοιπόν βάλθηκε να αναζητήσει το βιβλίο αυτό μέσα στο σπίτι.

Ο Πέτρος έριξε μια ματιά στη βιβλιοθήκη του η οποία κυριολεκτικά έσφυζε από βιβλία μαρξιστικού περιεχομένου. Όμως πουθενά η Προδομένη Επανάσταση. Έψαξε στον καναπέ, έψαξε στο κρεβάτι, τίποτα. Έψαξε στο μπάνιο, μήπως την είχε πάρει να τη διαβάσει κάποια φορά που είχε πάει για χέσιμο, αλλά κι εκεί τίποτα. Βρήκε άλλα έντυπα στο μπάνιο βέβαια, όπως μια μελέτη της ΚΟΕ για την καμποτζιανή επανάσταση υπό τον Πολ Ποτ που εξυμνούσε τις εκτελέσεις από το καθεστώς όσων φορούσαν γυαλιά ή δεν είχαν ζαρωμένα χέρια, και ένα παμπάλαιο μηνιαίο περιοδικό του ΣΕΚ, ‘Σοσιαλισμός από τα Πίσω’, που έκανε ολόκληρη ανάλυση για ποιο λόγο η εργατική τάξη της Ευρώπης μετά τις εκλογικές νίκες των σοσιαλιστών Μπλερ, Ντ’ Αλέμα, Σρέντερ και Σημίτη διεκδικεί με αξιώσεις την εξουσία – ό,τι πρέπει για χέσιμο ομολογουμένως, ειδικά όταν του τέλειωνε το χαρτί υγείας.

Ξαφνικά του ήρθε μια αναλαμπή· το βιβλίο το είχε τελικά δανείσει στο συμφοιτητή, φίλο και σύντροφο πάνω από όλα, Χρήστο. Ο Χρήστος ήταν πρωτοετής στην ίδια σχολή με τον Πέτρο, και είχε δανειστεί το σχετικό βιβλίο για να εμπλουτίσει τις φτωχές προς το παρόν μαρξιστικές του γνώσεις. Αμέσως ο Πέτρος άρπαξε το τηλέφωνο να καλέσει το Χρήστο αλλά διαπίστωσε ότι του το ‘χαν για πολλοστή φορά κόψει επειδή είχε αφήσει απλήρωτο το λογαριασμό. Πήγε να τον πάρει από το κινητό, αλλά δεν είχε, ως συνήθως, μονάδες. Ε τι να έκανε, θα πήγαινε ο ίδιος να τον βρει σπίτι του. Ήπιε λίγο νερό από το βρύση με το στόμα, γιατί τα ποτήρια ήταν άπλυτα κι αυτά, και έφυγε με κατεύθυνση το σπίτι του Χρήστου που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα.

Όταν ο Πέτρος βγήκε έξω στο δρόμο, η βροχή είχε ήδη κοπάσει. Καθώς περπατούσε λοιπόν προς το σπίτι του Χρήστου, είδε έναν παπά που έδινε το χέρι του στον κόσμο να το φιλήσει. Αυτομάτως ο ήρωάς μας αναρωτήθηκε δύο πράγματα: Μήπως ο παπάς αυτός ήταν εφημέριος σε κατηχητικό και είχε βάλει το χέρι του πιο πριν σε κάνα κώλο αγοριού ή μήπως ήταν μεταμφιεσμένος ο Τζίμης Πανούσης και μοίραζε ευλογίες αφιλοκερδώς, σπάζοντας το μονοπώλιο των επαγγελματιών κληρικών που κοστολογούν πέντε ευρώ τουλάχιστον κάθε ευλογία;

Τα επιφανειακά ερωτήματα αυτά όμως δεν επισκίασαν το θεμελιώδες ζήτημα που ανέκυψε στο μυαλό του βλέποντας τον παπά. Ήταν το ζήτημα των συμμαχιών που έπρεπε να κάνει η εργατική τάξη. Με ποιους πρέπει λοιπόν να συμμαχήσει η εργατική τάξη για να καταλάβει την εξουσία; Ο Λένιν είχε πει ότι μπορούμε να συμμαχήσουμε ακόμα και με το διάβολο. Άρα μήπως έχει δίκιο ο σύντροφος Καραμπελιάς που ζητάει να συμμαχήσουμε όχι με το διάβολο, αλλά με το Θεό, δηλαδή την Ορθόδοξη Εκκλησία; Μήπως όμως πεταχτεί τότε ο Μαρξ από τον τάφο του στο Χάιγκέιτ στο Λονδίνο και πει «Σύντροφοι, μην τον ακούτε τον καιροσκόπο το Λένιν, τις ίδιες μαλακίες έκανε και ο Λασάλ όταν συμμαχούσε με τη φεουδαρχική τάξη και τους μοναρχικούς για να χτυπήσει τον καπιταλισμό και πήγε το κίνημα όχι δύο αλλά πενήντα δύο βήματα πίσω»;

Ωστόσο, οι υποψήφιοι σύμμαχοι της εργατικής τάξης δεν είναι μόνο οι φεουδάρχες. Είναι και τα διάφορα χαμηλά στρώματα της αστικής τάξης, η αγροτιά, το φοιτηταριάτο. Είναι και οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, οι οικολόγοι, οι φεμινίστριες, οι γκέι, οι ζωόφιλοι, οι χασικλήδες, τα πρεζάκια, οι μεταλλάδες, τα πανκιά, οι έγκλειστοι στις φυλακές, οι έγκλειστοι στα ριάλιτυ… Οι έγκλειστοι στα ριάλιτυ… Ίσως τελικά οι παίχτες που συμμετείχαν στα ριάλιτυ να είναι θύματα του συστήματος, και όχι μέρος του. Ίσως τελικά να μην είναι τίποτα παραπάνω από εργαζόμενοι στο χώρο του θεάματος, αφού παράγουν θέαμα και αυτοξεφτιλίζονται χωρίς να πληρώνονται καθόλου, απλά έχουν εξασφαλισμένη διαμονή και φαγητό, ίσα-ίσα δηλαδή που καταφέρνουν να αναπαράγουν την εργατική τους δύναμη. Όντως, οι παραγωγοί καρπώνονται τρελά ποσοστά υπεραξίας από την άμισθη εργασία των παικτών. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για μια εξελιγμένη μορφή δουλείας. Άραγε τι να έλεγε ο Μαρξ για το θέμα αν ζούσε σήμερα; Θα υποστήριζε το σκληρά αυτό εργαζόμενο και αυτοξεφτιλιζόμενο προλεταριάτο; Το λεγόμενο τηλεοπτικό προλεταριάτο… Ο Πέτρος ήταν περήφανος για τον νεολογισμό τον οποίο μόλις εφηύρε. ‘Τηλεοπτικό προλεταριάτο’. Εκείνη τη στιγμή προσπέρασε μια αφίσα του Νίνο σε μια μεταλλική πινακίδα, νιώθοντας ένα ρίγος από συμπάθεια και οίκτο προς το πρόσωπο του αμφιλεγόμενου καλλιτέχνη…

Με τα πολλά, ο Πέτρος είχε φτάσει στο σπίτι του Χρήστου…

* * *

Ο Πέτρος χτύπησε βιαστικά το κουδούνι του Χρήστου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δεν πήρε απάντηση όμως.
«Θα κοιμάται λογικά ή θα έχει δυνατά την τηλεόραση και δεν θα ακούει» είπε μέσα του.
Ξαναχτύπησε. Καμία απόκριση και πάλι.
«Ρε μπας και είναι στο μπάνιο και μου ρίχνει χριστοπαναγίες τώρα που τον σηκώνω να μου ανοίξει;» σκέφτηκε.

Ξαναχτύπησε το κουδούνι, πιο επίμονα αυτή τη φορά. Τίποτα και πάλι. «Πού να είναι ο μαλάκας ο Χρήστος;» σκέφτηκε. Πάλι στο ίντερνετ καφέ θα ήταν και θα ‘παιζε Counter-Strike με άλλους καμένους πρωτοετείς, αντί να έκανε κάτι δημιουργικό. Και τι θα ήταν καλύτερο να έκανε δηλαδή; Να πήγαινε στις τρέντυ καφετέριες, να ακουμπούσε στο τραπέζι το τελευταίας τεχνολογίας κινητό και τα κλειδιά του αυτοκινήτου που του πήρε δώρο ο μπαμπάς επειδή μπήκε στο πανεπιστήμιο, και να πούλαγε μούρη στα γκομενάκια στα δίπλα τραπέζια; Χίλιες φορές Counter-Strike. Άσε που δεν είχε ούτε αμάξι ούτε τελευταίας τεχνολογίας κινητό.

Χτύπησε για τελευταία φορά το κουδούνι, παρατεταμένα τώρα, για 5 δευτερόλεπτα σερί. Μάταια όμως. Έκανε λοιπόν να φύγει, αλλά εκείνη τη στιγμή μια ηλικιωμένη γυναίκα έβγαινε από την πολυκατοικία. Ο Πέτρος βρήκε ευκαιρία και μπήκε μέσα από την ανοιγμένη πόρτα. Όμως η ηλικιωμένη γυναίκα τον σταμάτησε και τον ρώτησε με αδιακρισία: «Πού πάτε κύριε;»
«Ορίστε;» απάντησε ξαφνιασμένος ο Πέτρος.
«Λέω πού πάτε» τον ξαναρώτησε η γριά.
«Πάω να δω ένα φίλο μου στην πολυκατοικία» απάντησε ο Πέτρος προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει από τη γριά που τον μαρκάριζε με σκληρό μαν-του-μαν.
Η γριά όμως συνέχισε την ανάκριση.
«Ποιος είναι ο φίλος σας;» τον ρώτησε.
«Ο Χρήστος που μένει στον 5ο όροφο, τον ξέρετε;» εξήγησε ο Πέτρος συγκρατώντας την ψυχραιμία του.
«Και βέβαια τον ξέρω» αποκρίθηκε η γριά. «Είμαι η σπιτονοικοκυρά του. Στην πολυκατοικία, κύριε, μαζεύονται πολλά άτομα που κάνουν φασαρία και ζημιές στο ασανσέρ, και πρέπει να προσέχουμε. Και πολλοί από αυτούς είναι φίλοι του Χρήστου. Μαζεύονταν παλιά και αλλοδαποί, γιατί στον πρώτο έμενε ένας Αλβανός, και πίνανε μπύρες και πετούσαν τα μπουκάλια έξω στο διάδρομο και βρώμιζαν την πολυκατοικία! Ευτυχώς η γενική συνέλευση των ενοίκων στην πολυκατοικία έχει απαγορεύσει τη διαμονή και την είσοδο αλλοδαπών στην πολυκατοικία!»

Ο Πέτρος σάστισε, γιατί έπεσε πάνω σε μια γνήσια εκπρόσωπο της αντιδραστικής μικροαστικής τάξης μέσω της οποίας γινόταν μάρτυρας όχι μόνο του χάσματος γενεών αλλά και ακραίων συμπεριφορών ρατσισμού και κοινωνικής επιτήρησης. Και το χειρότερο ήταν ότι ένας θεσμός άμεσης δημοκρατίας, η γενική συνέλευση της πολυκατοικίας, ήταν αυτός που επώαζε και καθιέρωνε τις συμπεριφορές αυτές. Αυτό που διαπίστωσε με μια δόση πατερναλισμού τότε ο ήρωάς μας ήταν ο λαϊκισμός ορισμένων αντιεξουσιαστών που ζητούσαν εδώ και τώρα άμεση δημοκρατία, χωρίς να έχουν ωριμάσει οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές συνθήκες. Τελικά μπας και οι γραφειοκράτες του κινήματος έχουν δίκιο που είναι επιφυλακτικοί απέναντι στην άμεση και αδιαμεσολάβητη δημοκρατία και προτείνουν απλά ένα άλλο μοντέλο αντιπροσώπευσης, εναλλακτικό στο αστικό μοντέλο αντιπροσώπευσης που ισχύει σήμερα;

Ο Πέτρος σκέφτηκε τότε ότι, η αντιδραστική γιαγιά μπορεί και να ήταν στο ΕΑΜ κάποτε και να είχε βγει στο βουνό να πολεμήσει τους Γερμανούς, ή έστω να μάνταρε τις κάλτσες των ανταρτών στα μετόπισθεν. Προς στιγμή του ήρθε να τη ρωτήσει αλλά ίσως περιέπλεκε περισσότερο την κατάσταση.
«Ωραία λοιπόν, μπορώ να πηγαίνω τώρα;» είπε τελικά στη γριά.
«Όχι, αν δεν μου πείτε ένα όνομα πρώτα, να ξέρω ποιος μπήκε στην πολυκατοικία» αποκρίθηκε η γριά ξαφνιάζοντας ολοκληρωτικά τον ήρωά μας.
«Μήπως θέλετε να σας δώσω και αριθμό φοιτητικού μητρώου;» σκέφτηκε στην αρχή να απαντήσει αλλά το μετάνιωσε.
«Πέτρος λέγομαι, Πέτρος Κροπότκιν» είπε τελικά, συγκρατώντας με το ζόρι τα γέλια του· πέρα από την πλάκα, ήταν μια καλή ευκαιρία να τσεκάρει τα πολιτικά πιστεύω της γριάς από την αντίδραση που θα είχε.
«Είσθε αλλοδαπός κύριε;» ρώτησε τότε με έντονο ύφος η γριά.
Αυτή την αντίδραση ο Πέτρος ομολογουμένως δεν την περίμενε.
«Όχι κυρία μου» της εξήγησε. «Δεν είμαι αλλοδαπός. Απλά ο πατέρας μου ήταν πολιτικός πρόσφυγας από την Τασκένδη», προσπαθώντας εκ νέου να εκμαιεύσει μια δήλωση για τα πολιτικά της πιστεύω.
«Μάλιστα!» απάντησε κοφτά και αγριεμένα η γριά, με ένα ύφος που υποδήλωνε ότι ήταν ψηφοφόρος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού και ότι όλο και κάποιος αδερφός της που ρουφιάνευε αντάρτες στην κατοχή βρίσκεται βαθιά χωμένος μέσα στην πηγάδα του Μελιγαλά.
Με τα πολλά, ο Πέτρος έβγαλε αριστερό φλας –σαν αριστερός που ήταν κιόλας– προσπέρασε τη γριά, μπήκε στο ασανσέρ και ανέβηκε στον 5ο.

Φτάνοντας στον 5ο, χτύπησε το κουδούνι του Χρήστου. Τίποτα όμως και πάλι. Ούτε η τηλεόραση ακουγόταν από το διαμέρισμα ώστε να πεις ότι είναι κανείς μέσα. Την ώρα που γυρνούσε ο Πέτρος να φύγει, τσουπ, εμφανίστηκε ο Χρήστος από το ασανσέρ.
«Πού σε ρε δάσκαλε;» είπε στον Πέτρο όλο χαρά που τον αντίκρισε.
«Εδώ είμαι, πάνω που θα έφευγα» είπε ο Πέτρος.
Ο Χρήστος ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος.
«Έμπα μέσα» είπε.
«Έρχομαι, αλλά δεν θα κάτσω πολύ» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Κάτσε όσο θέλεις! Και μέχρι αύριο το πρωί αν θες!» είπε εγκάρδια ο Χρήστος.

Αν και γνωρίζονταν μόνο λίγους μήνες, τους δύο νέους συνέδεε μια βαθιά φιλία. Είναι αλήθεια ότι ο Χρήστος θαύμαζε τον Πέτρο για τη μαρξιστική του κατάρτιση, το ήθος του, την οξυδέρκειά του μα πιο πολύ απ’ όλα για την ανεξαρτησία της σκέψης του, και σχεδόν πάντα τον προσφωνούσε «δάσκαλο». Ο Πέτρος ήταν όντως από τους ασυμβίβαστους διανοητές της αριστεράς, που το πνεύμα του δεν υπάκουε σε καμία πολιτική σκοπιμότητα ούτε έπαιρνε ποτέ γραμμή. Όταν μιλούσε στις γενικές συνελεύσεις της σχολής του, τα πλήθη παραληρούσαν. Όταν λέμε πλήθη εννοούμε 3-4 άτομα, τα εξής 2, τον Χρήστο. Ωστόσο, και μόνο ο Χρήστος φάνταζε σαν πλήθος μιας και οι παρευρισκόμενοι στις γενικές συνελεύσεις δεν ξεπερνούσαν τα 20 άτομα. Ο Πέτρος εξέφραζε λοιπόν τα 2 20στά των πολιτικά ενεργών φοιτητών της σχολής του, με άλλα λόγια το 10%, που ‘ταν ένα αξιόλογο ποσοστό ομολογουμένως για την επαναστατική αριστερά.

Το σπίτι του Χρήστου έλαμπε από καθαριότητα, γιατί είχε έρθει η μάνα του προχτές από τη Λάρισα και το καθάρισε και δεν είχε προλάβει να βρωμίσει ακόμα. Οι δύο νέοι άραξαν στον καναπέ και συνέχισαν την κουβέντα τους.

«Ποιος σου άνοιξε και μπήκες;» ρώτησε ο Χρήστος.
«Η σπιτονοικοκυρά σου» απάντησε ο Πέτρος.
«Αυτή η μαλάκω; Της είπες να πάει να γαμηθεί;» ρώτησε ο Χρήστος.
«Όχι, αν και το σκέφτηκα προς στιγμή, αλλά λέω άσε μην πάθει κανένα εγκεφαλικό» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Σου την έχει σπάσει κι εσένα;»
«Απλώς μου την έχει σπάσει; Συνέχεια μου την λέει!» εξήγησε ο Χρήστος.
«Γιατί;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος. «Της έχεις κάνεις τίποτα;»
«Τίποτα μωρέ» απάντησε ο Χρήστος, «Απλά μια φορά είχαν έρθει εδώ κάτι φίλοι και κάνανε φασαρία μέχρι τις 6 το πρωί, και αυτή μένει στον 4ο, ακριβώς από κάτω. Και άλλη μια φορά είχε έρθει και μου έκανε παρατήρηση επειδή είχα βάλει Slayer στη διαπασών στις 1 το βράδυ. Ακόμα μια φορά θυμάμαι, μου είχε βάλει τις φωνές γιατί με κάτι φίλους είχαμε πιει τα άντερά μας και ξερνούσαμε από το μπαλκόνι πάνω στην τέντα της. Α! Και μια άλλη φορά είχα πετάξει στο φωταγωγό αναμμένα τσιγάρα και πήραν φωτιά κάτι σκουπίδια που είχα πετάξει εκεί πιο παλιά. Αυτά, δεν θυμάμαι να της έχω κάνει τίποτα άλλο…»
«Α μάλιστα» αποκρίθηκε νωχελικά ο Πέτρος.
«Λοιπόν σύντροφε» πήρε εκ νέου το λόγο ο Χρήστος «με συγχωρείς, αλλά πρέπει να κάνω ένα μπάνιο μια στιγμή, γιατί το βράδυ θα βγω με μια κοπέλα από τη σχολή»
«Μπράβο σύντροφε! Αυτά είναι! Για πες... Είναι ωραία;» ήταν η αντίδραση του Πέτρου περιμένοντας να ακούσει την αυτονόητη απάντηση ότι ναι, είναι γαμώ τις γκόμενες.
«Όχι, σαν γαμώ το στανιό μου είναι! 180 κιλά κάπου! Σωστή φάλαινα!» είπε κυνικά ο Χρήστος ξαφνιάζοντας το συνομιλητή του.
«Τουλάχιστον είναι αριστερή;» ρώτησε ο Πέτρος με συγκρατημένη απαισιοδοξία.
«Μπα… Τι να είναι το μπάζο! Δεν ξέρει πού της παν τα τέσσερα! Αλλά δεν βαριέσαι, δεν έχω να κάνω τίποτα καλύτερο το βράδυ» απάντησε ο Χρήστος και μπήκε στο μπάνιο να πλυθεί.

Ο Πέτρος προσπαθούσε να καταλάβει τα κίνητρα του Χρήστου για την πρωτοβουλία του να βγει με μια φάλαινα. Μήπως ασυνείδητα ο Χρήστος επιχειρούσε να υποσκάψει το πνευματικό εποικοδόμημα του καπιταλισμού και το lifestyle που είχαν επιβάλλει τα περιοδικά τύπου ΝΙΤΡΟ, ΚΛΙΚ και ΜΑΞ, που θέλουν τον άντρα αδίστακτο και με πολλά λεφτά και τη γυναίκα ηλίθια και με ωραίες καμπύλες; Μήπως ο Χρήστος αγόρασε καμιά Ημερησία του Σαββάτου που έδινε δώρο τόμο-αφιέρωμα για κάποιο ζωγράφο της Αναγέννησης και επηρεαζόμενος ήθελε να αναβιώσει τα αναγεννησιακά πρότυπα των παχουλών γυναικών κάνοντας αυτός την αρχή; Μήπως ο Χρήστος εκτίμησε τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο της φάλαινας και θέλησε να μπει σαν τον Ιωνά μέσα της να τον εξερευνήσει; Ή μήπως απλά ο Χρήστος ήθελε να κάνει καμία χοντρή πλάκα με την καημένη τη χοντρή, όπως συνηθίζει να κάνει με τον περισσότερο κόσμο;

Αυτά σκεφτόταν ο Πέτρος, ξεχνώντας τελείως πως ο σκοπός της επίσκεψής του στο Χρήστο ήταν να πάρει πίσω την ‘Προδομένη Επανάσταση’ του Τρότσκι που του είχε δανείσει πριν δύο μήνες, και είπε να ανοίξει την τηλεόραση να ρίξει καμιά ματιά μέχρι να τον περιμένει να βγει απ’ το μπάνιο…

* * *

Περιμένοντας το Χρήστο να βγει από το μπάνιο, ο Πέτρος βούλιαξε για τα καλά στην πολυθρόνα και άνοιξε την τηλεόραση να δει καμιά αηδία να σκοτώσει το χρόνο του. Σπίτι του δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου τηλεόραση. Πρώτα επειδή θεωρούσε –και δικαίως– την τηλεόραση ως μέσο παραπληροφόρησης και αποβλάκωσης του κόσμου. Έπειτα επειδή η τηλεόραση που είχε σπίτι ήταν μια παμπάλαια ασπρόμαυρη PHILIPS με 8 μόνο κανάλια την οποία είχαν παλιά στο πατρικό του στη Χαλκίδα, και του τη φόρτωσαν οι δικοί του από τότε που ο ίδιος πέρασε στην Αθήνα. Φυσικά, η αδιάκοπη μελέτη της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού τον είχε αποτραβήξει από οποιονδήποτε ενδόμυχο πόθο να αποκτήσει μια καινούρια τηλεόραση. Επίσης, υπήρχε ένα διαχρονικό σύνθημα των αναρχικών που έλεγε «Έγχρωμη TV ασπρόμαυρη ζωή». Ο Πέτρος με την ασπρόμαυρη τηλεόραση που διατηρούσε έβαζε σε εφαρμογή το ακριβώς αντίστροφο από το ορίτζιναλ σύνθημα: «Έγχρωμη ζωή ασπρόμαυρη TV».

Κάνοντας ένα γρήγορο ζάπινγκ έπεσε πάνω στο γνωστό μουσικό ριάλιτυ Fame Story. Τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα. Ένιωσε αυτόματα σιχασιά και απέχθεια προς το όλο σκηνικό, με τις χαμηλής νοημοσύνης παρουσιάστριες, τους άμουσους μουσικούς κριτές στο πάνελ που είχαν την εντύπωση ότι επιτελούσαν λειτούργημα στο χώρο της τέχνης και τα παραληρούντα θηλυκά πλήθη στην κερκίδα που κάνανε σαν τρελά όταν έβγαινε στην πίστα ο κάθε καραγκιόζης που έπαιρνε μέρος στο παιχνίδι. Εκείνη τη στιγμή όμως, αναλογίστηκε όσα συμπονετικά είχε σκεφτεί για τους έγκλειστους στα τηλεριάλιτυ στο δρόμο καθώς ερχόταν στο σπίτι του Χρήστου. Μήπως λοιπόν η αρχική του απαξίωση προς το τηλεοπτικό προλεταριάτο ήταν βεβιασμένη; Ήταν ευκαιρία, όσο ο άλλος πλενόταν, να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στο Fame Story και να προσπαθήσει να εξετάσει το φαινόμενο αυτό υπό το πρίσμα του διαλεκτικού υλισμού.

Ο Πέτρος παρατηρούσε με προσοχή την είσοδο των παικτών στην πίστα. Ήταν όλοι τους αξιοθρήνητες φιγούρες. Τόνους ζελέ στο μαλλί, αποτριχωμένο στήθος, γυμναστική μετά αναβολικών, τελευταίας μόδας ρούχα και πολύ «μούρη». Ήταν το στυλάκι που οι παραγωγοί τούς είχαν υποδείξει να ακολουθήσουν. Αυτό το καταπιεστικό και υποκριτικό στυλάκι που κανείς δεν το είχε από γεννησιμιού του, αλλά έκαναν πολλούς κόπους και πολλές πρόβες για να το υιοθετήσουν στο χώρο δουλειάς τους, την TV. Θυμίζει αλήθεια το επίσης επιβεβλημένο στυλάκι του γραβατωμένου και ευγενικού, πλην όμως σκληρά εκμεταλλευόμενου, πωλητή αυτοκινήτων που είναι υποχρεωμένος από την εργοδοσία να εμφανίζεται μονίμως χαμογελαστός στους πελάτες και να είναι μέχρι αηδίας εξυπηρετικός, ενώ ο ίδιος μέσα του ενδεχομένως να βαριέται αφόρητα, να θέλει να ρίξει ένα γερό καντήλι στον κρυόκωλο πελάτη που αμφισβητεί τις επιδόσεις του τελευταίου μοντέλου αυτοκινήτου που διαθέτει η αντιπροσωπία και να του πει: «Αν δεν γουστάρεις ρε μαλάκα, τράβα στο απέναντι τετράγωνο στη Renault και μη μας πρήξεις τα ούμπαλα!», στον ασθενών αντανακλαστικών ηλίθιο που πέρασε τυχαία από το μαγαζί και ρώτησε πάνω από 25 φορές πόσα άλογα διαθέτει η μηχανή ενός συγκεκριμένου μοντέλου να του πει: «Άντε φύγε επιτέλους ρε καθυστερημένε! Δέκα ώρες στο εξηγούμε, αργόστροφε! Αφού δεν πρόκειται να αγοράσεις τίποτα έτσι κι αλλιώς, άδειασε μας τη γωνιά!», στην ξανθιά θεά που ήρθε με τον πλεημπόυ γκόμενό της να της αγοράσει μια αμαξάρα, με τη καρπωμένη υπεραξία φτωχών εργατών στις επιχειρήσεις του πατέρα του, να της πει: «Μωρό μου, τι να τα κάνεις εσύ τα άλογα του αυτοκινήτου, εσύ είσαι άλογο από μόνη σου! Θα σε πάρω με το προλεταριακό Ζάσταβα που έχω παρκαρισμένο έξω, να πάμε για άλλες πολιτείες σοσιαλιστικές!» και άλλα τέτοια. Με την ίδια λογική γιατί να μην έκανε και κάποιο ανάλογο ξέσπασμα ένας παίκτη του Fame Story σε μια στιγμή αδυναμίας μετά από μια εξοντωτική μέρα στη σκηνή, και να έλεγε στον μουσικοκριτή που τον έβγαλε ατάλαντο: «Άντε ρε αδερφή, γλοιώδη μαστροπέ, επειδή δεν σου κάτσαμε τα λες αυτά;», στην ηλίθια παρουσιάστρια: «Πόσα λίφτινγκ και πόσα γλίφτινγκ έκανες για να πάρεις αυτή τη δουλειά, φοράδα! Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βλέπουμε τα πατσόκιλά σου επειδή αρνείσαι να παραδεχτείς ότι γέρασες!» και στο πλήθος από τα όμορφα κοριτσόπουλα: «Αχ μωράκια μου, να τελειώσει το παιχνίδι και θα σας πηδήξω όλες μία-μία, γι’ αυτό το λόγο εξάλλου συμμετέχω και τρώω το σκατό για 3 μήνες!»

Στον Πέτρο έκαναν εντύπωση κυρίως δύο πράγματα. Αρχικά τον εντυπωσίασε η ποσότητα και η ποιότητα των κοριτσιών στην κερκίδα. «Υπάρχουν στ’ αλήθεια τόσο ωραίες γκόμενες στην πιάτσα;», αναρωτήθηκε. «Και βέβαια υπάρχουν», απάντησε μόνος του. Αλλά τόσα χρόνια στο μικρόκοσμο του πανεπιστημίου πώς να δει όμορφες γκόμενες; Το μενού περιελάμβανε κάτι πατσαβουροειδή, κάτι απωθητικές χίπισσες, κάτι απεριποίητες και ελαφρά αξύριστες επαναστάτριες, κάτι μίζερες εμφανισιακά κουλτουριάρες, κάτι νυχτερίδες ροκούδες με πολλά παραπανίσια κιλά η κάθε μια και κάτι φρόκαλα φυτά, εν ολίγοις η μία κατηγορία ήταν χειρότερη από την άλλη. Το άλλο πράγμα που τον εξέπληξε ήταν ο βαθμός στον οποίο ήταν ξεκομμένοι οι εργάτες του θεάματος (παίκτες) από τους εργοδότες του θεάματος (παραγωγούς). Οι παραγωγοί είναι τόσο άτεγκτοι και τόσο σκληροί απέναντι στους παίκτες, οι σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς, οι παίκτες τρέμουν και μόνο στη θέα των παραγωγών. Μιλάμε για καταστάσεις που όμοιές τους μπορεί κανείς να συναντήσει μελετώντας στυγνές μορφές καταπίεσης και εκμετάλλευσης στις δεσποτικές δουλοκτητικές ή φεουδαρχικές αυτοκρατορίες παρελθόντων χιλιετιών, στις φάμπρικες των πρώιμων καπιταλιστικών χρόνων και σε ορισμένα σκληρά σταλινικά καθεστώτα των 20ου αιώνα. Πώς θα μπορέσει το τηλεοπτικό προλεταριάτο να ξεσηκωθεί και να αμφισβητήσει έναν τόσο τέλεια οργανωμένο μηχανισμό πού έχει στηθεί στην πλάτη του; Πώς θα γίνει να χάσει τις αλυσίδες του και να κερδίσει έναν ολόκληρο κόσμο; Πώς θα μπορέσει να βγει από θέση ισχύος και να βροντοφωνάξει «Τηλεπρολετάριοι όλων των Ριάλιτυ Ενωθείτε!»;

Εκείνη τη στιγμή, ενώ ο Πέτρος σκεφτόταν αυτά τα βαθύτερα ζητήματα, στην πίστα εμφανίστηκε ένας παίκτης που δήλωσε ότι ήταν Τσιγγάνος και το πλήθος τον επευφημούσε. Ο Πέτρος κοκάλωσε. «Δεν είναι δυνατόν!», φώναξε μόνος του. Ένας Τσιγγάνος συμμετείχε στο ριάλιτυ και το τηλεοπτικό κοινό άνοιξε γι’ αυτόν τις αγκάλες του. Ήταν μία μαχαιριά για την αριστερά, που για δεκαετίες πάσχιζε να βοηθήσει τους Τσιγγάνους να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, και τελικά τα κατάφερε ένα ριάλιτυ.

Στο καπάκι, εμφανίστηκε μια δίμετρη θεά Τουρκάλα παίκτρια στην πίστα εν μέσω επιδοκιμασιών από το κοινό, ολοκληρώνοντας το ξάφνιασμα του Πέτρου, που αυτή τη φορά κόντεψε να πέσει από τον καναπέ. Και αυτή η παρουσία ήταν για την αριστερά μια βαθιά μαχαιριά, «Αεί της Τουρκάλας Μαχαιριά» όπως θα έλεγαν και οι Κατσιμιχαίοι. Τόσα χρόνια η αριστερά προσπαθούσε να οικοδομήσει κλίμα φιλίας μεταξύ ελληνικού και τουρκικού λαού και είχε καταφέρει πολύ λίγα πράγματα. Και να που έρχεται ένα ριάλιτυ και τα καταφέρνει περίφημα. Βέβαια, υπάρχει και ο αντίλογος που λέει ότι μήπως η όμορφη Τουρκάλα είναι προπαγανδιστής κοσμοπολίτικων θέσεων και νεοταξικών πολιτικών που προωθούν τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, οι ίδιοι που προωθούν την ψευδεπίγραφη ελληνοτουρκική φιλία με απώτερο στόχο την νομιμοποίηση της διχοτόμησης της Κύπρου και την έναρξη των διαδικασιών για τη διχοτόμηση και του Αιγαίου; Ή μήπως όμως η Τουρκάλα παίκτρια είναι απλά μια ακτιβίστρια που έσπασε τα εθνικιστικά ταμπού που για χρόνια ταλαιπωρούν την Ελλάδα και την Τουρκία και συμμετείχε στο ελληνικό ριάλιτυ για να συμβάλει στη σφυρηλάτηση της αλληλεγγύης μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού λαού, χωρίς να έχει σκοπό να εκχωρηθεί το δικαίωμα στους ιμπεριαλιστές να επαναχαράξουν τα σύνορα με το αίμα των δύο λαών; Αλήθεια, ποια να είναι η θέση της για την εισβολή και κατοχή της μισής Κύπρου, για το σχέδιο Ανάν, για τη γενοκτονία των Ποντίων, για τα 12 ναυτικά μίλια, για την υφαλοκρηπίδα; Ο ήρωάς μας σκεφτόταν την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου παρατηρώντας ταυτόχρονα την Τουρκάλα να κουνάει επιδέξια την δικιά της υφαλοτρυπίδα μέσα από το καυτό της μίνι.

Αυτά αναλογιζόταν ο Πέτρος κι εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Η αναγνώριση έδειχνε πως ήταν η μάνα του.
«Έλα μάνα» είπε βαριεστημένα ο Πέτρος σηκώνοντας το τηλέφωνο.
«Πέτρο που είσαι; Σε παίρνω σπίτι και δεν απαντάς» είπε φουριόζα η μάνα του.
«Έχω βγει έξω ρε μάνα, είμαι σε ένα φίλο. Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε ο Πέτρος.
«Πάλι έξω είσαι ρε Πέτρο; Δεν είχες πει ότι φέτος θα κάτσεις να διαβάσεις για να πάρεις τον Σεπτέμβρη πτυχίο; Έχουμε πολλά έξοδα αγόρι μου, γιατί δεν το σέβεσαι αυτό;» του φώναξε αγανακτισμένη η μητέρα του.
«Άσε μας ρε μάνα που θα μου πεις για έξοδα! Τα ξέρω τα έξοδά σας! Αγοράσατε την BMW για να πουλήσετε μούρη στους γείτονες και φεσωθήκατε στις τράπεζες! Δεν σας φταίω εγώ!» ανέφερε ο Πέτρος με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο.
«Ιιιιιιι! Τι είναι αυτά που λες!» τσίριξε η μάνα του. «Μην σε ακούσει κακομοίρη μου ο πατέρας σου, χάθηκες. Άκου εκεί να πουλήσουμε μούρη στους γείτονες… Και δεν μου λες; Την αδερφή σου την ξέχασες; Τόσα και τόσα δεν πληρώνουμε για τα φροντιστήριά της; Ούτε αυτό δεν το σέβεσαι;»
Μια παύση έγινε τότε ξαφνικά στη φωνή της μάνας του Πέτρου.
«Ορίστε;…» συνέχισε, μη ακουγόμενη καθαρά, σαν να μιλούσε σε κάποιον άλλο δίπλα της και όχι στον Πέτρο.
«…Όχι Γιάννη! Άστο τηλέφωνο! Του μιλάω εγώ τώρα!» φώναξε απευθυνόμενη στον κυρ-Γιάννη τελικά, τον πατέρα του Πέτρου.
«Φέρε ρε Μαρία να του μιλήσω του κωλόπαιδου!» ακούστηκε από το βάθος η φωνή του νευριασμένου κυρ-Γιάννη.
«Όχι Γιάννη, δεν πειράζει… Καλά, πάρ’ τον… Πέτρο, σε θέλει ο πατέρας σου να σου μιλήσει… Γιάννη, μην το βρίσεις το παιδί…» ήταν οι τελευταίες απεγνωσμένες κουβέντες της κυρα-Μαρίας.
Κρύος ιδρώτας έλουσε τον Πέτρο στο άκουσμα ότι θέλει να του μιλήσει ο πατέρας του με τόσο απειλητικές διαθέσεις· είναι αλήθεια ότι τον πατέρα του τον έτρεμε, σε αντίθεση με τη μάνα του που την είχε γραμμένη.
«Πέτρο, με ακούς;» του είπε ο πατέρας του.
«Σε ακούω πατέρα» απάντησε με τρεμάμενη φωνή ο Πέτρος έχοντας την κρυφή ελπίδα ότι θα δείξει κατανόηση.
Όμως, κάθε άλλο παρά κατανόηση έδειξε.
«Άκου να δεις παλιοτσογλάνι!» του φώναξε, «Έτσι και δεν έχεις τελειώσει μέχρι το Σεπτέμβρη θα σου κόψω τα λεφτά οριστικά. Να πας να βρεις καμιά δουλειά ανεπρόκοπε που κάθεσαι και τρως για χρόνια τα λεφτά της οικογένειάς σου. Γι’ αυτό σε έστειλα εγώ στο πανεπιστήμιο, για να κωλοβαράς;»
«Δε με έστειλες εσύ πατέρα! Μόνος μου μπήκα, με το σπαθί μου!» απάντησε ο Πέτρος ανακτώντας τη χαμένη περηφάνια του.
«Σκασμός ανάγωγε!» γρύλισε ο πατέρας του, «Άκου εκεί με το σπαθί σου! Αν δεν ήμουν εγώ να πληρώνω τα φροντιστήριά σου να δω που θα ήσουνα τώρα, τι δουλειά θα έκανες παλιοτεμπέλη!», και του έκλεισε στη μούρη το τηλέφωνο.

Ο Πέτρος είχε σαστίσει. «Γιατί ρε γαμώτο να μου φέρεται έτσι ο ίδιος μου ο πατέρας;» σκέφτηκε. «Επειδή έχω κάνει τα διπλάσια χρόνια από το κανονικό και δεν έχω περάσει ούτε τα μισά μαθήματα; Είναι λόγος αυτός;»

Καταρρακωμένος καθώς ήταν ο Πέτρος, βγήκε στο μπαλκόνι να ανάψει ένα τσιγάρο και να αγναντέψει τη θέα, αναρωτώμενος τι θα ήταν σωστότερο να κάνει, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα. Μήπως να πέσει από το μπαλκόνι να γλιτώσει μια για πάντα; Μήπως να βρει δουλειά εδώ και τώρα και να συντηρείται από μόνος του για να μην ακούει τις φωνές των δικών του; Μήπως να στρωθεί στο διάβασμα μέχρι το Σεπτέμβρη μπας και ξεπετάξει σημαντικό αριθμό μαθημάτων ώστε του χρόνου τέτοιο καιρό να παίρνει πτυχίο; Ή μήπως να προσποιείται ότι διαβάζει μέχρι το Σεπτέμβρη και τότε θα ‘βλεπε τι θα ‘κανε, λύση που είχε εφαρμόσει με επιτυχία στο παρελθόν, αλλά η οποία απλώς έδινε παράταση στα βάσανά του;

Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ο Χρήστος να βγαίνει επιτέλους από το μπάνιο. O Πέτρος πέταξε βιαστικά το μισοτελειωμένο τσιγάρο από το μπαλκόνι και μπήκε μέσα να του μιλήσει όσο αυτός ντυνόταν. Ενώ αρχικά ήθελε να μοιραστεί μαζί του τους νέους του προβληματισμούς για τα ριάλιτυ, θυμήθηκε ξαφνικά ότι ο αρχικός σκοπός της επίσκεψής του ήταν να πάρει πίσω την Προδομένη Επανάσταση του Τρότσκι.
«Χρήστο, θυμάσαι το βιβλίο που σου είχα δανείσει πριν ένα μήνα, την Προδομένη Επανάσταση;» τον ρώτησε.
«Του Τρότσκι λες; Ναι, βέβαια, το θες πίσω;» ρώτησε ο Χρήστος.
«Ναι, αν γίνεται, να ρίξω μια ματιά σε κάτι που θέλω και θα στο ξαναδώσω. Το έχεις διαβάσει;» είπε με περισσή ευγένεια ο Πέτρος.
«Μπα» αποκρίθηκε ο Χρήστος. «Δεν αξιώθηκα να το διαβάσω, γιατί διάβαζα για τα μαθήματα της σχολής!» εξήγησε αυτοσαρκαζόμενος και γελώντας φωναχτά, θέλοντας να δείξει ότι θα γίνει κι αυτός κάποια μέρα αιώνιος φοιτητής σαν τον Πέτρο.
Ο ήρωάς μας γέλασε κι αυτός και ρώτησε περιπαικτικά: «Στα χνάρια τα δικά μου κι εσύ σύντροφε;» για να πάρει την ανέλπιστη απάντηση από το Χρήστο: «Όταν θα φτάσω εγώ στο έτος που είσαι τώρα, εσύ μπορεί να μην έχεις πάρει ακόμα πτυχίο!», γελώντας ακόμα πιο δυνατά αυτή τη φορά.
Ο Πέτρος γέλασε κι αυτός, αλλά με κάποια δυσκολία ομολογουμένως. Το σχόλιο του Χρήστου του κάθισε πολύ βαρύ στο στομάχι, για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι του θύμιζε με τον πιο οδυνηρό τρόπο το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει τα τελευταία χρόνια. Ο δεύτερος ήταν ότι ακόμα και ο Χρήστος που τον θαύμαζε και τον θεωρούσε έναν από τους μεγαλύτερους διανοούμενους της εποχής μας, τώρα τον αμφισβητούσε.
«Την Προδομένη Επανάσταση που λες» πήρε το λόγο ο Χρήστος, «την δάνεισα μαζί με κάτι άλλα βιβλία σε ένα παλικάρι που ήθελε να τους ρίξει μια ματιά. Κάτσε να τον πάρω τηλέφωνο»
«Καλά, δεν πειράζει. Δεν το βιάζομαι το βιβλίο. Μην τον αναστατώνεις. Άλλη φορά» είπε ο Πέτρος με την γνωστή του αβρότητα.

Ο Πέτρος ήταν μια ευγενική φυσιογνωμία, εφάμιλλη των επαναστατών των αρχών του 20ου αιώνα, και αυτό το παραδέχονταν και οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Ο Ένγκελς είχε γράψει για το Μαρξ ότι «ενώ είχε αμέτρητους πολιτικούς αντιπάλους, είναι δύσκολο να πούμε αν είχε έστω και ένα προσωπικό εχθρό». Αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να το είχε γράψει ο Χρήστος για τον Πέτρο. Είναι αλήθεια ότι το δίδυμο Πέτρου-Χρήστου κάποια μέρα θα έπαιρνε τη θέση του στο πάνθεον των μεγάλων κομμουνιστικών διδύμων· Μαρξ-Ένγκελς, Λένιν-Τρότσκι, Ρόζα-Λήμπνεχτ, Φιντέλ-Τσε, Χο Τσι Μινχ-Γκιαπ, Άρης-Τζίμας και αύριο Πέτρος-Χρήστος.

«Τι έχεις και δείχνεις πεσμένος;» ρώτησε ο Χρήστος τον Πέτρο παρατηρώντας την αναστάτωση στην οποία είχε περιέλθει ο σύντροφός του.
«Τι να έχω μωρέ… Να, με πήραν οι γονείς μου τηλέφωνο και μου τα ψάλανε για τα καλά που δεν τελειώνω το πανεπιστήμιο» ανέφερε με μια δόση ντροπής ο ήρωάς μας.
«Και γιατί δεν τους γράφεις στ’ αρχίδια σου;» ρώτησε αφελώς ο Χρήστος.
«Δεν γίνεται Χρήστο» απάντησε ο Πέτρος, «ειδικά όταν με εκβιάζουν ότι θα μου κόψουν τα κωλολεφτά τους!»
«Ααααα, έτσι αλλάζει…» είπε ο Χρήστος.

Ο Πέτρος είχε στο νου του τη σχέση των Μαρξ και Ένγκελς όπου ο Μαρξ έγραψε το Κεφάλαιο συντηρούμενος από τα χρήματα που του έστελνε ο Ένγκελς και τα οποία ήταν η υπεραξία των εργατών στα εργοστάσια του πατέρα του. Μήπως θα μπορούσε να κάνει κάτι παρόμοιο ο Πέτρος, και να ζητήσει από το Χρήστο να τον συντηρεί όσο αυτός θα φέρνει σε πέρας τις μαρξιστικές μελέτες του; Τελικά όμως ντράπηκε να το ζητήσει αυτό. Η υπερηφάνεια του ήταν κάτι το αδιαπραγμάτευτο.

«Σκέφτομαι σοβαρά να πιάσω δουλειά» είπε τότε ο Πέτρος.
«Και τι δουλειά έχεις στο νου σου;» ρώτησε ο Χρήστος.
«Δεν ξέρω ακόμα» αποκρίθηκε ο Πέτρος «αλλά θα ήθελα η δουλειά που θα βρω να μην με αλλοτριώσει. Επίσης θα ήθελα να δουλεύω λίγο και να βγάζω όσα μου χρειάζονται για το νοίκι. Από σήμερα κιόλας θα ψάξω στις μικρές αγγελίες τι δουλειές υπάρχουν…»
«Γιατί δεν βρίσκεις μια γκόμενα να σε συντηρεί αυτή και εσύ να της τρως τα λεφτά;» είπε ο Χρήστος, «Γιατί μετά που θα τελειώσεις το πανεπιστήμιο και θα μπεις κανονικά στην παραγωγή, η γκόμενά σου θα σου τα τρώει αυτή»

Ο Πέτρος έμεινε εντυπωσιασμένος από τον κυνισμό του Χρήστου. Αυτό που τον ενόχλησε πιο πολύ όμως ήταν το ζήτημα «γκόμενα» που έθιξε. Ο ήρωάς μας από το φετινό καλοκαίρι ήταν μόνος του – στη ζωή εννοείται, γιατί στον αγώνα ήταν μαζί με πολύ κόσμο, τέλος πάντων με το Χρήστο. Το καλοκαίρι χώρισε με τη Χριστίνα, με την οποία τα είχε για πολλά χρόνια αδιάλειπτα. Η Χριστίνα ήταν ένα κεφάλαιο στη ζωή του, και δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τον στοίχειωνε σε κάθε του δειλή κίνηση να συνδεθεί με άλλη κοπέλα. Γνωρίστηκαν στους κόλπους των ΕΑΑΚ όταν ήταν και οι δύο πρωτοετείς και εξερευνούσαν για πρώτη φορά το θαυμαστό κόσμο του επαναστατικού μαρξισμού, και δέσανε με τη μία. Η Χριστίνα ήταν πραγματικά σπάνια κοπέλα. Όμορφη για τα φοιτητικά στάνταρ, πανέξυπνη, πολύ μορφωμένη, αριστερή και ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Πέτρος τη θαύμαζε, όπως φυσικά και αυτή θαύμαζε τον Πέτρο. Κατά τη διάρκεια του τρίτου έτους, κάνανε ηρωική έξοδο από τα ΕΑΑΚ και φτιάξανε μαζί με άλλους διαφωνούντες καινούρια σέχτα, τη Θραύση, η οποία όμως πέρσι διαλύθηκε γιατί οι περισσότεροι που συμμετείχαν πήραν πτυχίο. Έτσι και η Χριστίνα. Τον περασμένο Ιούνιο πήρε πτυχίο, και η μητέρα της την πίεζε να γυρίσει πίσω στο χωριό. «Τι τον θες τον ρεμπεσκέ τον παλιοκομμουνιστή;» της έλεγε κάθε τόσο και λιγάκι, «Αυτός δεν έχει μία, πώς θα σε θρέψει;». Όσο επαναστάτρια και να ήταν η Χριστίνα, δεν μπόρεσε να πάει κόντρα στα κελεύσματα της χωριάτισσας μάνας της και με πικρή καρδιά εγκατέλειψε τον Πέτρο και γύρισε στο χωριό. Σαν να μην έφτανε αυτό, διέρρευσε επίσης πως αρραβωνιάστηκε με το ζόρι ένα βλάχο, που ο πατέρας του είχε γίδια και ο ίδιος ήταν καραβανάς του Πεζικού, Επαγγελματίας Οπλίτης μάλιστα, ούτε καν από τη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών. Έκτοτε ο Πέτρος ήταν μόνος του. Κάθε κοπέλα που γνώριζε την έβλεπε με επιφυλακτικότητα γιατί καμιά δεν μπορούσε να πιάσει τα στάνταρ της Χριστίνας.

Με τα πολλά, ο Χρήστος είχε ντυθεί και ήταν έτοιμος.
«Λοιπόν, πρέπει να πηγαίνω, έχω ήδη αργήσει…» σχολίασε.
«Ναι» είπε ο Πέτρος, «κι εγώ θα πάω σπίτι… Αλλά να σε ρωτήσω κάτι αδιάκριτο πρώτα, αν γίνεται…»
«Αδιάκριτο;» ρώτησε ο Χρήστος συμπληρώνοντας: «Βεβαίως και να ρωτήσεις. Βάζω στοίχημα θες να μάθεις για τη φάλαινα που θα βγω»
«Ναι, πώς το κατάλαβες;» είπε γελώντας ο Πέτρος.
«Βασικά, δεν στο είπα απ’ την αρχή γιατί περίμενα να ρωτήσεις εσύ, αλλά τελικά είσαι τόσο ευγενικός που δεν ρώτησες, ενώ ο οποιοσδήποτε άλλος θα είχε ρωτήσει από την πρώτη στιγμή» εξήγησε ο Χρήστος συνεχίζοντας: «Η αλήθεια είναι ότι έχω βάλει στοίχημα 60 ευρώ με 4 φίλους μου. Κοίτα να δεις πώς έχει. Θα πάμε σε μια καφετέρια εγώ και αυτή, και οι άλλοι θα κάτσουν σε ένα τραπέζι δίπλα μας, να τους έχω φάτσα εγώ και πλάτη η χοντρή. Η χοντρή δεν τους γνωρίζει αυτούς. Οι άλλοι θα μου κάνουν γκριμάτσες και θα προσπαθούν να με κάνουν να γελάσω. Η δοκιμασία θα κρατήσει μία ώρα με το ρολόι. Αν αντέξω και δεν γελάσω, κερδίζω 60 ευρώ, 15 από τον καθένα. Αν δεν κρατηθώ και γελάσω, θα τα φτιάξω για μια βδομάδα με τη χοντρή!»

Ο Πέτρος έμεινε άφωνος. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει με την κατάντια του συντρόφου του. Είναι παιδί ακόμα, είπε μέσα του δικαιολογώντας τον. Θα μεγαλώσει, πού θα πάει…

Οι δύο επαναστάτες βγήκαν από το διαμέρισμα, πήραν το ασανσέρ και κατέβηκαν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί οι δρόμοι τους χωρίσανε.
«Καλή επιτυχία Χρήστο με τη φάλαινα… εεε, με το στοίχημα!» είπε ο Πέτρος φεύγοντας.
«Ευχαριστώ σύντροφε!» αποκρίθηκε ο Χρήστος. «Αν κερδίσω το στοίχημα θα πάμε να τα πιούμε παρέα!»

Έτσι, λοιπόν, ο ήρωάς μας προχώρησε προς το σπίτι του, αφού σταμάτησε σε ένα περίπτερο και αγόρασε μια εφημερίδα με μικρές αγγελίες…

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μπορεί να αναρτηθεί σε ένα pdf αρχείο ώστε να γίνει εύκολα το κατέβασμα ?
Επίσης θέλω να ρωτήσω για τα πρώτα 5 κεφάλαια τα οποία έχω σε ένα pdf από Σεπτέμβριο 2009, αν υπάρχουν αρκετές αλλαγές ή να τα κρατήσω ?

Ευχαριστώ εκ των προτέρων και τα συγχαρητήρια μου για τον διεισδυτικό τρόπο περιγραφής της κατάστασης του σημερινού αριστερού φοιτηταριάτου.

Taliban

Παραγωγός είπε...

Ταλιμπάν, στείλε μου με μέηλ το μέηλ σου, για να σου στείλω πίσω την ιστορία σε pdf.

Ανώνυμος είπε...

Ήθελα κι εγώ να κάνω την ίδια ερώτηση με τον Taliban.. η έντυπη μορφή μου είναι πιο εύκολη και πιο ευχάριστη στο διάβασμα βιβλίων...
Επίσης ήθελα να ρωτήσω για τα υπόλοιπα 3 κεφάλαια πότε θα έιναι διαθέσιμα προς ανάγνωση..

Σας ευχαριστώ πολύ εκ των προταίρων και επίσης ευχαριστώ για την διάθεση του κειμένου στο Blog!

Κατερίνα

Παραγωγός είπε...

Κατερίνα, είμαι πηγμένος με τη δουλειά και δεν έχω προλάβει να ολοκληρώσω την ιστορία. Ευελπιστώ όμως αρκετά σύντομα να το έχω κάνει.

Για το pdf, στείλε μου με mail το email σου, για να σου το στείλω.