Παρασκευή, 18 Μαΐου 2007

Κεφάλαιο II

Ήταν 12 το μεσημέρι, μια συννεφιασμένη μέρα του Δεκέμβρη. Το αμφιθέατρο του Φυσικού ήταν γεμάτο με 30 περίπου άτομα που περίμεναν να ξεκινήσει η γενική συνέλευση της σχολής. Ο καπνός από την τσιγαρίλα ήταν αφόρητος. Οι Δαπίτες και οι Πασπίτες ήταν ως συνήθως απόντες. Από οργανωμένες δυνάμεις οι μόνοι παρευρισκόμενοι ήταν οι κνίτες και οι εαακίτες, οι οποίοι σέρνονταν έρμοι με το νες καφέ στο δεξί χέρι και στο αριστερό ένα πάκο από εφημερίδες του κόμματος που προσπαθούσαν να τις πουλήσουν δεξιά κι αριστερά, πρήζοντας μέχρι αηδίας τους υποψήφιους πελάτες τους. Ο Πέτρος καθόταν αμήχανος σε μια γωνιά καπνίζοντας νωχελικά. Λίγο πιο δίπλα ο Χρήστος μίλαγε με κάτι πρωτοετείς φίλους του που με τα χίλια ζόρια τους έψησε να έρθουν στη συνέλευση.

Όλα έδειχναν ότι η συνέλευση δεν επρόκειτο να γίνει, λόγω μικρής προσέλευσης του κόσμου και θα οριζόταν νέα συνέλευση εξ αναβολής σε μια βδομάδα. Οι παρατάξεις όμως ήθελαν να παρθεί οπωσδήποτε απόφαση. Σε μια βδομάδα θα γινόταν μια πανεκπαιδευτική πορεία και έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν τη συνέλευση για να γράψουν στο πανό τους ‘Σύλλογος Φυσικού’. Έπρεπε σώνει και καλά να οικειοποιηθούν το σύλλογο, άσχετα αν δεν θα τους ψήφιζαν ούτε είκοσι άτομα. Έπρεπε να νιώσουν οπωσδήποτε ότι υπάρχουν στο πολιτικό στερέωμα του τόπου αλλά και να το βροντοφωνάξουν στην υπόλοιπη κοινωνία: «Κοιτάχτε! Διαδηλώνουμε άρα υπάρχουμε!»

Τα λεπτά περνούσαν και το αμφιθέατρο, αντί να γεμίζει λίγο λίγο, άδειαζε. Ο Πέτρος είχε βαρεθεί τη ζωή του. Αποφάσισε να πάρει από ένα κνίτη ένα Ριζοσπάστη να διαβάσει μέχρι να αρχίσει –αν άρχιζε ποτέ– η συνέλευση.
«Φίλε» φώναξε στο Γιώργο, ένα δευτεροετή κνίτη που ήταν φορτωμένος σαν μουλάρι με ριζοσπάστες, κομμουνιστικές επιθεωρήσεις, προκηρύξεις, σπρέι και λοιπό επαναστατικό υλικό.

Ο Γιώργος τρόμαξε. Στο κόμμα του είχαν πει ότι ο Πέτρος ήταν ένας επαγγελματίας αντεπαναστάτης με σκοτεινές διασυνδέσεις και θα έπρεπε τον αποφεύγει, γι’ αυτό με το που άκουσε τη φωνή του, σαν από ένστικτο πήγε να βαρέσει κομματικό συναγερμό να έρθουν οι ενισχύσεις. Ο Πέτρος, έμπειρος από τέτοιες συμπεριφορές χρόνια τώρα, το κατάλαβε με τη μία.
«Ήρεμα φίλε, δεν δαγκώνω, ένα ριζοσπάστη θέλω να αγοράσω» του είπε.

Ο Γιωργάκης ξαφνιάστηκε. Τι είχε συμβεί και ένας πρώτης κλάσης προβοκάτορας ζητούσε να αγοράσει Ριζοσπάστη; Μήπως ως γνήσιος εγκάθετος του κεφαλαίου ήθελε να κατασκοπεύσει τι λένε οι γνήσιοι εκφραστές των συμφερόντων του προλεταριάτου; Μήπως ήθελε να προβοκάρει τον ίδιο και να του τραβήξουν το αυτί στο κόμμα που πούλησε Ριζοσπάστη στον ταξικό εχθρό, και με διαδοχικές προβοκάτσιες εις βάρος ανυποψίαστων κνιτών να αποδυναμώσει εν τέλει το κόμμα; Μήπως δηλαδή ο Πέτρος ήταν μαοϊκός και ξεκινούσε με χτυπήματα στην περιφέρεια του κόμματος ώστε σιγά σιγά να φτάσει στο σκληρό του πυρήνα; (Αυτό βέβαια αποκλείεται να το σκέφτηκε ο Γιωργάκης γιατί δεν είχε ιδέα ούτε ποιος υπήρξε πραγματικά ο Μάο ούτε ποια ήταν η θεωρία του για τον ανταρτοπόλεμο – στο κόμμα του είχαν πει ότι ο Μάο ήταν ένας προβοκάτορας και αυτός το είχε καταπιεί αμάσητο όπως και όλα τα άλλα που του είχαν πει.) Οι σκέψεις αυτές που φαίνεται πως σφυροκοπούσαν το μυαλό του δεν μπόρεσαν τελικά να τον εμποδίσουν να πουλήσει στον Πέτρο Ριζοσπάστη γιατί στο τέλος θα υπερίσχυσε μέσα του η βούληση να πουλήσει όσο πιο πολλές εφημερίδες γίνεται, μιας και έτσι ήταν η default εντολή από τα κομματικά γραφεία. Τελικά όχι μόνο ο καπιταλιστής αλλά και ο κομμουνιστής είναι σε θέση να πουλήσει το σκοινί της κρεμάλας στο δήμιό του.

«Ορίστε, 1 ευρώ» είπε κάπως διστακτικά ο Γιώργος και η συναλλαγή με τον προβοκάτορα Πέτρο ολοκληρώθηκε.

Ο Πέτρος στάθηκε μερικά δευτερόλεπτα στο πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη. ‘ΠΑΛΛΑΪΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΩΝΑΣ – ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΜΕΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ Π.Α.ΜΕ’ έλεγε με παχυλά γράμματα ο τίτλος.
«Μα καλά, τα πιστεύετε αυτά που γράφετε;» θυμήθηκε ότι είχε ρωτήσει κάποτε τον αρχικνίτη Μάριο από τη σχολή του, αναφερόμενος σε ένα πανομοιότυπο τίτλο –δεν φημίζεται ο Ριζοσπάστης για την πρωτοτυπία του σε τίτλους εξάλλου– για να εισπράξει την αφοπλιστική απάντηση: «Όχι ρε, δεν τα πιστεύουμε, ήμαρτον, απλά τα γράφουμε μπας και μας πιστέψει κανένας και έρθει στην πορεία!». Ο Μάριος ήταν στ’ αλήθεια έξυπνο και συζητήσιμο παιδί και τα έβρισκε με τον Πέτρο σε πολλά ζητήματα, μα πιο πολύ όμως τα έβρισκαν στο ότι ήταν ίδιο έτος και δεν αξιώνονταν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος να πάρουν πτυχίο. Πώς μπορούσε ο Μάριος να συνυπάρξει στην ΚΝΕ με άτομα σαν τον Γιώργο, ήταν αξιοπερίεργο. Ίσως ο Μάριος ήταν το καρότο και ο Γιώργος το καδρόνι της ΚΝΕ. Ο Πέτρος όμως δεν ψάρωνε ούτε με το καρότο ούτε με το καδρόνι, εκτός αν του έπεφτε με δύναμη στο κεφάλι, όπως παλιά σε μια μικροσυμπλοκή, στο πρώτος έτος, όταν ήταν ακόμα στα ΕΑΑΚ.

Εκείνη τη στιγμή πλησιάζει τον Πέτρο ο ίδιος ο Μάριος, με σάρκα και οστά, λες και το ιδεατό στη σκέψη του Πέτρου έγινε ξαφνικά πραγματικό, γυρνώντας τη φιλοσοφία σε ξεπερασμένα χεγκελιανά σχήματα. Φυσικά ο Μάριος δεν έρχονταν για τσαμπουκά επειδή ο Πέτρος αγόρασε Ριζοσπάστη από το Γιώργο, παρά να συζητήσει μαζί του για το αν πρέπει να γίνει συνέλευση με τόσα λίγα άτομα. Είναι αλήθεια ότι τον Πέτρο τον εκτιμούσαν οι περισσότεροι αριστεροί, ανεξαρτήτως παρατάξεων, ειδικά αυτοί που βρίσκονταν στο έτος του και είχαν φάει ψωμί και αλάτι μαζί του, σε συνελεύσεις, πορείες, καταλήψεις και ζητούσαν συνέχεια τη γνώμη του. Επίσης ο Πέτρος αποτελούσε ρυθμιστικό παράγοντα για την έκβαση κάθε συνέλευσης με το πλήθος κόσμου που επηρέαζε, δηλαδή τον εαυτό του και το Χρήστο. Σχεδόν πάντα το ποιο πλαίσιο θα περνούσε κρινόταν για μερικές ψήφους μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού, και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φοιτητοπατέρες από κάθε σχήμα έρχονταν και έγλυφαν τον Πέτρο με σκοπό να στηρίξει το πλαίσιό τους.

«Πέτρο, τελικά η συνέλευση δεν πρόκειται να γίνει σήμερα επειδή δεν έχουμε απαρτία και θα οριστεί εξ αναβολής για την επόμενη βδομάδα. Συμφωνείς;» ρώτησε ο Μάριος, ενώ εν τω μεταξύ ο Χρήστος είχε προστεθεί στο πηγαδάκι καθώς οι πρωτοετείς φίλοι του είχαν εγκαταλείψει μαζί με αρκετό κόσμο το αμφιθέατρο.
«Ας είναι» αποκρίθηκε ο Πέτρος σκεπτικός, «λες και θα αλλάξει τίποτα αν γίνει ή δεν γίνει η συνέλευση»
Ο Μάριος ήθελε μέσα του να συμφωνήσει, αν και η κομματική γραμμή τον εμπόδιζε, αλλά ξαφνικά στην κουβέντα μπήκε ο Αντώνης, ο επικεφαλής των ΕΑΑΚ στη σχολή του, δύο έτη μεγαλύτερος από τον Πέτρο, ο οποίος ακούγοντας τα λόγια του Πέτρου, εξαπέλυσε εναντίον του δριμεία επίθεση.
«Τι είναι αυτά που λες συνάδελφε!» φώναξε με πλεονάζουσα υποκρισία στον παλιό του συναγωνιστή – είχε πάψει να αποκαλεί τον Πέτρο «σύντροφο» μετά την αποχώρηση του τελευταίου από τα ΕΑΑΚ, δηλαδή τα τελευταία 8 χρόνια. «Ο σύλλογος πρέπει να πάρει επειγόντως απόφαση γιατί οι εξελίξεις στο εκπαιδευτικό τρέχουν και οι φοιτητές πρέπει να δώσουν βροντερή απάντηση στα σχέδια του υπουργείου παιδείας… μπλα… μπλα…ο σύλλογος πρέπει να οργανώσει καταλήψεις… μπλα… μπλα… να συμμετάσχουμε στις μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις… μπλα… μπλα…». Ήταν φανερό ότι είχε βάλει πάλι την κασέτα για να ψαρώσουν οι ανυποψίαστες φοιτήτριες που κάθονταν στα διπλανά έδρανα περιμένοντας να αρχίσει η συνέλευση και να του πουν: «Αχ πώς τα λες έτσι παίδαρέ μας! Έλα να μας ξεσκίσεις!»

Ο ήρωάς μας όμως δεν ήθελε να δώσει συνέχεια στο debate με τον Αντώνη, ενώ μπορούσε να τον κάνει σκόνη με την πληθώρα των μαρξιστικών του γνώσεων. Σε παλιότερα έτη δεν είχε πρόβλημα να αναμετριέται στις γενικές συνελεύσεις με τους κομματικούς συνδικαλιστές και να τους κολλάει στον τοίχο. Φέτος όμως βλέποντας τα περιθώρια γι’ αυτόν να στενεύουν και το φοιτητικό κίνημα να φθίνει αντί να φουντώνει, δεν είχε όρεξη για περαιτέρω χάσιμο χρόνου. Απ’ την άλλη όμως, ήταν ευκαιρία να γίνει και λίγο οπορτουνιστής και να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει το μαρξιστικό του οπλοστάσιο για να εντυπωσιάσει τις συμφοιτήτριές του, μπας και ρίξει καμία, τώρα που είχε χωρίσει με τη Χριστίνα και ήταν μόνος. Θα ήταν ψέμα να πούμε ότι κάτι τέτοιο δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό. Ωστόσο, γνώριζε εκ των προτέρων την ουτοπία του σχετικού εγχειρήματος, μιας και οι γκόμενες δεν εντυπωσιάζονταν τόσο με σκληροπυρηνικές αριστερίστικες απόψεις σαν τις δικές του, ούτε με παλαιοκομματικές απόψεις σαν της ΚΝΕ, αλλά με τρέντυ απόψεις σαν των ΕΑΑΚ που υπόσχονταν εναλλακτικό lifestyle με καταλήψεις, πορείες, επαναστατική γυμναστική και χωρίς τα κεκτημένα των μικροαστών φοιτητών που συμμετέχουν σε αυτά να αμφισβητούνται στο ελάχιστο, άντε το πολύ να χαθεί καμιά εξεταστική. Θέλησε λοιπόν ο Πέτρος να δώσει ένα τέλος στην ανούσια διαμάχη με τον Αντώνη γιατί είχε σκυλοβαρεθεί.
«Εντάξει σύντροφε, έχεις δίκιο» του είπε ατάραχος, «πρέπει να κολλήσεις τα επαναστατικά σου ένσημα κι εσύ, αύριο ίσως γίνεις υπουργός καλή ώρα όπως οι επαναστάτες της γενιάς του Πολυτεχνείου!»

Η μπηχτή του Πέτρου άφησε άναυδο τον Αντώνη. Τον αποδόμησε με μία μόνο φράση! Οι γκόμενες που άκουγαν πιο πριν με ιδιαίτερη προσοχή το λογύδριο του Αντώνη, τώρα τον απομυθοποίησαν πλήρως.
«Τελικά είσαι και πολύ απατεώνας! Και τα έλεγες τόσο ωραία! Παραλίγο να μας έριχνες!» ήρθαν και του είπαν και σηκώθηκαν και έφυγαν από το αμφιθέατρο.
«Θα μου το πληρώσεις αυτό παλιομαλάκα!» είπε τότε ο Αντώνης στον Πέτρο για να εισπράξει την απάντηση από το σεξιστή και ανώριμο Χρήστο: «Σιγά τις σαύρες ρε φίλε! Αντί να λες ευχαριστώ που σε γλίτωσε από δαύτες, διαμαρτύρεσαι;» ενώ ο Μάριος εστίασε σε μια άλλη, δευτερεύουσα πτυχή του θέματος: «Όχι ρε γαμώτο! Έφυγε κι άλλος κόσμος! Τώρα είναι που δεν πρόκειται να γίνει συνέλευση με τίποτα!»

Με τα πολλά, η συνέλευση αναβλήθηκε για την επόμενη βδομάδα και οι επαναστάτες συνδικαλιστές ακολούθησαν ο καθένας το δρόμο του. Ο Πέτρος ευτυχώς είχε εισιτήριο και γύρισε σπίτι με το λεωφορείο. Πλέον του ήταν αδύνατο να βγάλει όλη την απόσταση ποδαράτο, από την Πανεπιστημιούπολη μέχρι τα Εξάρχεια που έμενε, μιας και τις τελευταίες μέρες είχε αρχίσει να νιώθει τα πνευμόνια του να βαραίνουν αλύπητα. Και ήταν απόλυτα φυσικό, με τόσα τσιγάρα που κάπνιζε καθημερινά.
«Αχ και να μην έχω ένα αμάξι όπως ο Δημήτρης…» σκέφτηκε ο Πέτρος καθώς κοίταζε από το παράθυρο του λεωφορείου το σκοτάδι να απλώνεται απαλά στην πόλη.

Ο Δημήτρης έμενε στο διπλανό διαμέρισμα με τον Πέτρο τα τελευταία έξι χρόνια. Ήταν ένας απαράδεκτος από όλες τις απόψεις φοιτητής του Οικονομικού, που βρισκόταν στο έκτο έτος και ενώ στους γονείς του έλεγε ότι χρωστάει μόνο ένα μάθημα τα τελευταία δύο χρόνια, στην πραγματικότητα, όπως είχε εκμυστηρευτεί στον Πέτρο, ο όγκος των μαθημάτων που χρωστούσε ήταν τόσο μεγάλος που φάνταζε αδύνατο ότι θα τελειώσει κάποτε. Το ίδιο και ο Πέτρος εξάλλου, με τη διαφορά ότι ο Δημήτρης ήταν εκ των άλλων απελπιστικά αδαής. Επρόκειτο στην ουσία για έναν εντελώς απαθή τύπο, που δεν είχε κανέναν απολύτως προβληματισμό για τίποτα, και το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να καίγεται ολημερίς παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή. Ενίοτε καιγόταν και με χασίς –το οποίο προμηθεύονταν από τον τόπο καταγωγής του, την Καλαμάτα– και μπορούσες να το διακρίνεις από τις μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια του και την σχετική βραδύτητα του ρυθμού της φωνής του. Όσο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, αυτές κι αν ήταν καμένες. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος, δεν είχε καμία ιδεολογία ούτε τον ένοιαζε να αποκτήσει, ο κόσμος να καιγόταν. Ήταν με λίγα λόγια ένας κλασικός ιδεολόγος σταρχιδιστής, που το μόνο που έκανε ήταν να σπαταλά ασυναίσθητα τα λεφτά του πατέρα του όπως και το χρόνο το δικό του.

Ο πατέρας του Δημήτρη από την πλευρά του, φανατικός νεοδημοκράτης ως είθισται για έναν Μεσσήνιο και φτασμένος επιχειρηματίας με πάρα πολλά λεφτά, προόριζε το γιόκα του να τον διαδεχθεί στην επιχείρηση και δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι αδυνατεί να τελειώσει τη σχολή του. Όμως ο Δημήτρης από οικονομικά ήξερε όσα ήξερε κι από μαγειρική, δηλαδή απολύτως τίποτα. Πιο πολλές γνώσεις επί των οικονομικών είχε από αυτόν ο Πέτρος, ο οποίος είχε διαβάσει πλήθος βιβλίων πολιτικής οικονομίας, μαζί και τους τρεις τόμους του Κεφαλαίου του Μαρξ. Ωστόσο, δεν προθυμοποιούνταν να βοηθήσει τον γείτονά του, φοβούμενος ότι θα του διδάξει πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός και ίσως αυτό μελλοντικά προβεί σε βάρος της υπόθεσης της εργατικής τάξης αν ο ίδιος γινόταν ποτέ εργοδότης στην επιχείρηση του πατέρα του.

Μήπως τελικά ο Μαρξ δεν έπρεπε να κοινοποιήσει τις θεωρίες του στο ευρύ κοινό, γιατί έτσι ήρθαν σε επαφή μαζί τους και οι καπιταλιστές, οι οποίοι έμαθαν πως δουλεύει το σύστημα και το υπηρετούν πιο αποτελεσματικά; Έπρεπε δηλαδή, σύμφωνα με αυτή τη λογική, η μαρξιστική γνώση να μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά πρωτοπόρων επαναστατών όπως συνέβαινε με τους πυθαγόρειους στην αρχαιότητα και τους τέκτονες στο μεσαίωνα; Η αντιγραφειοκρατική ιδεολογία του Πέτρου τον εμπόδισε να υιοθετήσει αυτή την ιδέα, που άνοιγε το δρόμο στο σταλινισμό, όπου μια κλίκα κομματικών κατέχουν τη γνώση και τον πλούτο και ο λαός ζει στην άγνοια και την ένδεια.

«Όπως και να χουν τα πράγματα ο Δημήτρης έχει εξασφαλισμένη δουλειά» σκέφτηκε ο Πέτρος. «Εγώ τι κάνω;»
Η αλήθεια ήταν ότι είχε βρει στις μικρές αγγελίες αρκετά φροντιστήρια που ζητούσαν καθηγητές στη Φυσική. Ο Πέτρος όμως δεν είχε πάρει πτυχίο και τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ήλπιζε όμως ότι ίσως έβρισκε δουλειά σε κάποιο απ’ όλα τα φροντιστήρια, ανασφάλιστος φυσικά και με μισθό πείνας. Οι αρχικές του αναστολές απέναντι στα κεκτημένα των πτυχιούχων φροντιστηριακών καθηγητών και το κλειστό τους επάγγελμα, υπερκεράστηκαν από την ανάγκη που ένιωθε να απεξαρτηθεί από την οικογένειά του.
«Δεν πειράζει, είναι ένα χτύπημα στη συντεχνιακή λογική» έλεγε μέσα του προσπαθώντας να δικαιολογήσει το νερό που έβαζε στο κρασί του. Είναι αλήθεια ότι δυσκολευόταν να κάνει κάτι αν δεν συμφωνούσε απόλυτα με τη μαρξιστική του κοσμοθεωρία.

Όμως το αν θα έβρισκε δουλειά ο Πέτρος δεν εξαρτιόταν από την ιδιοτελή ή όχι βούλησή του. «Ευχαριστούμε πολύ, θα σας ειδοποιήσουμε» του έλεγαν σε όλα τα φροντιστήρια που άφηνε βιογραφικό. Και τι βιογραφικό! Μόνο το Lower και την υποτυπώδη γνώση της γαλλικής που είχε αποκομίσει στο σχολείο είχε καταγεγραμμένα. Ήταν πολύ ανιδιοτελής επαναστάτης που ούτε του πέρασε από το μυαλό να συμπεριλάβει και τη συνδικαλιστική του δράση ως φοιτητοπατέρας.

Αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό του Πέτρου καθώς γυρνούσε σπίτι του με το λεωφορείο, ενώ το σκοτάδι είχε επικρατήσει κατά κράτος…

* * *

Η ώρα είχε πάει 12 παρά το πρωί. Αν και μέσα Δεκέμβρη, η μέρα ήταν ηλιόλουστη και προμήνυε επαναστάσεις και ανατροπές. Ο Πέτρος είχε ξυπνήσει εδώ και μισή ώρα και έπινε τον καφέ του στην κατάμεστη από σκουπίδια και άπλυτα πιάτα και ποτήρια κουζίνα, διαβάζοντας με ενδιαφέρον μια Εργατική Εξουσία που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα. Ενώ είχε διαβάσει τα περισσότερα άρθρα και την είχε καταβρεί με τις τετριμμένες αναλύσεις που έκαναν, στάθηκε στον τίτλο της εφημερίδας: ‘Εργατική Εξουσία’. Γιατί οι τροτσκιστές έχουν εμμονή με την εργατική εξουσία και δεν μιλούν ποτέ για λαϊκή εξουσία;, ήταν η απορία που απασχόλησε στιγμιαία το μυαλό του. Γιατί δεν αντιμετωπίζουν ισότιμα τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα, όπως τους αγρότες ας πούμε; Στις φτωχές μισοαποικιακές χώρες της περιφέρειας του καπιταλισμού, όπου οι εργάτες είναι η μειοψηφία, είναι άραγε σωστό να έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος το μειοψηφών προλεταριάτο και όχι η πλειοψηφούσα αγροτιά; Είχε άραγε δίκιο ο Ράντεκ που κατηγορούσε τον Τρότσκι για υποτίμηση του ρόλου της αγροτιάς; «Αλλά καλύτερα εργατική εξουσία που λένε οι τροτσκιστές παρά φοιτητική εξουσία που λένε τα ΕΑΑΚ», σκέφτηκε τελικά. Είχε ένα κόλλημα με τα ΕΑΑΚ ο Πέτρος και από την αποχώρησή του και μετά δεν ήθελε ούτε να ακούει για αυτά.

Ενώ σκεφτόταν αυτά τα πολύ σοβαρά για κάθε αγωνιστή ζητήματα, άκουσε κάποιον να χτυπάει το πάνω κουδούνι. Χωρίς να αφήσει την εφημερίδα από τα χέρια του, έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Ήταν ο Δημήτρης, από το διπλανό διαμέρισμα.

«Έχεις ζάχαρη;» ήταν το πρώτο πράγμα που είπε ο Δημήτρης σαν άνοιξε ο Πέτρος την πόρτα.
«Και βέβαια έχω» απάντησε με σιγουριά ο αγωνιστής, και κατευθύνθηκε πίσω στη κουζίνα, απ’ όπου, ύστερα από λίγα μόνο δευτερόλεπτα, γύρισε παρέα με ένα βαζάκι με ζάχαρη.
«Ευχαριστώ» έκανε ο Δημήτρης παίρνοντας το βαζάκι από τον Πέτρο.
«Τίποτα» απάντησε ο αβρός αγωνιστής, θέλοντας να κάνει σαφή την ανιδιοτελή πρόθεσή του, και να περάσει έτσι στο γείτονά του το μήνυμα ότι οι κομμουνιστές είναι σε θέση να γίνονται θυσία για το κοινωνικό σύνολο δίχως να περιμένουν οποιουδήποτε είδους ανταπόδοση.
«Τι διαβάζεις εκεί;» ρώτησε τότε ο Δημήτρης, παρατηρώντας την Εργατική Εξουσία που κρατούσε ο Πέτρος ανά χείρας.
Στον Πέτρο φάνηκε κάπως δύσκολο να κάτσει να εξηγήσει αναλυτικά τι σήμαινε ο τίτλος της εφημερίδας, ή με τι θέματα καταπιάνονταν.
«Εργατική Εξουσία…» μπόρεσε να διαβάσει τον διαφαινόμενο τίτλο ο Δημήτρης, για να συνεχίσει με τη διατύπωση μιας εύλογης για έναν άσχετο ερώτησης: «Δηλαδή υπάρχει και… τεμπέλικη εξουσία;»
Ο Πέτρος δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, καθώς δεν κατάλαβε αν ο Μητσάρας έκανε πλάκα ή μιλούσε σοβαρά. Προτίμησε λοιπόν, προκειμένου να είναι καλυμμένος απ’ όλες τις πλευρές, να λύσει την απορία του φίλου του.
«Εργατική Εξουσία σύντροφε» είπε χρησιμοποιώντας λόγω οικειότητας την προσφώνηση ‘σύντροφε’ και όχι επειδή ο συνομιλητής του ήταν αριστερός, «είναι το να κατέχουν την εξουσία οι εργάτες, και όχι οι αστοί»
«Τι μας λες…» απάντησε ο Καλαματιανός φοιτητής του Οικονομικού χωρίς να δώσει τη δέουσα σημασία. «Και αυτό εδώ τι είναι;»
Η τελευταία ερώτηση του Δημήτρη αφορούσε το τροτσκιστικό σφυροδρέπανο με το τεσσάρι, που καταλάμβανε δεσπόζουσα θέση στο τίτλο της εφημερίδας.
Ο Πέτρος τώρα δεν απάντησε. Η νέα απορία του φίλου του τού φαίνονταν ακόμα πιο δύσκολο να την λύσει.
«Κάπου το έχω ξαναδεί αυτό…» έσπασε τη σιωπή ξαφνικά ο Δημήτρης, για να συνεχίσει ο ίδιος: «Μα ναι! Το έχω δει στο RED ALERT!»
Ο Πέτρος απόρησε, καθώς οι γνώσεις του από ηλεκτρονικά παιχνίδια, όπως και γενικότερα από υπολογιστές, ήταν ίσως λιγότερες κι από τις γνώσεις του Δημήτρη από πολιτική.
«Είναι ένα παιχνίδι για τον υπολογιστή» εξήγησε ο Δημήτρης, «που πολεμάνε οι Ρώσοι με τους Αμερικάνους. Κι εγώ διαλέγω πάντα τους Ρώσους, δεν ξέρω γιατί…»
Πριν ο Πέτρος κάνει οποιοδήποτε σχόλιο ο Δημήτρης πήρε εκ νέου το λόγο για να πει:
«Πλάκα κάνω, εντάξει! Δεν είμαι και τόσο άσχετος! Είναι το σφυροδρέπανο των κομμουνιστών, έχω δίκιο;»
Ο Πέτρος έγνεψε καταφατικά.
«Και αυτές οι γραμμούλες εδώ τι είναι;» ρώτησε ο Μήτσος, δείχνοντας το τροτσκιστικό τεσσάρι που επικάλυπτε το σφυροδρέπανο.
Ο μεγάλος αγωνιστής ξεφύσησε αντιλαμβανόμενος τη δυσκολία τού να απαντήσει στην ερώτηση του φίλου του.
«Τώρα που να σου εξηγώ…» είπε, «Είναι ένα τεσσάρι, αν το προσέξεις καλά, το οποίο συμβολίζει την Τετάρτη Διεθνή, των τροτσκιστών…»
«Τι είναι οι τροτσκιστές;» ρώτησε τότε ο Δημήτρης.
«Είναι μια κατηγορία κομμουνιστών…» ανέφερε εκλαϊκευτικά ο Πέτρος.
«Ξεχωριστή από το ΚΚΕ;» ρώτησε ο Δημήτρης, που μια τέτοια ερώτηση τον κατέτασσε αυτομάτως στους άσχετους.
«Ναι, σαφώς» εξήγησε ο Πέτρος, «αλλά μη νομίζεις, κι αυτοί διασπασμένοι σε χίλιες οργανώσεις είναι. Αυτοί εδώ που βγάζουν αυτή την εφημερίδα είναι μόνο μία από αυτούς»
Ο Δημήτρης έξυσε την αξυρισιά των μερικών εβδομάδων που είχε αναπτυχθεί σε γένι στο πρόσωπό του.
«Τουλάχιστον εμείς στη Νέα Δημοκρατία είμαστε όλοι μαζί ενωμένοι…» αποκρίθηκε.
Ο Πέτρος, αν και γνώριζε ότι η οικογένεια του Δημήτρη είναι βαμμένοι νεοδημοκράτες, ένιωσε να εκπλήσσεται δυσάρεστα με την τοποθέτηση του γείτονά του, που το ομολογούσε με τον πιο κυνικό τρόπο. Αυτό όμως, έγινε αντιληπτό από τον τελευταίο που φρόντισε ευθύς αμέσως να τον καθησυχάσει λέγοντάς του: «Πάντως στις τελευταίες εκλογές ψήφισα ΠΑΣΟΚ!»
Αυτή τη φορά ο Πέτρος έδειξε να εκπλήσσεται περισσότερο, όχι τόσο γιατί θεωρούσε το ΠΑΣΟΚ πολύ πιο απεχθές απ’ τη Νέα Δημοκρατία, αλλά γιατί ένιωσε μπερδεμένος ως προς τα κίνητρα του γείτονά του για ένα τόσο μεγάλο πολιτικό άλμα.
«Μα καλά, πώς έγινε αυτό;» τον ρώτησε τελικά, μην μπορώντας να καταπιέσει την περιέργειά του.
«Ε η ηλίθια η μάνα μου φταίει» εξήγησε ο Δημήτρης, «Με ξύπνησε Κυριακή πρωί πρωί, κατά τις 10, να πάω να ψηφίσω Νέα Δημοκρατία, χωρίς να σέβεται ότι την προηγούμενη μέρα είχα βγει έξω με φίλους μέχρι τις 7 το πρωί! Θράσος ε; Ε, κι εγώ για να την εκδικηθώ πήγα και ψήφισα ΠΑΣΟΚ! Βασικά ευτυχώς που κέρδισε η Νέα Δημοκρατία αλλιώς οι γονείς μου θα με έπρηζαν ακόμα γι’ αυτό που πήγα κι έκανα…»
Ο Πέτρος τώρα μπερδεύτηκε ακόμα πιο πολύ. Δεν θέλησε όμως να ρωτήσει τίποτα επ’ αυτού, για να μην εισπράξει κάποια άλλη απάντηση που θα του έφερνε περισσότερη σύγχυση, πιο πολλή κι απ’ αυτή που φαίνονταν να έχει στο μυαλό του ο Δημήτρης.
«Λοιπόν, επειδή έχω αφήσει ένα παιχνίδι στη μέση» είπε τότε ο Καλαματιανός γείτονας του Πέτρου, «πρέπει να πηγαίνω…» και αφού χαιρέτησε κλείνοντας το μάτι του, χάθηκε στο βάθος το διαδρόμου, κι από κει στο διαμέρισμά του.

Ο Πέτρος είναι αλήθεια ότι ενώ ένιωθε γενικά απογοητευμένος από την ανύπαρκτη πολιτική αντίληψη που διέθετε ο Δημήτρης, είχε ενθουσιαστεί από την υπέρβαση που έκανε ο τελευταίος σπάζοντας την οικογενειακή παράδοση που τον ήθελε να στηρίζει Δεξιά και αντ’ αυτού ψήφισε ΠΑΣΟΚ. Που ναι μεν το ΠΑΣΟΚ είναι κι αυτό Δεξιά, αλλά το να μεταστραφεί ένας γόνος παραδοσιακής δεξιάς οικογένειας και δη από τη βαθυγάλανη Μεσσηνία, και να ψηφίσει κάτι αριστερότερο, έστω και για λόγους καθαρά εγωιστικούς, όπως ο γείτονάς του, ήταν κάτι σημαντικό. Ναι, αλλά ήταν όντως το ΠΑΣΟΚ αριστερότερο από τη Νέα Δημοκρατία; Σ’ αυτό το ερώτημα η απάντηση ήταν σίγουρα αρνητική. Όπως και κάθε συνεπής αγωνιστής της αριστεράς, έτσι κι ο Πέτρος είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι το ΠΑΣΟΚ είχε εκφυλιστεί σε κόμμα του μεγάλου κεφαλαίου προδίδοντας τα μικρομεσαία στρώματα που εξέφραζε στο μακρινό παρελθόν. Τι κι αν κάποτε το στήριζαν ακόμα και στρώματα της εργατικής τάξης, τώρα δεν ήταν παρά στυλοβάτης του ασύδοτου καπιταλισμού. Άρα, η πράξη του Δημήτρη να ψηφίσει ΠΑΣΟΚ αντί για Νέα Δημοκρατία, ακόμα κι αν κρινόταν αποκλειστικά εκ του αποτελέσματος, δεν θα μπορούσε με τίποτα να θεωρηθεί προοδευτική κίνηση.

Έχοντας πλέον ο ήρωάς μας κουραστεί από αυτές του τις ατέρμονες σκέψεις, είπε να πάει στο υπνοδωμάτιο να ξαπλώσει για λίγο στο κρεβάτι, όπως συνήθιζε να κάνει όταν βαριόταν αφόρητα. Πέταξε μερικά βιβλία και εφημερίδες από το γραφείο στο πάτωμα για να έχει χώρο να αφήσει το μισογεμάτο φλιτζάνι με τον καφέ, ενώ στο γραφείο δέσποζαν μερικά ακόμα φλιτζάνια με καφέ που είχε αφήσει εκεί από τις προηγούμενες μέρες. Έριξε επίσης στο πάτωμα τα βιβλία και τα ρούχα που ήταν ακουμπισμένα στο κρεβάτι αλλά δεν πρόλαβε καλά καλά να ξαπλώσει και χτύπησε το κινητό του. Η αναγνώριση έδειχνε ‘Μάριος’.

«Έλα Μάριε» είπε ο Πέτρος απαντώντας στην κλήση.
«Έλα Πέτρο» έκανε βιαστικά ο Μάριος, «η συνέλευση θα γίνει σήμερα τελικά αντί για μεθαύριο με απόφαση του Δ.Σ.»
Οι γραφειοκράτες τα κατάφεραν, σκέφτηκε ο Πέτρος. Κατάφεραν να συγκαλέσουν με πραξικοπηματικό τρόπο συνέλευση, που ήταν το ανώτατο όργανο εκπροσώπησης των φοιτητών. Ήταν κάτι σαν το πραξικόπημα του Καντάφι που έφερε την άμεση δημοκρατία –λέμε τώρα…– στη Λιβύη. Μήπως θα έπρεπε να αρχίσει να αμφισβητήσει σοβαρά το αντιγραφειοκρατικό και αντιιεραρχικό του μένος;
«Στις 12 θα ξεκινήσει, δηλαδή σε λίγα λεπτά από τώρα» συνέχισε ο Μάριος. «Έλα στη σχολή όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πού είσαι τώρα; Σπίτι;»
«Ναι, σπίτι είμαι» απάντησε ο Πέτρος. «Δεν θα προλάβω να είμαι στις 12 πάνω. Το λεωφορείο θέλει τουλάχιστον μισή ώρα»
«Πάρε ταξί και έλα!» επέμενε ο Μάριος.
«Θα γίνει ρε Μάριε η συνέλευση ή πάλι θα μαλακιστούμε; Να μην πληρώνω τζάμπα ταξί αν είναι» ρώτησε εύλογα ο Πέτρος που δεν είχε πρόβλημα να θυσιάσει ακόμα και 10 ευρώ σε ταξί προκειμένου να παραστεί στις κινηματικές διαδικασίες της σχολής τους.
«Θα γίνει, θα γίνει» απάντησε ο Μάριος, «έχει μαζευτεί πολύς κόσμος. Κοντά 60 άτομα. Μιλάμε για μαζικές διαδικασίες!»
«60 άτομα!» πετάχτηκε πάνω ο Πέτρος, «Δηλαδή έχουμε τους συσχετισμούς για να ξεκινήσουμε επανάσταση!»
«Επανάσταση δεν ξέρω αν θα γίνει, πάντως συνέλευση θα γίνει σίγουρα» απάντησε ο Μάριος υπενθυμίζοντας στον Πέτρο ότι ο μαξιμαλισμός του μπορεί να σταθεί τροχοπέδη στο σταδιακό χτίσιμο ενός μαζικού φοιτητικού κινήματος.
«Εντάξει, έρχομαι» είπε ο Πέτρος και έκλεισε άρον άρον το τηλέφωνο. Φόρεσε μια μπλούζα από αυτές που ήταν στο πάτωμα, πήγε στο μπάνιο και έριξε ένα γρήγορο κατούρημα και βγήκε έξω να πάρει ένα ταξί για να προλάβει τη γενική συνέλευση της σχολής του…

* * *

Ο Πέτρος στέκονταν στην άκρη του πεζοδρομίου περιμένοντας να βρει ταξί.
«Πανεπιστημιούπολη» φώναζε σε κάθε ταξί που περνούσε αλλά οι περισσότεροι ταξιτζήδες τον αγνοούσαν επιδεικτικά γιατί ήταν γεμάτοι. Στο τέλος ένα άδειο ταξί σταμάτησε και τον πήρε.
«Έμπα» είπε στον Πέτρο ο ταξιτζής με το χαρακτηριστικό γρέζι στη φωνή του, ένα μεσήλικας γύρω στα 40 με ελαφριά αξυρισιά και μπυροκοιλιά, που διαγράφονταν μέσα από το καρό του πουκάμισο.

Ο Πέτρος κάθισε στη θέση του συνοδηγού –και όχι στα πίσω καθίσματα, που συνηθίζουν να κάθονται οι μικροαστοί και δη οι μικροαστές– γιατί πρώτον, δεν ήθελε να δώσει την εντύπωση στον σύντροφο μικροϊδιοκτήτη και σύμμαχο της εργατικής τάξης ταξιτζή ότι αποφεύγει τη συναναστροφή μαζί του και ότι απλά τον χρησιμοποιεί για να εξυπηρετηθεί, και δεύτερον, επειδή ήθελε να αφουγκραστεί τις ανησυχίες ενός λαϊκού ανθρώπου και να συνεισφέρει στην οικοδόμηση μια αγαστής συμμαχίας μεταξύ φοιτηταριάτου και λαϊκών στρωμάτων.

«Πανεπιστημιούπολη πάμε» είπε ο Πέτρος στον ταξιτζή.
«Φοιτητής είσαι φίλε;» ρώτησε ο ταξιτζής βάζοντας πρώτη και ξεκινώντας, ενώ στον καθρέφτη του αυτοκινήτου κρέμονταν ένας ξύλινος σταυρός και στο ραδιόφωνο έπαιζε δυνατά ΕΡΑ ΣΠΟΡ.
«Ναι» απάντησε μονολεκτικά ο Πέτρος, σκεφτόμενος ωστόσο τι άλλο χρειάζεται να πει στον ταξιτζή προκειμένου να ανοίξει κουβέντα μαζί του. Δεν χρειάστηκε όμως να πει τίποτα γιατί ο ταξιτζής πήρε το λόγο μόνος του και έσπασε τον πάγο.
«Α τυχεροί, έχετε γκομενάκια στο πανεπιστήμιο…» είπε.

Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε τόσο από τον πρωτόγονο σεξισμό του ταξιτζή όσο και από την εκτός τόπου και χρόνου διαπίστωσή του. Τόσο σαβουρογάμης είναι ή απλά τόσο άσχετος με το πανεπιστήμιο και δεν έχει πάρει χαμπάρι τι χάλια γκόμενες υπάρχουν εκεί;

«Εεε…» απάντησε ο Πέτρος χαμογελώντας από ευγένεια χωρίς να ξέρει τι να πει.
«Γαμάς κανένα κοριτσάκι εσύ;» αιφνιδίασε εκ νέου ο ταξιτζής τον Πέτρο που δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοιο πολιτισμικό σοκ.
«Μπααα» είπε διστακτικά, «είμαι χωρισμένος από το Σεπτέμβρη»
«Ήταν καλό μουνί η δικιά σου;» ρώτησε στο καπάκι ο ταρίφας αφήνοντας σύξυλο τον Πέτρο για τρίτη σερί φορά.

Ο Πέτρος δεν μπορούσε να δει τη Χριστίνα ως «μουνί». Ακόμα και τώρα που ήταν τρεις ολόκληρους μήνες χωρισμένοι ένιωθε πολύ ρομαντικά γι’ αυτήν, άσχετα αν από εγωισμό δεν την είχε πάρει ούτε ένα τηλέφωνο να δει πώς τα περνάει με τον καραβανά που είχε αρραβωνιαστεί. Σκέφτηκε τότε να εκτρέψει την κουβέντα στα πολιτικά, ένα πεδίο που χειρίζονταν με μεγάλη μαεστρία.

«Καλή ήταν, εντάξει» απάντησε ο αγωνιστής για να συνεχίσει: «Έχει απεργία ο κλάδος σας μαθαίνω μεθαύριο. Θα έχετε συμμετοχή, πώς το βλέπετε;»
«Πού να ξέρω μωρέ…» απάντησε ο ταρίφας με κάποια δόση αδιαφορίας, πιθανότατα ξενερωμένος που άλλαξε η θεματολογία της κουβέντας από γκομενική σε συνδικαλιστική.
«Τα αιτήματά σας ποια ακριβώς είναι;» ρώτησε ευγενικά ο Πέτρος.
«Θα σε γελάσω ρε φίλε» απάντησε ο ταξιτζής. «Κάτι για ταμειακές μηχανές λένε και για φοροαπαλλαγές. Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά»
«Δεν θα συμμετάσχετε δηλαδή στην απεργία;» ρώτησε εκ νέου ο ήρωάς μας, πιστεύοντας ότι έχει να κάνει με ένα λούμπεν μικροαστό πρώτης τάξης.
«Όχι μωρέ, γιατί να συμμετάσχω; Τι θα βγάλω από την υπόθεση αυτή;» είπε ο ταρίφας. «Τόσα χρόνια τι έχει κάνει το σωματείο για μας; Ξέρεις ποιοι είναι οι επικεφαλής του σωματείου; Είναι κάτι λαμόγια που έχουν 50 ταξί ο καθένας και τα μισθώνουν σε φουκαράδες που δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί. Κι εγώ για να συντηρήσω αυτό το καρούλι το ταξί που έχω, είμαι χρεωμένος μέχρι το λαιμό. Ό,τι βγάζω το δίνω σε βενζίνη και σε ανταλλακτικά»
Ο Πέτρος έμεινε εντυπωσιασμένος από την αντιγραφειοκρατική συνείδηση του συντρόφου ταρίφα.
«Κλέφτες είναι στο σωματείο, όπως κλέφτες είναι και στη βουλή. Όλοι τους τα ίδια σκατά είναι!» συνέχισε οργισμένος ο ταξιτζής. «Κανείς τους δεν νοιάζεται αν ζω ή αν πεθαίνω. Κανείς τους δεν νοιάζεται αν δεν μπορώ να βγάλω το μήνα και να θρέψω τα παιδιά μου. Κανείς τους δεν νοιάζεται αν αναγκάζομαι και βάζω στο ταξί βρωμιάρηδες Αλβανούς…»

Εδώ οι αυταπάτες του Πέτρου γκρεμίστηκαν. Διαπίστωσε ότι η απέχθεια του ταξιτζή προς τη γραφειοκρατία και τη διαμεσολάβηση των κοινωνικών αγώνων δεν απέκλειε ούτε το ρατσισμό ούτε το σεξισμό. Δεν μπορούσες να τα έχεις όλα με λίγα λόγια. Όμως δεν έπρεπε ο συγκεκριμένος λαϊκός άνθρωπος να αποκλειστεί από τους ταξικούς αγώνες. Ίσα ίσα, έπρεπε να επαναστατήσει με βιοποριστικά αιτήματα, και ύστερα, στη δικτατορία του προλεταριάτου και μετέπειτα στη σοσιαλιστική κοινωνία, θα δημιουργηθούν εκείνοι οι όροι που θα τον βοηθήσουν να αποκτήσει σοσιαλιστική συνείδηση και να ανυψωθεί πνευματικά αποβάλλοντας τα όποια υπολείμματα ρατσισμού και μικροαστισμού. Κι εδώ, σκέφτηκε ο Πέτρος, αποδεικνύεται η πενία των επιχειρημάτων ορισμένων συντρόφων από τον αναρχικό χώρο που έχουν την αυταπάτη ότι ο λαός πρώτα θα αλλάξει συνείδηση και μετά θα επαναστατήσει για την δημιουργία της αταξικής κοινωνίας, καθώς έτσι ένα μεγάλο μέρος του επαναστατικού δυναμικού απορρίπτεται ως ρατσιστές, σεξιστές, θρησκόληπτοι κ.λπ.

Εκείνη τη στιγμή ένα φορτηγό από μια εταιρία μετακομίσεων που προηγούνταν σταμάτησε στη μέση του δρόμου και άρχισε να ξεφορτώνει πράγματα.
«Ωχ, αυτό μας έλειπε» σκέφτηκε ο Πέτρος αναλογιζόμενος ότι ενδέχεται να μην προλάβει τη συνέλευση στη σχολή του. «Δεν μας έφτανε η κίνηση, έχουμε και το φορτηγό…»

Λίγο η κίνηση, λίγο τα σκυλάδικα που έπαιζαν στο ραδιόφωνο, λίγο ο ταρίφας που σιγοτραγουδούσε στον ίδιο ρυθμό, λίγο η καυσαεριίλα, λίγο η μπόχα του καλοριφέρ του ταξί, λίγο οι κόρνες των αυτοκινήτων που είχαν κολλήσει πίσω από το φορτηγό, έκαναν το Πέτρο να μην νιώθει καλά και να θέλει να ξεράσει, όμως κατάφερε να κρατηθεί, σκεπτόμενος ότι σαν μεγάλος επαναστάτης που ήταν, όφειλε να μείνει ακλόνητος και να πάει στη γενική συνέλευση της σχολής του με το κεφάλι ψηλά.

Ενώ τα λεπτά περνούσαν και το ταξί παρέμενε ακινητοποιημένο, ο ταρίφας άνοιξε το παράθυρο, έβγαλε το κεφάλι και το αριστερό χέρι έξω και φώναξε: «Άντε ρε καριόλες! Μια ώρα περιμένουμε! Γιατί δεν πάτε λίγο πιο δίπλα; Έχουμε και πελάτες, μην κατέβω κάτω και σας γαμήσω!»
«Μισό λεμπντό ντελειώνουμε!» απάντησε σε σπαστά ελληνικά ένας εκ των φορτοεκφορτωτών, προδίδοντας ότι είναι αλλοδαπός.
«Α ρε καριόλες Αλβανοί!» είπε ο ταξιτζής μπαίνοντας μέσα και κλείνοντας το παράθυρο, «Έχετε έρθει εδώ και μας βρωμίζετε, μας ληστεύετε, μας κλέβετε τις δουλειές, μας γαμάτε και τις γυναίκες… Καλά σας κάνανε οι Ιταλοί και σας πνίξανε ρε καθίκια!»
Ο Πέτρος σάστισε. Τελικά οι πρώτες εκτιμήσεις του περί αντιγραφειοκρατικότητας του ταξιτζή αποδείχτηκαν εσφαλμένες. Ο συμπαθής ταξιτζής δεν ήταν παρά ένα λούμπεν στοιχείο που βρισκόταν σε μόνιμη έχθρα με τον κοινωνικό του περίγυρο και δη τους αλλοδαπούς. Τι κι αν εχθρεύονταν το πολιτικό εποικοδόμημα του καπιταλισμού, στην ουσία δεν υπήρχε καμία προοπτική να επαναστατήσει για το σοσιαλισμό. Αντιθέτως, ήταν πολύ επίφοβο ότι κάποια στιγμή θα συρθεί κάτω από την επιρροή ενός ακροδεξιού ξενόφοβου ηγέτη. Όμως ο Πέτρος, που του άρεσε να βρίσκει ελαφρυντικά σε όλους, σκέφτηκε ότι ο ταξιτζής τα λέει αυτά γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να μορφωθεί και να ανοίξουν οι ορίζοντές του, παρά δούλευε συνέχεια σαν το σκυλί για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ενώ ο ίδιος ήταν φοιτητής-διανοούμενος, επαναστάτης με τα λεφτά του μπαμπά, που δεν είχε ποτέ αντιμετωπίσει βιοποριστικό πρόβλημα. Ο Πέτρος ήταν πάρα πολύ σκληρός όταν έκανε αυτοκριτική, η οποία δεν είχε καμία σχέση με αυτή των κομμουνιστικών κομμάτων, που όταν έλεγαν αυτοκριτική εννοούσαν να βρουν έναν προδότη να του τα φορτώσουν όλα και οι υπόλοιποι να εξαγνιστούν.

Επιτέλους, μετά από μερικά λεπτά το φορτηγό ξεκίνησε, μαζί και τα αυτοκίνητα που είχαν καθηλωθεί. Ύστερα από μερικά μέτρα ο ταξιτζής ξανάνοιξε το παράθυρο, όχι όμως για τσαμπουκά αυτή τη φορά, αλλά για να θαυμάσει μια νταρντάνα γυναίκα που ανέβαινε στο διπλανό πεζοδρόμιο.

«Μωρό μου! Τι κωλάρα είναι αυτή!» φώναξε ενώ η νταρντάνα ξίνισε τη μούρη της και τον αγνόησε επιδεικτικά.
«Ωραίο κομμάτι δεν ήταν;» ρώτησε ο ταρίφας τον Πέτρο, γυρνώντας πάλι την κουβέντα στα γκομενικά.
«Καλή ήταν» είπε μισοαδιάφορα ο Πέτρος, ο οποίος είχε πλέον πειστεί για την ουτοπία του εγχειρήματος να συζητήσει πολιτικά μαζί του.
«Που λες» συνέχισε ο ταρίφας, «έχω εδώ ένα τετράδιο» και άνοιξε το ντουλαπάκι από τη θέση του συνοδηγού, επωφελούμενος ότι τους είχε πιάσει κόκκινο.
«Ορίστε» είπε ο ίδιος ξεφυλλίζοντας τις γραμμένες σελίδες του τετραδίου με διάφορα ονόματα και τηλέφωνα, «Κάθε σειρά είναι και γκόμενα που έχω γνωρίσει στο ταξί. Για να δούμε… Αυτήν εδώ την έχω γαμήσει, καλή ήταν… αυτήν εδώ όχι, μου το έπαιζε δύσκολη η παλιοπατσαβούρα… αυτή εδώ ήταν μια παντρεμένη που γάμαγα για καιρό και ο μαλάκας ο άντρας της δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα… αυτή εδώ ποια είναι να δεις…ωχ ρε γαμώτο έχω ξεχάσει, δεν θυμάμαι αν την έχω γαμήσει…Κάτσε να την πάρω τηλέφωνο να δω που είναι να πάω μετά από αυτή»

Εκείνη τη στιγμή άναψε πράσινο και ο ταρίφας ακούμπησε βιαστικά το τετράδιο στο παρμπρίζ και ξεκίνησε ενώ ταυτόχρονα έπαιρνε τηλέφωνο τη γκόμενα για την οποία δεν θυμόταν αν είχαν συνευρεθεί ερωτικά. Ο Πέτρος είχε δεχτεί ένα ακόμα σοκ. Η σκέψη που στιγμιαία του στοίχειωσε το μυαλό ήταν «Υπάρχουν αλήθεια άντρες που φέρονται με τέτοιο υποτιμητικό τρόπο στις γυναίκες, αλλά και γυναίκες που έλκονται από τέτοιους άντρες;». Όμως, το ένστικτο της αναπαραγωγής υπερίσχυσε της προσωπικής του ηθικής, και μπήκε προς στιγμή στον πειρασμό να ζητήσει να βγάλει φωτοτυπία το τετράδιο, ή έστω να προσπαθήσει να συγκρατήσει κανένα τηλέφωνο στο μυαλό του. Φυσικά το μετάνιωσε γρήγορα. Θεώρησε πολύ σεξιστικό και αγενές να πάρει τηλέφωνο κάποια από τις γκόμενες του τετραδίου και να της πει: «Γεια σου, βρήκα το τηλέφωνό σου από έναν ταξιτζή και ενδιαφέρομαι να σε γνωρίσω με σκοπό μόνιμη σχέση ή απλώς σεξ».

Ο ταρίφας εκείνη τη στιγμή, αφού είχε προσπαθήσει δύο φορές ανεπιτυχώς να πετύχει τη γκόμενα στο τηλέφωνο, αναφώνησε: «Γαμώτο! Δεν το σηκώνει η καριόλα! Θα ξεκωλιάζεται με κανένα μαλάκα! Για κάτσε να πάρουμε καμιά άλλη. Για διάβασε μου ρε φίλε το νούμερο της Γιώτας. Πρέπει να είναι κάπου στο τέλος του τετραδίου»

Ο Πέτρος συγκράτησε με το ζόρι τα γέλια του. Του φάνηκε πολύ γελοίο αυτό που ο ταξιτζής του ζήτησε να κάνει. Τέλος πάντων, εντόπισε την Γιώτα και διάβασε το τηλέφωνο στον ταξιτζή.

«Για να δούμε…» είπε ο ταξιτζής. Όμως ούτε και η Γιώτα απαντούσε.
«Ρε τι έχουν πάθει όλες σήμερα;» απόρησε.
«Δεν μου λες μια στιγμή και το τηλέφωνο της Καίτης;» ζήτησε αυτή τη φορά, όμως εκείνη τη στιγμή μόλις είχαν φτάσει στην Πανεπιστημιούπολη, οπότε ο ίδιος ο ταξιτζής είπε: «Δεν πειράζει, παράτα το. Θα την πάρω μετά μόνος μου» και σταμάτησε πρόχειρα βάζοντας τα αλάρμ.
«Πόσα σας οφείλω;» ρώτησε ευγενικά ο Πέτρος.
«4 ευρώ» απάντησε ο ταξιτζής.
«Ορίστε…» είπε ο Πέτρος δίνοντας δύο δίευρα και αφού χαιρέτησε κατευθύνθηκε με γοργό βηματισμό στο αμφιθέατρο της σχολής του που γινόταν η συνέλευση…

* * *

Ο Πέτρος έφτασε επιτέλους στο αμφιθέατρο που εκείνη την ώρα λάμβανε χώρα η γενική συνέλευση της σχολής του. Πριν μπει όμως μέσα, είπε να περάσει από το κυλικείο που βρίσκονταν παραδίπλα να πάρει ένα καφέ. Δεν ήταν τόσο ότι τον είχε ανάγκη γιατί νύσταζε· είχε πιει σπίτι ήδη ένα καφέ. Απλά, απαραίτητα αξεσουάρ για κάθε φοιτητοπατέρα συνδικαλιστή ήταν ένας νες καφές σε θερμομονωτικό πλαστικό κυπελλάκι και ένα πακέτο τσιγάρα. Απέπνεαν ένα άρωμα Μάη 68 και Νοέμβρη 73. Έδιναν προς τα έξω, στους ψαρωμένους πρωτοετείς φοιτητές μια εικόνα χειραφέτησης και επαναστατικού lifestyle. Η ουρά όμως στο κυλικείο ήταν μεγάλη, όπως μεγάλο ήταν και το πλήθος του κόσμου που καθόταν στα τραπεζάκια του κυλικείου επωφελούμενο που η γενική συνέλευση διέκοψε το ανιαρό μάθημα που είχαν κανονικά εκείνη την ώρα. Ο Πέτρος ξενέρωσε άσχημα τη ζωή του με το θέαμα των καλλωπισμένων, σουπερ-γυμνασμένων και τρεντοκουρεμένων κάγκουρων με τα κολλητά μπλουζάκια και των βαμμένων μέχρι αηδίας κοτών με τα ακριβά συνολάκια που τις έκαναν να δείχνουν 40 και βάλε, που κάθονταν στο κυλικείο αντί να παίρνουν μέρος στη γενική της σχολής τους. «Είναι δυνατόν εγώ που είμαι ένατο έτος και δεν έχω τίποτα να κερδίσω, να έρχομαι άρον άρον στο πανεπιστήμιο για να προλάβω τη συνέλευση» σκέφτηκε, «και αυτά τα μαλακισμένα που είναι το πολύ τρίτο ή τέταρτο έτος να αδιαφορούν;»

Τελικά προτίμησε να μην πάρει καφέ και να πάει κατευθείαν στη συνέλευση. Δεν είναι τόσο τα λίγα λεπτά που θα έχανε από τον κοινότυπο και ξύλινο λόγο των φοιτητοπατέρων που αγόρευαν εκείνη τη στιγμή, όσο το ότι τα λίγα αυτά λεπτά θα ήταν αναγκασμένος να βλέπει τις αποκρουστικές φάτσες των απολίτικων φοιτητάριων στο κυλικείο.

Το αμφιθέατρο είχε σκάρτα πενήντα άτομα. Εκείνη την ώρα έβγαζε πύρινους επαναστατικούς λόγους ο Αντώνης από τα ΕΑΑΚ. Κατεβαίνοντας ο Πέτρος τα σκαλοπάτια προς τις μπροστινές θέσεις εντόπισε το Χρήστο να κάθεται μόνος του.

«Χρήστο!» του είπε σιγανά, «Πώς πάει;»
«Πώς να πάει μωρέ… Δεν σε πήρα γιατί δεν πολλές είχα μονάδες. Είπα όμως στο Μάριο να σε πάρει» απάντησε ο Χρήστος στην ίδια ένταση, «Να, εδώ, ακούμε το μαλάκα να μιλάει και να λέει τις μαλακίες του», δείχνοντας τον Αντώνη.
«Δηλαδή τι μαλακίες λέει; Δεν έχει μιλήσει κανένας άλλος;» ρώτησε με περιέργεια ο Πέτρος.
«Όχι, ο πρώτος είναι. Μετά ακολουθεί ο Μάριος και τέλος» απάντησε ο Χρήστος εξηγώντας: «Τι μαλακίες λέει ο Αντώνης ρωτάς; Τις γνωστές. Όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών, καμία ειδίκευση στο πτυχίο, ενιαία πτυχία ανά επιστημονικό κλάδο και συμμετοχή του συλλόγου στην πανεκπαιδευτική πορεία που θα γίνει την επόμενη Τρίτη. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση ώρα μίλαγε, πάνω από 30 λεπτά, και έλεγε τις γνωστές πίπες»

Ο Πέτρος δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα κλάματά του που έχασε την πολύτιμη για το φοιτητικό κίνημα τοποθέτηση του Αντώνη. Ένιωθε την ανάγκη να παρακαλέσει τον Αντώνη να επαναλάβει την τοποθέτησή του –δεν ήταν δύσκολο εξάλλου γιατί κάθε φορά τα ίδια έλεγε– ώστε να μπορέσει μετά να του την πέσει με ερωτήσεις.

«Πάω στο προεδρείο να τους ζητήσω να με αφήσουν να μιλήσω στο τέλος» είπε στο Χρήστο σε μια στιγμή αναλαμπής.
«Καλή τύχη!» ευχήθηκε ο Χρήστος.

Κατέβηκε λοιπόν ο μεγάλος αγωνιστής διακριτικά στο προεδρείο που βρίσκονταν στην καθηγητική έδρα και πλησίασε στο αυτί τον Ευθύμη από τα ΕΑΑΚ λέγοντας του χαμηλόφωνα: «Βάλε με κι εμένα να μιλήσω μετά από τον Μάριο»
«Αποκλείεται!» είπε κοφτά ο Ευθύμης, «Έπρεπε να το δηλώσεις από την αρχή»

Ο Πέτρος κοκάλωσε. Οι γραφειοκρατίσκοι των ΕΑΑΚ εκμεταλλευόμενοι την καθυστέρησή του είχαν αποφασίσει να μην του δώσουν το λόγο.

Στο προεδρείο καθόταν επίσης ο Βασίλης από την ΠΚΣ, ένας κνίτης απροσδιορίστου επαναστατικής ποιότητας που σχεδόν ποτέ δεν μίλαγε και δεν τσακώνονταν με κανέναν, ίσως λόγω βραδυστροφίας.
Ο Πέτρος απευθύνθηκε και στα δύο μέλη του προεδρείου λέγοντάς τους με πιο δυνατά την ένταση αυτή τη φορά: «Τι γίνεται εδώ πέρα; Δε θα με αφήσετε να μιλήσω καθόλου;»
«Είπαμε όχι συνάδελφε, δεν γίνεται!» είπε εξίσου δυνατά ο Ευθύμης, ενώ ο Βασίλης έχασκε σαν χάνος.

Ο Χρήστος ακούγοντας την τελευταία στιχομυθία πετάχτηκε πάνω και φώναξε με οργή προς τον Ευθύμη, σκεπάζοντας τη δυνατή γενικά φωνή του ρητορίσκου Αντώνη: «Γιατί δεν τον αφήνεις να μιλήσει γαμώ την κοινωνία σου;»
Οι ψίθυροι που ακούγονταν ως τότε στο αμφιθέατρο σταμάτησαν απότομα.
«Τι είπες ρε αρχίδι;» φώναξε τότε οργισμένος ο Ευθύμης στο Χρήστο ενώ ο Αντώνης συνέχισε να ρητορεύει σαν να μην τρέχει τίποτα.
«Αυτό που άκουσες παλιομαλάκα! Άσε τον Πέτρο να μιλήσει ρε νούμερο!» απάντησε ακόμα πιο δυνατά ο Χρήστος.
Ο Αντώνης κατάλαβε τότε ότι κάτι χοντρό έπαιζε και διέκοψε προσωρινά το λογύδριό του.
«Θα ανέβω πάνω να σε γαμήσω ρε μαλακιστήρι!» απείλησε ο Ευθύμης τον Χρήστο.
«Έλα πάρε φόρα και κλάσε μου τα αρχίδια!» είπε ο Χρήστος δείχνοντας με την γνωστή χειρονομία τα γεννητικά του όργανα.
«Έρχομαι ρε πούστη! Τώρα θα δεις!» είπε ο Ευθύμης και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του Χρήστου.
«Βοήθεια! Καλέ θέλει να με γαμήσει! Βοήθεια συνάδελφοι!» φώναξε με περισσή ειρωνεία ο Χρήστος κάνοντας το αμφιθέατρο να ξελιγωθεί στα γέλια και εξοργίζοντας ακόμα περισσότερο τον Ευθύμη, τον οποίο κρατούσαν οι σύντροφοί του με δυσκολία.
«Έλα ρε μαλακά, άσ’ τον!», «Είναι πιτσιρίκι, γράφ’ το στα αρχίδια σου!», «Μην δίνεις σημασία!» έλεγαν στον Ευθύμη οι σύντροφοί του από τα ΕΑΑΚ.
«Μα δεν είδατε το μαλακιστήρι τι μου έλεγε;» φώναζε ο Ευθύμης.
«Μαλακιστήρι να πεις το πρώτο σου παιδί και να ‘ναι και αγόρι!» φώναξε από το βάθος ο Χρήστος ενώ ο έλεγχος της κατάστασης έδειχνε να έχει χαθεί.
«Σταματήστε επιτέλους με τις μαλακίες σας!» φώναξε ο ψυχραιμότερος εκείνη τη στιγμή Μάριος, που περίμενε πώς και πώς να δοθεί τέλος στο επεισόδιο και να ολοκληρώσει την τοποθέτηση του ο Αντώνης, ώστε να αρχίσει μετά χωρίς καθυστέρηση η δική του.

Ξαφνικά ο Αντώνης μαζί με δύο άλλους εαακίτες λακέδες του ήρθαν προς το μέρος του Πέτρου.
«Πέτρο» του είπε κατ’ ιδίαν ο Αντώνης με πολύ απειλητικό ύφος, «μάζεψε το τσογλανάκι σου γιατί την επόμενη φορά θα φταις εσύ!»
Ο Πέτρος όμως δεν μάσησε και ετοιμόλογος όπως ήταν πάντα είπε στον Αντώνη: «Τι είναι για να τον μαζέψω; Σκυλί μου είναι; Τι νομίζεις ρε Αντώνη, ότι όλοι είμαστε νταβατζήδες σαν εσένα και αμολάμε τα σκυλιά μας σε όσους δεν γουστάρουμε και μετά τα μαζεύουμε; Άντε πήγαινε να συνεχίσεις το σόου σου! Ο κόσμος ψοφάει να σε ακούσει!»
Τα τελευταία αυτά λόγια του Πέτρου έκαναν τον Αντώνη να σαστίσει και να μη θέλει να συνεχίσει τη λογομαχία μαζί του. Ήξερε πως δεν θα κατάφερνε να εξουδετερώσει την πλούσια επιχειρηματολογία του Πέτρου.
«Εγώ πάντως σε προειδοποίησα…» αρκέστηκε απλά να πει και έφυγε παρέα με τους μπράβους του.

Με τα πολλά, η συνέλευση συνεχίστηκε από το σημείο που είχε διακοπεί. Ο Αντώνης συνέχισε για πέντε λεπτά ακόμα την τοποθέτησή του και έκλεισε με τη βερμπαλιστική φράση που πάντα έκλεινε τους λόγους του: «Συνάδελφοι, οι εξελίξεις στο χώρο της εκπαίδευσης τρέχουν και το φοιτητικό κίνημα πρέπει να τις προλάβει. Είναι στο χέρι μας αν θα μείνουμε θεατές ή θα πάρουμε ενεργό μέρος στη διαμόρφωσή τους».

Το πλήθος έμεινε άφωνο από το μεστό ανατρεπτικό διάγγελμα του Αντώνη και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
«Ερωτήσεις κανείς;» ρώτησε τότε ο Ευθύμης από το προεδρείο, κανείς όμως δεν σήκωνε το χέρι του.

Ο Πέτρος είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του φιλιππικού του Αντώνη και δίσταζε να του κάνει οποιαδήποτε ερώτηση μήπως τυχόν βγει εκτός θέματος. Οι κνίτες δεν είχαν ούτε αυτοί πρόθεση να αντιπαρατεθούν με ερωτήσεις. Σήμερα είχαν τη συντριπτική πλειοψηφία και θέλανε οι τοποθετήσεις να ολοκληρωθούν όσο το δυνατόν πιο σύντομα και να προχωρήσουν στην ψηφοφορία. Αν τους δινόταν η ευκαιρία να περνούσαν τη γραμμή τους μέσα από το Δ.Σ. θα το έκαναν. Οι σταλινικοί νταβατζήδες του κινήματος δεν έτρεφαν κανενός είδους αγάπη για τις μαζικές διαδικασίες. Δεν τους ενδιέφερε να γίνουν ζυμώσεις ούτε να ριζοσπαστικοποιηθούν συνειδήσεις. Το μόνο που ήθελαν ήταν να φτιάξουν μια στρατιά από πρόβατα, μέλη και ψηφοφόρους, που να τους ακολουθούν πιστά σε κάθε τους κινητοποίηση. Όχι βέβαια πως τα ΕΑΑΚ ήταν πιο τίμια. Η διαφορά ΕΑΑΚ και ΠΚΣ ήταν ότι η μεν ΠΚΣ δεν κώλωνε να λειτουργεί ανοιχτά αντιδημοκρατικά ενώ τα ΕΑΑΚ, αν και δρούσαν το ίδιο καπελωτικά, ήθελαν να έχουν μια μικρή έστω επίφαση μαζικών διαδικασιών.

Ο Ευθύμης, βλέποντας πως κανείς δεν σήκωνε το χέρι του, ανακοίνωσε: «Καμία ερώτηση λοιπόν… Ας προχωρήσουμε λοιπόν στην επόμενη τοποθέτηση από την ΠΚΣ» αλλά πριν καλά καλά προλάβει να ολοκληρώσει την ανακοίνωσή του αυτή, ο Χρήστος σήκωσε το χέρι του.
Ο Ευθύμης, νευριασμένος από πριν, προσπάθησε να τον αγνοήσει και να δώσει το λόγο στο Μάριο, αλλά ο Χρήστος επέμενε κουνώντας ζωηρά το προτεταμένο χέρι του και φωνάζοντας σαν μαθητής του δημοτικού: «Κύριε! Κύριε! Να κάνω μια ερώτηση;»
Το πλήθος άρχισε να γελάει ακόμα πιο δυνατά από πριν.
«Όχι! Μαλακία θα πεις έτσι κι αλλιώς!» είπε ψυχρά ο Ευθύμης.
«Θα την κάνω την ερώτηση που να σκάσεις!» είπε αποφασιστικά ο Χρήστος και πριν ο Ευθύμης προλάβει να πει οτιδήποτε, ο μικρός ρώτησε τον Αντώνη: «Συμφωνείς σύντροφε να μην κάνει τοποθέτηση ο Πέτρος;»
Το αμφιθέατρο πάγωσε. Ο Πέτρος ένιωσε αμήχανα αλλά ενθουσιάστηκε από την αφοσίωση που έδειχνε ο μικρός του σύντροφος, όχι σε αυτόν, αλλά στις μαζικές διαδικασίες. Ο Αντώνης κοκάλωσε για μερικά δευτερόλεπτα, αλλά για καλή του τύχη ο Ευθύμης τον ξελάσπωσε λέγοντας: «Δεν είναι ερώτηση αυτή συνάδελφε, προχωρούμε στην επόμενη τοποθέτηση»
«Πέσανε οι μάσκες σας! Να ποιοι είναι συνάδελφοι τα ΕΑΑΚ!» φώναξε τότε δυνατά ο Χρήστος, προκαλώντας μπούγιο στο αμφιθέατρο.
«Ησυχία συνάδελφοι!» φώναζαν μάταια από το προεδρείο ο Ευθύμης και ο Βασίλης, που είχε ξυπνήσει πρόσφατα από το λήθαργο.
«Άστο Χρήστο» του είπε τότε ο Πέτρος χαμηλόφωνα «Θα κάνω μόνος μου τοποθέτηση στο τέλος παρακάμπτοντας τη διαδικασία»
«Θα τα καταφέρεις να τα βάλεις ρε θηρίο με το μηχανισμό;» ρώτησε χαμογελώντας ο Χρήστος.
«Οι μηχανισμοί και τα διατάγματα καταργούνται στα οδοφράγματα» αποκρίθηκε ο Πέτρος παίρνοντας το πολύ πάνω του για την ατάκα που είπε.
«Πσσσσς… Πώς τα λες έτσι δάσκαλε! Δώσε 5!» απάντησε ο Χρήστος προτάσσοντας την ανοιχτή παλάμη του.
«Πάρε 3!» είπε ο δάσκαλος κολλώντας στην παλάμη του Χρήστου 3 δάχτυλα, τον μέσο, τον παράμεσο και τον μικρό, καθώς ο αντίχειρας και ο δείκτης συγκρατούσαν το τσιγάρο, και γέλασαν χαμηλόφωνα και οι δύο. Ο Πέτρος αλήθεια εκτός από επαναστατικό μεγαλείο διέθετε και αξιόλογο χιούμορ.

Σε λιγότερο από ένα λεπτό η διαδικασία αποκαταστάθηκε και ο Μάριος πήρε επιτέλους το λόγο. Το λογύδριο του Μάριου ήταν του ίδιου, αν όχι κατώτερου, επιπέδου με αυτό του Αντώνη. Η επιχειρηματολογία του φτωχή και τετριμμένη, «Να μην υποταχτούμε στις ντιρεκτίβες της Ευρωπαϊκής Ένωσης», «Μόρφωση-Ειδίκευση-Δουλειά για όλο το λαό», «15% για την Παιδεία» κ.λπ. Πρόσφατα άρχισε να χρησιμοποιεί και ένα άλλο επιχείρημα, που όλως τυχαίως άρχισαν να το χρησιμοποιούν οι κνίτες και στις άλλες σχολές. «Τα λεφτά που δίνει η κυβέρνηση ως φόρο υποτέλειας στο ΝΑΤΟ και πάνε για βόμβες και στρατηγεία, να δοθούν στην παιδεία» ήταν μέσες άκρες το νέο αυτό φαιδρό επιχείρημα εκ Περισσού. Δηλαδή αν τα κονδύλια για την παιδεία ήταν τόσα πολλά που περίσσευαν κιόλας, δεν θα λέγανε τίποτα για την βορειοατλαντική συμμαχία; Ή μπορείς να βάζεις στο ίδιο τσουβάλι την παιδεία στην Ελλάδα με τη δικτατορία που έχει επιβάλλει στην υφήλιο το ΝΑΤΟ; Τελικά οι κομματικοί εγκέφαλοι δεν ήταν σε θέση να παράγουν ούτε ένα έξυπνο και δομημένο τσιτάτο που να αντέχει σε σοβαρή κριτική. Φυσικά, στο τέλος της τοποθέτησής του, ο Μάριος δεν παρέλειψε να προτείνει συμμετοχή του συλλόγου στο πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο την ερχόμενη Τρίτη.

«Πώς γίνεται ο Μάριος ενώ φαίνεται τόσο καλό και ανοιχτόμυαλο παιδί να μιλάει σαν χείριστος εργατοπατέρας;» σκέφτηκε ο Πέτρος, «και μάλιστα πώς γίνεται να έκανε τουμπεκί το γεγονός ότι δεν με αφήνουν να κάνω τοποθέτηση;». Τελικά ίσως ο Μάριος να μην ήταν παρά ένας καιροσκόπος που μπήκε στην ΚΝΕ με σκοπό να κάνει πολιτική καριέρα, και λόγω πνευματικής υπεροχής έναντι των άλλων ημιάγριων εσωκομματικών του αντιπάλων, τα κατάφερνε μια χαρά. Στο νου του Πέτρου ήρθε τότε η ανάλυση του Τρότσκι στην Προδομένη Επανάσταση, η οποία εξηγούσε με σαφήνεια ότι στο κόμμα, πλάι στους σκληροπυρηνικούς ιδεολόγους σταλινικούς λειτουργούς, υπάρχουν και οι παντελώς άσχετοι με το σταλινισμό αλλά και τον κομμουνισμό γενικά λειτουργοί, που μπήκαν στο κόμμα με μόνο σκοπό να κάνουν κομματική καριέρα και ενστερνίστηκαν την κομματική ιδεολογία με την ίδια ευκολία που θα ενστερνίζονταν μια οποιαδήποτε άλλη. Ο Μάριος ίσως λοιπόν να ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

«Αλήθεια» διέκοψε ξαφνικά τον ειρμό των σκέψεών του, «Πού να είναι η Προδομένη Επανάσταση;»
Απευθύνθηκε τότε στο Χρήστο που καθόταν δίπλα του.
«Χρήστο» του είπε σιγανά, «τελικά την πήρες πίσω την Προδομένη Επανάσταση;»
«Ωχ ρε μαλάκα, την ξέχασα! Χίλια συγνώμη!» απολογήθηκε ο Χρήστος.
«Καλά δεν έγινε τίποτα» είπε ο Πέτρος, «απλά αν γίνεται φέρ’ τη μου πριν τα Χριστούγεννα. Θέλω να την ξαναδιαβάσω τώρα που θα πάω στη Χαλκίδα»
«Κάτσε ρε Πέτρο να διαβάσεις και κανένα μάθημα για τη σχολή…» είπε μισοαστεία-μισοσοβαρά ο Χρήστος.
«Κάποια στιγμή θα γίνει κι αυτό…» είπε ο Πέτρος με εμφανή την απογοήτευσή στο πρόσωπό του, μετά την τραγική υπενθύμιση του συντρόφου του.

Η τοποθέτηση του Μάριου μέσα σε 10 λεπτά είχε τελειώσει.
«Ερωτήσεις κανείς;» φώναξε τότε ο Ευθύμης. Παραδόξως κανείς, ούτε ο Αντώνης, δεν έδειξε την πρόθεση να κάνει κάποια ερώτηση. Κανείς, εκτός από έναν, τον Χρήστο, που ήταν ο μόνος που πάλι σήκωσε το χέρι του, προκαλώντας ξανά το ξάφνιασμα όλων.

Πριν ο Ευθύμης προλάβει να πει τίποτα, ο Χρήστος σηκώθηκε πάνω και ρώτησε το Μάριο φωναχτά: «Συμφωνείς σύντροφε να μην κάνει τοποθέτηση στο τέλος ο Πέτρος;»
Το ακροατήριο πάγωσε για μια ακόμη φορά, ενώ ένα βαθύ «ωωω» πλημμύρισε απ’ άκρη σ’ άκρη την αίθουσα.
«Βεβαίως να κάνει, γιατί να μην κάνει;» αποκρίθηκε ο πολιτικάντης Μάριος. Ήξερε πως τη συνέλευση θα την κέρδιζε η ΠΚΣ έτσι κι αλλιώς λόγω συσχετισμών. Μία ακόμα κερδισμένη συνέλευση, θα σκέφτονταν ο Μάριος, ισοδυναμεί με κομματικά μόρια, και σε συνδυασμό με το κατάλληλο κομματικό βύσμα έχει ως αποτέλεσμα ραγδαία προαγωγή και μετάθεση σε ευνοϊκό πόστο. Και ο Μάριος και ο Αντώνης έβαζαν πιο ψηλά απ’ όλα το προσωπικό τους συμφέρον. Η διαφορά τους ήταν ότι ο Μάριος είχε οριοθετήσει το προσωπικό του συμφέρον σε στενά κομματικά πλαίσια ενώ ο Αντώνης επιδίωκε την αυτοπροβολή του σε όλο το ιδεολογικό, πανεπιστημιακό και φιλικό του περίγυρο.
«Ωραία λοιπόν, ας τοποθετηθεί» είπε ο Ευθύμης ύστερα από υπόδειξη του Αντώνη, προκειμένου το σχήμα τους να δείξει προς τα έξω πιο ανεκτικό και διαλλακτικό.

Ο Πέτρος καταχαρούμενος από την καταλυτική δράση του συντρόφου Χρήστου, σηκώθηκε από το έδρανο, έλαβε ρητορική πόζα σαν αυτή του Λένιν σε φωτογραφίες από λόγους του στην επαναστατική Ρωσία, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να ρητορεύει..

«Συνάδελφοι, θα είμαι ιδιαίτερα σαφής σε αυτά τα λίγα που θέλω να πω. Δεν θα κάνω πάνω από 5 λεπτά. Επί της ουσίας δεν έχουμε ακούσει κάτι σε όλο τη διάρκεια της συνέλευσης. Υπήρξε απλά μια στείρα αναπαραγωγή στερεοτύπων και από τις δύο κυρίαρχες παρατάξεις. Το ζητούμενο είναι να δράσουμε αποφασιστικά τόσο ενάντια στον αντιδραστικό νόμο που προωθεί το υπουργείο παιδείας όσο και στη γενικότερη αντιδημοκρατική και αντιλαϊκή πολιτική του καθεστώτος. Οι παρατάξεις αντ’ αυτού προτίμησαν να πλειοδοτήσουν σε βερμπαλισμούς χωρίς να προτείνουν κάτι ουσιαστικό. Το μόνο που πρότειναν ήταν η συμμετοχή του συλλόγου στην πανεκπαιδευτική πορεία της Τρίτης, λες και εμποδίζει τίποτα το σύλλογο να συμμετάσχει στην πορεία. Γιατί σώνει και καλά να έχει τη σφραγίδα κάποιας παράταξης; Τι θα αλλάξει στο εκπαιδευτικό κίνημα αν στην πορεία το πανό που θα αναγράφει Σύλλογος Φυσικού το κρατούν οι κνίτες ή οι εαακίτες; Μόνο σκοπούς εσωτερικής κατανάλωσης εξυπηρετεί κάτι τέτοιο. Προτείνω λοιπόν κάτι εντελώς συμβολικό: ο σύλλογος να κατέβει στην πορεία με το πανό να το κρατούν φοιτητές από όλες τις παρατάξεις και ανεξάρτητοι. Δεν θα αλλάξει άμεσα τίποτα, όμως θα είναι ένα δείγμα ότι ο σύλλογος μπορεί να λειτουργήσει εξίσου αποτελεσματικά και χωρίς κομματικά καπέλα»

Ο λόγος του Πέτρου είχε ολοκληρωθεί. Είχε πλέον όλο το χρόνο στη διάθεσή του να αυτοθαυμαστεί. Τώρα πια ένιωθε ολοκληρωμένος επαναστάτης. Ονειρευόταν πως βρισκόταν σε προεπαναστατική περίοδο και πως είχε συνεπάρει τις μάζες με τα λεγόμενά του. Ένιωθε πως ο λόγος αυτός θα έμενε στην ιστορία και αν τον είχε εκφωνήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, θα τον εξέδιδε το Βήμα στη συλλογή του «50+1 λόγοι που άλλαξαν τον κόσμο» πλάι στους λόγους του Λένιν, του Φιντέλ Κάστρο, του Μάλκομ-Χ, του Γκάντι και του Ροβεσπιέρου.

Δυστυχώς, τα όνειρα του Πέτρου διακόπηκαν από την τραχιά παρέμβαση του Ευθύμη: «Υπάρχει καμία ερώτηση;»
Ερώτηση δεν υπήρχε, και ο Χρήστος που έκανε τις ερωτήσεις στους προηγούμενους ομιλητές, δεν του πήγαινε καρδιά να αντιπαρατεθεί στο μεγάλο δάσκαλο Πέτρο, ακόμα κι αν διαφωνούσε, που σίγουρα όμως δεν υπήρχε περίπτωση να διαφωνούσε.
«Ωραία» συνέχισε ο Ευθύμης, «προχωρούμε στη διαδικασία της κατάθεσης πλαισίων»
«‘Παράθεσης’ είναι το σωστό ρε, όχι ‘κατάθεσης’!» τον διόρθωσε ο Χρήστος, «Τι είναι; Ομόλογα;» προκαλώντας έτσι και πάλι το γέλιο στο αμφιθέατρο.
Ο Ευθύμης, πιο ψύχραιμος τώρα, έδειξε τον Χρήστο με το δάκτυλο, του έκανε μια άσεμνη χειρονομία παίρνοντας ένα πολύ βλοσυρό ύφος και του είπε ψύχραιμα: «Μόλις τελειώσει η συνέλευση εσένα θα σε γαμήσω…» και ο επιπόλαιος Χρήστος, ξέροντας ότι πάντα κάποιος θα τους χώριζε και θα γλίτωνε το ξύλο, ξερόγλειφε τα χείλια του με πολύ πουτανιάρικο στυλ για να τον εξοργίσει ακόμα περισσότερο.

Ο Πέτρος κατέβασε κι αυτός πλαίσιο, αφού του κάνανε τη χάρη και του αφήσανε μια στενή λωρίδα στο αριστερό μέρος του πίνακα. Ήταν συμβολικό το αριστερό μέρος του πίνακα μιας και ήταν ο πιο αριστερός από όλους εκεί μέσα.
«Τι τίτλο να βάλουμε στο πλαίσιο;» ρώτησε ο Πέτρος τον Χρήστο.
Ο Χρήστος, αφού σκέφτηκε λίγο, είπε: «Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής» εννοώντας το γνωστό κατάστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών. «Έχει και στην Καλλιθέα Πλαίσιο, αν προτιμάς» συμπλήρωσε.
Ο Πέτρος γέλασε.
«ΟΚ, Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής» συμφώνησε και άρχισε να γράφει στον πίνακα.

Το πλαίσιο του Πέτρου περιείχε μόνο μια φράση: «Συμμετοχή του συλλόγου στην πανεκπαιδευτική πορεία την Τρίτη 13/12 – Το πανό της πορείας θα ανήκει σε όλους τους φοιτητές και όχι μόνο σε μία παράταξη».

Ο κόσμος βλέποντας στον πίνακα τον τίτλο Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Ο πιτσιρικάς σύντροφος του Πέτρου είχε καταφέρει να φέρει τα πάνω κάτω σε μια ακόμα συνέλευση. «Αρχίζει η διαδικασία της ψηφοφορίας. Συνάδελφοι καθίστε στις θέσεις σας να γίνει σωστά η καταμέτρηση» ανακοίνωσε τότε βιαστικά ο Ευθύμης. Η ψηφοφορία έβγαλε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Πλαίσιο ΠΚΣ 29 ψήφοι, Πλαίσιο ΕΑΑΚ 15 ψήφοι, Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής 4 ψήφοι... 4 ψήφοι! Το πλαίσιο του Πέτρου το είχαν ψηφίσει και άλλοι 2 εκτός από τον ίδιο και τον Χρήστο. Ήταν ένα σπουδαίο γεγονός ομολογουμένως.

«Στο δεύτερο γύρο περνάνε τα πλαίσια της ΠΚΣ και των ΕΑΑΚ» φώναξε ο Ευθύμης.
«Πλαίσιο Αγίας Παρασκευής, θα στηρίξετε εσείς κάποιο πλαίσιο στο δεύτερο γύρο;» απευθύνθηκε στον Πέτρο με την κρυφή ελπίδα ότι η προβοκατόρικη δράση του ίσως να κάνει ζημιά στην ΠΚΣ έστω και την τελευταία στιγμή.
«Όχι» πετάχτηκε ο Χρήστος, «γιατί δεν έχουμε την έγκριση από το κεντρικό κατάστημά μας στη Στουρνάρα!»
Το τελευταίο αυτό σχόλιο του Χρήστου προκάλεσε φυσικά το γέλιο του ακροατηρίου, αλλά δεν ήταν μόνο ένα αστείο. Είχε και ένα βαθύτερο συμβολισμό, που έγκειτο στο ότι οι παρατάξεις της ΠΚΣ και των ΕΑΑΚ καθοδηγούνται και ελέγχονται εξολοκλήρου από τα αντίστοιχα κεντρικά κομματικά γραφεία. Οι κομματικοί συνδικαλιστές, όσοι τέλος πάντων κατάλαβαν το συμβολισμό, έκαναν πως δεν άκουσαν. Ο δε Πέτρος ένιωσε περήφανος για την αστείρευτη και συνάμα ανατρεπτική δημιουργικότητα του μικρού συντρόφου του. Ήξερε πως όταν ο ίδιος πάρει ποτέ πτυχίο, θα μπορούσε να χρίσει το Χρηστάκη διάδοχό του στο Φυσικό.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η ψηφοφορία στο δεύτερο γύρο ανέδειξε νικητή την ΠΚΣ.
«Περνάει το πλαίσιο της ΠΚΣ» ανακοίνωσε με απογοήτευση ο Ευθύμης που δεν πέρασε το πλαίσιο των ΕΑΑΚ, που όμως προτιμούσε καλύτερα να περάσει το ανώδυνο πλαίσιο ΠΚΣ παρά το προβοκατόρικο πλαίσιο του Πέτρου.

«Σύντροφοι» πήρε τότε αμέσως το λόγο ο Μάριος, «σας περιμένουμε όλους στην πορεία την Τρίτη 20 του μήνα στα Προπύλαια να δώσουμε το παρόν ενάντια στις αυταρχικές μεθοδεύσεις του υπουργείου Παιδείας». Ο σύντροφος Μάριος με τη νίκη του αυτή είχε μαζέψει και άλλα κομματικά μόρια και είχε κάθε λόγο να είναι ευτυχής.

Το αμφιθέατρο άρχισε να αδειάζει λίγο λίγο. Ο Πέτρος δεν μπορούσε να μείνει άλλο στην αίθουσα, όσο ηρωικά κι αν συνέβησαν την προηγούμενη μιάμιση ώρα, όσο κι αν είχε δεθεί συναισθηματικά με τη μαζική διαδικασία που λέγεται γενική συνέλευση της σχολής. Είναι σαν να λήγει ένας αγώνας ποδοσφαίρου και να μένει κανείς μέσα στο γήπεδο αναπολώντας το όμορφο θέαμα που παίχτηκε για 90 λεπτά.

«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο Πέτρος το Χρήστο με απορία.
«Πάμε να αράξουμε στο κυλικείο και βλέπουμε…» πρότεινε ο Χρήστος, και οι δύο ακομμάτιστοι λαϊκοί αγωνιστές βγήκαν και αυτοί σιγά σιγά από το αμφιθέατρο…

* * *

«Ποιοι να είναι οι άλλοι δύο που μας ψήφισαν;» ρώτησε ο Πέτρος το Χρήστο καθώς ανέβαιναν τις σκάλες του άδειου πλέον αμφιθέατρου.
Την ώρα που γινόταν η καταμέτρηση των ψήφων, ο Πέτρος βρισκόταν στον κόσμο του, επηρμένος και σκεφτόμενος ποια από τα λεγόμενά του αξίζει να απομονωθούν από τον ιστορικό του μέλλοντος για να προσδιορίσουν την εποχή του, και δεν πρόσεξε ποιοι ψήφισαν το πλαίσιό του.
«Το έναν τον ξέρω» απάντησε ο Χρήστος. «Απ’ ό,τι είχα ακούσει ήταν παλιά εαακίτης. Την άλλη την γκόμενα που μας ψήφισε δεν την ξέρω»
«Μας ψήφισε και γκόμενα; Ωραία!» είπε με μια δόση περηφάνιας ο Πέτρος, που για μια ακόμα φορά τα λεγόμενά του εντυπωσίασαν το άλλο φύλο.
«Μη χαίρεσαι, ψιλοπατσαβούρα είναι» του έκοψε τα φτερά ο Χρήστος. «Άμα ήταν ωραία θα στο ‘χα πει απ’ την πρώτη στιγμή!»
Είναι βαριά η επαναστατική καλογερική για τις ωραίες γκόμενες, σκέφτηκε ο Πέτρος, προσπαθώντας να μετριάσει την απογοήτευσή του από τα λεγόμενα του συντρόφου Χρήστου.

Και ως δια μαγείας, βγαίνοντας οι δύο επαναστάτες από το αμφιθέατρο στο διάδρομο, έπεσαν πάνω στους δύο εν λόγω φοιτητές, που στέκονταν λίγο πιο πέρα και συζητούσαν μεταξύ τους.

«Τα παιδιά που σου ‘λεγα…» ψιθύρισε τότε ο Χρήστος στον Πέτρο, δείχνοντάς τα με το δάχτυλο.
«Πού σαι ρε Στέλιο!» φώναξε ο Χρήστος στον έναν από τους δύο, κάνοντας του νόημα να έρθει προς το μέρος του.
«Πέτρο, να σου συστήσω το Στέλιο» είπε ο μικρός, «Ο Στέλιος και η κοπελιά δίπλα του ήταν τα παιδιά που μας ψήφισαν»
«Χάρηκα φίλε» είπε ο Πέτρος δίνοντας ευγενικά το χέρι του. Ο Στέλιος αρκέστηκε σε ένα χαμόγελο.
«Από δω η Ράνια» είπε κατόπιν ο Στέλιος, δείχνοντας τη εν λόγο κοπέλα, η οποία στεκόταν δίπλα του.
«Γεια» είπε με ένα διακριτικό χαμόγελο η Ράνια, και οι Πέτρος και Χρήστος ανταπέδωσαν με ένα φιλικό «Γεια» κι αυτοί.

Ο Πέτρος αποσβολώθηκε κοιτώντας το μοναδικό θηλυκό της παρέας στα μάτια. Τα μεγάλα γαλανά μάτια της Ράνιας και τα σγουρά καστανά της μαλλιά έδειχναν να τον έχουν σαγηνέψει, σε σημείο να αγνοεί το χαμηλό της ανάστημα και τα περιττά της κιλά, που το κολλητό μπλουτζίν της τα έκανε πιο εμφανή. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν με τον Πέτρο να κοιτάζει τη Ράνια σαν χάνος και την ίδια να χαμογελάει αμήχανα, παίρνοντάς το πολύ πάνω της, ώσπου ο Χρήστος με ένα από τα γνωστά του αστεία έσπασε τον πάγο.

«Νομίζεις ότι με ένα γεια καθάρισες;» είπε στον Πέτρο «Εδώ τα παιδιά σε ψήφισαν λέμε κι εσύ δεν λες ούτε ένα ευχαριστώ; Ούτε ένα ρουσφέτι δεν τους τάζεις! Πώς φέρεσαι έτσι στους ψηφοφόρους σου γαμώ το κέρατό σου;»
Ο Πέτρος γέλασε, όπως και οι άλλοι δύο της παρέας.
«ΟΚ» είπε «υπόσχομαι ότι θα τους βρω δουλειά μετά την επανάσταση, στη δικτατορία του προλεταριάτου» ήταν το κρύο αστείο που είπε, προκαλώντας το συγκρατημένο γέλιο του Χρήστου και του Στέλιου. Η Ράνια γέλασε κι αυτή, μάλλον από ευγένεια, γιατί προφανώς δεν κατάλαβε το αστείο – δεν πρέπει να ήξερε, όπως οι περισσότερες γκόμενες, και πολλά από τη μαρξιστική ορολογία, και δη τον όρο ‘δικτατορία του προλεταριάτου’.
«Ποια δικτατορία του προλεταριάτου και πράσινα άλογα!» πήρε τότε το λόγο ο Χρήστος, «Ποιος ζει ποιος πεθαίνει ως τότε… Ένα καφέ στο κυλικείο μπορείς προλαβαίνεις να μας κεράσεις, μέχρι τις 4 που έχουμε εργαστήριο!»
«Μέσα!» είπε ο Πέτρος, ξέροντας πως οι άλλοι από ευγένεια θα αρνηθούν να τους κεράσει και τελικά θα αποφύγει να ξοδευτεί.
«Πάμε γρήγορα, πριν προλάβουν και πιάσουν τα τραπέζια οι φοιτητοπατέρες» συμπλήρωσε, κι έτσι η νεοσχηματισθείσα παρέα κατευθύνθηκε προς στο κυλικείο.

Ο Στέλιος με τη Ράνια είχαν προχωρήσει μπροστά και μιλούσαν μεταξύ τους, δίνοντας την ευκαιρία στο Χρήστο και τον Πέτρο που τους ακολουθούν σε απόσταση μερικών μέτρων να τοποθετηθούν επί ενός σημαντικού ζητήματος που είχε θιχτεί νωρίτερα.
«Δε σου ‘λεγα ότι είναι μπάζο;» είπε ψιθυριστά ο Χρήστος.
«Η Ράνια λες; Δεν είναι και μπάζο. Εντάξει, έχει τα κιλάκια της» προσπάθησε να μετριάσει την ασχήμια της ο σαγηνεμένος Πέτρος.
«Ποια κιλάκια της ρε!» είπε τότε ο Χρήστος με μια ισχυρή δόση κυνισμού. «Δεν την είδες που είναι σαν γιουβαρλάκι;»
«Το γάμησες τώρα!» απάντησε ο Πέτρος.
«Τι έγινε Πετράκη, γουστάρουμε τη σαβούρα; Σε είδα πως την κοίταζες πριν» είπε περιπαικτικά ο Χρήστος προκαλώντας το αμήχανο γέλιο του δασκάλου του.
«Εντάξει» είπε ο Πέτρος, «έχει ωραία μάτια, απλά»
«Τα μάτια θες να γαμήσεις εσύ;» ρώτησε ειρωνικά ο Χρήστος.
Ο Πέτρος γέλασε αλλά επί της ουσίας δεν απάντησε.
«Πάντως, σύντροφε, έχεις ρίξει πολύ χαμηλά τον πήχη» σημείωσε ο Χρήστος, σοβαρά αυτή τη φορά, συμπληρώνοντας με νόημα: «Σε άντρες σαν εσένα, ωραίους, ψηλούς, επαναστάτες, διανοούμενους και ρήτορες, αξίζει κάτι καλύτερο από χοντροκώλες και χαμηλοκάβαλες πατσαβούρες»
«Τα παραλές σύντροφε» εξήγησε ο Πέτρος, «έχει απλά λίγο μεγάλη περιφέρεια»
«Τι λίγο ρε μαλάκα!» αντέδρασε ο Χρήστος, «Η περιφέρειά της είναι πιο μεγάλη κι από την περιφέρεια Μακεδονίας-Θράκης!»
Ο Πέτρος στο άκουσμα του τελευταίου σχόλιου του Χρήστου ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Ο Στέλιος και η Ράνια που προηγούνταν σταθερά γύρισαν πίσω και κοίταξαν με απορία, φέρνοντας σε δύσκολη θέση τον Πέτρο που ωστόσο δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει.
«Του λέω ανέκδοτα!» εξήγησε τότε ο Χρήστος προσπαθώντας να δικαιολογήσει το σύντροφό του και οι άλλοι χαμογέλασαν συγκαταβατικά, ενώ σαν γύρισαν τα κεφάλια τους μπροστά και προχώρησαν, απευθύνθηκε στη Ράνια, ψιθυριστά ωστόσο, ώστε να μην ακούγεται: «Για σένα λέμε ρε πατσαβούρα! Πώς είσαι έτσι γαμώ το στανιό σου! Άντε χάσε κανένα κιλό που θες να το παίξεις και γκόμενα!»
«Γιατί τόσο μένος;» ρώτησε τότε ο Πέτρος μην μπορώντας να σταματήσει να γελάει από προηγουμένως.
«Δεν ξέρω ρε συ» είπε ο Χρήστος, «απλά μου την σπάνε τα μπάζα που την έχουνε δει»
«Η Ράνια την έχει δει;» ρώτησε αφελώς ο Πέτρος.
«Ναι, δεν το πρόσεξες;» είπε ο Χρήστος. «Το πήρε πολύ πάνω της που την κοιτούσες σαν χάνος»
«Τα έχει μήπως με το Στέλιο;» ρώτησε τότε ο Πέτρος, με έκδηλη την περιέργεια στο πρόσωπό του.
«Όχι» τον καθησύχασε ο Χρήστος, «Ο Στέλιος τα έχει με μια άλλη μαλάκω από το Χημικό που του έχει βάλει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι. Αν αντιληφθεί ότι ο Στέλιος πάει να κάνει κάτι με άλλη θα τον ευνουχίσει… Καλός μουνόδουλος είναι και του λόγου του!»
«Εσύ πού τα ξέρεις όλα αυτά;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος.
«Την είχα δει μια φορά μαζί του και τον έσερνε κυριολεκτικά απ’ τη μύτη» αποκρίθηκε ο Χρήστος.
«Μάλιστα» είπε ο Πέτρος χωρίς να θέλει να δώσει συνέχεια στην κουβέντα. Ένιωσε λίγο ντροπιασμένος είναι η αλήθεια. Ενώ το πολιτικό του αισθητήριο ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και αντιλαμβάνονταν αμέσως και τις πιο κρυφές αντιθέσεις του καπιταλισμού, το κοινωνικό του αισθητήριο ήταν αδύναμο και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί στοιχειώδη πράγματα για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Η μονόπλευρη ενασχόλησή του με θεωρητικά ζητήματα όλα αυτά τα χρόνια που ήταν φοιτητής καθώς και η σιγουριά της μακροχρόνιας σχέσης με τη Χριστίνα, της οποίας ήταν αμετάκλητα πιστός, τον είχαν εμποδίσει να αντιληφθεί πολλές πτυχές της ερωτικής καθημερινότητας, και ερχόταν τώρα ο μικρός του σύντροφος να του βάλει τα γυαλιά σε ένα σωρό ζητήματα.

Δεν πέρασαν πάνω από μισό λεπτό από την τελευταία κουβέντα του Πέτρου και η παρέα έφτασε αισίως στο κυλικείο, όπου δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν τραπέζι.
«Πείτε τι καφέ θέλετε να σας φέρω» ρώτησε την παρέα ευγενικά ο Στέλιος, αναλαμβάνοντας ο ίδιος να φέρει σε πέρας την άχαρη δουλειά της αναμονής στην ουρά για να πάρει τους καφέδες.
«Ένα νες γλυκό με γάλα» είπε ο Πέτρος, «Ένα νες πολύ γλυκό με πολύ γάλα» είπε ο Χρήστος, ενώ η Ράνια έκανε νόημα πως η ίδια δεν ήθελε καφέ.

Στο τραπέζι, ο Πέτρος είχε δίπλα του το Χρήστο και απέναντί του τη Ράνια, και επιζητούσε να βρει διακαώς μια αφορμή για να συζητήσει μαζί της.
«Λοιπόν, πώς και μας ψήφισες;» τη ρώτησε τελικά αστειευόμενος.
«Εεε… Τι άλλο να ψήφιζα;» αποκρίθηκε η Ράνια με αμηχανία.
«Λοιπόν εμένα με συγχωρείτε» πήρε τότε το λόγο ο Χρήστος, «αλλά πρέπει να βοηθήσω το Στέλιο στο κουβάλημα των καφέδων»
Ήταν εμφανές ότι ήθελε να αφήσει ελεύθερο το πεδίο στον Πέτρο να κάνει το καμάκι του, και μετά να τον δουλεύει που την έπεσε σε ένα μπάζο. Το έκανε όμως με τόσο χοντροκομμένο τρόπο που προκάλεσε τη δυσφορία του Πέτρου, που ωστόσο, σαν μάνα των ελιγμών που ήταν, το αντιπαρήλθε και δήλωσε μεταξύ σοβαρού κι αστείου: «Δεν έχεις να πας πουθενά σύντροφε! Αργεί ακόμα ο Στέλιος να έρθει. Είναι μεγάλη η ουρά, δεν βλέπεις; Σε χρειάζομαι να κρατάς πρακτικά στην κουβέντα που θα κάνουμε» και ο Χρήστος δεν εναντιώθηκε στο πρόσταγμα του δασκάλου του.

«Λοιπόν τι λέγαμε;» ρώτησε τότε ο Πέτρος τη Ράνια, για να συνεχίσει τελικά ο ίδιος: «Α ναι, για πες μου, ήσουν σε καμία παράταξη;»
«Ήμουνα στα ΕΑΑΚ μέχρι πρότινος, αλλά αποχώρησα» εξήγησε η Ράνια με μια δόση ντροπής. «Βασικά πήγαινα στα σχήματά τους και κατέβαινα στα ψηφοδέλτιά τους, μη φανταστείς ότι συμμετείχα και πολύ ενεργά»
«Μάλιστα» έκανε ο Πέτρος σκεφτικός, «και για ποιο λόγο αποχώρησες αν επιτρέπεται;»
«Φαντάζομαι για τους ίδιους λόγους που αποχώρησες και εσύ» απάντησε η Ράνια. «Απλά οι άνθρωποι δεν υποφέρονται»
«Εννοείται πως δεν υποφέρονται τα ΕΑΑΚ» παρενέβη ο Χρήστος. «Πρόκειται για πολύ μεγάλα λαμόγια που προσποιούνται τους αριστερούς ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία σχέση με την αριστερά…»
Ο Πέτρος ανακουφίστηκε που ο Χρήστος, έδειξε να θέλει να συμμετάσχει σοβαρά στην κουβέντα, αντί να κάνει περαιτέρω πλάκα με την εξωτερική εμφάνιση της Ράνιας και να τον φέρει σε δύσκολη θέση.
«Που λες Ράνια» συνέχισε τότε ο Χρήστος «ένιωσες στα ΕΑΑΚ τα πλαίσια να είναι πολύ στενά για να σε χωρέσουν;»
Τελικά οι πρώτες εντυπώσεις του Πέτρου διαψεύστηκαν. Ο Χρήστος είχε σκοπό να το χοντρύνει κι άλλο, πιο πολύ κι από όσο χοντρή ήταν ήδη η Ράνια.
«Βασικά είχα τσακωθεί με κανα δύο από κει μέσα, και στο τέλος μου δείξανε την έξοδο, όχι πώς δε θα ‘φευγα και μόνη μου» απάντησε η Ράνια, δείχνοντας ότι δεν είχε αντιληφθεί το ειρωνικό σχόλιο του Χρήστου.
«Σε εκτόπισαν δηλαδή…» είπε ο Χρήστος. «Κανονικά θα έπρεπε να τους εκτοπίσεις εσύ…»
«Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε αφελώς η Ράνια.
«Έεε, με τέτοιο εκτόπισ…»
«Α να! Ήρθε ο Στέλιος!» διέκοψε τότε αμέσως ο Πέτρος τον Χρήστο βλέποντας το Στέλιο να έρχεται, σε μια ύστατη προσπάθεια να γλιτώσει την κοπέλα από το διασυρμό.

«Καλώς τόνε κι ας άργησε…» είπε ο Χρήστος στο Στέλιο που πήρε θέση στο τραπέζι, μοιράζοντας τους καφέδες που έφερε στα αντίστοιχα άτομα.
«Γεια μας!» είπε ο Χρήστος κάνοντας μια πρόχειρη πρόποση με τον καφέ.
«Γεια μας!» απάντησαν οι υπόλοιποι και ο Πέτρος πήρε βιαστικά το λόγο απευθυνόμενος στο Στέλιο: «Σύντροφε… Μου επιτρέπεις να σε λέω σύντροφο, έτσι;»
«Εννοείται, μα τι ερωτήσεις είναι αυτές;» αποκρίθηκε ο Στέλιος.
«Λοιπόν σύντροφε» συνέχισε ο Πέτρος, «ο Χρήστος μου είπε ότι ήσουνα στα ΕΑΑΚ. Αλλά εγώ δεν σε θυμάμαι να δραστηριοποιείσαι ανοιχτά»
«Βασικά ήμουνα στα ΕΑΑΚ από πέρσι αλλά αποχώρησα το Νοέμβριο» εξήγησε ο Στέλιος. «Εσένα σε θυμάμαι από τα προηγούμενα χρόνια που ήσουνα στη Θραύση. Αλήθεια, υπάρχει ακόμα η Θραύση;»
«Μπααα…» απάντησε ο Πέτρος, «διαλύθηκε οριστικά πέρσι το Μάιο. Είχαμε μείνει τρεις κι ο κούκος. Και φέτος ειδικά ήμουν ο μόνος που έχω απομείνει. Για να ‘μαστε ειλικρινείς δεν εξυπηρετούσε σε τίποτα η παρουσία μας πια»
«Όχι βέβαια πως η παρουσία των άλλων παρατάξεων εξυπηρετεί σε τίποτα» συμπλήρωσε με νόημα ο Χρήστος.
«Αυτό ξαναπές το» είπε ο Στέλιος.
«Λέω, όχι βέβαια πως η παρουσία των άλλων…» ξεκίνησε να λέει ο Χρήστος αλλά διακόπηκε βίαια από την παρέμβαση του Στέλιου: «Εντάξει ρε μαλάκα, δεν είναι ανάγκη να το ξαναπείς!»
Ο Χρήστος κοίταξε με ένα βλοσυρό βλέμμα το Στέλιο για λίγο αλλά δεν κρατήθηκε για πολύ και έβαλε τα γέλια.
«Να κάνω μια ανήθικη πρόταση;» τοποθετήθηκε στη συνέχεια ο Στέλιος αιφνιδιάζοντας τους συνομιλητές του.
«Τι; Παρτούζα; Εμείς οι τέσσερις;» πέταξε την χοντράδα του ο Χρήστος προκαλώντας το γέλιο του Στέλιου, που δεν μασούσε με τέτοιες καφρίλες, την αποστροφή της Ράνιας που αφενός τα μικροαστικά της συμπλέγματα της απαγόρευαν να πάρει μέρος σε τέτοιες διαδικασίες και αφετέρου ο ρόλος της σε μία παρτούζα με τρεις αξύριστους, απεριποίητους και άπλυτους αριστεριστές θα ήταν ιδιαίτερα οδυνηρός, και την αμηχανία του Πέτρου που πίστευε στον αγνό έρωτα και ήθελε τη Ράνια αποκλειστικά δικιά του.
«Ακόμα χειρότερα!» απάντησε ο Στέλιος, «Προτείνω να επανασυστήσουμε τη Θραύση! Τι λέτε;»
Το ακροατήριο έμεινε για λίγο βουβό.
«Δεν ξέρω ρε συ» πήρε το λόγο ο Πέτρος. «Δεν έχω πρόβλημα, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο έχω το κουράγιο να ασχοληθώ ενεργά και φέτος. Εξάλλου δεν βλέπω κάποια προοπτική. Άσε που είμαι και νιοστό έτος…»
«Κι εμείς γιατί υπάρχουμε;» τον βοήθησε να αναθαρρήσει ο Στέλιος. «Εμείς, η νέα γενιά θα τα αναλάβουμε όλα! Εγώ κι η Ράνια είμαστε 4ο έτος και ο Χρήστος 1ο. Έχουμε μέλλον μπροστά μας ακόμα. Εσύ απλά θα μας μεταδίδεις την πλούσια πείρα και γνώση σου…»
«Σύντροφε με συγκινείς με τα καλά σου λόγια» αποκρίθηκε με δάκρυα στα μάτια ο Πέτρος.
«Ο Πέτρος όμως θα είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης μας και δεν θα τον αμφισβητήσεις ποτέ, έτσι;» παρενέβη τότε άγαρμπα ο Χρήστος, διατυπώνοντας μια θέση που ο δάσκαλός του, αν και τη θεωρούσε αυτονόητη, ντρεπόταν να την εκφράσει δημόσια, καθώς θα γκρέμιζε το αντιγραφειοκρατικό προφίλ της κίνησής του.
«Εννοείται δεν πρόκειται να τον αμφισβητήσω ποτέ!» απάντησε ο Στέλιος, λέγοντας με νόημα στον Πέτρο: «Ρε, που τον βρήκες αυτό τον υπερπροβοκάτορα;»
«Τα μεγάλα φλέγματα συναντιούνται!» απάντησε ο Χρήστος, και λίγο ακόμα γέλιο απλώθηκε στο τραπέζι.

«Λοιπόν» πήρε τότε το λόγο ο Πέτρος, «έρχεστε αύριο το απόγευμα κατά τις 7 σπίτι μου να συζητήσουμε τα της επανίδρυσης της Θραύσης; Στα Εξάρχεια μένω. Κάνετε τίποτα αύριο στις 7;»
«Όχι» είπαν με ένα στόμα όλοι οι συνομιλητές του Πέτρου.
«Ωραία, έκλεισε!» είπε ο Πέτρος. «Αθηναίοι δεν είστε;» ρώτησε στη συνέχεια το Στέλιο και τη Ράνια.
«Ναι» αποκρίθηκαν και οι δύο. «Και μάλιστα εγώ μένω Αγία Παρασκευή, κοντά στο Πλαίσιο, γι’ αυτό σας ψήφισα. Α χα χα!» ανέφερε χαριτολογώντας ο Στέλιος και σπάζοντας το ως τώρα μονοπώλιο του Χρήστου στις κρύες ατάκες.

«Μαλάκα πήγε 4!» είπε τότε ο Χρήστος στο Στέλιο, «Θα χάσουμε το εργαστήριο!»
«Έχετε όλοι εργαστήριο τώρα;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Εγώ το έχω περάσει» ανέφερε η Ράνια.
«Εγώ φιλοδοξώ να το περάσω φέτος να ξεμπερδεύω με δαύτο» εξήγησε ο Στέλιος.
«Εγώ ευτυχώς τα έχω περάσει όλα τα εργαστήρια από νωρίς, αλλά δυστυχώς είναι σχεδόν τα μόνα από τα μαθήματα που έχω περάσει» είπε ο Πέτρος με μια δόση αυτοκριτικής.
«Θα επιστρέψουμε σε μία ώρα. Μη φύγετε» είπε ο Στέλιος.
«Όχι, εδώ θα είμαστε» απάντησε ο Πέτρος, όλο χαρά που θα κατάφερνε όσο λείπανε οι άλλοι στο εργαστήριο να ξεμοναχιάσει τη Ράνια.

Ξαφνικά η όψη του Χρήστου έδειξε να αλλάζει, στη θέα ενός από τους θαμώνες στο παραδιπλανό τραπέζι του κυλικείου.
«Ωχ! Ο Ευθύμης!» είπε με ένα κόμπο στο λαιμό, θυμούμενος τις απειλές που είχε δεχτεί από αυτόν στη γενική συνέλευση.
«Ε και;» απάντησε ο Στέλιος, «Γράφ’ τον στ’ αρχίδια σου!»
«Θα με προστατέψετε ρε μαλάκες άμα είναι να τις φάω;» είπε χεσμένος ο Χρηστάκης.
Δεν πρόκειται να τις φας σύντροφε» τον καθησύχασε ο Στέλιος. «Άσε που δεν πρόκειται να κάνει τίποτα. Το πολύ πολύ να σου ρίξει δυο φάπες. Είναι ήσυχο παιδί κατά βάθος. Τον ξέρω καλά…»
Η καταλυτική παρέμβαση του Στέλιου βοήθησε το Χρήστο να ανορθώσει το πεσμένο του ηθικό και να πλησιάσει τον Πέτρο στο αυτί λέγοντάς του χαμηλόφωνα: «Άντε τυχερέ, σου έφεξε, θα μείνεις μόνος με την πατσόλα!»
Ο Πέτρος στράβωσε τη μούρη του. Του φάνηκε πολύ σεξιστικό και ηλίθιο το σχόλιο του μικρού του συντρόφου. Η ψυχολογία του όμως βρισκόταν στο απόγειό της, ό,τι κι αν έλεγε ο Χρήστος. Κατά πρώτον ήταν πολύ χαρούμενος πια που η Θραύση θα αναγεννιόταν από τα θραύσματά της. Κατά δεύτερον χάρηκε που θα ξεμονάχιαζε τη Ράνια, από την οποία έδειχνε κυριολεκτικά μαγεμένος.

Δεν πέρασαν λοιπόν μερικά δευτερόλεπτα και το τραπέζι είχε αδειάσει από τους άλλους δύο. Ο Πέτρος είχε μείνει επιτέλους μόνος με τη Ράνια, η οποία καθόταν ακριβώς απέναντί του, με την πλάκα του τραπεζιού να φτάνει μέχρι το στήθος της, κρύβοντας έτσι δεξιοτεχνικά τα πάχη που βρίσκονταν κυρίως από την κοιλιά και κάτω. Αυτή η αποπροσανατολιστική εικόνα της συντρόφισσάς του τον καθιστούσε ακόμα πιο ευάλωτο στην υποτιθέμενη γοητεία της.

«Λοιπόν» πήρε το λόγο τελικά ο Πέτρος «πού ακριβώς μένεις στην Αθήνα;»
«Χολαργό» αποκρίθηκε η Ράνια, «Εσύ από πού είσαι;»
«Χαλκίδα» απάντησε ο Πέτρος, «έχεις πάει;»
«Πρέπει να είχα πάει μικρή, δεν θυμάμαι» εξήγησε η Ράνια.
«Να ξαναπάς, είναι πολύ ωραία» είπε ο Πέτρος. «ΟΚ, θα το φροντίσω!» απάντησε χαμογελώντας η Ράνια.
Ο Πέτρος διαπίστωσε ότι η κουβέντα ανακυκλώνονταν σε κοινοτοπίες, και ότι έπρεπε να επινοήσει ένα τρόπο που θα τον βοηθούσε να ανοιχτεί παραπάνω.
Τα δευτερόλεπτα περνούσαν μέχρι που η Ράνια πήρε το λόγο και είπε: «Το ξέρεις ότι τα λες πολύ ωραία στις συνελεύσεις;» αφήνοντας σύξυλο τον ταπεινό κατά βάση Πέτρο, που ενώ είχε επίγνωση των ικανοτήτων του, ντρεπόταν να του τις υπενθυμίζουν οι άλλοι, και δη άτομα του άλλου φύλου.
«Τα παραλές…» είπε αυτός, ενώ είχε γίνει κατακόκκινος από ντροπή.
«Κοίτα η άλλη έχει κινήσει, κι έχει ο Πέτρος κοκκινίσει…» ήταν οι παραφρασμένοι στίχοι του Βάρναλη που ήρθαν στο μυαλό του μεγάλου μας επαναστάτη.
«Δεν τα παραλέω καθόλου!» συνέχισε η Ράνια. «Δεν συγκρίνεσαι με τους άλλους. Έχεις ένα λόγο που μαγεύει τους πάντες στο άκουσμα του…»
Η γκόμενα το είχε χοντρύνει. Ο Πέτρος ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται και τα πόδια του να τρέμουν.
«Κι εσύ τα λες πολύ ωραία…» είπε ο Πέτρος ανταποδίδοντας το κοπλιμέντο.
«Γιατί, με έχεις ακούσει καθόλου να μιλάω;» ρώτησε με απορία η Ράνια.
Ο Πέτρος την είχε κάνει την γκάφα του.
«Όχι, αλλά το διαισθάνομαι» απάντησε προσπαθώντας να τα μπαλώσει, ενώ ποτάμια από σιρόπια έτρεχε από το στόμα του.

Η σκηνή ήταν ρομαντική, με τη Ράνια να κοιτάζει στα μάτια τον Πέτρο, και τον Πέτρο, να μην τολμά να την κοιτάξει κατάματα, και να κοιτάζει κάτω, από ντροπή και ταπεινοφροσύνη, τόσο ρομαντική ήταν που το μόνο που έλειπε ήταν το μήνυμα που έσκασε στο κινητό του Πέτρου. «Ποιος μαλάκας να είναι τέτοια ώρα» σκέφτηκε ο Πέτρος, και κοίταξε διακριτικά στο κινητό του. Το μήνυμα έγραφε ‘ΔΑΣΚΑΛΕ ΓΑΜΑΣ; / από ΧΡΗΣΤΟΣ’. Μονάδες για να με πάρει να μου πει ότι γίνεται συνέλευση δεν είχε, αλλά για στείλει τη μαλακία του είχε, σκέφτηκε ξενερωμένος ο Πέτρος. Ένιωθε τόσο ρομαντικά εκείνη τη στιγμή, που ούτε το απρόσωπο κυλικείο, ούτε η οχλοβοή που γινόταν εκεί μέσα, ούτε οι αποκρουστικοί θαμώνες του, τρέντηδες και φοιτητοπατέρες, μπόρεσαν να την επισκιάσουν, αλλά τα κατάφερε επάξια το σαχλό μήνυμα του Χρήστου.

«Λοιπόν, τι λέγαμε;» ρώτησε ο Πέτρος με το γνωστό του τρόπο, όταν κάποιος τον διέκοπτε και δεν θυμόταν τι έλεγε προηγουμένως.
«Λέγαμε ότι τα λες πολύ ωραία» απάντησε η Ράνια.
«Άμα είναι έτσι» είπε τότε ο Πέτρος, «γιατί μας ψήφισαν μόνο δύο άτομα σήμερα;»
«Αυτό είναι δικό τους πρόβλημα…» απάντησε με νόημα η Ράνια, σκάζοντάς του ένα πονηρό χαμόγελο.
Ο ήρωάς μας ένιωσε και πάλι αμήχανα. Δεν γίνεται η κουβέντα να συνεχιστεί με σιρόπια, σκέφτηκε. Πρέπει να πιάσουμε ένα θέμα.
«Λοιπόν» πήρε το λόγο ο Πέτρος, «εσύ πως σχολιάζεις τις εξελίξεις στο φοιτητικό κίνημα;»
Όπως πριν μερικές ώρες με τον ταξιτζή, έτσι και τώρα ο Πέτρος προσπάθησε να εκτρέψει την κουβέντα στα πολιτικά, στην έδρα του δηλαδή. Και με ιερόδουλη από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ να πήγαινε για μια φορά, θα έπιανε μαζί της κουβέντα για τα πολιτικά. Και θα είχε αλήθεια πολλά να τη ρωτήσει· για το σοσιαλιστικό σύστημα που είχε κάποτε η χώρας της, για το κατά πόσο υπήρχε εργατικός έλεγχος, για το αν η γραφειοκρατία ήταν τάξη ή στρώμα, για το πότε ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για την παλινόρθωση του καπιταλισμού κ.λπ. Τέτοια κουβέντα βέβαια δεν μπορούσε να ανοίξει με τη Ράνια, γιατί, αν και ο ίδιος ήταν στον πολιτικό μικρόκοσμό του, ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται το πολιτικό επίπεδο του συνομιλητή του και να επιλέγει τη σωστή θεματολογία.
«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, απλά με εκνευρίζουν η ΠΚΣ και τα ΕΑΑΚ» απάντησε η Ράνια στην ερώτηση του Πέτρου για το φοιτητικό κίνημα.
«Σοβαρό πολιτικό κριτήριο» σκέφτηκε με σαρκαστικό τρόπο ο Πέτρος. Ωστόσο ακόμα κι αυτή η αντιγραφειοκρατική κατά βάση αντίληψη της Ράνιας, μπορούσε να βρει πολιτική διέξοδο μέσω της επανίδρυσης της Θραύσης.
«Λοιπόν, το φοιτητικό κίνημα» ανέφερε ο Πέτρος, «βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. Θα αργήσει πολύ ακόμα να συγκροτηθεί. Τα κόμματα παίζουν κατασταλτικό κατά τη γνώμη μου ρόλο και την όποια αντίδραση προσπαθούν να τη διοχετεύσουν σε ακίνδυνα για το σύστημα κανάλια. Είναι μια κλασική ρεφορμιστική τακτική από παρατάξεις σαν την ΠΚΣ και τα ΕΑΑΚ που είναι μόνο τύποις επαναστατικές…»

Ενώ ο Πέτρος είχε πάρει φόρα και εντυπωσίαζε με τις έξοχες πολιτικές του αναλύσεις τη Ράνια, την καρδιά της οποίας ένιωσε να σπαρταράει, εκείνη λοιπόν την επαναστατική και συνάμα ρομαντική στιγμή, χτύπησε το κινητό του. «Γαμώ την κοινωνία μου, ποιος πούστης να είναι πάλι;», σκέφτηκε.
«Με συγχωρείς μισό λεπτό» είπε στη Ράνια και πήρε το κινητό στο χέρι, προσπαθώντας να δει στην αναγνώριση ποιος τον καλεί.
«Όχι ρε πούστη!», είπε μέσα του βλέποντας στην αναγνώριση το όνομα ‘Μάνα’. «Δεν γίνεται να της το κλείσω στη μούρη» σκέφτηκε. «Θα με πρήζει για κάνα μήνα μετά»
«Ναι» είπε ψυχρά ο Πέτρος, σηκώνοντας το κινητό, σαν να μην ήξερε ποιος τον καλούσε.
«Πού είσαι Πέτρο;» ρώτησε αμέσως η μάνα του.
«Στη σχολή» απάντησε ο Πέτρος.
«Έχεις μάθημα τώρα ή κάθεσαι;» ήταν η δεύτερη ερώτησή της.
«Τι να απαντήσω τώρα…» σκέφτηκε ο Πέτρος. «Αν πω ότι έχω μάθημα, θα εκτεθώ στη Ράνια, γιατί ξέρει πως δεν έχω. Αν πω ότι κάθομαι, η μάνα μου θα αρχίσει τις υστερίες και ποιος την ακούει. Δεν μπορώ και να απαντήσω μονολεκτικά, με ένα ναι ή ένα όχι, ρε γαμώτο!»
«Σε λίγο» ήταν τελικά η απάντηση που έδωσε ο Πέτρος.
«Τι σε λίγο;» ρώτησε η μητέρα του.
«Είναι τόσο ηλίθια η μάνα μου» σκέφτηκε ο Πέτρος, «που δεν είναι σε θέση να καταλάβει ότι δεν μπορώ να μιλήσω!»
«Πέτρο, αγόρι μου, γιατί δεν μιλάς καθαρά; Τι σου συμβαίνει;» φώναξε απελπισμένη. «Τίποτα απολύτως» εξήγησε ο Πέτρος συγκρατώντας με δυσκολία την ψυχραιμία του.
«Σίγουρα είσαι στο πανεπιστήμιο αγόρι μου; Μήπως είσαι πάλι έξω;» τον ρώτησε εκ νέου.
«Στο πανεπιστήμιο είμαι, δεν σου είπα;» απάντησε ο ελαφρά ταραγμένος Πέτρος, που φοβόταν μην ξεφτιλιστεί στα μάτια της Ράνιας, η οποία ωστόσο δεν έδειξε να έχει καταλάβει με ποιον μιλάει ο Πέτρος τόση ώρα στο τηλέφωνο.
«Άκου να δεις Πέτρο μου» είπε τότε η μάνα του, «αύριο θα ετοιμάσω φαγητό να σου στείλω με το ΚΤΕΛ. Τι προτιμάς να σου φτιάξω; Κεφτεδάκια ή ντολμαδάκια;»
Ωχ, σκέφτηκε ο Πέτρος, τώρα τι απάντηση δίνουμε;
«Ό,τι να ‘ναι» απάντησε τελικά ενώ ο ίδιος προτιμούσε τα ντολμαδάκια περισσότερο. «Ας μου στείλει κεφτεδάκια» σκέφτηκε, «δε γαμιέται, τουλάχιστον να μη γίνω ρόμπα στην κοπέλα»
«Δεν με βοηθάς Πέτρο, την άλλη φορά που σου είχα στείλει τα φασολάκια, δεν τα έφαγες καθόλου» απάντησε η μάνα του επαναλαμβάνοντας την ερώτηση της: «Πες μου τι τραβάει η όρεξη σου, κεφτεδάκια ή ντολμαδάκια;»
«Δεν έχω πρόβλημα λέμε!» είπε αρκετά αγριεμένος αυτή τη φορά ο Πέτρος.
«Καλά, αφού δεν έχεις πρόβλημα, θα σου στείλω μελιτζάνες που έφτιαξα σήμερα…» είπε η μάνα του προσπαθώντας να τον φέρει σε δύσκολη θέση με το γνωστό κατινίστικο τρόπο της και να τον αναγκάσει να απαντήσει στην ερώτησή της.
«Μη μου στείλεις μελιτζάνες μάνα! Με τίποτα!» φώναξε τότε ο Πέτρος, γκρεμίζοντας όλες τις προηγούμενες προσπάθειες να μην ξεφτιλιστεί και υπερκερώντας τις υπόλοιπες φωνές στο κυλικείο.
Ξαφνικά, μια βουβαμάρα απλώθηκε στα γύρω τραπέζια, που άρχισαν να κοιτούν τον Πέτρο με οίκτο, και μην κάνοντας καμία προσπάθεια να συγκρατήσουν τα γέλια τους. Η φράση του αυτή έδεσε απόλυτα με το γεγονός ότι ο ίδιος είχε κοκκινίσει σαν μελιτζάνα, ένα λαχανικό που σιχαινόταν όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Εντός ολίγων δευτερολέπτων, όπως ήταν αναμενόμενο, ο κόσμος από τα γύρω τραπέζια σταμάτησε να ασχολείται με τον Πέτρο και ο ίδιος βρήκε το κουράγιο να συνεχίσει.
«Στείλε ντολμαδάκια καλύτερα, μου αρέσουν περισσότερο. Σ’ αφήνω τώρα γιατί έχω δουλειά» είπε στη μάνα του και έκλεισε το τηλέφωνο.
Στο νου του ήρθε εκείνη τη στιγμή το γνωστό ανέκδοτο με τον τύπο που πάει να αγοράσει προφυλακτικά σε ένα φαρμακείο που σφύζει από πελάτες, και ο ιδιοκτήτης του είναι υπερβολικά αδιάκριτος και τον ρωτάει συνέχεια και με δυνατή φωνή: «Προφυλακτικά θέλετε κύριε; … Τι μάρκα; … Τι γεύση;» προκαλώντας το συγκρατημένο και ενίοτε ασυγκράτητο γέλιο των υπόλοιπων πελατών και φέρνοντας τον ίδιο σε δύσκολη θέση, ώστε φεύγοντας από το φαρμακείο να γυρίσει στο πλήθος και να πει: «Και για όποιον δεν κατάλαβε, πάω να γαμήσω!». Έτσι και τώρα ο Πέτρος, νιώθοντας ότι έχει γίνει ρόμπα όσο δεν πάει άλλο, έκρινε θεμιτό να εξηγήσει στη Ράνια τι συνέβη.
«Που λες» της είπε, «ήταν η μάνα μου στο τηλέφωνο, και με ρώταγε αν προτιμώ να μου στείλει ντολμαδάκια, κεφτεδάκια ή μελιτζάνες! Α! Και πιο πριν με ρώταγε αν είμαι όντως στο πανεπιστήμιο για μάθημα ή έχω βγει έξω βόλτα! Μεγάλος ξεφτίλας δεν είμαι;»
Η Ράνια γέλασε χαριτωμένα.
«Δεν πειράζει βρε! Συμβαίνουν αυτά!» του είπε προσπαθώντας να τον καθησυχάσει, «εμένα να δεις τι μου λέει η δικιά μου η μάνα!»
«Ναι, αλλά εγώ πριν έβγαζα επαναστατικό λόγο και ανέλυα τα του φοιτητικού κινήματος!» εξήγησε αυτοσαρκαζόμενος ο Πέτρος, «Δεν μπορείς να διακόπτεις έναν επαναστάτη τη στιγμή που βγάζει λόγο και να τον απειλείς ότι θα τον ταΐσεις με μελιτζάνες!» προκαλώντας το έντονο αυτή τη φορά γέλιο της Ράνιας.
«Τι λέγαμε;» συνέχισε ο Πέτρος. «Α ναι! Για το φοιτητικό κίνημα» απάντησε μόνος του. «Που λες, το φοιτητικό κίνημα λέγαμε ότι έχει τις αλυσίδες του, που δεν είναι άλλες από αυτές των κομματικών παρατάξεων…»

Δεν πρόλαβε καλά καλά να κάνει resume στο λόγο του ο ήρωάς μας, και να σου ο Ευθύμης εμφανίστηκε στο τραπέζι του με απειλητικές διαθέσεις. Ο Πέτρος διέκοψε το λόγο του απότομα.
«Θέλεις τίποτα;» είπε απευθυνόμενος στον Ευθύμη που στεκόταν από πάνω του, μην έχοντας καταλαγιάσει ακόμα μέσα του ο θυμός που ο λακές αυτός του Αντώνη δεν του έδινε το λόγο στη συνέλευση προηγουμένως.
«Είναι εδώ ο Χρηστάκης;» ρώτησε αγριεμένος ο Ευθύμης.
«Όχι, έχει φύγει, τον βλέπεις να κάθεται στο τραπέζι;» απάντησε ψυχρά ο Πέτρος.
«Να του πεις ότι αν έχει τα αρχίδια, να έρθει να με βρει να του πω δυο λογάκια» είπε ο βαρύς κι ασήκωτος Ευθύμης.
«Ατύχησες φίλε» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «δεν είμαι γραμματέας του. Αν θες να του πεις κάτι, πήγαινε να τον βρεις εσύ ο ίδιος»
«Να ξέρεις ότι τη συμπεριφορά του φίλου σου δεν θα την ανεχθώ για πολύ ακόμα» δήλωσε τότε ο εαακίτης παλικαράς.
«Χέστηκα!» απάντησε βαριεστημένα ο Πέτρος, με ένα ύφος πολλά βαρύ για να δώσει στη Ράνια να καταλάβει ότι σαν επαναστάτης είναι και σκληρός άντρας, αμείλικτος απέναντι στους αντιπάλους του, μέσα κι έξω από το κίνημα, και συνέχισε την κουβέντα μαζί της σαν να μην τρέχει τίποτα αγνοώντας τον Ευθύμη προκλητικά, και ο τελευταίος, νευριασμένος, έφυγε με τους φίλους του από το κυλικείο.

«Το ζητούμενο είναι λοιπόν πώς να απαλλάξουμε το φοιτητικό κίνημα από τα δεσμά του» συνέχισε το λόγο του ο Πέτρος. «Και αυτό είναι ένα θέμα που χωράει πολλή συζήτηση…»

Δυστυχώς, εκείνη τη στιγμή, που θα ξεκινούσε την πολλή αυτή συζήτηση, έσκασε μύτη στο κυλικείο η Μυρτώ, μια ξερακιανή σεκίτισσα από τη Φιλοσοφική, που φορούσε μονίμως ένα χίπικο φόρεμα και μια μπαντάνα στο κεφάλι, μαζί με μερικούς σεκίτες ακόμα, κουβαλώντας Εργατικές Αλληλεγγύες, προκηρύξεις και λοιπό υλικό για την ανακύκλωση. Αυτή μας έλειπε τώρα, είπε μέσα του ο Πέτρος. Έκανε πως δεν την είδε και συνέχισε την κουβέντα με τη Ράνια, όμως για κακή του τύχη το τσούρμο των σεκιτών έφτασε σε μερικά λεπτά και στο δικό τους τραπέζι.

«Γεια σου Πέτρο!» είπε μες την τρελή χαρά η Μυρτώ. «Μαζεύουμε υπογραφές για να σταματήσουν οι απειλές των ΗΠΑ στο Ιράν! Θα υπογράψεις;»
«Όλοι οι μαλάκες σήμερα μαζεύτηκαν;» σκέφτηκε ο Πέτρος.
«Όχι βέβαια!» απάντησε ορθά-κοφτά.
«Μα γιατί;» ρώτησε η αφελής Μυρτώ.
«Ο πατέρας μου μού ‘χει πει να προσέχω που βάζω το πουλί μου και την υπογραφή μου» ήταν η στερεοτυπική απάντηση του Πέτρου, που σκοπό είχε να κάνει τη Μυρτώ να αποτραβηχτεί και να τον αφήσει σε ησυχία.
Η Μυρτώ κατσούφιασε απότομα αλλά παραδόξως δεν έφυγε.
«Είσαι σεξιστής τελικά!» του είπε.
Ο Πέτρος ένιωσε άσχημα που τον αποκάλεσαν σεξιστή, γιατί όχι μόνο δεν ήταν σεξιστής, αλλά και υποστήριζε με ιδιαίτερη θέρμη τα δίκια των γυναικών απέναντι στην πατριαρχική καταπίεση. Όμως προτίμησε να μην ανοίξει διάλογο με τη σεκίτισσα γιατί θα τον έπρηζε ακόμα περισσότερο ύστερα.
«Είμαι και φαίνομαι!» απάντησε τελικά, ενώ η Ράνια παρατηρούσε τη σκηνή με απορία.
«Μήπως θες να αγοράσεις Εργατική Αλληλεγγύη;» τον ρώτησε τότε η Μυρτώ σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
«Όχι!» απάντησε μονολεκτικά ο Πέτρος.
Ακόμα κι ο Πέτρος, που αγόραζε αδιαλείπτως όλες τις εφημερίδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ακόμα και τη Νέα Ανατολή της ΟΑΚΚΕ, έστω για να ψυχαγωγείται, δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει ενάμιση ευρώ για την φυλλάδα του ΣΕΚ.
«Μα γιατί;» απόρησε η Μυρτώ. «Έχουμε αφιέρωμα για την οκτωβριανή επανάσταση»
«Το ίδιο αφιέρωμα έχετε δημοσιεύσει 1.253.986 φορές!» εξήγησε ο Πέτρος.
Η Μυρτώ αφού είδε κι απόειδε με τον Πέτρο, απευθύνθηκε στη Ράνια.
«Εσύ κοπελιά μήπως θέλεις να υπογράψεις να σταματήσουν οι απειλές των ΗΠΑ στο Ιράν;» τη ρώτησε.
«Από ποιο κόμμα είστε;» ρώτησε η Ράνια με τη σειρά της, που δεν έδειξε να την έχει προειδοποιήσει κάποιος για το φαινόμενο ΣΕΚ.
«Είμαστε από τη Συμμαχία Σταματήστε τον Πόλεμο» απάντησε η Μυρτώ.
«Από το ΣΕΚ δηλαδή…» συμπλήρωσε ο Πέτρος. «Αλλάζουν συνέχεια ονόματα. Μια Γένοβα 2001, μια Αντικαπιταλιστική Συμμαχία, μια δεν ξέρω ‘γω τι, για να μην τους παίρνουμε χαμπάρι»
Η Μυρτώ γέλασε από αμηχανία που ο Πέτρος τους ξεσκέπασε μπροστά σε ένα υποψήφιο πελάτη τους.
«Ας υπογράψω!» είπε η Ράνια.
«Όχιιιιιι!» φώναξε με αγένεια ο Πέτρος, «Μην κάνεις τέτοιο ολέθριο λάθος! Θα σε παίρνουν τηλέφωνο μετά 24 ώρες το 24ωρο και θα σε πρήζουν! Θα κάνεις μήνες να ξεμπλέξεις!»
«Κακοήθειες!» σχολίασε η Μυρτώ.
«Έλα βρε Πέτρο, δεν πειράζει! Για καλό σκοπό θα πάει εξάλλου η υπογραφή!» είπε τότε η Ράνια.
«Ρε Ράνια, λογικέψου, θα αλλάξει τίποτα αν υπογράψεις;» είπε αγανακτισμένος ο Πέτρος, «Θα αλλάξει η πολιτική των ΗΠΑ από τις υπογραφές του ΣΕΚ; Μην τρελαθούμε!»
«Τα παραλές…» είπε η Ράνια και πήρε από τη Μυρτώ το σχετικό χαρτί να υπογράψει.
«Τουλάχιστον εκεί που λέει τηλέφωνο βάλε το κινητό σου» ψιθύρισε ο Πέτρος, «μην βάλεις με τίποτα το σταθερό! Εκτός αν θες να τρελάνουν και τους δικούς σου εκτός από σένα»
«ΟΚ βρε!» είπε χαμογελώντας η Ράνια και ευτυχώς για την ψυχική υγεία τη δικιά της και της οικογένειάς της, έδωσε μόνο το κινητό της.
«Εργατική αλληλεγγύη θα πάρεις;» ρώτησε τότε η Μυρτώ τη Ράνια.
Δεν το βάζει κάτω η μουρλή, σκέφτηκε ο Πέτρος.
«Ας πάρω!» απάντησε η Ράνια και έσκασε το ενάμιση ευρώ.
«Ευχαριστώ πολύ!» είπε η Μυρτώ δίνοντάς της την εφημερίδα και προχώρησε στο διπλανό τραπέζι να βρει νέα θύματα.

«Τώρα τι κατάλαβες που υπέγραψες;» είπε ο Πέτρος στη Ράνια σαν αποχώρησε η σεκίτισσα από το τραπέζι τους.
«Ε δεν έγινε και τίποτα…» απάντησε χαμογελώντας η Ράνια.
«Κάτσε να αρχίσει να βαράει το κινητό σου ολημερίς και θα σου πω εγώ αν δεν έγινε τίποτα» σχολίασε ο Πέτρος, χωρίς να λάβει απάντηση από τη Ράνια, παρά μόνο ένα σεμνό χαμόγελο.

Η ώρα είχε περάσει και η κουβέντα είχε διακοπεί τρεις φορές μέχρι στιγμής. Τι άλλο θα μας τύχει άραγε, αναρωτιόταν ο Πέτρος, ενώ από το βάθος φάνηκαν να ξεπροβάλλουν ο Στέλιος με το Χρήστο. Ωχ, ποιος ακούει τώρα το Χρήστο να λέει τις μαλακίες του, ήταν η πρώτη του σκέψη μόλις τον είδε. Η ψυχολογία του αγωνιστή μας είχε αλλάξει άρδην. Όσο συγκαταβατικός κι αν ήταν προηγουμένως, τώρα με τις απανωτές ατυχίες που του είχαν συμβεί, είχε αρχίσει να φέρεται με τραχύτητα.

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ο Στέλιος με το Χρήστο εμφανίσθηκαν στο τραπέζι.
«Τα λένε τα πιτσουνάκια μου;» ήταν το πρώτο σχόλιο του Χρήστου σαν έφτασε.
«Και έλεγα, δεν θα την πεις τη μαλακία σου;» είπε ξενερωμένος ο Πέτρος.
«Δεν εννοούσα τίποτα δάσκαλε! Πλάκα έκανα!» απάντησε ο Χρήστος. «Εσύ τι αρπάζεσαι; Εκτός αν όντως συμβαίνει κάτι μεταξύ σας και σε φέρνω σε δύσκολη θέση…»
Ο Πέτρος κοκκίνισε από ντροπή για πολλοστή φορά σήμερα. Ο μικρός ήταν τόσο πανούργος που μπορούσε να καταστρέψει οποιαδήποτε κουβέντα. Όμως, ο ίδιος δεν το έβαλε κάτω και ανταπέδωσε τα πυρά.
«Χρηστάκη πες αλεύρι, ο Ευθύμης σε γυρεύει!» του είπε όλο κακία.
«Πλάκα κάνεις!» αναφώνησε ο Χρήστος.
«Ρώτα τη Ράνια αν δεν με πιστεύεις» ανέφερε ο Πέτρος.
«Ναι, αλήθεια είναι, ήρθε πριν από εδώ και σε έψαχνε» είπε η Ράνια.
Ο Χρήστος τρομοκρατήθηκε.
«Και που είναι τώρα ο μαλάκας;» ρώτησε.
«Ήταν πριν από λίγο εδώ. Δεν ξέρω που πήγε τώρα» απάντησε ο Πέτρος.
«Ρε λες να μου την έχει στήσει στη στάση του λεωφορείου;» είπε ο Χρήστος, ενώ δεν παρέλειψε να ζητήσει μια χάρη στο Στέλιο: «Γίνεται ρε να κάνεις μια μικρή παράκαμψη με πας σπίτι με το αμάξι;»
«ΟΚ» συμφώνησε ο Στέλιος, «αν και σου είπα ρε μαλάκα, μη φοβάσαι! Δεν πρόκειται να σου κάνει τίποτα!»
«Ας μη ρισκάρω καλύτερα…» είπε ο Χρήστος.
«Πέτρο θες να σε πάω κι εσένα με το αμάξι; Θα πάρω ήδη τους άλλους δύο» είπε τότε ο Στέλιος στον έτερο επαναστάτη της παρέας.
«Όχι, να ‘σαι καλά» απάντησε ο Πέτρος ευγενικά προκειμένου να μη γίνει βάρος, «Δεν είναι ανάγκη. Θα πάρω λεωφορείο» αν και μέσα του θα ήθελε να πάει με το αμάξι του Στέλιου μόνο και μόνο για να κάθεται στο πίσω κάθισμα μαζί με τη Ράνια και να της σφίγγει ρομαντικά το χέρι.

Κι έτσι, η παρέα, αφού κάθισε για λίγα λεπτά ακόμη και κανόνισε τα της αυριανής συνάντησης στο σπίτι του Πέτρου, ανταλλάσσοντας τηλέφωνα και τα συναφή, διαλύθηκε εν πλήρη τάξη, με τους τρεις να πηγαίνουν με το αμάξι του Στέλιου και τον Πέτρο μόνο του, πλην όμως περήφανο, με το λεωφορείο. Η πίκρα του μεγάλου μας επαναστάτη που αποχωρίζονταν τη Ράνια ήταν έκδηλη. Ωστόσο παρηγορούνταν στη σκέψη ότι η αυριανή θα ήταν μια μεγάλη μέρα…

* * *

Η ώρα είχε πάει 6 και 10 το απόγευμα. Ο Πέτρος είχε σηκωθεί από νωρίς –νωρίς για τα φοιτητικά δεδομένα, δηλαδή κατά τις 11– για να πάει στα ΚΤΕΛ να παραλάβει το δέμα με τα εδέσματα της μητέρας του που έφτανε στις 1μισή. Από τις 3 που γύρισε σπίτι, και αφού τσίμπησε πρόχειρα λίγα από τα πεντανόστιμα ντολμαδάκια της κυρα-Μαρίας, άρχισε να τακτοποιεί το σαλόνι στο οποίο θα υποδεχόταν τους συντρόφους του. Το σαλόνι, όπως και κάθε φοιτητικό σαλόνι, που έσφυζε προηγουμένως από αφημένα κουτιά από πίτσες, εδώ και μέρες, κάποια μάλιστα με άφαγα κομμάτια μέσα, τασάκια γεμάτα στάχτες και αποτσίγαρα, άδεια μπουκάλια από μπύρες, πεταμένες εφημερίδες και διαφημιστικά από εταιρίες ντελίβερυ, μετά από ένα εντατικό καθάρισμα 2 και βάλε ωρών, έλαμπε. Η πρωτοβουλία του Πέτρου να το καθαρίσει δεν ήταν παρά μια προσωρινή υποχώρηση προς την αστική αξία της καθαριότητας, η οποία κάθε άλλο παρά εξέφραζε τον ενσυνείδητα βρώμικο επαναστάτη ήρωά μας.

Δεν πέρασαν 5 λεπτά από τότε που κάθισε στον καναπέ να ξεκουραστεί και το κάτω κουδούνι χτύπησε. Η καρδιά του Πέτρου κόντευε να σπάσει στη σκέψη και μόνο ότι θα είναι η Ράνια. Σηκώθηκε απότομα με κατεύθυνση το θυροτηλέφωνο, πάτησε νευρικά το κουμπί με το κλειδί και έτρεξε γρήγορα στο μπάνιο να χτενιστεί πρόχειρα μπροστά στον καθρέφτη, αλλά η φόρα του κόπηκε ξαφνικά.
«Όχι ρε πούστη, ξέχασα να καθαρίσω το μπάνιο!» αναφώνησε βλέποντας την ακαταστασία και τη βρώμα στην οποία είχε περιέλθει το τελευταίο.
Το θέαμα και μόνο του προκαλούσε πανικό· μαύρες μακριές τρίχες, καθώς και ξεραμένα κομμάτια από οδοντόκρεμα να έχουν σκεπάσει κυριολεκτικά το νιπτήρα, ενώ η μπανιέρα ήταν γεμάτη εκτός από τρίχες και με σκουρόχρωμα στίγματα, προϊόντα συσσωρευμένης βρωμιάς, σαν αυτά που γεμίζουν τα γουρούνια όταν κυλιούνται στη λάσπη.
«Γάμησέ τα τώρα, δεν προλαβαίνω…» είπε μέσα του απογοητευμένος.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το πάνω κουδούνι. Ο Πέτρος έφτασε τρέχοντας στην πόρτα, και αφού κοντοστάθηκε δυο δευτερόλεπτα και έβηξε να καθαρίσει τη φωνή του, άνοιξε. Τελικά όμως ήταν ο Χρήστος.

«Εσύ ήσουνα ρε μαλάκα;» είπε ο Πέτρος νιώθοντας να φεύγει ένα βάρος εκατό κιλών από πάνω του που δεν ήταν η Ράνια.
«Ε ποιος άλλος περίμενες να ήταν;» είπε ο Χρήστος για να διορθωθεί μόνος του: «Α, ξέχασα! Περίμενες την γκόμενά σου!»
Ο Πέτρος εξακολουθούσε να είναι ταραγμένος και δεν έδωσε σημασία στο ηλίθιο σχόλιο του συντρόφου του.
«Γρήγορα» είπε, «έλα να καθαρίσουμε το μπάνιο!»
«Γιατί;» ρώτησε ο Χρήστος, «πάλι χέστηκες;»
«Τι μαλακίες λες πάλι;» είπε ο Πέτρος, για να συμπληρώσει βιαστικά: «Άντε, πάμε όσο είναι ώρα» αλλά πριν προλάβει καλά καλά να ολοκληρώσει τη φράση του, χτύπησε εκ νέου το κάτω κουδούνι.
Τώρα θα ήταν σίγουρα η Ράνια με το Στέλιο.
«Πήγαινε να ανοίξεις σε παρακαλώ και έρχομαι κι εγώ αμέσως» είπε ο Πέτρος στο Χρήστο, και με ένα σάλτο έφτασε στο μπάνιο το οποίο έπρεπε να βρει ένα τρόπο να το καθαρίσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Επειδή σιχαινόταν και μόνο που έβλεπε το νιπτήρα, πόσο μάλλον να τον καθαρίσει με τα ίδια του τα χέρια, άρπαξε μια πετσέτα που ήταν κρεμασμένη δίπλα –και πρέπει να ήταν πιο βρώμικη κι απ’ το νιπτήρα γιατί δεν την είχε αλλάξει για μήνες– και άρχισε να μαζεύει μ’ αυτήν τις τρίχες και τις ξεραμένες οδοντόκρεμες, και στο τέλος την πέταξε στο καλάθι με τα άπλυτα που βρισκόταν λίγο πιο δίπλα. Όσο για την μπανιέρα, δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα άλλο παρά να τράβηξε την κουρτίνα ώστε απλώς να μην φαίνεται η βρωμιά της, και κατευθύνθηκε γρήγορα προς το σαλόνι.

Μπαίνοντας στο σαλόνι, είδε το Χρήστο και τη Ράνια να κοντοστέκονται δίπλα στην πόρτα, και επιβράδυνε απότομα το βηματισμό του.
«Άντε ρε δάσκαλε! Που είσαι επιτέλους;» του είπε ο Χρήστος, «τόση ώρα το μπάνιο καθ…»
«Εχμ… Γεια!» φώναξε ο Πέτρος, διακόπτοντας τον ανώριμο σύντροφό του και γλιτώνοντας το ρεζιλίκι.
«Γεια…» έκανε χαμηλόφωνα και η Ράνια.
«Ο Στέλιος που είναι;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Δεν θα έρθει» εξήγησε η Ράνια, «του έτυχαν λέει κάτι ανειλημμένες υποχρεώσεις…»
«Να σκίσει τη γάτα φαντάζομαι…» είπε τότε ο Χρήστος, φέρνοντας σε αμηχανία τους συντρόφους του που δεν ήξεραν τι να πουν, κι έτσι ξαναπήρε το λόγο ο ίδιος και είπε στον Πέτρο: «Άντε, δεν θα μας πεις να κάτσουμε;»
«Ναι, βεβαίως!» είπε ο Πέτρος, «Καθίστε!», κι έκανε ένα νεύμα με τα χέρια του δείχνοντας τον διθέσιο καναπέ στο κέντρο του σαλονιού.

Οι δυο σύντροφοι του Πέτρου πήραν αμέσως θέση στον καναπέ.
«Τι να σας προσφέρω;» συνέχισε τότε ο ίδιος. «Την αγάπη σου» απάντησε ο Χρήστος, «και έναν καφέ αν δεν βαριέσαι…»
«Είναι self-service το μαγαζί, αν θέλεις πήγαινε φτιάξε μόνος σου» ήταν η αφοπλιστική απάντηση του Πέτρου, που αν και του άρεσε να βοηθάει τους φίλους τους, βαριόταν όσο τίποτα να τους περιποιείται.
«Καλά χέστο, βαριέμαι να φτιάχνω» εξήγησε ο Χρήστος, που ούτε ο ίδιος είχε καλή σχέση με την περιποίηση γενικώς.
«Εσύ Ράνια θέλεις τίποτα;» ρώτησε ο Πέτρος την έτερη παρευρισκόμενη.
«Ένα ποτήρι νερό, αν σου είναι εύκολο» αποκρίθηκε αυτή.
«Εννοείται μου είναι εύκολο» απάντησε ο μουνόδουλος αγωνιστής και έτρεξε στην κουζίνα να της το φέρει.

«Ένα ποτήρι νερό…» σκέφτηκε βραχυκυκλωμένος ο Πέτρος φτάνοντας στην κουζίνα. Το νερό ήταν εύκολο να το βρει, το ποτήρι όμως όχι. Ως συνήθως δεν υπήρχε ποτήρι καθαρό ούτε για δείγμα. Όμως, λες και προνόησε η θεά τύχη, ο μεγάλος μας επαναστάτης είχε σκεφτεί και είχε αγοράσει σήμερα το πρωί πλαστικά ποτηράκια από το παντοπωλείο του κυρ-Παντελή, γιατί ήθελε να φτιάξει καφέ και βαριόταν να πλένει τις για μέρες άπλυτες κούπες. Ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης έβγαλε εντοπίζοντάς τα, και αφού άρπαξε βιαστικά ένα και το γέμισε με νερό από τη βρύση, πήγε γρήγορα στο σαλόνι να το προσφέρει στη Ράνια.

«Το νερό σου…» της είπε με ένα κόμπο στη φωνή καθώς της το πρόσφερε.
«Σε ευχαριστώ πολύ!» απάντησε εκείνη, και άρχισε να πίνει.
Ο Πέτρος κάθισε στην καρέκλα που βρισκόταν απέναντι από τον καναπέ.

«Λοιπόν» έκανε ο ηγέτης της Θραύσης, «τι λέγαμε;»
«Δεν λέγαμε τίποτα σύντροφε» εξήγησε ο Χρήστος, «εσένα περιμέναμε να ξεκινήσει η συνδιάσκεψη»
«Ναι, ναι» είπε χαμογελώντας από αμηχανία ο Πέτρος. «Λοιπόν» ξεκίνησε να λέει, αλλά εκείνη τη στιγμή χτύπησε και πάλι το κουδούνι.
«Λες να είναι ο Στέλιος;» σκέφτηκε ο μεγάλος αγωνιστής, αλλά μετά θυμήθηκε τα λόγια της Ράνιας ότι δεν θα ερχόταν.
«Μισό λεπτό, πάω ν’ ανοίξω» είπε στα παιδιά και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Ήταν ο Δημήτρης τελικά, από το διπλανό διαμέρισμα.
«Έχεις κανένα φακελάκι με νες καφέ γιατί μου τελείωσαν;» ρώτησε ο εκ Καλαμάτας φοιτητής του Οικονομικού με το που του άνοιξε ο Πέτρος.
«Κάτσε να δω…» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «αν και νομίζω ότι έχω μόνο κούτα»
«Να σου πάρω λίγο;» ρώτησε ο Δημήτρης.
«Εννοείται ρε. Κάτσε να σου την φέρω…» είπε ευγενικά ο Πέτρος, και έτρεξε στην κουζίνα.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα ο Δημήτρης είδε να ξεπροβάλλει η φιγούρα του Χρήστου και μιας άγνωστης γι’ αυτόν κοπέλας.
«Εσύ δεν είσαι ο μικρός που όλη την ώρα πειράζει τους άλλους;» είπε περιπαικτικά στο Χρηστάκη, ενώ τότε γυρνούσε ο Πέτρος από την κουζίνα κρατώντας στα χέρια του μια δίλιτρη κούτα νες καφέ.
«Εσύ δεν είσαι ο δαπίτης που όλη την ώρα παίζει το πουλί του;» απάντησε ο Χρήστος.
Ο Δημήτρης, ωστόσο, γέλασε, αντί να παρεξηγηθεί.
«Έλεος ρε μαλάκα, στον πούτσο μου την έχω γραμμένη τη ΔΑΠ!» φρόντισε παράλληλα να επισημάνει, μιας και του κάθονταν βαριά η φανέλα της Νέας Δημοκρατίας στην πλάτη, όπως εξάλλου και κάθε φανέλα.
«Ναι αλλά ο πατέρας σου δεν είναι Νεοδημοκράτης και ζάπλουτος επιχειρηματίας;» ρώτησε ο Χρήστος.
«Ρε μαλάκα, όλα του ‘τα χεις πει;» απευθύνθηκε κατσουφιασμένος τε και απογοητευμένος ο Δημήτρης προς τον Πέτρο καθώς έπαιρνε από αυτόν την κούτα με τον καφέ, για να εισπράξει ένα βλέμμα αμηχανίας από τον τελευταίο, που το λεκτικό της ανάλογο από το οποίο συνοδευόταν ήταν: «Εγώ… δεν…»
«Ο πατέρας μου είναι βασικά μαλάκας» συνέχισε ο Μήτσος απαντώντας στο Χρήστο, «αυτόν να δεις που τον έχω γραμμένο…»
«Ναι αλλά σε περιμένει μια θεσούλα στην επιχείρησή του μαλάκα μόλις πάρεις πτυχίο, ε;» χόντρυνε περισσότερο το πείραγμα ο Χρήστος.
«Πωπώ! Είσαι μεγάλο αρχίδι τελικά!» είπε πιο έντονα τώρα ο Δημήτρης, προκαλώντας την άμεση παρέμβαση του Πέτρου και προς τους δύο: «Σκάστε γαμώ το κέρατό μου!»
«Τι μου φωνάζεις ρε μαλάκα εμένα!» ανταπέδωσε τις φωνές ο Δημήτρης, «το μαλακιστήρι άρχισε, όχι εγώ!»
«Γιατί ρε Χρήστο άρχισες;» απευθύνθηκε τότε ο Πέτρος στο μικρό του σύντροφο, σαν ο Δημήτρης να είχε θίξει το περί δικαίου αίσθημα του ίδιου προηγουμένως, ένα αίσθημα που, όπως κάθε συνεπής κομμουνιστής, είχε ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και δεν επιδεχόταν καμίας αμφισβήτησης.
«Αυτός ξεκίνησε!» αποκρίθηκε ο Χρήστος, «Μου είπε ότι όλη την ώρα πειράζω τους άλλους! Μ’ έχεις δει ποτέ να πειράζω κανέναν; Όχι πες μου!»
Ο Πέτρος έβαλε τα γέλια, όπως αναμενόταν.
«Ό,τι έγινε έγινε! Τέλος τώρα! Ας το ξεχάσουμε!» είπε στη συνέχεια, σε μια ύστατη προσπάθειά του να αποφορτίσει το κλίμα.
«Λοιπόν» συνέχισε ο ίδιος με το γνωστό κόλλημα που έτρωγε όταν τον διακόπτανε, «τι λέγαμε;»
«Λέγαμε ότι όλοι εδώ δημιουργούμε μια πολύ καλή ατμόσφαιρα…» απάντησε ο Χρήστος, παραπέμποντας στη διαχρονική ατάκα του Ντίνου Ηλιόπουλου σε παλιά ελληνική ταινία.
«Εμένα με συγχωρείτε…» είπε ο Δημήτρης από την πόρτα, «αλλά επειδή η ατμόσφαιρα αυτή δε με σηκώνει, πάω να παίξω Pro»
«Ποιο Pro έχεις ρε;» τον ρώτησε τότε ο Χρήστος, που ένιωθε ένα ρίγος να τον διαπερνά σε όλο του το σώμα, μιας και το Pro-Evolution Soccer ήταν το αγαπημένο του ποδοσφαιράκι, αλλά για κακή του τύχη ο υπολογιστής του ήταν ένας παλιός Pentium 2 με Windows 98 που είχε από το γυμνάσιο, και δεν μπορούσε να σηκώσει καμιά από τις εκδόσεις του παιχνιδιού, και την έβγαζε με Fifa 99.
«Το 4 έχω» απάντησε ο Δημήτρης, του οποίου ο υπολογιστής ήταν η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, «εσύ τι ζόρι τραβάς;»
«Έλα να λύσουμε τις διαφορές μας σε ένα διπλό να σε γαμήσω!» ανέφερε με αποφασιστικότητα ο Χρήστος.
«Θα πάρεις τ’ αρχίδια μου!» αποκρίθηκε ο Δημήτρης, πιάνοντας με τα χέρια του τα γεννητικά του όργανα και σουφρώνοντας επιδεικτικά τα χείλη του. Επειδή όμως δεν τον χάλαγε καθόλου να παίξει ένα διπλό με τον αλαζόνα φίλο του Πέτρου, άλλαξε ευθύς αμέσως στάση και είπε: «Τώρα που το σκέφτομαι, μπορώ να σε παίξω έναν αγώνα. Θα το φας το καβλί όμως, να ‘σαι σίγουρος…»
«Το ποιος θα το φάει, θα το δούμε…» απάντησε ο Χρήστος και σηκώθηκε από τον καναπέ να ακολουθήσει το Δημήτρη στο διαμέρισμά του.
«Συγγνώμη δάσκαλε» είπε στον Πέτρο φεύγοντας, «αλλά πρέπει να υπερασπιστώ την τιμή μου που πληγώθηκε!»

Ο Πέτρος είχε μείνει άφωνος πώς το ποδόσφαιρο, έστω και το ηλεκτρονικό, κατάφερε να συμφιλιώσει δύο άτομα που μέχρι πρότινος αντάλλαζαν βρισιές και έδειχναν να αντιπαθούν ο ένας τον άλλο. Στο νου του μεγάλου μας επαναστάτη ήρθε τότε ο περίφημος ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ Άγγλων και Γερμανών φαντάρων στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από μια σφοδρή αναμέτρηση στο πεδίο της μάχης. Ναι, σκέφτηκε, αλλά τότε ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος μεταξύ δυο υπερδυνάμεων για το μοίρασμα του κόσμου, στον οποίο πόλεμο οι φαντάροι κι από τις δυο πλευρές πολεμούσαν για συμφέροντα που δεν ήταν δικά τους. Τώρα όμως η περίπτωση Χρήστου και Δημήτρη δεν ήταν η ίδια. Από τη μια στεκόταν ένας σύντροφος, που παρά την εριστική του συμπεριφορά και τις σεξιστικές του προκαταλήψεις, ήταν δοσμένος ολόψυχα στο στόχο της κομμουνιστικής επανάστασης. Από την άλλη, στεκόταν ένας ιδεολόγος σταρχιδιστής, με δεξιές καταβολές, και αδιάφορος απέναντι σε οποιαδήποτε προοπτική κοινωνικής αλλαγής προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Άραγε πώς θα μπορούσε να υπάρξει συμφιλίωση αυτών των δυο ετερόκλητων πολιτικών υποκειμένων; Κάτι τέτοιο ήταν ενάντια στη διαλεκτική που μιλάει για την πάλη των αντιθέτων ή μήπως την επιβεβαίωνε ως μια κατεξοχήν σύνθεση των αντιθέτων αυτών; Για να μπορούν να συντίθεται, σκέφτηκε ο Πέτρος, δεν θα πρόκειται και για τόσο ετερόκλητα πράγματα. Μάλλον βρίσκονται ιδεολογικά κοντά. Κι επειδή η επαναστατικότητα του συντρόφου Χρήστου είναι αδιαμφισβήτητη, και δεν ξεπουλάει τις αρχές του, αυτό συνεπάγεται πως η σύγκλιση λαμβάνει χώρα στην αριστερή μεριά του πολιτικού φάσματος, και πρακτικά σημαίνει ότι ο Δημήτρης, αν και γενικά απαθής, έχει όντως κάποια προοδευτικά χαρακτηριστικά στην ιδιοσυγκρασία του.

Ξαφνικά ο Πέτρος συνειδητοποίησε ότι οι άλλοι δύο τού είχαν αδειάσει τη γωνιά αφήνοντάς τον μόνο με τη Ράνια και δίνοντάς του την ευκαιρία να ανοίξει μία κατ’ ιδίαν κουβέντα μαζί της. Στο βάθος του μυαλού του βέβαια, υπήρχε ότι ο σκοπός της σημερινής μάζωξης ήταν η επανασύσταση της Θραύσης, αν και όλα έδειχναν ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να γίνει τελικά σήμερα· το γεγονός ότι έλειπε ο Στέλιος καθιστούσε από μόνο του ανεδαφική τη συγκέντρωση, καθότι ο εν λόγω σύντροφος ήταν ο μοναδικός αξιόλογος συνομιλητής που θα μπορούσε να έχει ο Πέτρος, τη στιγμή που ο Χρήστος πέταγε συνέχεια μαλακίες και προβοκάριζε κάθε προσπάθεια για εποικοδομητική συζήτηση ενώ η Ράνια φαινόταν να μην ήξερε που της πήγαιναν τα τέσσερα από πολιτική. Ωστόσο, όλα αυτά δεν έδειξαν να πτοούν τον ήρωά μας ο οποίος καθόταν αμίλητος στην καρέκλα και έριχνε κλεφτές ματιές στη Ράνια που είχε θρονιαστεί στον καναπέ, και προσπαθούσε να βρει μια αφορμή να ξεκινήσουν τη συζήτηση.

Τα δευτερόλεπτα περνούσαν αλλά ο Πέτρος παρέμενε καθηλωμένος στην αμηχανία του.
«Μάλιστα…» ήταν τελικά τα λόγια του, αφού είχαν περάσει συνολικά δύο λεπτά απόλυτης σιωπής.
«Ναι…» απάντησε η Ράνια εξίσου αμήχανα.
«Και νόμιζα ότι θα κάναμε σοβαρή συνδιάσκεψη απόψε…» ανέφερε ο Πέτρος.
«Τι μας εμποδίζει να την κάνουμε οι δυο μας;» ρώτησε τότε η Ράνια, προκαλώντας στον Πέτρο ακόμα περισσότερη αμηχανία.
«ΟΚ» είπε ο Πέτρος χωρίς να έχει συνέλθει τελείως από το σοκ, «ας κάνουμε την κουβέντα και χωρίς απαρτία… Τι να πούμε όμως;»
«Μα για τη Θραύση» αποκρίθηκε η Ράνια, «Αυτό δεν είναι το θέμα μας;»
«Ναι, ναι… Για τη Θραύση, όντως…» είπε σαν από αφηρημάδα ο Πέτρος και άρχισε να επεξεργάζεται στο μυαλό του αυτά που θα έλεγε κατόπιν. Ήταν αυτονόητο ότι έπρεπε να παρουσιάσει τις θέσεις της γκρούπας του με εκλαϊκευτικό τρόπο, τέτοιο που να μην προκαλούσε σύγχυση ή κούραση στη συντρόφισσά του.

Παίρνοντας λοιπόν ο ήρωάς μας μια βαθιά ανάσα, ξεκίνησε να αγορεύει:

«Λοιπόν, η Θραύση τα λίγα χρόνια που υπήρχε στο Φυσικό και έκανε αισθητή την παρουσία της, διέπονταν από κάποιες επαναστατικές αρχές. Μια από αυτές, ίσως η σημαντικότερη, ήταν ότι όλα τα μέλη της είχαν ισότιμη ψήφο και συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων. Φυσικά, αν και νομίζω ότι δεν χρειάζεται να το αναφέρω γιατί είναι αυτονόητο, τέλος πάντων οι θέσεις μας ήταν προϊόντα δικής μας σκέψης και όχι αποφάσεις που έρχονταν με αερόστατο από τα κομματικά γραφεία. Δεν είχαμε κομματικά γραφεία εξάλλου να μας καθοδηγούν…»

Τα πρώτα λόγια του Πέτρου έκαναν το πρόσωπό της Ράνιας να λάμψει από ενθουσιασμό. Ο ίδιος Πέτρος αν μη τι άλλο το αντιλήφθηκε και άρχισε να το παίρνει πολύ πάνω του για τη δεινή ρητορική του ικανότητα.

«Στην ακμή μας, πριν τρία χρόνια» συνέχισε ο μεγάλος ηγέτης, «φτάσαμε μέχρι και τα 4 άτομα. Φυσικά δεν συμμετείχαν όλοι το ίδιο ενεργά. Κάποιοι ήταν πάντα πιο δραστήριοι. Δυστυχώς για το σχήμα, ευτυχώς για τους ίδιους, ορισμένοι άρχισαν σιγά σιγά να παίρνουν πτυχίο και έτσι συρρικνωνόμασταν όλο και περισσότερο. Από φέτος το Σεπτέμβρη, είμαι ο μοναδικός από την παλιά φρουρά που έχω παραμείνει στο Φυσικό και θεώρησα πολύ ποταπό να συνεχίσω να δρω μόνος μου ως Θραύση, ειδικά τώρα που έφτασα 9ο έτος. Στην πορεία βέβαια βρήκα το Χρήστο, που μπήκε φέτος στο Φυσικό, και μπορούσαμε κάλλιστα να επανασυστήσουμε τη Θραύση, αλλά δύο άτομα ήμασταν λίγοι όπως και να το κάνουμε. Πέρα απ’ αυτό έχουμε και μεγάλη διαφορά ηλικίας. Εγώ είμαι απόμαχος ενώ ο Χρήστος είναι νεοσσός. Είναι σαν μια ποδοσφαιρική ομάδα να έχει άμυνα και επίθεση χωρίς να έχει κέντρο. Τώρα βέβαια που προστεθήκατε εσύ κι ο Στέλιος στο δυναμικό της ομάδας, το κέντρο ενισχύθηκε αποφασιστικά και μπορούμε να ξανακατέβουμε στο γήπεδο…»
«Ο Χρήστος να υποθέσω ότι είναι η επίθεση γιατί επιτίθεται στους πάντες ενώ εσύ είσαι η άμυνα γιατί τον προστατεύεις όταν άλλοι τον κυνηγάνε να τον δείρουν» είπε αστειευόμενη η Ράνια, δείχνοντας ότι η ίδια, όπως και οι περισσότερες γκόμενες, δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί παρά μόνο την επιφανειακή όψη των πραγμάτων.
Ο Πέτρος χαμογέλασε από ευγένεια, χωρίς να έχει τη απαίτηση για μεγαλύτερη αντιληπτική ικανότητα από τη συντρόφισσά του.
«Ναι, κάπως έτσι είναι» απάντησε.
«Κοπέλες είχατε στη Θραύση;» ρώτησε τότε η Ράνια.
«Είχαμε μόνο μία» απάντησε ο Πέτρος εννοώντας τη Χρίστινα, αποκρύπτοντας ωστόσο ότι κατά καιρούς η Θραύση έτυχε να πλαισιωθεί από κάποιες λιγοστές γκόμενες που έπιασαν τα υπόλοιπα αρσενικά μέλη της και οι οποίες όπως ήταν φυσικό, όπως μπαίνανε βγαίνανε, και δεν συμπλήρωναν τις περισσότερες φορές ούτε βδομάδα.
«Και αυτή η κοπέλα ήταν η κοπέλα σου;» ρώτησε στη συνέχεια η Ράνια. Ο Πέτρος κοκάλωσε. Η Ράνια προσπαθούσε προφανώς να εξακριβώσει αν ο Πέτρος έχει κάποια σχέση αυτόν τον καιρό.
«Ναι, κοπέλα μου ήταν» απάντησε ο Πέτρος. «Πού το ξέρεις;»
«Ε όλο μαζί σας έβλεπα, γι’ αυτό» εξήγησε η Ράνια.
Ο Πέτρος κοκάλωσε ακόμα περισσότερο.
«Καλά μιλάμε, αυτή με έχει φακελώσει από καιρό!» είπε μέσα του. Για το απονήρευτο μυαλό του, αυτό ήταν ένα δείγμα ότι η Ράνια ίσως και να τον γουστάρει.
«Έχουμε χωρίσει από το καλοκαίρι όμως γιατί αυτή πήρε πτυχίο και γύρισε στους δικούς της» συμπλήρωσε ο μεγάλος αγωνιστής, θέλοντας να τη διαβεβαιώσει ότι το πεδίο γι’ αυτήν είναι ελεύθερο.
Η Ράνια όμως έδειξε συγκρατημένη και δεν ξέσπασε σε πανηγυρισμούς. Ούτε καν χαμογέλασε.
«Ρε λες τελικά να μη με γουστάρει;» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος που η παρορμητικότητά του τον εμπόδισε να αντιληφθεί το κλασικό γυναικείο παιχνίδι.
«Κάνει κρύο ή μου φαίνεται;» ρώτησε ξαφνικά η Ράνια εκτρέποντας την κουβέντα σε τελείως διαφορετικό θέμα.
«Ναι, κάνει είναι η αλήθεια» είπε ο Πέτρος εξηγώντας: «Το διαμέρισμα δεν έχει αυτόνομη θέρμανση και οι σπαγκοραμμένοι ένοικοι της πολυκατοικίας αρνούνται να το ανάψουν λίγο παραπάνω, γιατί λέει θα αυξηθούν τα κοινόχρηστα. Μικροαστοί βλέπεις…»
Η Ράνια κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της.
«Μπορώ όμως να σε ζεστάνω εγώ με τη ζεστή μου καρδιά» θέλησε να πει τότε ο Πέτρος αλλά συγκρατήθηκε.
«Μπορώ όμως να φέρω το αερόθερμο μια στιγμή» ήταν τελικά τα λόγια του.
«Δεν είναι ανάγκη» αποκρίθηκε η Ράνια.
«Μην ανησυχείς, κι εγώ κρυώνω εξάλλου» είπε ο Πέτρος και έτρεξε στο υπνοδωμάτιο όπου το είχε ακουμπημένο, να το φέρει.

Από τη μεσοτοιχία του υπνοδωματίου που συνόρευε με το σαλόνι του διαμερίσματος του Δημήτρη μπορούσε εκείνη την ώρα να ακούσει καθαρά τον Χρήστο να μουγκρίζει φωνάζοντας κάτι σαν: «Σε γάμησα ρε πούστη!» που σήμαινε προφανώς ότι μόλις είχε βάλει κάποιο γκολ στο Pro.
«Πωπώ! Θα το ‘χουν ξεκωλιάσει το ποδοσφαιράκι…» σκέφτηκε ο Πέτρος, αλλά δεν έδωσε μεγάλη σημασία είναι η αλήθεια. Σκοπός του ήταν να βρεθεί όσο πιο γρήγορα γίνονταν πίσω στην πολυαγαπημένη του Ράνια. Δεν άργησε λοιπόν να αποσυνδέσει το αερόθερμο από την πρίζα και να το πάρει μαζί του, όμως πριν ακόμα βγει καλά καλά από το δωμάτιο, θυμήθηκε ότι κάπου στη βιβλιοθήκη του διατηρούσε την ιδρυτική διακήρυξη της Θραύσης, της μεγαλειώδους αυτής επαναστατικής φοιτητικής οργάνωσης, που είχε συγγράψει στο 2ο έτος, και έσπευσε να την αναζητήσει.

Καταφέρνοντας, μετά από λίγο ψάξιμο, να εντοπίσει την οκτασέλιδη διακήρυξη καταχωνιασμένη ανάμεσα στον ‘Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία’ του Μαρξ και τον ‘Ιμπεριαλισμό’ του Λένιν, ένα ρίγος συγκίνησης τον έπιασε διαβάζοντας το τίτλο της: ‘Ιδρυτικό Μανιφέστο της Θραύσης Φυσικού’. Ηρωικές μνήμες ξύπνησαν ξαφνικά στο μυαλό του μεγάλου μας επαναστάτη για τότε που συνέγραφε το μανιφέστο υπό το αμυδρό φως του κυλικείου του Φυσικού, από κοινού με άλλους πιστούς συντρόφους που τον πλαισίωναν στην ηρωική αυτή προσπάθεια, και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του, τόσο από λύπη που οι παλιοί του σύντροφοι είχαν απέλθει, όσο και από χαρά που πλέον μπορούσε να βασιστεί σε τρεις καινούριους. Από τους οποίους βέβαια σήμερα είχαν έρθει μόνο δύο, και απ’ αυτούς τους δύο είχε μείνει μόνο μία να του συμπαραστέκεται, και την οποία φυσικά δεν έπρεπε να αφήσει άλλο μόνη στο σαλόνι, οπότε έσπευσε να επιστρέψει κοντά της.

Να ‘χε περάσει σκάρτο ένα λεπτό της ώρας και ο Πέτρος ήταν πίσω παρέα με το αερόθερμο και την ιερή διακήρυξη της Θραύσης.
«Αχ ωραία, θα ζεσταθούμε…» είπε ο ίδιος, συνδέοντας το αερόθερμο στην πρίζα του σαλονιού, και αντί να καθίσει στην καρέκλα αυτή τη φορά, κάθισε στον καναπέ δίπλα στη Ράνια, για να είναι πιο κοντά της και να νιώθει τον παλμό της.
«Λοιπόν, τι λέγαμε;» ρώτησε στη συνέχεια, έχοντας φάει ένα εκ νέου κόλλημα και κουνώντας πάνω-κάτω από αμηχανία τη διακήρυξη της Θραύσης.
«Έλα ντε; Δεν θυμάμαι» απάντησε η Ράνια, που δεν έδειξε να θέλει να κάνει κάποιο σχόλιο για το φυλλάδιο που κρατούσε ο αγωνιστής.
«Α ναι, για τη Θραύση» θυμήθηκε τελικά ο Πέτρος. «Έτσι που λες με τη Θραύση. Ήταν μοιραίο ότι δεν θα επιζούσε τελικά. Το εγχείρημά μας, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είχε λιγοστή απήχηση και όλο και πιο λίγοι στήριζαν τα πλαίσιά μας. Όμως ευελπιστώ ότι τώρα θα τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα»
«Ναι, καταλαβαίνω…» είπε η Ράνια ενώ είναι ζήτημα αν είχε καταλάβει τίποτα απ’ όσα έλεγε ο Πέτρος τόση ώρα. Τον ήρωά μας όμως τώρα πια δεν τον ενδιέφερε αυτό. Η μόνη του έγνοια πλέον ήταν να το παίξει επαναστατική ιστορία στη συντρόφισσά του και τίποτα άλλο.
«Πιστεύω λοιπόν πως η δεύτερη εποχή της Θραύσης, θα είναι πιο προσοδοφόρα» ανέφερε τότε ο Πέτρος, χωρίς όμως να το στηρίζει πουθενά, ένιωθε ωστόσο ότι έπρεπε να το πει προκειμένου να οικοδομήσει ένα κλίμα αισιοδοξίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. «Θα πρέπει να βάλουμε τα δυνατά μας και να δώσουμε όλοι μας ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού μας στην προσπάθεια αυτή. Και εγώ, και εσύ, και ο Στέλιος, και ο Χρήστος οφείλουμε να δουλέψουμε σκληρά, εν’ όψει κιόλας του νέου νόμου που προωθεί η κυβέρνηση...»
Η Ράνια κοίταζε τον μεγάλο μας επαναστάτη καταγοητευμένη. Ο δε Πέτρος, ντροπαλός καθώς συνήθιζε να είναι, δεν έριχνε παρά μόνο κλεφτές ματιές κατά πάνω της.
«Λοιπόν, αυτό εδώ είναι το ιδρυτικό μανιφέστο της Θραύσης» πήρε το λόγο και είπε, επιδεικνύοντας επιτέλους το πολυσέλιδο φυλλάδιο. «Είναι ένα μανιφέστο που αναλύει διεξοδικά τις θέσεις μας για την πανεπιστημιακή παιδεία, το φοιτητικό κίνημα και τη γενικότερη σύνδεσή τους με την κοινωνία και την εργατική τάξη ως επαναστατικό υποκείμενο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας…»
Ξαφνικά όμως, ο ειρμός του Πέτρου διακόπηκε από το κινητό της Ράνιας που άρχισε να χτυπάει δυνατά.
«Όχι ρε πούστη!» σκέφτηκε ο ήρωάς μας μόλις άκουσε το κινητό, «Πάνω που θα της διάβαζα τις θέσεις της Θραύσης!»
Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο, η Ράνια πήρε το κινητό στα χέρια της, έριξε μια ματιά στην αναγνώριση κλήσης, σουφρώνοντας ωστόσο το πρόσωπό της με απορία, προφανώς επειδή δεν της θύμιζε τίποτα ο αριθμός που εμφανιζόταν στην οθόνη, και έκανε να απαντήσει στην κλήση.
«Εμπρός» είπε για να συνεχίσει μετά από μερικά δευτερόλεπτα αγωνίας για τον Πέτρο που ανησυχούσε μήπως ήταν κάποιος αντίζηλος, «Έλα καλέ Μυρτώ, πες μου…»
Κι όμως, δεν ήταν αντίζηλος τελικά, ακόμα χειρότερα σκέφτηκε ο Πέτρος, ήταν η βλαμμένη η σεκίτισσα.
«Ναι ναι…» συνέχισε να λέει η Ράνια στο τηλέφωνο, «θα έρθω τη Δευτέρα από τη Φιλοσοφική… όχι, σήμερα δεν προλαβαίνω… είμαι σε ένα φίλο αυτή τη στιγμή… ναι στον Πέτρο… καλά θα του το πω… εντάξει τα λέμε… άντε γεια» και έκλεισε το τηλέφωνο βγάζοντας ένα βαθύ αναστεναγμό.
«Ήταν η Μυρτώ και έχεις χαιρετίσματα…» ήταν τα λόγια της Ράνιας τελικά, εξηγώντας επίσης: «Με έχει ζαλίσει στα τηλέφωνα σήμερα! Πήρε άλλες δύο φορές το πρωί από άλλο νούμερο και με πίεζε να βρεθούμε στη σχολή αλλά ευτυχώς είχα μάθημα εκείνη την ώρα. Έπαιρνε και το απόγευμα από το ίδιο νούμερο αλλά δεν το σήκωνα, γι’ αυτό τώρα πήρε από αλλού»
«Δεν λες που σε έσωσα και δεν έδωσες το σταθερό σου, ειδάλλως θα είχε τρελάνει και τους δικούς σου…» ανέφερε μεταξύ σοβαρού κι αστείου ο Πέτρος.
Η Ράνια χαμογέλασε.
«Όντως! Σου χρωστάω μια χάρη!» είπε με νόημα.
Ο Πέτρος σάστισε.
«Ποια χάρη να της ζητήσω άραγε;» ήταν η πρώτη του σκέψη. «Να την πάρω αγκαλιά ή να της χαϊδέψω τα μαλλιά;»
Γρήγορα όμως εγκατέλειψε αυτή την ιδέα. Τη θεώρησε πολύ βιαστική μια τέτοια κίνηση. Εξάλλου, σύμφωνα με το πρωτόκολλο που ορίζει τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων στην συντηρητική αστική κοινωνία, έπρεπε πρώτα να συνεχίσουν τις διαλογικές συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων για μέρες ή και μήνες, και ύστερα, όταν θα είχε περάσει αρκετός καιρός ώστε η Ράνια να έχει προλάβει να τον αγαπήσει, ή έστω να νιώσει κάτι παραπάνω γι’ αυτόν, τότε να μπορέσει να ενδώσει σε ένα τέτοιο απαγορευμένο πειρασμό.

Αυτά σκεφτόταν ο Πέτρος όταν εκείνη τη στιγμή τα φώτα έσβησαν απότομα. Ταυτόχρονα σταμάτησε να δουλεύει και το αερόθερμο. Ήταν φανερό ότι μόλις είχε κοπεί το ρεύμα. Ο Πέτρος σκέφτηκε να επωφεληθεί της διακοπής και να χωθεί σαν άγριο θηρίο στο πλούσιο στήθος της Ράνιας του αλλά τελικά συγκρατήθηκε.
«Κόπηκε το ρεύμα;» ρώτησε έντρομη η Ράνια, το προσωπάκι της οποίας φωτίζονταν αμυδρά από τα φώτα των απέναντι πολυκατοικιών που έφθαναν εξασθενημένα από το παράθυρο.
«Ναι αλλά μην ανησυχείς, συμβαίνει συχνά» την καθησύχασε ο Πέτρος, συμπληρώνοντας: «Μισό λεπτό να δω το γενικό διακόπτη», και σηκώθηκε από τον καναπέ.

Ανάβοντας ο ήρωάς μας τον αναπτήρα του που έτυχε να έχει στην τσέπη του και κρατώντας το ιδρυτικό μανιφέστο της Θραύσης ανά χείρας, βημάτισε αργά, για να μην σκοντάψει πουθενά, με κατεύθυνση προς το γενικό διακόπτη, που βρισκόταν στο χωλ. Φτάνοντας, διαπίστωσε ότι δεν ήταν πεσμένη καμία ασφάλεια μα ούτε και ο γενικός διακόπτης.

«Δεν έχει φαίνεται να έχει πέσει κάποια ασφάλεια…» είπε τότε ο Πέτρος, και πριν η Ράνια προλάβει να κάνει κάποιο σχόλιο, πρόσθεσε: «Πάω μια στιγμή να φέρω ένα κερί από δίπλα και επιστρέφω αμέσως, μη φύγεις…»

Μ’ ένα σάλτο ο Πέτρος είχε βρεθεί έξω στο διάδρομο του 4ου ορόφου. Το πρώτο πράγμα που έσπευσε να διαπιστώσει ήταν αν το φως του διαδρόμου είχε επίσης κοπεί, ώστε να συμπεράνει αν ήταν γενική η διακοπή. Κι όμως, το φως στο διάδρομο λειτουργούσε κανονικά, προς μεγάλη απογοήτευση του ίδιου που διαπίστωσε ότι το πρόβλημα βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό του διαμέρισμα, και σαν να μην έφτανε αυτό δεν ήξερε και πώς να το αντιμετωπίσει.
Αμέσως, έσπευσε να χτυπήσει το κουδούνι του Δημήτρη για να ζητήσει το κερί που είχε κατά νου. Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και ο Χρήστος άνοιξε την πόρτα, ενώ ο Δημήτρης στέκονταν λίγο πιο πίσω.
«Δάσκαλε μας διέκοψες την ώρα που τον γάμαγα για δεύτερη φορά στο Pro!» είπε ο μικρός, «Εσύ αλήθεια, τη γάμησες την άλλη ή ακόμα;»
«Τι είναι αυτό που κρατάς στα χέρια;» ρώτησε τότε τον Πέτρο ο Δημήτρης πλησιάζοντας κοντά του, για να συνεχίσει ο ίδιος διαβάζοντας τον τίτλο του: «Ιδρυτικό Μανιφέστο – Θραύσης Φυσικού λέει… Καλά ρε μαλάκα, πώς να σου κάτσει η γκόμενα με τέτοια που τις δείχνεις;», πράγμα που προκάλεσε το έντονο γέλιο του Χρήστου, που φρόντισε όμως να παρέμβει και να πει σε απόλυτα σοβαρό τόνο στο Δημήτρη: «Μην υποτιμάς ρε μαλάκα την συμπυκνωμένη επαναστατική σοφία που εμπεριέχεται στα γραφόμενα του δασκάλου…»
Ο Πέτρος κοίταξε και τους δύο με ένα επιπληττικό βλέμμα, σαν να τους έλεγε ότι δεν είχε όρεξη για μαλακίες. Ο Χρήστος το αντιλήφθηκε και φρόντισε να ζητήσει συγνώμη από το δάσκαλό του που τον πλήγωσε.
«Συγνώμη δάσκαλε, εγώ δεν…» ξεκίνησε να λέει για να αγνοηθεί παντελώς από τον Πέτρο ο οποίος, παραχώνοντας το μανιφέστο της Θραύσης στην κωλότσεπη, απευθύνθηκε στο Δημήτρη: «Μήπως έχεις κανένα κερί;»
«Όχι, πού να το βρω;» απάντησε ο Μήτσος. «Τι το θες;»
«Κόπηκε το ρεύμα στο διαμέρισμα…» εξήγησε ο Πέτρος.
«Νομίζω πως έχω ένα φακό» είπε ο Δημήτρης, συμπληρώνοντας με νόημα: «Αν θες στον δίνω να βλέπεις την ώρα που γαμάς!», και τόσο ο ίδιος όσο και ο Χρήστος ξέσπασαν σε ακόμα μεγαλύτερα γέλια.
«Σοβαρευτείτε ρε παιδιά!» είπε παρακλητικά ο Πέτρος, «Η κατάσταση είναι δύσκολη!»
«Και βέβαια είναι δύσκολη!» απάντησε ο Δημήτρης, «Δεν τυχαίνουν στον καθένα τέτοια μπάζα!»
«Σκάσε ρε μαλάκα επιτέλους!» φώναξε ο Πέτρος που ένιωσε το όλο σκηνικό να τον κουράζει.
«ΟΚ, ΟΚ, σταματάω…» αποκρίθηκε ο Δημήτρης, για να ρωτήσει στη συνέχεια τον ίδιο: «Πώς τα κατάφερες και έκοψες το ρεύμα;»
«Άναψα το αερόθερμο γιατί έκανε κρύο και έριξε την τάση η μαλακία…» εξήγησε ο Πέτρος.
«Ήθελες να ζεστάνεις τη γκόμενα για να αρχίσει να γδύνεται;» είπε ο Δημήτρης, και ένας νέος γύρος γέλιων από τους ανώριμους φίλους του Πέτρου άρχισε.
«Ρε, μπορείς να με βοηθήσεις;» παρακάλεσε τότε το Δημήτρη ο ήρωάς μας, προσπαθώντας να αγνοήσει τα ηλίθια σχόλια που άκουγε.
«Ρε μαλάκα πώς να σε βοηθήσω;» αποκρίθηκε ο Δημήτρης, «Κοτζάμ φυσικός από μένα ζητάς βοήθεια…»
«Ρε πούστη γιατί δεν τον βοηθάς;» παρενέβη ο Χρήστος, «Ο δάσκαλος θέλει να γαμήσει λέμε!»
«Κι εγώ τι φταίω αν θέλει να γαμήσει;» αποκρίθηκε ο Δημήτρης για να ρωτήσει στο καπάκι το Χρήστο: «Κι εσύ φυσικός δεν είσαι ρε μικρέ; Πήγαινε να τον βοηθήσεις εσύ…»
«Εγώ είμαι πρώτο έτος» απάντησε ο Χρήστος, «δεν έχω μάθει από ρεύματα ακόμα…»
«Ενώ εγώ που είμαι ένατο έτος τα έχω μάθει…» αυτοσαρκάστηκε μέσα του ο Πέτρος, που είναι αλήθεια ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι κάνει κάποιος σε περίπτωση που κόβεται το ρεύμα προκειμένου να το επαναφέρει.

Εκείνη τη στιγμή η πόρτα του διαμερίσματος του Πέτρου άνοιξε και η Ράνια βγήκε κι αυτή στο διάδρομο.
«Τι έγινε τελικά;» ρώτησε τον Πέτρο η τροφαντή συντρόφισσά του.
«Τίποτα», αποκρίθηκε ο Πέτρος, «εδώ συζητάμε με τα παιδιά πώς να φτιάξουμε το ρεύμα»
«Δυο φυσικοί και ζητάνε από μένα να φτιάξω το ρεύμα…» είπε ο Δημήτρης, πράγμα που έδειξε να ντροπιάζει τον έναν και μεγαλύτερο εκ των δύο φυσικών στα μάτια της συντρόφισσάς του.
«Τρεις είμαστε» σημείωσε ο Χρήστος, «είναι και η κοπέλα στο Φυσικό»
«Εγώ είμαι η Ράνια, δεν συστηθήκαμε» είπε τότε το μοναδικό θηλυκό της παρέας στο Δημήτρη, δίνοντας το χέρι της.
«Για φαντάσου, και γαμηθήκαμε!» αποκρίθηκε ο Δημήτρης, προκαλώντας νέο ξέσπασμα του Χρήστου σε δυνατά γέλια, πρόλαβε ωστόσο να διευκρινίσει: «Είναι ατάκα του Γκουσγκούνη, συγνώμη αν σε πρόσβαλα. By the way, εμένα με λένε Δημήτρη…»
«Χάρηκα…» είπε η Ράνια χαμογελώντας, που έδειξε να μην την πειράζει ιδιαίτερα η σεξιστική μαλακία που είχε μόλις εκστομίσει ο άξεστος Καλαματιανός γείτονας του Πέτρου.
«Τώρα που είπες Γκουσγκούνη» πήρε το λόγο ο Χρήστος, «έχεις καμιά τσόντα στον υπολογιστή σου να δούμε;»
«Κάτι πρέπει να έχω…» απάντησε ο Δημήτρης. «Αν και έκανα ένα format πρόσφατα και έχασα κάτι καλές που είχα»
«Μα καλά ρε μαλάκες» παρενέβη τότε ο Πέτρος, «συζητάτε τέτοια πράγματα μπροστά στην κοπέλα;»
«Μα γιατί;» απόρησε ο Δημήτρης, «Πού είναι το κακό; Μπορεί κι αυτή αν θέλει να έρθει να δει…»
«Έχει δίκιο ο Δημήτρης σύντροφε» πήρε τη σκυτάλη ο Χρήστος, «Γιατί τέτοιος σεξισμός; Δεν έχουν δικαίωμα και οι γυναίκες να βλέπουν τσόντες;»
«Μα δεν είμαι σεξιστής!» εξανέστη ο Πέτρος, που δεν δεχόταν από κανέναν να τον αποκαλεί έτσι ή να αμφισβητεί την πίστη του στην ισότητα των δύο φύλων.
«Ε πώς σύντροφε!» έκανε ο Χρήστος, «Οι γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα για το ένα, δεν έχουν δικαίωμα για το άλλο, αλλά κατά τ’ άλλα τις θεωρούμε ίσες…»
Ο Πέτρος έβγαλε έναν αναστεναγμό απογοήτευσης γιατί ο επιπόλαιος σύντροφός του είχε μπερδέψει τις έννοιες ‘ισότητα’ και ‘εξομοίωση’ και καταλόγιζε εμμέσως πλην σαφώς στο δάσκαλό του σεξιστικές διαθέσεις. Υπό άλλες συνθήκες θα καθόταν να εξηγήσει τα αυτονόητα, ότι δηλαδή οι γυναίκες μπορεί να είναι πιο λεπτεπίλεπτες και να περιποιούνται περισσότερο τον εαυτό τους από τους άντρες, αλλά αυτό δεν τις καθιστούσε ειδική κατηγορία ανθρώπων με λιγότερα δικαιώματα. Τώρα όμως προείχε να βρει ένα τρόπο να επαναφέρει το ρεύμα, όχι μόνο για να μη χαλάσουν τα ντολμαδάκια της μητέρας του που είχε στο ψυγείο, –τα οποία ήταν και το μοναδικό του φαγητό καθώς ποτέ σχεδόν δεν μαγείρευε–, αλλά και για να μπορέσει να γυρίσει πίσω στο διαμέρισμά του παρέα με την αγαπημένη του συντρόφισσα και να συνεχίσει το καμάκι του από εκεί που το ‘χε αφήσει.

Δεν πρόλαβε όμως ο ήρωάς μας να πάρει κάποια πρωτοβουλία, γιατί εκείνη τη στιγμή το κινητό της Ράνιας άρχισε και πάλι να χτυπάει. ‘Άγγελος’ είδε με την άκρη του ματιού του ότι έγραφε η αναγνώριση κλήσης, και υποψίες άρχισαν να τον διακατέχουν.

«Έλα» είπε η Ράνια απαντώντας στην κλήση, «Που είσαι τώρα; Έφτασες; … Ωραία! … Σε δύο λεπτά θα είμαι Πλατεία Εξαρχείων. Θα είσαι εκεί; … ΟΚ! Κατεβαίνω τώρα! … Άντε φιλάκια!» ήταν τα λόγια της, και έκλεισε το τηλέφωνο.
«Ήταν ο φίλος μου!» είπε η Ράνια γεμάτη αυτοπεποίθηση στα αρσενικά της παρέας, «Φοβήθηκα όσο να’ ναι που κόπηκε το ρεύμα και του ‘πα να ‘ρθει να με πάρει. Με περιμένει στην πλατεία με το αμάξι!»

Άκρα του τάφου σιωπή απλώθηκε τότε στο διάδρομο. Κανείς δεν μιλούσε. Ο Πέτρος ένιωθε να τον μαχαιρώνουν στην καρδιά και το αίμα του να τρέχει ποτάμι στα σκαλιά της πολυκατοικίας, πνίγοντας στο διάβα του τους μικροαστούς ένοικους της τελευταίας ως εκδίκηση για το κακό που του είχαν προκαλέσει με την τσιγγουνιά τους.

«Λοιπόν παιδάκια» συνέχισε η Ράνια, «σας χαιρετώ! Θα σας δω τη Δευτέρα στη σχολή! Χάρηκα που τα ‘παμε βρε!» ενώ κοίταζε επίμονα τον Πέτρο με ένα θανατηφόρο βλέμμα σαν να του έλεγε: «Έτσι! Να ζηλέψεις θέλω!»
Ο δε Πέτρος ήταν τόσο καταρρακωμένος που δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα.
«Γεια, θα τα πούμε…» είπε με ένα κόμπο στο λαιμό καθώς η Ράνια έφευγε, ενώ τα μάτια του από το σοκ είχαν αποσβολωθεί κοιτώντας προς αόριστη κατεύθυνση.

Πλέον οι τρεις άνδρες είχαν μείνει μόνοι τους. Ο Χρήστος κι ο Δημήτρης, αν και προηγουμένως είχαν πλειοδοτήσει σε κάφρικα σχόλια, ευτυχώς τώρα ήταν σε θέση να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της κατάστασης για το φίλο τους.
«Χέσ’ την Πέτρο!» πήρε το λόγο ο Χρήστος, «Δεν αξίζει ούτε καν την περιφρόνησή σου!»
«Μα τι απίστευτη καριόλα που είναι!» αναφώνησε ο Δημήτρης, «Και στο φινάλε, σιγά την γκόμενα! Η παλιομπουρούχα ήθελε απλώς να αυτοεπιβεβαιωθεί γιατί κανείς δεν την κοιτάει και βρήκε εσένα να παίξει…»
«Ας πάει αλλού να βρει τόσο ωραίο και έξυπνο παιδί σαν εσένα!» συμπλήρωσε ο Χρήστος.
Ο Πέτρος ακούμπησε το χέρι του στον τοίχο και το κεφάλι του πάνω σ’ αυτό, ενώ τα πυκνά μακριά του μαλλιά έπεφταν μπροστά και σκέπαζαν το θλιμμένο του πρόσωπο. Πλέον δεν είχε νόημα να προσπαθεί να κρύψει στους άλλους αυτά που ένιωθε για τη Ράνια, τα οποία οι ίδιοι είχαν αντιληφθεί προ πολλού.
«Έλα να πάμε μια βόλτα στο Ψυρρή να κυνηγήσουμε αληθινές γκόμενες!» συνέχισε ο Χρήστος σε μια προσπάθεια να συνεφέρει το δάσκαλό του, «Γκόμενες με καμπύλες, όχι γκόμενες που είναι όλες μία καμπύλη όπως αυτή!»
«Δεν έχω όρεξη ρε παιδιά…» απάντησε ο Πέτρος με σπασμένη φωνή, «Αφήστε με να κάτσω μέσα να μουντζώνομαι όλη νύχτα!» ενώ έβγαλε το μανιφέστο της Θραύσης από την κωλότσεπη και άρχισε να κοπανάει μ’ αυτό το κεφάλι του.
«Δεν φταις εσύ ρε Πέτρο» τον καθησύχασε ο Δημήτρης, «πολλοί την έχουν πατήσει έτσι. Και με ακόμα πιο μεγάλα μπάζα...»
«Ναι αλλά εγώ πιάστηκα μαλάκας!» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «Πολύ μαλάκας μάλιστα! Άλλα είχα καταλάβει!»
«Δεν είχες καταλάβει τίποτα λάθος» είπε ο Χρήστος, «κατάλαβες αυτό που ήθελε αυτή να σε κάνει να καταλάβεις για να τσιμπήσεις και να έρθει μετά να σου ρίξει μια σβουριχτή χυλόπιτα!»
«Και γιατί να το κάνει αυτό;» ρώτησε τότε ο Πέτρος σηκώνοντας το κεφάλι του και παίρνοντας και πάλι θέση ορθοστασίας, δείχνοντας έτσι ότι πλέον έχει συνέλθει αρκετά από το πρώτο σοκ και δεν διατρέχει τον κίνδυνο ψυχολογικής κατάρρευσης.
«Μα για αυτοεπιβεβαίωση ρε Πέτρο!» απάντησε ο Χρήστος. «Μια ακόμα χυλόπιτα, ένα ακόμα παράσημο στο πέτο της. Έτσι φέρονται όλα τα τσουλιά! Άντε, ντύσου να πάμε μια βόλτα!»
«Θα πέσω για ύπνο» είπε ο Πέτρος ενώ η ώρα δεν είχε πάει ούτε 8 ακόμα. «Έχω ξενερώσει άσχημα!»
«Σίγουρα δεν θες να κάτσω να σου κάνω παρέα;» τον ρώτησε ο Χρήστος.
«Όχι, να ‘στε καλά κι οι δυο. Πάω να την πέσω…» ήταν τα τελευταία λόγια του Πέτρου και πήρε την κατιούσα για το διαμέρισμά του.
«ΟΚ δάσκαλε» έκανε τότε ο Χρήστος, «εμείς πάμε να παίξουμε ένα ακόμα διπλό, ε Μήτσο τι λες;»
«Εννοείται, γιατί σου χρωστάω ένα γαμήσι να πατσίσουμε!» απάντησε ο Δημήτρης, και οι δύο νέοι πήγαν να συνεχίσουν τον αγώνα που είχαν αφήσει στη μέση.

Ο Πέτρος γύρισε πίσω στο διαμέρισμά του, στο οποίο το ρεύμα εξακολουθούσε φυσικά να είναι κομμένο, αλλά κάτι τέτοιο εκείνη τη στιγμή δεν θα μπορούσε να τον νοιάξει λιγότερο, κι ας χαλούσαν τα ντολμαδάκια στο ψυγείο. Αφού εκσφενδόνισε το φυλλάδιο της Θραύσης στον τοίχο με δύναμη, έφτασε σερνόμενος στο υπνοδωμάτιο. Στη συνέχεια πέταξε όλα τα πράγματα που είχε ακουμπισμένα πάνω στο κρεβάτι και χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια του, ξάπλωσε φαρδύς πλατύς σε αυτό.
«Τι μαλάκας είμαι!» σκέφτηκε. «Μα είναι δυνατόν να μην είχα πάρει χαμπάρι τίποτα; Για ποιο λόγο να μου την φέρει με τέτοιο τρόπο; Είναι και αριστερή γαμώ την πουτάνα μου!»
Αυτό όμως που μπέρδεψε περισσότερο τον Πέτρο, δεν ήταν ότι η Ράνια που του έκανε τέτοιο χουνέρι ήταν αριστερή. Και σιγά την αριστερή που ήταν δηλαδή. Κατ’ επίφαση αριστερή ήταν, όπως και οι περισσότερες αριστερές γκόμενες. Ήταν ότι ο Δημήτρης, ο οποίος του στάθηκε σε αυτή τη δύσκολη στιγμή, ήταν δεξιός. Έστω και κατ’ επίφαση δεξιός. Τελικά τι είναι πιο σημαντικό; Η συντροφική αλληλεγγύη μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας ή η ομόφυλη αλληλεγγύη μεταξύ δύο αντρών από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους; Η μήπως η Εργατική Αλληλεγγύη …του ΣΕΚ, σκέφτηκε ο Πέτρος βάζοντας τα γέλια μόνος του, καθώς του ήρθε στο νου το πρήξιμο της Ράνιας από τη Μυρτώ.
«Καλά να πάθει η μαλακισμένη» είπε μέσα του, «να δω τώρα πώς θα γλιτώσει από τους πρηξαρχίδηδες τους Σεκίτες…»

Αυτά σκεφτόταν ο Πέτρος και δεν κατάλαβε για πότε τον πήρε ο ύπνος…

* * *

Η ώρα είχε πάει 2 το μεσημέρι και το πλήθος στα Προπύλαια είχε αρχίσει να διαλύεται. Μία ακόμη ένδοξη πορεία των φοιτητικών συλλόγων είχε φτάσει στο τέλος της, ενώ για μια ακόμη φορά ο κόσμος που είχε συμμετάσχει σ’ αυτήν ήταν ελάχιστος. Οι λιγοστοί φοιτητοπατέρες που είχαν απομείνει, τύλιγαν νωχελικά τα πανό τους –για τα οποία είχαν κάνει τόσο φασαρία στις γενικές συνελεύσεις των σχολών τους τις προηγούμενες μέρες να γραφτεί πάνω τους το όνομα του συλλόγου τους– και παράχωναν στις polo τσάντες τους τις απούλητες κομματικές εφημερίδες, με την ελπίδα ότι θα βρουν στην επόμενη πορεία ή εξόρμηση μερικούς ανυποψίαστους φουκαράδες να τους τις πουλήσουν και να εξοφλήσουν το δυσκολοπλήρωτο αυτό κομματικό χρέος.

Ο Πέτρος, ενώ δεν είχε να μαζέψει τίποτα, ούτε φυλλάδες ούτε πανό, γιατί σαν ακομμάτιστος αγωνιστής που ήταν δεν διέθετε τέτοιο εξοπλισμό, στεκόταν στο πεζοδρόμιο και κάπνιζε σκεπτικός. Δίπλα του ο πιστός του σύντροφος Χρήστος που διάβαζε με προσοχή ένα φυλλάδιο που είχε μοιράσει στην πορεία η ΠΚΣ και αφορούσε την επερχόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Σε κάποια φάση ο μικρός, έχοντας προφανώς απηυδήσει από αυτά που διάβαζε, τσαλάκωσε το φυλλάδιο και το πέταξε στο παραδιπλανό κάδο του δήμου. Ο Πέτρος δεν έκανε κάποιο σχόλιο. Έμοιαζε να τον απασχολούν άλλα, πιο σοβαρά ζητήματα, και ο Χρήστος έδειξε πως το είχε αντιληφθεί.

«Δεν πρόκειται να έρθει Πέτρο» πήρε το λόγο ο Χρήστος, «τζάμπα περιμένεις!»
Ο Πέτρος δεν μίλησε ούτε τώρα.
«Άμα ήταν θα είχε έρθει από την αρχή της πορείας» συμπλήρωσε ο ίδιος.
«Κρίμα» πήρε τότε το λόγο ο Πέτρος σπάζοντας τη σιωπή του, «κι εγώ περίμενα πολλά από αυτόν και ο μαλάκας ούτε σε μια πορεία δεν μπορεί να έρθει. Και δεν έχω και μονάδες στο κινητό να τον πάρω να δω πού είναι!»
Ο Χρήστος έδειξε να ξαφνιάζεται.
«Ρε Πέτρο» του φώναξε, «σε ποιον τα πουλάς αυτά; Προσπαθείς να με πείσεις ότι νοιάζεσαι για το Στέλιο;»
Ο Πέτρος ξαναβουβάθηκε.
«Πάρ’ το απόφαση!» συνέχισε ο Χρήστος «η χοντρή δεν πρόκειται να έρθει! Άδικα περιμένεις και χαλάς την καρδιά σου!»
Ο Πέτρος παρέμεινε σιωπηλός. Έδειχνε ιδιαίτερα απογοητευμένος.
«Όσο εμείς πριν ξεποδαριαζόμασταν στην πορεία» πήρε ξανά το λόγο ο Χρήστος, «η Ράνια πηδιόταν με το μαλάκα το γκόμενό της! Παίζει και να της έριξε δυο-τρία απανωτά φιστίκια με τις πρωινές καύλες που θα είχε! Την ώρα που εσένα τα πόδια σου έβγαζαν κάλους από το περπάτημα, ο άλλος την ξέσκιζε! Και ξέρεις τι άλλο της έκανε; Την ξεκωλ…»
«Εντάξει φτάνει!» τον διέκοψε τότε νευριασμένος ο Πέτρος, που δεν ήθελε να ακούσει περισσότερα και πληγωθεί παραπάνω.
Ο Χρήστος σάστισε μπροστά στο πρόσταγμα του δασκάλου του και έδωσε τέλος στην σεξιστική του περιγραφή.
«Αποκλείεται!» φώναξε τότε ξαφνικά ο Πέτρος, «Εξάλλου ο Στέλιος είπε ότι θα πέρναγε με το αμάξι να την πάρει από το σπίτι της. Άρα μάλλον ο Στέλιος θα παρακοιμήθηκε και η Ράνια δεν θα είχε τρόπο να κατέβει» παραδεχόμενος εμμέσως έτσι ότι αυτή ήταν ο λόγος της περισυλλογής του.
«Ε ναι» παρενέβη τότε ο Χρήστος, «Δεν μπορούσε η χαβούζα να πάρει το μετρό. Πού να κουνήσει ολόκληρο κωλοδρόμιο…»
Παρά τη στενοχώρια του, του Πέτρου του φάνηκε πολύ αστείο το τελευταίο σχόλιο του συντρόφου του και έβαλε τα γέλια.
«Λοιπόν Πέτρο» συνέχισε ο Χρήστος, «πρέπει να φύγω να πάω σπίτι να ετοιμάσω τα πράγματα. Έχω βγάλει εισιτήριο στις 5 για Λάρισα με το ΚΤΕΛ και πρέπει να βιαστώ»
«ΟΚ ρε! Άντε καλό ταξίδι να ‘χεις!» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Εσύ πότε θα φύγεις για Χαλκίδα;» ρώτησε τότε ο Χρήστος.
«Δεν ξέρω ακόμα. Λέω να φύγω αύριο» απάντησε ο Πέτρος. «Α!» φώναξε τότε ο ίδιος, «μην το ξεχάσω! Την Προδομένη Επανάσταση την πήρες πίσω;»
«Όχι ρε φίλε, το αμέλησα τελείως» εξηγήθηκε ο Χρήστος.
Ο Πέτρος δεν μίλησε αλλά ήταν εμφανές ότι είχε απογοητευτεί.
«Είμαι ασυγχώρητος, το ξέρω» απολογήθηκε ο Χρήστος με σκυμμένο το κεφάλι.
«Δεν πειράζει» απάντησε ο Πέτρος, «ας είναι. Μου την δίνεις μετά τα Χριστούγεννα όταν ξαναβρεθούμε»
«Είσαι μεγάλος!» είπε ο Χρήστος, «Εγώ στη θέση σου θα με πλάκωνα στις σφαλιάρες!»
Ο Πέτρος χαμογέλασε.
«Λοιπόν έφυγα» συνέχισε βιαστικά ο Χρήστος, «Έχω μόνο 3 ώρες στη διάθεση μου, και πρέπει να πλύνω και τα πιάτα γιατί τα έχω άπλυτα εδώ και ένα μήνα και δεν λέει να μείνουν άπλυτα για ένα ακόμα μήνα τώρα που θα λείπω»
«ΟΚ ρε, μη σε κρατάω!» αποκρίθηκε ο Πέτρος, και οι δύο επαναστάτες αφού χαιρετήθηκαν αγκαλιαζόμενοι, μιας και θα αποχωρίζονταν για πολύ καιρό, ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις.

Καθώς ο Πέτρος κατέβαινε την Πανεπιστημίου για να στρίψει στη Ζωοδόχου Πηγής και από κει στο σπίτι του, άκουσε το κινητό του να χτυπάει, όχι μελωδικά και παρατεταμένα, αλλά μονότονα και στιγμιαία, καθώς επρόκειτο όχι για κλήση αλλά για μήνυμα, και σταμάτησε προσωρινά το περπάτημα για να το διαβάσει. Και τι να δει! Το μήνυμα ήταν από τη Ράνια, έλεγε δε: ‘ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΕ ΠΕΤΡΑΚΗ; ΧΙΛΙΑ ΣΥΓΝΩΜΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΕΡΘΩ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ. ΜΕ ΠΗΡΕ Ο ΥΠΝΟΣ! ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ ΓΙΑ ΧΑΛΚΙΔΑ Ή ΘΑ ΜΕΙΝΕΙΣ ΕΔΩ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ! ΑΝ ΜΕΙΝΕΙΣ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΜΕ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ! ΚΑΛΑ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΒΡΕ! ΦΙΛΑΚΙΑ!!!’

Για μερικά δευτερόλεπτα ο Πέτρος έμεινε σαστισμένος. Το προβοκατόρικο μήνυμα της Ράνιας ήταν ένα γερό πλήγμα στον ευαίσθητο συναισθηματικό του κόσμο.

«Βλέπω καλά ή με απατάνε τα μάτια μου;» ήταν η πρώτη του σκέψη μόλις ανέκτησε τις αισθήσεις του. Άρχισε τότε να τσιμπιέται. «Επιτέλους τι συμβαίνει με την πάρτη της;» αναρωτήθηκε. Δεν του έμενε άλλη διέξοδος από το να την πάρει τηλέφωνο και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Έλα όμως που δεν είχε ως συνήθως μονάδες στο κινητό, οπότε έπρεπε να σταματήσει σε ένα παρακείμενο περίπτερο να αγοράσει μια κάρτα. Χοντρά δεν είχε καθόλου μαζί του σήμερα, οπότε αναγκαστικά έπρεπε να κάνει μια στάση σπίτι να πάρει ένα 20ευρο. Έτσι λοιπόν, ο μεγάλος αγωνιστής έστριψε στην Ζωοδόχου Πηγής και από κει συνέχισε το δρόμο του προς το σπίτι του.

Με τα πολλά, ο Πέτρος είχε φτάσει μισό με ένα τετράγωνο περίπου μακριά από την πολυκατοικία του και ψαχούλευε την δεξιά τσέπη του με σκοπό να βρει τα κλειδιά του που κολυμπούσαν ανάμεσα σε πλήθος κερμάτων. Σε κάποια στιγμή, προσπέρασε αδιάφορα έναν ψηλό γενειοφόρο νεαρό που ξεκλείδωνε μια μεγάλου κυβισμού μηχανή. «Σύντροφος θα είναι» σκέφτηκε αναλογιζόμενος τη γενειάδα του, και προχώρησε προς την πολυκατοικία του.

Κάτι σαν μια μυστηριώδης δύναμη όμως τον τράβηξε ξαφνικά προς το μέρος του άγνωστου νεαρού. Ως δια μαγείας ο νεαρός γύρισε κι αυτός το κεφάλι του προς τα πίσω, προς το μέρος του Πέτρου.
«Ανδρέα;» φώναξε τότε ο Πέτρος με ζωγραφισμένη την έκπληξη στο πρόσωπό του.
«Πέτρο! Χρόνια και ζαμάνια!» φώναξε ο νεαρός και έσπευσε να αγκαλιάσει τον Πέτρο. Ήταν ο Ανδρέας, φίλος και σύντροφος παλιός από το Μαθηματικό, τρία έτη μεγαλύτερος από τον Πέτρο.
«Τι γίνεσαι ρε ψυχή;» πρόσθεσε ο ίδιος.
«Όλα καλά Ανδρέα, όπως τα ξέρεις…» απάντησε ο Πέτρος.
«Πρέπει να έχω πάνω από 3-4 χρόνια να σε δω. Με τη σχολή πώς τα πας;» ρώτησε ο Ανδρέας.
«Παπάρια» απάντησε ο Πέτρος, «Ακόμα ούτε τα μισά μαθήματα δεν έχω περάσει»
«Μάλιστα» είπε ο Ανδρέας. «Και δεν μου λες… με την ψωλή πώς τα πας;»
Ο Πέτρος γέλασε έντονα, αν και του φάνηκε κάπως αδιάκριτη η πρωτοβουλία του Ανδρέα να ρωτήσει τέτοιο πράγμα μετά από τόσο καιρό που είχαν να ειδωθούν.
«Ε… και σε αυτό το μέτωπο έχουμε απραξία τον τελευταίο καιρό» σχολίασε τελικά αστειευόμενος.
«Γιατί ρε έτσι;» ρώτησε ο Ανδρέας.
«Ε… χώρισα με τη δικιά μου το καλοκαίρι οριστικά» απάντησε ο Πέτρος.
«Την Χριστίνα δεν λες;» ρώτησε ο Αντρέας που έδειξε να τη θυμάται, αν και την γνώριζε ελάχιστα, κι αυτό μέσω του Πέτρου.
«Ναι…» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Εσείς απ’ ό,τι θυμάμαι ήσασταν μαζί για πολύ καιρό» σημείωσε ο Ανδρέας. «Πόσα χρόνια τα είχατε;»
«8 χρόνια συνολικά…» απάντησε ο Πέτρος.
«8 χρόνια!» φώναξε έντρομος ο Ανδρέας, συμπληρώνοντας: «Και ρε μαλάκα, δεν την παντρεύτηκες;» για να εισπράξει την απάντηση από τον Πέτρο: «Όχι μόνο δεν την παντρεύτηκα, αλλά γύρισε στο χωριό της και αρραβωνιάστηκε ένα μαλάκα!»
«Πλάκα κάνεις!» φώναξε τότε ο Ανδρέας.
«Και μάντεψε τι δουλειά κάνει αυτός ο μαλάκας!» συνέχισε ο Πέτρος.
Ο Ανδρέας έδειξε να παραξενεύεται.
«Ξέρω γω;» είπε, «Μπάτσος;»
«Κοντά έπεσες!» απάντησε ο Πέτρος. «Καραβανάς!»
«Α’ στο διάολο!» αποκρίθηκε ο Ανδρέας.
«Άσε με εμένα τώρα» είπε ο Πέτρος που έδειξε ότι η αναμόχλευση παλιών υποθέσεων δεν του ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη υπόθεση, «εσύ πώς τα πας;»
«Με τη σχολή ή με την ψωλή;» ρώτησε ο Ανδρέας.
Ο Πέτρος γέλασε αλλά πριν προλάβει να απαντήσει, ο Ανδρέας πήρε και πάλι το λόγο και είπε: «Με την ψωλή κι εγώ χάλια. Με τη σχολή όμως τα πάω καλά. Ξεμπερδεύω και με το μεταπτυχιακό τώρα...»
«Πολύ ωραία» έκανε ενθουσιασμένος ο Πέτρος, «και σε τι είναι το μεταπτυχιακό;»
«Στα θεωρητικά μαθηματικά» απάντησε ο Ανδρέας. «Τοπολογία, Θεωρία Ομάδων και δε συμμαζεύεται. Άσε σου λέω, το αντικείμενο είναι σκέτη παράνοια, αλλά γουστάρω τρελά…»
«Και πότε λες να τελειώνεις με το καλό;» ρώτησε εκ νέου ο Πέτρος.
«Βασικά θα έπρεπε να είχα τελειώσει εδώ και καιρό» εξήγησε ο Ανδρέας, «Μου έχει μείνει μόνο η διπλωματική την οποία την έχω σχεδόν έτοιμη, αλλά ο καθηγητής μου τον παίζει ασυστόλως και δεν μπορεί να αφιερώσει μια μέρα να του δείξω τι έχω κάνει! Συνέχεια κλείνουμε ραντεβού για μετά από ένα μήνα, και έχει περάσει ένα εξάμηνο έτσι! Από το καλοκαίρι τραβιέμαι με τον μαλάκα!»
Ο Πέτρος κούνησε το κεφάλι του με συγκατάβαση για τον μπελά που τυραννούσε το φίλο του.
«Δουλεύεις παράλληλα πουθένα;» τον ρώτησε στη συνέχεια.
«Ναι, σε ένα φροντιστήριο στα Πετράλωνα» αποκρίθηκε ο Ανδρέας, «Έχω και μπόλικα ιδιαίτερα δεξιά αριστερά, τρία από αυτά στην Εκάλη…»
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε.
«Ξεπουλήθηκες στο κεφάλαιο σύντροφε;» ανέφερε τότε χαριτολογώντας.
«Εννοείται!» απάντησε επίσης χαριτολογώντας ο Ανδρέας, «Και να ‘ξερες μόνο πόσο καλά πληρώνει το κεφάλαιο… 40 ευρώ παίρνω κι από τους τρεις ακατέβατα!»
«Αυτά είναι…» σχολίασε ο εκπλαγείς Πέτρος.

Ο Ανδρέας ήταν πραγματικά μια σπάνια περίπτωση συντρόφου. Πέρα από το αντιγραφειοκρατικό του μένος εναντίον κομμάτων, φοιτητικών παρατάξεων και καθηγητικού κατεστημένου, φημολογούνταν επίσης ότι ήταν από τους καλύτερους φοιτητές στο Μαθηματικό. Είχε ωστόσο καθυστερήσει για καιρό τις σπουδές του δουλεύοντας δεξιά αριστερά, προκειμένου να συντηρεί την άρρωστη μάνα του στο Κερατσίνι, με την οποία εξακολουθούσε να μένει μαζί, και δεν σκεφτόταν να εγκαταλείψει ποτέ, ειδικά μετά από το θάνατο του συνταξιούχου ναυτεργάτη πατέρα του πριν από 5 χρόνια. Η στάση ζωής του Ανδρέα έκανε τον Πέτρο να τρέφει ιδιαίτερο θαυμασμό γι’ αυτόν, και ο οποίος φυσικά δεν ήταν ο μόνος από την ακομμάτιστη αριστερά που τον εκτιμούσε και τον θαύμαζε. Βέβαια, η κομματικοποιημένη αριστερά, μπροστά σε κάτι τέτοια αγνά φαινόμενα που διαφοροποιούνται από τη συντεχνιακή λογική της και χαλάνε την οργουελική ομοιομορφία της, ενεργοποιούσε τα σταλινικά αντανακλαστικά της, και χαφιέ της Ασφάλειας τον ανέβαζε, εγκάθετο του Υπουργείου Παιδείας τον κατέβαζε.

«Φαντάρος πήγες;» ρώτησε στη συνέχεια ο Πέτρος.
«Ναι, πρόπερσι» απάντησε ο Ανδρέας. «Έκανα 9 μήνες ως προστάτης οικογένειας, ευτυχώς πέρασαν γρήγορα»
«Μάλιστα…» μουρμούρισε ο Πέτρος. «Εσύ πώς από δω;»
«Είχα πάει μια βόλτα στην Τσαμαδού πιο κάτω, να δω κάτι παιδιά…» εξήγησε ο Ανδρέας. «Εσύ από τη σχολή έρχεσαι;»
«Μπα» απάντησε ο Πέτρος, «ήμουνα στην πανεκπαιδευτική πορεία. Πριν από λίγο τελείωσε»
Ο Ανδρέας κατσούφιασε απότομα. Ο Πέτρος τον κοίταξε με απορία, μην μπορώντας να αντιληφθεί για ποιο λόγο άλλαξε έτσι ξαφνικά η όψη του.
«Καλά. ρε Πέτρο» πήρε το λόγο τότε ο Ανδρέας, «ακόμα μ’ αυτές τις μαλακίες ασχολείσαι;»

Το σοκ για τον Πέτρο απ’ αυτά που μόλις άκουσε ήταν πραγματικά μεγάλο. Πώς μπορούσε να λέει ο Ανδρέας κάτι τέτοιο, τη στιγμή που ήταν αναμφισβήτητα μια από τις πιο αγνές περιπτώσεις αριστερών που είχε ποτέ γνωρίσει; Μήπως απογοητεύτηκε τόσο πολύ από την φθίνουσα πορεία του κινήματος και να αποφάσισε τελικά να συμβιβαστεί; Μήπως η θέση του ως μεταπτυχιακός φοιτητής τον έκανε να νιώθει ανώτερος από τους προπτυχιακούς και να κοιτάζει αφ’ υψηλού τον αγώνα τους; Ή μήπως τα 40εύρα από τα ιδιαίτερα στην Εκάλη να τον γλύκαναν και να τον έκαναν να απεμπολήσει την ταξική του καταγωγή και ιδεολογία;

«Γιατί είναι μαλακίες;» ρώτησε τελικά ο Πέτρος με απορία.
«Ε ρε Πέτρο» απάντησε βαριεστημένα ο Ανδρέας, «νόμιζα ότι μεγάλωσες πια…»

Ο Πέτρος δεν ήξερε τι να πει. Υπάρχει περίπτωση ο Ανδρέας να διέγραψε τόσο εύκολα την αριστερή του ιδεολογία και να ενστερνίστηκε αυτήν της απάθειας; Μα προηγουμένως, όταν ο Πέτρος του είπε περιπαικτικά ότι ξεπουλήθηκε στο κεφάλαιο, εκείνος γέλασε, που αν ήταν απαθής ή δεξιός σίγουρα δεν θα καταλάβαινε το αστείο. Αλλά και ύστερα, αναφερόμενος στο επάγγελμα του αρραβωνιαστικού της Χριστίνας, έδειξε με τα λεγόμενά του να θεωρεί το επάγγελμα του μπάτσου αλλά και του καραβάνα ως κάτι αποκρουστικό. Κατά συνέπεια, έδειξε να αποδοκιμάζει τους δύο ένοπλους βασικούς μηχανισμούς της αστικής τάξης για την καθυπόταξη των ταξικών αντιπάλων της, την Αστυνομία και το Στρατό. «Δεν μπορεί, πλάκα θα μου κάνει τελικά» σκέφτηκε ο Πέτρος, και είπε να μη δώσει συνέχεια στο θέμα.

«Δεν έρχεσαι σπίτι μου για ένα καφέ να τα πούμε αναλυτικά;» τον ρώτησε λοιπόν ο ήρωάς μας, συμπληρώνοντας: «Εδώ δίπλα μένω, αν θυμάσαι…»
«Ναι, κάτι σαν να θυμάμαι» έκανε ο Ανδρέας καθώς εν των μεταξύ έβαζε μπρος τη μηχανή του και φορούσε το κράνος του, «Θα ‘ρχόμουνα ρε γαμώτο, αλλά έχω μάθημα στο φροντιστήριο σε λίγο, και πρέπει να την κάνω»
«Το κινητό σου είναι το ίδιο ή έχεις αλλάξει;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Το ίδιο είναι» απάντησε ο Ανδρέας. «Το δικό σου;»
«Το ίδιο κι αυτό» αποκρίθηκε ο Πέτρος.
«Ωραία!» σχολίασε ο Ανδρέας, «θα σε πάρω την άλλη βδομάδα γιατί αυτή τη βδομάδα πνίγομαι στη δουλειά. Θα κάτσεις Αθήνα έτσι;»
«Λέω να πάω Χαλκίδα αύριο να δω τους δικούς μου για λίγες μέρες και μετά να γυρίσω» απάντησε ο Πέτρος.
«ΟΚ, τότε πάρε εσύ τηλέφωνο όποτε γυρίσεις στην Αθήνα…» ήταν τα τελευταία λόγια του Ανδρέα και οι δυο φίλοι αποχωρίστηκαν, με τον Πέτρο να παραμένει όμως με την απορία τι εννοούσε ο Ανδρέας αποδίδοντας το χαρακτηρισμό «μαλακίες» στο φοιτητικό κίνημα.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, ο Πέτρος είχε ξεχάσει τελείως το μήνυμα της Ράνιας και αναλογίζονταν αυτά που του είπε ο Ανδρέας. Δεν πρόλαβε όμως να αναλογιστεί και πολύ, καθώς το κινητό του άρχισε να χτυπά δαιμονισμένα. Η δε αναγνώριση κλήσης έγραφε ‘Μάνα’.
«Έλα μάνα…» είπε ο Πέτρος απαντώντας στην κλήση.
«Πέτρο αγόρι μου πού είσαι;» ήταν τα πρώτα λόγια της μάνας του.
«Σπίτι είμαι» απάντησε ο Πέτρος.
«Δεν είσαι στο πανεπιστήμιο;» ρώτησε τότε η μάνα του.
Ο Πέτρος έδειξε να τσαντίζεται.
«Χέσε μας ρε μάνα κι εσύ και το πανεπιστήμιό σου!» της φώναξε. «Άμα γουστάρω θα πάω!»
«Πέτρο αγόρι μου» αποκρίθηκε με τρεμάμενη φωνή η μάνα του, «γιατί μου φωνάζεις; Τι σου έχω κάνει και μου μιλάς έτσι;»
«Απλά κάθε τόσο και λιγάκι μου σπας τα νεύρα!» εξήγησε πιο ψύχραιμος ο Πέτρος συμπληρώνοντας με νόημα: «Και πραγματικά σκέφτομαι να μην έρθω καθόλου Χαλκίδα τα Χριστούγεννα!»
«Όχι Πέτρο!» φώναξε τότε η μάνα του, «Μην μου το κάνει αυτό! Δεν πρόκειται να σου ξαναπώ τίποτα! Πρέπει να έρθεις όμως στη Χαλκίδα για Χριστούγεννα. Ξέρεις, χτες ο παππούς σου έκανε εξετάσεις και έδειξαν ότι δεν είναι καλά…»
Ο Πέτρος κοκάλωσε. Για τον παππού του, που είχε κιόλας το ίδιο όνομα μ’ αυτόν, έτρεφε μεγάλη αγάπη και εκτίμηση, όχι μόνο για το γεγονός ότι πέρασε τα παιδικά του χρόνια ακούγοντας ιστορίες στα γόνατά του και πηγαίνοντας περίπατους μαζί του, αλλά κυρίως γιατί ήταν αριστερός και στα νιάτα του είχε αγωνιστεί στο πλευρό της αντίστασης, εισπράττοντας πλήθος διώξεις, εξορίες, βασανιστήρια και φυλακές από τις κυβερνήσεις της Δεξιάς και τη Χούντα. Ο οργανισμός του όμως είχε τόσο πολύ καταπονηθεί από τα αλλεπάλληλες κακουχίες, που πλέον, στα 86 του, έδειχνε σημάδια κάμψης.
«Μάνα, μου κρύβεις τίποτα;» φώναξε τότε ο Πέτρος, κάνοντας το μυαλό του διάφορες απαισιόδοξες σκέψεις.
«Όχι Πέτρο» αποκρίθηκε η κυρα-Μαρία, «τίποτα δεν σου κρύβω. Απλά η υγεία του δεν είναι καθόλου καλή τώρα τελευταία»
Ο Πέτρος έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό. Θα ήταν ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα για την εύθραυστη ψυχολογία του να έχανε τον παππού του. Ένιωθε πώς τις δύσκολες ώρες γι’ αυτόν, θα έπρεπε τουλάχιστον να ήταν κοντά του.
«Εντάξει μάνα, αύριο πρωί πρωί κιόλας ξεκινώ» είπε τελικά στη μάνα του, συμπληρώνοντας: «Κλείνω τώρα γιατί μου τελειώνει η μπαταρία». Φυσικά επρόκειτο για μια ψεύτικη δικαιολογία για να κλείσει το τηλέφωνο, μιας και η συνομιλία του μαζί της τον είχε κουράσει αλλά και στενοχωρήσει.

Πλέον, ο Πέτρος εκτός από τη Ράνια είχε ξεχάσει τελείως και τον Ανδρέα, και τα όσα είχαν συζητήσει προηγουμένως. Η μόνη του έγνοια ήταν η υγεία του παππού του, η οποία αν και τα τελευταία χρόνια δεν ήταν ιδιαίτερα σταθερή, ποτέ ξανά δεν είχε ακούσει όπως τώρα ότι δεν είναι καθόλου καλή. Από προσωπικό χρέος και μόνο, ένιωθε ότι έπρεπε να επιστρέψει στη Χαλκίδα όσο το δυνατό συντομότερο…

1 σχόλια:

Zed είπε...

Εντάξει, απλά θα πω ότι ξεκίνησα από το πρώτο κεφάλαιο και μέχρι το πρωι θα έχω διαβάσει ΚΑΙ την ανακεφαλαίωση. Θα τα πούμε φίλε...