Ο κύριος Σ. (18/7/2007)

Μια ιστορία με αφορμή τις φωτιές στην Αττική τον Ιούλιο του 2007...

Ιούλιος 1997

Ήταν μεσημέρι, και ο Σ. καθόταν στο μπαλκόνι του στον 3ο όροφο μιας κομψής πολυκατοικίας στο Μαρούσι διαβάζοντας εφημερίδα ενώ το ραδιόφωνο στο πλάι έπαιζε χαμηλά. Δίπλα του, η γυναίκα του διάβαζε ένα περιοδικό. Η ζέστη μέσα στο σπίτι ήταν αφόρρητη και αποπνικτική. Δεν είχαν όμως air-condition. Τότε κόστιζαν πολύ. Κάθονταν λοιπόν στο μπαλκόνι, με κατεβασμένη την τέντα μέχρι κάτω, και τον ανεμιστήρα να δουλεύει στο φουλ. Και πάλι όμως, η ζέστη δεν υποφέρονταν.

"Τελικά ίσως πρέπει να μετακομίσουμε" είπε ο Σ. στη γυναίκα του, "Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε στο καμίνι". Η γυναίκα του έγνεψε καταφατικά. Η ίδια επέμενε από καιρό πώς η καρίερα τόσων χρόνων και των δύο στο ιατρικό επάγγελμα έπρεπε επιτέλους να δικαιωθεί. Έπρεπε να μετακομίσουν σε μια βίλα σε μια πιο δροσερή περιοχή της Αθήνας. Δεν ήταν μόνο η δροσιά όμως το ζητούμενο. Ήταν και το ζήτημα της κοινωνικής καταξίωσης. Η μερσεντές που είχαν αγοράσει δεν τους έφτανε για να αυτοπροβληθούν. "Δεν μπορεί η φίλη μου η Σοφία που δεν έχει δουλέψει στη ζωή της και ο άντρας της που είναι γκαραζιέρης να έχουν αγοράσει σπίτι στη Βαυρώνα και εμείς να ζούμε στο ίδιο διαμέρισμα 15 χρόνια τώρα στο Μαρούσι" έλεγε στον Σ. συχνά πυκνά η γυναίκα του. Ο Σ. μέσα του συμφωνούσε. Ήξερε όμως ότι τα έξοδα είναι πολλά. Όσα φακελάκια κι αν είχε πάρει από φτωχούς και πλούσιους, όσα λεφτά κι αν είχε δεχτεί κάτω από το τραπέζι από φαρμακευτικές εταιρίες για να γράφει συγκεκριμένα φάρμακα σε ασθενείς του, η βίλα στην Εκάλη ή την Πολιτεία εξακολουθούσε να είναι άπιαστο όνειρο.

Εξάλλου, στον ορίζοντα διαφαίνονταν και άλλα έξοδα. Ο κανακάρης τους, θα πήγαινε Τρίτη Λυκείου, αλλά δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται σοβαρά να περάσει στην Ιατρική. Δεν διάβαζε σχεδόν καθόλου. Μονίμως ήταν έξω με φίλους του. Δεν έδινε μία αν θα συνεχίσει το επάγγελμα των γονιών του. Ο Σ. είχε ήδη πάρει την απόφαση να τον στείλει να σπουδάσει στη Ρουμανία. Ήξερε πως με λίγα λαδώματα θα περνούσε τα τρία πρώτα έτη εκεί, και μετά με ένα γερό τελευταίο λάδωμα στο Δικατσά θα τον έφερνε στο τρίτο έτος στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Για να ολοκληρωθεί ωστόσο όλη αυτή η διαδικασία απαιτούνταν πολλά έξοδα, και έτσι η αγορά νέου σπιτιού διαρκώς εναποτίθονταν στις καλένδες.

Υπήρχε ωστόσο και η προοπτική του να ανοίξει ένα ιατρικό κέντρο ή έστω μια ιδιωτική κλινική. Επιδότηση θα έπαιρνε πολύ εύκολα, καθότι επιφανές στέλεχος του κυβερνώντος ΠΑΣΟΚ. Η γυναίκα του τον παρότρυνε προς αυτή την κατεύθυνση, αν και η ίδια δεν ήταν ανοιχτά ΠΑΣΟΚ. Είχε ευαισθησίες και σκεφτόταν στις επόμενες δημοτικές εκλογές - όχι βέβαια στις εθνικές - να ψηφίσει τον υποψήφιο του Συνασπισμού. Ο Σ. ωστόσο, δεν ήθελε να θυσιάσει τη σιγουρία του Δημοσίου και τις λιγοστές ώρες την ημέρα που πήγαινε και ψευτοδούλευε στο νοσοκομείο και να αφιερώνει τον εαυτό του όλο το 24ωρο δουλεύοντας στον ιδιωτικό τομέα.

Ξαφνικά, το μουσικό πρόγραμμα στο ραδιόφωνο διακόπηκε απότομα για να μεταδώσει μια δυσάρεστη είδηση: Μεγάλη πυρκαγιά είχε εκδηλώθεί στην Πεντέλη. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είδαν από το μπαλκόνι τους να πετάνε πυροσβεστικά αεροπλάνα. Ο Σ. έβγαλε έναν αναστεναγμό αγανάκτησης. "Αν είναι δυνατόν!" φώναξε. "Μα όλα θα τα κάψουνε επιτέλους;" "Τι γίνεται σε αυτή τη χώρα;" συμπλήρωσε η γυναίκα του, "κανένα όσιο και ιερό δεν υπάρχει!". "Αδίστακτοι εργολάβοι! Πού αλλού ακόμα θα χτίσετε;" είπε τότε ο Σ. και συνέχισε την ανάγνωση της εφημερίδας του...

Ιούλιος 2007

Ήταν σούρουπο και ο Σ. απολάμβανε τον καφέ του και το τσιγάρο του από το μπαλκόνι του με θέα το λεκανοπέδιο της Αθήνας. Η γυναίκα του είχε πάει για ψώνια, ο δε γιος του, αντί να είναι σπίτι και να διαβάζει για την εξεταστική η οποία λόγο καταλήψεων το Χειμώνα είχε μετατεθεί μέσα στον Ιούλιο, είχε πάει από το πρωί για καφέ με τους φίλους του. Ξαφνικά, ένιωσε μια έντονη μυρωδιά να του διαπερνάει τα ρουθούνια, που δεν ήταν η γνωστή, ήπια μυρωδιά του τσιγάρου του. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είδε να καίγεται το διπλανό δασάκι, που ούτε 300 μέτρα δεν απείχε από τη μεζονέτα του που είχε χτιστεί, όπως και πολλές άλλες, στο δάσος που κάηκε το '97, πολύ πιο φτηνή και συμφέρουσα λύση από την αγορά βίλας στην Εκάλη. Αυτό το μοναδικό κομματάκι δάσους που είχε σωθεί από την μεγάλη πυρκαγιά του '97 στην Πεντέλη, τυλίγονταν τώρα στις φλόγες. "Αδίστακτοι εργολάβοι! Πού αλλού ακόμα θα χτίσετε;" φώναξε τότε μόνος του ο ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ και έτρεξε να βοηθήσει τους υπόλοιπους συνένοχους περίοικους στην κατάσβεση της πυρκαγιάς...

1 σχόλιο:

kontoxontros είπε...

πολύ καλό και το καλύτερο, το γνωστό ύφος που αγαπήσαμε...