Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Κεφάλαιο V (ημιτελές)

Η ώρα είχε πάει 12 και 5 και το κεντρικό αμφιθέατρο του Φυσικού δεν είχε παρά ελάχιστο κόσμο. Ο Πέτρος κάθονταν στα μπροστινά αριστερά έδρανα και κάπνιζε, περιμένοντας το Χρήστο που είχε πεταχτεί στο κυλικείο να φέρει δυο σάντουιτς· ο Μάριος με τους υπόλοιπους κνίτες του Φυσικού περπατούσαν αμήχανα πέρα δώθε στο διάδρομο, ενώ ο Αντώνης, ο Ευθύμης και τ’ άλλα παιδιά από τα ΕΑΑΚ είχαν στήσει πηγαδάκι και συζητούσαν. Όλα έδειχναν ότι και πάλι δεν θα γινόταν συνέλευση. Να ‘ταν ότι ήταν η πρώτη βδομάδα μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων που είχε ανοίξει η σχολή, και να πεις ότι ο πιο πολύς κόσμος δεν είχε πληροφορηθεί για τη συνέλευση που θα γινόταν σήμερα… Ο Πέτρος, όμως, πώς και είχε φροντίσει να μάθει; Και όχι μόνο αυτό, αλλά είπε και ψέματα στη μάνα του –που ‘ταν δυο μέρες που ‘χε έρθει στην Αθήνα– ότι είχε να παρακολουθήσει κάποιο μάθημα για να μην τον πρήζει. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία αλήθεια για όσους ενσυνείδητα ή ασυνείδητα απείχαν, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η Ράνια· η Ράνια, η οποία είχε αναστατώσει τον ευαίσθητο ήρωά μας με τη συμπεριφορά της πριν μερικές μέρες, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην διαθέτει πια το κουράγιο να την ξανασυναντήσει.

Και ως δια χεγκελιανής μαγείας, η Ράνια φάνηκε τότε να κατεβαίνει τα σκαλιά του αμφιθεάτρου, παρέα με το Στέλιο. Ο Πέτρος από την μια εκτίμησε ότι η συντρόφισσά του έκανε τελικά τη θυσία και ήρθε στη συνέλευση, από την άλλη, όμως, ένα μείγμα αποστροφής και ψυχρότητας προς αυτήν άρχισε να τον πλημμυρίζει. Αποστροφή για τον κατινίστικο τρόπο με τον οποίο του είχε φερθεί εκείνη τη νύχτα, ενώ ψυχρότητα γιατί τα λόγια του Ανδρέα το ίδιο βράδυ ηχούσαν ακόμα στο μυαλό του σαν προειδοποιητικό ξυπνητήρι: «Η Ράνια θα σου την πέσει πολύ ανοιχτά την επόμενη φορά… να ‘σαι προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο». Τελικά, έχοντας ως πυξίδα τη λογική και όχι κάποιο παρορμητικό συναίσθημα της στιγμής, εισάκουσε τη συμβουλή του Ανδρέα και αποφάσισε να την αγνοήσει.
«Πού ‘σαι ρε Στέλιο!» είπε στο άτυπο νούμερο 2 της Θραύσης με το που έφτασε δίπλα του, αποφεύγοντας ακόμα και να κοιτάξει την νούμερο 4 που κάποτε συμπαθούσε και έκανε όνειρα γι’ αυτήν.
«Αρχηγέ τι νέα;» αποκρίθηκε ο Στέλιος, «Καλώς σε βρίσκω!»
«Καλά είμαι, μια χαρά», απάντησε ο Πέτρος.
Μια φευγαλέα κλεφτή ματιά του ήρωά μας προς τη Ράνια είχε ως ανταπόδοση ένα χαριτωμένο χαμογελάκι από πλευράς της. Τι να ήθελε άραγε να του πει; Ότι του ζητά συγνώμη για την συμπεριφορά της τις προάλλες; Ότι εξακολουθεί να νιώθει τρυφερά γι’ αυτόν; Δεν μπόρεσε όμως ο ίδιος να το διαπιστώσει, καθώς, πριν αφήσει το χαμόγελο να τον μαλακώσει, επικέντρωσε την προσοχή του στη συνέλευση, που, όπως φαίνονταν, θα πήγαινε εξ’ αναβολής.
«Απ’ ό,τι φαίνεται δεν πρόκειται να γίνει συνέλευση σήμερα…», είπε ο Πέτρος στο Στέλιο.
«Δε βαριέσαι…» απάντησε ο Στέλιος.
«Ίσως τελικά οι μάζες δεν είναι έτοιμες ακόμα…» συνέχισε ο Πέτρος. «Η επανάσταση απαιτεί θυσίες, δεν είναι παίξε γέλασε…»
«Σοβαρά τώρα πιστεύεις ότι μπορεί να γίνει επανάσταση;» ρώτησε ο Στέλιος με απορία τον ηγέτη της Θραύσης, αν όντως πίστευε κάτι τέτοιο.
«Υπάρχουν διάφορα ιστορικά παραδείγματα» εξήγησε ο Πέτρος, «όπως του Μάη του 68, όπου η νεολαία επαναστάτησε στα καλά των καθουμένων, χωρίς τίποτα να προμηνύει μια τέτοια εξέλιξη…»
«Και αλήθεια νομίζεις σύντροφε ότι υπάρχει ελπίδα σήμερα;» ρώτησε εκ νέου ο Στέλιος.
«Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία σύντροφε!» αποκρίθηκε ο αισιόδοξος πάντα Πέτρος.

Εκείνη τη στιγμή, ο Χρήστος φάνηκε να κατεβαίνει κι αυτός τα σκαλιά, με τα σάντουιτς ανά χείρας.
«Πού ‘σαι ρε Στελάρα!» έκανε ο Χρήστος στον Στέλιο φτάνοντας. Δεν παρέλειψε επίσης να φερθεί άξεστα προς τη Ράνια, δείχνοντάς της τα σάντουιτς και λέγοντάς της: «Αυτά είναι για μας! Μακριά εσύ!», που έφερε σε δύσκολη θέση τόσο τη Ράνια που έδειξε να προσβάλλεται αλλά δεν μίλησε γιατί είχε χεσμένη τη φωλιά της, όσο και τον Πέτρο, που ήθελε να γελάσει μόνο και μόνο από κακία, αλλά κάτι τέτοιο θα τον μετέτρεπε από κατήγορο σε απολογούμενο.
«Τι της λες ρε μαλάκα της κοπέλας…» είπε ο Στέλιος χαμηλόφωνα.
«Άσε, δεν ξέρεις τι καριόλα είναι…» απάντησε ο Χρήστος, φροντίζοντας ωστόσο να μην τον ακούσει η εν λόγω καριόλα.
«Είσαι σοβαρός ρε μαλάκα;» απόρησε ο Στέλιος.
«Εμ τι πλάκα κάνω;» είπε ο Χρήστος και με μια κίνηση έδωσε το ένα σάντουιτς στον Πέτρο.
Ο Στέλιος κοίταξε τον Πέτρο, σαν να ήθελε να τον ρωτήσει αν συμμερίζεται κι ο ίδιος την άποψη που μόλις εξέφρασε ο Χρηστάκης. Ο Πέτρος, αν και το θέμα τον αφορούσε άμεσα, προτίμησε να μην πάρει θέση, και αντ’ αυτού να κοιτάξει μισοαδιάφορα προς άλλη κατεύθυνση και να αρχίσει να χλαπακιάζει το σάντουίτς του.

Κοιτάζοντας αλλού, ο Πέτρος είδε τότε να καταφθάνει νέος κόσμος στο αμφιθέατρο. Φυσικά, δεν επρόκειτο για φοιτητές του Φυσικού που θυμήθηκαν ξαφνικά ότι πρέπει να πάρουν μέρος στη συνέλευση της σχολής τους, αλλά για κομματικούς συνδικαλιστές από άλλες σχολές, που ως είθισται, ήρθαν απλά να παρακολουθήσουν.

Στο βάθος φάνηκε να ξεπροβάλει η φιγούρα του Φαίδωνα, ενός ψηλού και απίστευτα σωματώδη κνίτη από το Γεωλογικό, που σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες δεν ήξερε γραφή ή ανάγνωση παρά μόνο μούγκριζε. Θύμιζε αλήθεια τον Ζάνγκιεφ, το Σοβιετικό παλαιστή στο Street Fighter II, ή τον Τσατσένκο, τον θηριώδη σέντερ της πάλαι ποτέ υπερομάδας μπάσκετ της ΕΣΣΔ. Όπως όμως ο Τσατσένκο μόνος του δεν θα ήταν τίποτα αν δεν είχε το στρατηγό Γκομέλσκι να τον προπονεί και να τον καθοδηγεί, έτσι και ο Φαίδωνας βρίσκονταν υπό την καθοδήγηση και τον ασφυκτικό έλεγχο του Σωτήρη, ενός αρχικνίτη από τους Πολιτικούς Μηχανικούς, που όπως ο Γκομέλσκι, ήταν κι αυτός κοντός με καράφλα, ενώ βρίσκονταν κάπου 20ο έτος, έχοντας πρακτικά εγκαταλείψει τις σπουδές του, αλλά τον πλήρωνε το κόμμα του ως επαγγελματικό στέλεχος με σκοπό να παραμείνει φοιτητής στο πανεπιστήμιο και ως άλλος στρατηγικός νους, να οργανώνει τα νεαρά κνιτόπουλα.

Και μόνο η παρουσία του διδύμου Σωτήρη-Φαίδωνα προκαλούσε την δυσφορία των συνδικαλιστών των άλλων παρατάξεων, και ιδίως των ΕΑΑΚ. Δυσφορία, που πολλές φορές εξελίσσονταν σε προστριβές, ακόμα και ξύλο. Όπως και τώρα, που ο μονίμως τσαντισμένος Ευθύμης ζήτησε τα ρέστα από τους δύο κνίτες επειδή είχαν πάρει θέση μπροστά του και του έκρυβαν το οπτικό πεδίο, με το ολέθριο αποτέλεσμα να εξαγριωθεί το θηρίο και να του ρίξει μια δυνατή σπρωξιά, σαν αυτή που είχε ρίξει κατά λάθος ο Τσατσένκο στο Γιαννάκη στον τελικό του ευρωπαϊκού κυπέλλου μπάσκετ το ‘87 και τον είχε στείλει από τη ρακέτα στο κέντρο του γηπέδου. Μόνο που η σπρωξιά του Φαίδωνα δεν έγινε κατά λάθος αλλά επίτηδες, κι έτσι ο Ευθύμης εκσφενδονίστηκε κάνα δυο ντουζίνες έδρανα προς τα κάτω.

Όλα τα βλέμματα άρχισαν τότε να πέφτουν πάνω στους δύο εμπλεκομένους στον καβγά, με τον έναν να έχει γκρεμοτσακιστεί κοντά στην καθηγητική έδρα, και τον άλλο να χτυπάει τις γροθιές του στο στήθος του και να βγάζει κραυγές στη μητρική του γλώσσα: «Ουγκ! Ουγκ!», αντλώντας αυτοπεποίθηση από τη γενναία του πράξη, ενώ στο πλάι ο Σωτήρης έτριβε τα χέρια του με ικανοποίηση που ο πιστός του γορίλλας κατέστησε σαφές στους αντιπάλους της ΠΚΣ ποιος κάνει κουμάντο στους φοιτητές, και του έδωσε μια μπανάνα για επιβράβευση.

Φυσικά τα ΕΑΑΚ δεν θα μπορούσαν να αφήσουν μια τέτοια πρόκληση αναπάντητη και φώναξαν ενισχύσεις από τις άλλες σχολές. Η κατάσταση είχε πλέον διαμορφωθεί με ένα τέτοιο τρόπο που από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπούσε αλύπητο ξύλο μεταξύ ΠΚΣ και ΕΑΑΚ, πράγμα που οδήγησε τον πρωταγωνιστή μας, αφού αποτελείωσε το σάντουίτς του και πέταξε το χαρτί περιτύλιξης στον παρακείμενο κάλαθο των αχρήστων, να πάρει την πρωτοβουλία και να πει στους φίλους του: «Παιδιά δεν πάμε καλύτερα στο κυλικείο μη φάμε κι εμείς καμία αδέσποτη;»
«Και δεν πάμε;» αποκρίθηκε ο Στέλιος, ενώ Χρήστος, που εκείνη την ώρα τελείωνε το δικό του σάντουιτς, έγνεψε καταφατικά. Όσο για τη Ράνια αυτής δεν της έπεφτε λόγος, οπότε αναγκαστικά θα ακολουθούσε την παρέα όπου κι αν πήγαινε.

Εκείνη τη στιγμή άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτες από τις ενισχύσεις των ΕΑΑΚ. Ρίγος κατέβαλε ξαφνικά τον Πέτρο βλέποντας έναν από τους εαακίτες νταγλαράδες που μόλις είχαν φθάσει, που δεν ήταν άλλος από τον γκόμενο της Ιωάννας που τον είχε δει να φιλιέται μαζί της έξω από το Παιδαγωγικό πριν μερικές μέρες, και του οποίου την εικόνα, όπως και της ίδιας της Ιωάννας, πάλευε επί μέρες να διαγράψει απ’ το υποσυνείδητό του. Προσπάθησε όμως να μη δείξει προς τα έξω την αναστάτωση στην οποία είχε περιέλθει, γιατί ίσως δημιουργούσε επικίνδυνους συνειρμούς στη Ράνια και μάθαινε τελικά η ίδια ότι ο ήρωάς μας είχε με δική του πρωτοβουλία αναζητήσει την ξανθιά καλλονή.

«Ρε μαλάκα ο γκόμενος της Ιωάννας!» έκανε τότε ο Χρήστος, που επίσης θυμόταν και τους δύο, και αυτομάτως οι προσπάθειες του Πέτρου μηδενίστηκαν.
Ο Στέλιος και η Ράνια κοίταξαν το Χρήστο με απορία, ο πρώτος δε εξ αυτών τον ρώτησε: «Πού την ξέρεις εσύ ρε μαλάκα την Ιωάννα;»
Ο Χρήστος διαπίστωσε τότε ότι τα είχε κάνει σκατά.
«Εχμ… από το facebook την ξέρω!» είπε, σκατώνοντάς τα ακόμα περισσότερο.
Ο Στέλιος έδειξε να παραξενεύεται.
«Κάθεσαι και χαζεύεις τα γκομενάκια στο facebook ρε απαράδεκτε;» είπε περιπαικτικά στο Χρήστο ο ανυποψίαστος Αγιοπαρασκευιώτης φοιτητής, επισημαίνοντας παράλληλα: «Είναι πολύ ωραίο μωρό η Ιωάννα, δεν έχεις να πεις…»
«Είναι απίστευτη κάβλα και τη χαίρεται αυτός ο μάλακας!», απάντησε ο Χρηστάκης, κάνοντας την τρίτη στη σειρά γκάφα του.
«Καλό παιδί είναι ρε ο Ιάσονας, γιατί τον λες μαλάκα;» ανέφερε τότε ο πρώην εαακίτης Στέλιος αποκαλύπτοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το όνομα του νυν εαακίτη γκόμενου της Ιωάννας.
«Αφού είναι εαακίτης παράγοντας, τι καλός να είναι;» είπε με αγανάκτηση ο Χρήστος, δαγκώνοντας εκ των υστέρων τα χείλη του στη θέα του βλοσυρού Πέτρου να τον αγριοκοιτάζει· είχε μόλις κάνει την τέταρτη γκάφα του δηλώνοντας άθελά του ότι γνώριζε ότι ο Ιάσονας ήταν παράγοντας των ΕΑΑΚ.
Πριν προφτάσει ο Στέλιος να ρωτήσει πού τα ήξερε ο Χρήστος όλα αυτά και πριν ο ίδιος ο Χρήστος κάνει μια πέμπτη γκάφα για σήμερα, ένα βάρβαρο θέαμα αιχμαλώτισε την προσοχή της παρέας, καθώς και των άλλων παρεών που βρίσκονταν στο αμφιθέατρο· ο Φαίδωνας είχε σκάσει μια δυνατή μπουνιά στα μούτρα του Ιάσονα, και ο εαακίτης νταγλαράς κείτονταν αιμόφυρτος στα σκαλοπάτια.
Ένα κύμα ανείπωτης χαράς και αγαλλίασης πλημμύρισε τότε τον Πέτρο που ο γκόμενος της ξανθιάς καλλονής είχε ρεζιλευτεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Τόσο μεγάλη ήταν η ικανοποίηση που ένιωθε ο ήρωάς μας που δεν προβληματίστηκε διόλου από τις τραμπούκικες μεθόδους επιβολής των κνιτών –που υπό νορμάλ συνθήκες θα προκαλούσαν την ανείπωτη οργή του–, ενώ προς στιγμήν σκέφτηκε να πλησιάσει τον αυστραλοπίθηκο της ΠΚΣ και να τον ενθαρρύνει να ρίξει κι άλλες μπουνιές στον Ιάσονα μέχρι να τον αφήσει στον τόπο.

Πέρα όμως από τα εγωιστικά αισθήματα του Πέτρου, για τους υπόλοιπους μη κνίτες που παρευρίσκονταν στο αμφιθέατρο, το κύρος της ΠΚΣ ως διαλλακτικό και δημοκρατικό σχήμα είχε πληγεί ανεπανόρθωτα από την αψυχολόγητη ενέργεια του γορίλλα τους να χτυπήσει δύο εαακίτες στα καλά των καθουμένων. Έχοντας ο μηχανισμός καταστολής του κόμματος φέρει σε πέρας την αποστολή του, έπρεπε να αναλάβει δράση ο μηχανισμός προπαγάνδας, ο οποίος θα προσπαθούσε να πείσει τον κόσμο ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως φαινόντουσαν αλλά αλλιώς. Έτσι, ο Μάριος, ο επικεφαλής κνίτης του Φυσικού, κατέφθασε σχεδόν τρέχοντας στην παρέα της Θραύσης για να προλάβει τη δημιουργία τυχόν λανθασμένων εντυπώσεων και να δώσει την πραγματική διάσταση των γεγονότων: «Παιδιά είδατε τι έγινε; Ο εαακίτης απ’ τους Ηλεκτρολόγους έπεσε με δύναμη πάω στην προτεταμένη γροθιά του Φαίδωνα, και πιο πριν ο Ευθύμης γλίστρησε στα σκαλοπάτια και ο Φαίδωνας προσπάθησε να τον σώσει με ρίσκο να πέσει κι ο ίδιος!»
Ένα σαρκαστικό γέλιο βγάλανε τότε και οι τέσσερεις νέοι της Θραύσης.
«Σε λίγο ρε Μάριε θα μας πεις ότι τον πάτησε διερχόμενο τρίκυκλο όπως τον Λαμπράκη!» απάντησε εύστοχα ο Στέλιος.
«Μα τα ΕΑΑΚ υποστηρίζουν ότι τα ΙΕΚ πρέπει να γίνουν ισόβαθμα με τα ΑΕΙ!» ανέφερε τότε ο Μάριος επιχειρώντας ως κλασικός ινστρούχτορας να συσκοτίσει και εν γένει να δικαιολογήσει με πολιτικάντικους ελιγμούς τον πρόσφατο τραμπουκισμό της παράταξής του.
«Και το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι ο Στάλιν ήταν θεός!» ήταν η νέα πληρωμένη απάντηση του Στέλιου.
«Γιατί, δεν ήταν;» απόρησε ο Μάριος.
«Πάμε ρε παιδιά να φύγουμε» πήρε τότε το λόγο ο Πέτρος που το όλο σκηνικό είχε αρχίσει να τον κουράζει, «έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να γίνει συνέλευση. Πάμε να αράξουμε στο κυλικείο». Ο ηγέτης της Θραύσης, όσο κι αν είχε χαρεί που τις έφαγε ο γκόμενος της Ιωάννας, δεν είχε το σθένος να κάτσει να ακούσει το Μάριο να λέει τις ανοησίες του.
«Μα…» ξεκίνησε να λέει ο Μάριος αλλά ο Πέτρος και η παρέα του τον αγνόησαν και πήραν το δρόμο της εξόδου από το αμφιθέατρο.

Εξερχόμενος από το αμφιθέατρο ο Πέτρος είδε, προς μεγάλη του απογοήτευση, τη Μυρτώ και άλλους δύο σεκίτες να την έχουν στήσει λίγο παρακάτω και να πρήζουν τον κόσμο να αγοράσει Εργατική Αλληλεγγύη.
«Μα γιατί δεν πάνε οι κνίτες να δείρουν τους ανυπόφορους τους σεκίτες» σκέφτηκε ο ήρωάς μας, «παρά πάνε και δέρνουν τους εαακίτες;»
Του ‘ρθε τότε η αναλαμπή να κάνει νόημα στην παρέα του που δεν είχε ακόμα εξέλθει από το αμφιθέατρο, να μείνουν μέσα και να βγουν από την άλλη έξοδο, ώστε να αποφύγουν το πρήξιμο από τους σεκίτες, δεν τα κατάφερε ωστόσο γιατί τον πρόλαβε πρώτη η Μυρτώ, και η πρωτοβουλία του αυτή παρέμεινε απλώς στο επίπεδο της σκέψης.
«Γεια σου Πέτρο!» έκανε όλο χαρά η Μυρτώ με το που είδε τον μεγάλο μας επαναστάτη.
«Όχι!» αποκρίθηκε ορθά-κοφτά ο Πέτρος.
«Τι όχι;» απόρησε, και με το δίκιο της, η Μυρτώ.
«Δεν θα αγοράσω Εργατική Αλληλεγγύη!» εξήγησε ο Πέτρος.
«Μα γιατί;» απόρησε εκ νέου η Μυρτώ.
«Γιατί ούτε εργατικός είμαι, ούτε αλληλεγγύη έχω» ανέφερε χωρίς να το πολυσκεφτεί πριν εκστομίσει τη συγκεκριμένη, ασυνάρτητη ομολογουμένως, δικαιολογία.
Η Μυρτώ έδειχνε μπερδεμένη με τα λόγια του Πέτρου και προς στιγμήν σταμάτησε να χαίρεται. Γρήγορα όμως ξαναφόρεσε το χαζοχαρούμενο χαμόγελό της με το που είδε τη φίλη της τη Ράνια να βγαίνει από το αμφιθέατρο.
«Ράνιααα! Τι κάνεις;» έκανε δυνατά και έτρεξε κοντά της να της πιάσει την πάρλα.

Ήταν εμφανές ότι η Ράνια ξενέρωσε άσχημα με το που αντιλήφθηκε τη σεκίτισσα, ωστόσο περισσότερο εμφανές ήταν ότι ο Πέτρος ένιωσε άγρια χαρά και ηδονή για το κακό που βρήκε την πάλαι ποτέ αγαπημένη του, ελπίζοντας παράλληλα ότι εφόσον την ανέλαβαν οι σεκίτες, θα γλίτωνε, τουλάχιστον για σήμερα, από δαύτην...

«Πάμε στο κυλικείο και θα μας βρει μετά η Ράνια» είπε τότε ο Πέτρος στα άλλα δύο αρσενικά μέλη της παρέας.
«Δάσκαλε είσαι πολύ κακός…» απάντησε γελώντας ο Χρήστος, ενώ ο Στέλιος σίγουρα δεν κατάλαβε τι είχε συμβεί, παρά μόνο ίσως ότι οι άλλοι δύο έδειχναν σήμερα ξαφνικά να αντιπαθούν τη Ράνια.
«Ράνια, εμείς πάμε στο κυλικείο, έλα μετά να μας βρεις…» είπε τότε στη φίλη του ο ευγενικός νέος εξ Αγίας Παρασκευής, και κείνη έγνεψε καταφατικά.

Έτσι, οι τρεις άνδρες της Θραύσης πήραν το δρόμο για το κυλικείο του Φυσικού…

* * *

Οι τρεις νέοι δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν άδειο τραπέζι στο κυλικείο. Μιας και ο Χρήστος είχε πάει να φέρει τα σάντουιτς προηγουμένως, τώρα ήταν η σειρά του Πέτρου να φέρει τους καφέδες, ενώ οι δύο φίλοι του είχαν αράξει στο τραπεζάκι και τον περίμεναν.

Δεν άργησε να γυρίσει ο Πέτρος λοιπόν με τους καφέδες, και κάθισε κι αυτός δίπλα τους.
«Αρχηγέ τι μου είπε ο Χρήστος; Σε στενοχώρησε λέει η Ράνια;» ήταν τα λόγια του Στέλιου με το που πήρε ο Πέτρος θέση στο τραπέζι.
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε. Ο μικρός είχε προλάβει να εξηγήσει τα πάντα στο Στέλιο, πράγμα που ο ήρωάς μας σίγουρα δεν ενέκρινε. Δεν υπήρχε όμως πια λόγος να προσποιείται ότι δεν είχε γίνει τίποτα, οπότε θεώρησε σκόπιμο να επιβεβαιώσει το γεγονός.
«Άστα να πάνε σύντροφε…» αποκρίθηκε ο Πέτρος, και έκανε να πιει μια γουλιά απ’ τον καφέ του, ζεμάτιζε όμως τόσο πολύ και τελικά τον άφησε για λίγο στην άκρη να κρυώσει.
«Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, αλλά η Ράνια είναι χαμένη περίπτωση αν θες τη γνώμη μου» εξήγησε ο Στέλιος.
«Δηλαδή;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος.
«Ε ξέρεις τώρα, τα έχει με τον ίδιο γκόμενο από τα 16 της…» ανέφερε ο Στέλιος, «άσε που την έχει σχεδόν σπιτώσει. Πιο συχνά μένει σπίτι του παρά σπίτι της. Φαίνεται εντελώς αδύνατο να χωρίσουν αυτοί οι δύο…»
«Ώστε απλά έπαιζε με μένα η παλιοκαριόλα…» σκέφτηκε ο Πέτρος, που ο καταπιεσμένος του σεξισμός άρχισε να βγαίνει σιγά-σιγά στην επιφάνεια.
«Τότε γιατί η παλιοπουτάνα έπαιζε με το δάσκαλο;» ρώτησε ο Χρήστος, που ουδέποτε έκρυψε το σεξισμό του.
«Ε τώρα, ξέρεις πως είναι οι γυναίκες» εξήγησε ο Στέλιος. «Δυσκολεύονται να αφήσουν μια πολύχρονη σχέση για κάτι εφήμερο, και περιορίζονται σε ένα απλό φλερτ. Και οι άνδρες το κάνουν αυτό βέβαια…»
«Ναι αλλά οι άνδρες ρίχνουν και κάνα πούτσο δεξιά κι αριστερά, κι ας τα ‘χουν 10 χρόνια με την άλλη…» σημείωσε ο Χρήστος.
«Εκτός από μένα το μαλάκα που τα είχα 8 χρόνια με τη Χριστίνα και δεν διανοήθηκα να την απατήσω, μέχρι που με παράτησε για έναν καραβανά» συμπλήρωσε, μέσα του όμως, ο Πέτρος.
«Έτσι είναι, τι να κάνουμε…» ανέφερε στωικά ο Στέλιος, «οι γκόμενες φοβούνται να ξενογαμηθούν για να μην τις πει η κοινωνία πουτάνες. Οι άνδρες όμως αν ξενογαμήσουν η κοινωνία τους θεωρεί γαμιάδες…»
«Σιγά μην τις λυπηθούμε κιόλας τις καριόλες!» εξανέστη ο Χρήστος. «Τουλάχιστον να είναι ειλικρινείς! Αν θέλουν να γαμηθούν, να γαμηθούν, αν δεν θέλουν, να πάρουν τον πούλο και να μας αφήσουν ήσυχους! Τι κάθεται και πουλάει ελπίδες η Ράνια στον Πέτρο; Και αυτή, και η άλλη, η Ιωάννα…»
«Α ναι, σε γούσταρε τελικά κι η Ιωάννα…» είπε τότε ο Στέλιος απευθυνόμενος στον Πέτρο σαν να ήθελε να τον ενθαρρύνει, βλέποντάς τον να έχει πέσει σε περισυλλογή.
«Ε μάλλον τελικά δεν με γούσταρε, γιατί αλλιώς δεν θα την έβλεπα να φιλιέται με τον εαακίτη» απάντησε ο Πέτρος, αποκρύπτοντας ότι χάρηκε όσο κανείς που τον είδε να τις τρώει προηγουμένως, για να συμπληρώσει με νόημα: «Χεσμένη την έχω κι αυτή και την άλλη. Έχουμε κοτζάμ Θραύση να ανασυστήσουμε και καθόμαστε και μιλάμε για γκόμενες…»
«Γιατί ρε μαλάκα δεν ήρθες τότε στη συνδιάσκεψη που θα κάναμε στο σπίτι του Πέτρου;» ρώτησε τότε το Στέλιος ο Χρήστος.
«Είχα δουλειά ρε μαλάκα…» απάντησε ο Στέλιος.
«Δεν σ’ άφηνε η Μαρίνα ε;» είπε περιπαικτικά ο μικρός, αναφερόμενος προφανώς στην κοπέλα του Στέλιου, που, όπως φημολογούνταν, του είχε βάλει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι.
«Άσε, έχω μπλέξει…» εξήγησε με κατεβασμένο το κεφάλι ο Στέλιος.
«Λοιπόν, πρέπει να κανονίσουμε νέα συνδιάσκεψη κάποια στιγμή, μετά την εξεταστική» παρενέβη και πάλι ο Πέτρος, που αγανάκτησε βλέποντας την κουβέντα να εκτρέπεται πάλι στα γκομενικά.
«Μέσα!» αποκρίθηκε ο Στέλιος.
«Κι εγώ μέσα είμαι!» είπε ο Χρήστος.
«Νομίζω πως και η Ράνια θα ‘ναι μέσα» συμπλήρωσε ο Στέλιος.
«Η Ράνια δεν είναι ευπρόσδεκτη στη Θραύση!» φώναξε τότε ο Πέτρος χτυπώντας με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι.
Οι δύο σύντροφοί του τον κοίταξαν με δέος. Ο μεγάλος ηγέτης είχε με το έτσι θέλω αποκλείσει ένα μέλος της οργάνωσής του από το να συμμετάσχει σ’ αυτήν, μόνο και μόνο για λόγους προσωπικής αντιπάθειας. Πλέον, εκτός από την καταπιεσμένη σεξιστική του αντίληψη, άρχισε να προβάλει στην επιφάνεια και η υπολανθάνουσα σταλινική του νοοτροπία.

Πριν όμως ο συγκυριακά σταλινικός Πέτρος προλάβει να πει τίποτα, ο διαχρονικά σταλινικός Μάριος φάνηκε να καταφθάνει στο κυλικείο, παρέα με άλλους κνίτες του Φυσικού. Μπροστά του μια κοπέλα που του φώναζε, και ο ίδιος να προσπαθεί να την καλμάρει, ενώ μέσα σε δευτερόλεπτα είχαν κι οι δύο γίνει θέαμα για τους θαμώνες του κυλικείου.

«Είσαι πολύ μεγάλος γλείφτης και καραγκιόζης!» του φώναξε σε μια στιγμή εξαγριωμένη η κοπέλα.
«Μα δεν είναι λόγος αυτός να τσαντίζεσαι…» της απάντησε ο Μάριος.
Η κοπέλα τότε έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα λέγοντάς του: «Είσαι μεγάλος μαλάκας κι εσύ και η παράταξή σου!» και άρχισε να δακρύζει.
«Όλα είναι υπό έλεγχο!» άρχισε να λέει τότε ο Μάριος στους θαμώνες του κυλικείου που τους κοιτούσαν με απορία.
«Τίποτα δεν είναι υπό έλεγχο!» φώναξε τότε εκ νέου η κοπέλα ενώ το βλέμμα της καρφώθηκε στον Πέτρο που καθόταν στο παραδιπλανό τραπέζι, με ένα ύφος σαν του έλεγε ότι ζητάει τη βοήθειά του.

Αυτομάτως, και χωρίς να αναρωτηθεί γιατί απευθύνεται σε αυτόν και όχι σε κάποιον άλλο, ο μεγάλος αγωνιστής έτρεξε προς το μέρος της.

«Τι συμβαίνει ρε παιδιά;» είπε ο Πέτρος καταφθάνοντας, ενώ τα βλέμματα των θαμώνων του κυλικείου έπεσαν με μιας και επάνω στον ίδιο.
«Τίποτα δεν συμβαίνει, η Ελευθερία έχει απλά καταλάβει λάθος» εξήγησε ο Μάριος, «έτσι δεν είναι ρε Ελευθερία;»
«Άκου να δεις Μάριε» είπε τότε η Ελευθερία με δάκρυα στα μάτια, ανακτώντας ωστόσο κουράγιο λόγω της παρουσίας του Πέτρου δίπλα της, «για μένα η ΚΝΕ έχει τελειώσει! Μπορείς να τους πεις εκεί στο κόμμα να βάλουν το βιογραφικό μου εκεί που ξέρουν! Τ’ ακούς;»
«Μα Ελευθερία μου, προσπάθησε να ηρεμήσεις. Δεν υπάρχει λόγος να συγχύζεσαι…» επιχείρησε μάταια να την κατευνάσει ο Μάριος.
«Λοιπόν είναι και ο Πέτρος εδώ» είπε τότε η Ελευθερία παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, «Του το λέω για να το μάθει κι αυτός: ο Μάριος ήρθε και μας απείλησε εμάς τους κνίτες να μην πούμε τίποτα για όσα συνέβησαν σήμερα που δείρανε τα ΕΑΑΚ γιατί αλλιώς θα μας δείρουν και μας!»
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε. Όχι επειδή αγνοούσε τις ολοκληρωτικές μεθόδους επιβολής που ασκεί το ΚΚΕ στα μέλη του, αλλά επειδή μια απλή κνίτισα βρήκε το θάρρος να σπάσει την τρομοκρατία του κόμματος και να την καταγγείλει δημόσια.
«Αχ ρε Μάριε, μα πόσο κομματόσκυλο μπορείς να γίνεις τελικά…» ήταν τα περιφρονητικά λόγια του Πέτρου προς τον αρχικνίτη του Φυσικού, και πήρε την κοπέλα από τον ώμο λέγοντάς της να έρθει να κάτσει στο τραπέζι μαζί του να ηρεμήσει.
«Μα δεν είπα τίποτα! Είπα απλά ότι είναι ελεύθεροι να υιοθετήσουν όποια εκδοχή των γεγονότων θέλουν αρκεί να είναι πολιτικά ορθή, ώστε να μη δυσαρεστήσουν το κόμμα και αυτό καταφύγει μετά σε μεθόδους βίας απέναντί τους!» απάντησε ο επιστήμονας ινστρούχτορας Μάριος, αλλά ο Πέτρος με την Ελευθερία είχαν απομακρυνθεί αρκετά και δεν τον άκουγαν πια.

«Παιδιά, από δω η Ελευθερία» έκανε ο Πέτρος προς το Στέλιο και το Χρήστο καθώς έπαιρνε θέση και πάλι στο τραπεζάκι.
«Γεια…» έκανε η ακόμα θλιμμένη Ελευθερία και κάθισε κι αυτή στην τέταρτη και άδεια καρέκλα του τραπεζιού. Τα στρογγυλά γυαλάκια της, τα σγουρά μαύρα της μαλλιά και τα σπυράκια που είχε στο πρόσωπο, καθώς και τα λιγοστά της παραπανήσια κιλά την καθιστούσαν συμπαθητική στους τρεις άνδρες της Θραύσης, δεν προκαλούσαν όμως το θαυμασμό τους όπως θα συνέβαινε αν είχαν μια όμορφη γκόμενα απέναντί τους.

«Τι συνέβη τελικά ρε παιδιά;» έκανε τότε ο Στέλιος.
«Ο βλάκας ο Μάριος απείλησε τους κνίτες ότι θα τους δείρει αν διαρρεύσει τίποτα για τα μπουκέτα που σκάσανε στα ΕΑΑΚ» εξήγησε ο Πέτρος, «και η Ελευθερία τσαντίστηκε και έφυγε. Σωστά δεν τα λέω, ρε Ελευθερία;»
«Ναι…» έκανε η Ελευθερία σκουπίζοντας τα δάκρυά της με ένα χαρτομάντηλο που έβγαλε από την τσέπη της.
«Ώστε ήσουν στην ΚΝΕ…» είπε ο Πέτρος, «Δεν σε θυμάμαι να σου ‘πω την αλήθεια. Τι έτος είσαι;»
«3ο» αποκρίθηκε η διοπτροφόρα πρώην κνίτισσα.
«Κι εσύ πώς και με ήξερες; Από τις συνελεύσεις;» τη ρώτησε ο Πέτρος.
«Ναι. Γενικά πολύς κόσμος στην ΚΝΕ σε έχει ως σημείο αναφοράς, άσχετα άμα η ηγεσία σού ρίχνει λάσπη ότι είσαι προβοκάτορας…» εξήγησε η Ελευθερία.
Τα τελευταία λόγια της Ελευθερίας έκαναν τον Πέτρο να το πάρει πολύ πάνω του που ένα σωρό κνίτες τον εκτιμούν και τον θαυμάζουν, ταυτόχρονα όμως και να νιώσει αποστροφή για τις ύπουλες μεθοδεύσεις της κομματικής ηγεσίας προς το πρόσωπό του.
«Ο Μάριος φαινόταν διαφορετικός από τους άλλους τους φασίστες στο κόμμα» συνέχισε τότε η ίδια, «αλλά τελικά αποδείχθηκε ότι είναι ένας μαλάκας κι αυτός. Μεγάλη σουπιά. Μπροστά διαλλακτικός και χαχαχούχα και στο παρασκήνιο ψυχολογική βία για να περάσει τη γραμμή»
«Αδιόρθωτοι οι κνίτες…» μουρμούρισε απογοητευμένος ο Πέτρος, και ήπιε μια γουλιά από τον ακόμα ζεματιστό καφέ του.

Σαν από θαύμα, εκείνη τη στιγμή φάνηκαν να εισέρχονται στο κυλικείο οι πλέον αδιόρθωτοι κνίτες, το δίδυμο Σωτήρη-Φαίδωνα, οι οποίοι αφού εστίασαν το βλέμμα τους πάνω στην παρέα της Θραύσης, κατευθύνθηκαν προς το μέρος της. Ήταν προφανές ότι είχαν εκπλαγεί δυσάρεστα από την αποσκίρτηση της Ελευθερίας και έρχονταν να ζητήσουν τα ρέστα.

«Ωχ, ο γορίλλας!» έκανε τότε ο μέχρι πρότινος σιωπηλός Χρήστος βλέποντας το Φαίδωνα να ‘χει πλησιάσει και να στέκεται σαν μπάστακας πάνω από τα κεφάλια τους, κρύβοντας με τον τεράστιο όγκο του τη θέα του ιθύνοντα νου Σωτήρη που στέκονταν πίσω του.
Αυτομάτως οι τρεις άνδρες της παρέας καταβλήθηκαν από πανικό, όχι όμως και η Ελευθερία, που απτόητη είπε στο γορίλλα: «Τι συμβαίνει; Θες κάτι;»
«Ουγκ-ουγκ!» έβγαλε μια κραυγή ο Φαίδωνας σφίγγοντας τις γροθιές του και παίρνοντας θέση για ξύλο.
Ο Πέτρος έπρεπε να βρει επειγόντως ένα τρόπο να αποφευχθεί η χειροδικία, γιατί και οι τρεις νέοι μαζί δεν θα μπορούσαν να τα βάλουν μ’ αυτό το τέρας. Σκέφτηκε τότε να του μιλήσει ώστε να τον κατευνάσει, αλλά δεν πρόλαβε καθώς ο Χρήστος φρόντισε να τον εξαγριώσει κι άλλο λέγοντάς του: «Τι κοιτάς ρε κύκλωπα γαμώ το μουνί της μάνας σου;»

Τα λόγια ωστόσο του Χρήστου έσκασαν σαν αναλαμπή στο μυαλό του ηγέτης της Θραύσης, και σαν άλλος Οδυσσέας πήρε το ζεματιστό καφέ του και τον έχυσε με δύναμη στα μάτια του κύκλωπα Φαίδωνα. Όμως η Οδύσσειά του τώρα μόλις ξεκινούσε…

«Μουααααααααά!» έκανε ο τυφλωμένος κύκλωπας και σείστηκε ολόκληρο το κυλικείο, με αποτέλεσμα οι θαμώνες του να πανικοβληθούν και να το εγκαταλείψουν άρον-άρον. Το ίδιο και ο Πέτρος φυσικά, που, ηρωικός καθώς ήταν, άρπαξε με δύναμη την Ελευθερία από το χέρι, και μαζί με τους άλλους δύο συντρόφους του έτρεξαν με την ταχύτητα του φωτός προς το πάρκινγκ της σχολής τους για να μπουν στο αυτοκίνητό του Στέλιου και από κει όπου φύγει-φύγει…

* * *

Μετά από ένα γρήγορο οδήγημα, περνώντας αδιάκριτα από λεωφορειόδρομους και παραβιάζοντας αλλεπάλληλα κόκκινα φανάρια, ο Στέλιος είχε φτάσει σε ένα μέρος που ουδείς κνίτης θα τολμούσε να τους πειράξει: τα Εξάρχεια. Αν και μεσημέρι καθημερινής, δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν να παρκάρουν πρόχειρα στη Σολωμού και από εκεί να κατευθυνθούν πεζή στην πλατεία Εξαρχείων. Είναι αλήθεια ότι είχαν καταφέρει να διαφύγουν μέσα από τόσους κνίτες που τους καταδίωκαν με τρόπο εξίσου επιδέξιο με αυτόν που είχε δραπετεύσει ο Pierce Brosnan-James Bond στο ‘Golden Eye’ από τη Σοβιετική Ένωση. Για πρώτη φορά στη ζωή του ο Πέτρος ένιωσε αλληλέγγυος με τον εν λόγω λακέ της Βασίλισσας της Αγγλίας, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν αισθάνονταν παρά ανείπωτη αποστροφή για την ταινία και την φτηνή αντικουμμουνιστική προπαγάνδα που περνούσε, και υποστήριζε φυσικά τους Σοβιετικούς. Τους Σοβιετικούς επίσης υποστήριζε στο εξίσου άθλιο ‘Rambo 3’, αν και είχαν εισβάλει σε μια κυρίαρχη χώρα, το Αφγανιστάν, και την οποία εισβολή στην πραγματικότητα καταδίκαζε απερίφραστα, όπως και τις άλλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των Σοβιετικών στη Φινλανδία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Όμως, αν ήθελε τώρα να γλιτώσει μια για πάντα από τους εξαγριωμένους κνίτες, είτε θα γινόταν ο ίδιος Rambo 3, πράγμα που ήταν αδύνατον γιατί στερούνταν της απαραίτητης εκπαίδευσης, είτε θα έβρισκε ένα τρόπο να συμβιβαστεί μαζί τους, πράγμα που επίσης ήταν αδύνατον μιας και ως ντόμπρος επαναστάτης που ήταν δεν φημίζονταν για τις διπλωματικές του ικανότητες.

«Σου προτείνω πάντως να μην πατήσεις στο πανεπιστήμιο για κάνα μήνα…» είπε ο Στέλιος στον ήρωα της σημερινής μέρας Πέτρο, με το που η παρέα άραξε ανά δύο άτομα σε δύο παρακείμενα παγκάκια της πλατείας.
«Είναι αδύνατον να μην πάω» αποκρίθηκε ο Πέτρος, «ειδικά τώρα που αποφάσισα να δώσω του κόσμου τα μαθήματα στην εξεταστική. Και δεν θυσιάζω την εξεταστική για κανένα μαλάκα κνίτη!»
«Μήπως αν μιλούσες στο Μάριο και του έλεγες να μεσολαβήσει στο κόμμα για να μη σε δείρουν;» πρότεινε τότε ο Χρήστος.
«Είναι άσκοπο» παρενέβη η Ελευθερία. «Ο Μάριος, επειδή τον ξέρω, θα τον πουλήσει τον Πέτρο χωρίς δεύτερη σκέψη. Άσε που επειδή τον πρόσβαλε, του το φυλάει και δεν ξέρεις μέχρι τι μπορεί να κάνει για να του το ξεπληρώσει…»
Ο Πέτρος έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό.
«Δάσκαλε η γενναιότητα και η καρτερικότητα που σε διακρίνει είναι γνωστή σε όλους» πήρε το λόγο και πάλι ο Χρήστος, «Τι έγινε λοιπόν κι αν φας μερικές ξυλιές από τον κύπλωπα;»
«Το πρόβλημα δεν είναι το ξύλο ως ξύλο» απάντησε ο Πέτρος, «Το πρόβλημα είναι από ποιον θα φάω το ξύλο. Τρώγοντας ξύλο από τα ΜΑΤ, γίνεσαι ήρωας. Τρώγοντας όμως ξύλο από τους κνίτες, πας τελείως άκλαυτος. Είναι δύσκολη κατάσταση γενικά…»
«Δηλαδή αγωνιάς για την υστεροφημία σου;» ρώτησε εκ νέου ο Χρήστος.
«Ε τώρα την ίδια υστεροφημία έχει ο Τρότσκι και την ίδια έχει ο Τσε;» απάντησε ο Πέτρος. «Ο πρώτος δολοφονήθηκε από τη σοσιαλιστική NKVD και λοιδορείται ως προδότης, ο δεύτερος από την καπιταλιστική CIA και υμνείται ως ήρωας…»
«Μήπως να υποσχόσουνα να έμπαινες στην ΠΚΣ για να τους κατευνάσεις;» διατύπωσε τότε μια σουρεαλιστική πρόταση ο Στέλιος. «Αποκλείεται να σε πειράξουν αν μπεις στο ψηφοδέλτιό τους…»
«Έ όχι και στο ψηφοδέλτιο της ΠΚΣ!» εξανέστη ο Πέτρος για να συμπληρώσει σε πιο ήρεμο τόνο: «Προσπαθούσε ο Μάριος να με βάλει στο ψηφοδέλτιο παλιά, επειδή εμείς σαν Θραύση δεν κατεβαίναμε ποτέ στις εκλογές, και με είχε ζαλίσει στα τηλέφωνα…»
«Μήπως να μπεις στα ΕΑΑΚ γιατί τις φάγανε κι αυτοί;» πρότεινε τότε εξίσου σουρεαλιστικά ο Χρήστος.
«Στα σκατοΕΑΑΚ; Μετά από 8 χρόνια; Αυτό ειδικά με τίποτα!» ανέφερε ο Πέτρος, επισημαίνοντας: «Να συμμαχήσω μου λες με τον γκόμενο της Ιωάννας το μαλάκα; Δεν πάει να γαμηθεί κι αυτός ο μαλάκας και η ηλίθια η γκόμενά του…»
Η Ελευθερία κοίταζε τον Πέτρο με απορία, μη γνωρίζοντας προφανώς για ποιο πράγμα μιλούσε ο αγωνιστής.
«Η Ιωάννα είναι μια γκόμενα απ’ τα ΕΑΑΚ που του ‘ριξε χυλόπιτα» εξήγησε τότε ο Χρήστος πράγμα που προκάλεσε τη δυσφορία του Πέτρου, και ο οποίος φρόντισε να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση: «Δεν έφαγα καμία χυλόπιτα από καμία Ιωάννα!»
«Μα πώς δάσκαλε!» ανέφερε ο Χρήστος, «Αφού την ώρα που πήγαινες να της μιλήσεις την είδες να φιλιέται με τον Ιάσονα…»
Ο Πέτρος ένιωσε να ξεφτιλίζεται στα μάτια της Ελευθερίας από τις άγαρμπες παρεμβάσεις του μικρού του φίλου.
«Ναι αλλά ο Ιάσονας τις έφαγε σήμερα από τον κύκλωπα!» είπε τότε ο Πέτρος ανακτώντας τη χαμένη του αυτοπεποίθηση.
«Κουφάλα δάσκαλε το ‘ξερα ότι χάρηκες…» του είπε περιπαικτικά ο Χρήστος, για να συμπληρώσει: «Κι εγώ χάρηκα μέσα μου, αλλά φρόντισα να μην το δείξω προς τα έξω»
«Ρε μαλάκες πάτε καλά; Τι είναι αυτά που λέτε;» παρενέβη τότε ο Στέλιος που η προσωπική του ηθική δεν ανέχονταν τέτοια αρρωστημένα αστεία, όντως ακόμα νωπό το αίμα από την τραυματισμένη μύτη του Ιάσονα στα σκαλιά του κεντρικού αμφιθεάτρου του Φυσικού.
«Σιγά μη λυπηθούμε τον μεγαλοπαράγοντα των ΕΑΑΚ! Ξέρεις πόσο κόσμο έχει τραμπουκίσει αυτός ο μαλάκας άλλες φορές;» είπε ο Πέτρος, χρησιμοποιώντας σκόπιμα τον όρο ‘μεγαλοπαράγοντας’ για τον εαακίτη φοιτητοπατέρα, υπονοώντας ότι τα ΕΑΑΚ διοικούνται με τις ίδιες τραμπούκικες μεθόδους που οι πραγματικοί, αθλητικοί μεγαλοπαράγοντες διοικούν τις ΠΑΕ τους.
«Κρίμα να μην έχουμε μηχανισμό σαν τα ΕΑΑΚ κι εμείς, και να είμαστε μόνο 3…» ανέφερε τότε ο Χρήστος.
«4 είμαστε» έκανε ο Στέλιος, «είναι και η Ράνια. Αλήθεια, πού να ‘ναι αυτή;»
«Την πρήζουν λες ακόμα οι σεκίτες;» είπε ο Χρήστος και ξέσπασε σε δυνατά γέλια συμπαρασύροντας όπως ήταν φυσικό και τον Πέτρο, που η απέχθειά του προς τη Ράνια, μετά τη διαπίστωση ότι όλο αυτό τον καιρό που τον έσερνε απλά έπαιζε μαζί του, είχε φτάσει στο ζενίθ.
«Φαντάζομαι το να σε κυνηγάει να σε πρήξει το ΣΕΚ είναι χειρότερο από το να σε κυνηγάει να σε δείρει η ΚΝΕ…» είπε εν μέσω γέλιων ο Πέτρος και άρχισαν οι δυο τους να γελάνε ακόμα περισσότερο.
Ο Στέλιος ωστόσο έδειξε να κατσουφιάζει και να πέφτει σε περισυλλογή. Προφανώς ο άξεστος τρόπος με τον οποίο οι δύο σύντροφοί του αναφέρονταν στη φίλη του τον είχαν προβληματίσει έντονα για το ποιόν και το ήθος της παράταξης που θα ανασύσταιναν. Ο Πέτρος το αντιλήφθηκε αμέσως, και φρόντισε να παρέμβει επ’ αυτού.
«Η Ράνια είναι μια αντιδραστική μικροαστή που δεν ξέρει πού της πάν’ τα τέσσερα» είπε. «Τις προάλλες έλεγε ότι δεν πάει με το λεωφορείο επειδή σιχαίνεται τους μετανάστες που μαζεύονται σε αυτό! Από πολιτικές γνώσεις δε, έχει μεσάνυχτα! Μια ηλίθια πρώην εαακίτισσα είναι που έχει τόση σχέση με την αριστερά, όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο! Τι σκατά κόσμο επιτέλους μαζεύουν εκεί στα ΕΑΑΚ;»
«Σύντροφε είσαι ελιτιστής ή μου φαίνεται;» είπε τότε ο Στέλιος. «Περιμένεις όλοι να έχουν επαναστατική συνείδηση από την πρώτη στιγμή; Άσε που ο λόγος που δεν συμπαθείς τη Ράνια είναι ότι σου έσκασε χυλόπιτα κι αυτή…»
«Δεν μου έσκασε καμία χυλόπιτα!» διαμαρτυρήθηκε ο Πέτρος που ένιωσε να ντροπιάζεται ακόμα περισσότερο μπροστά στην Ελευθερία, η οποία όλη αυτή την ώρα δεν μιλούσε, παρά άκουγε με προσοχή.
«Εμ τι τώρα…» έκανε ο Στέλιος, «Έχεις ανάγει τις προσωπικές σου συμπάθειες και αντιπάθειες σε κριτήρια για την πολιτική σου δράση!»
«Τι λες ρε μαλάκα Στέλιο!» παρενέβη τότε ο Χρήστος, «Η καριόλα ήρθε να μπει στη Θραύση, δεν την βάλαμε εμείς με το ζόρι! Και πού νόμιζε ότι μπήκε τελοσπάντων; Στη ΔΑΠ ή την ΠΑΣΠ;»
«Τι νόμιζε ότι είναι η αριστερά δηλαδή; Lifestyle όπως στα ΕΑΑΚ;» συμπλήρωσε ο Πέτρος.
«Αμάν πια με αυτή την καραμέλα των αναρχικών περί lifestyle των ΕΑΑΚ…» είπε ξεφυσώντας ο Στέλιος.
«Γιατί καραμέλα;» απόρησε ο Πέτρος, «Έχω άδικο ότι τα ΕΑΑΚ πουλάνε lifestyle;»
«Και που είναι το κακό με το αριστερό lifestyle δηλαδή;» ρώτησε τότε ο Στέλιος, που άφησε για μερικές δευτερόλεπτα άφωνους τους συνομιλητές του.
«Ορίστε;» έκανε ο Πέτρος μην μπορώντας να πιστέψει στ’ αυτιά του γι’ αυτά που άκουγε.
«Το αριστερό lifestyle μπορεί να βοηθήσει κόσμο να έρθει σε επαφή με την αριστερά» εξήγησε ψύχραιμα ο Στέλιος. «Μπορεί δηλαδή να καταστήσει τις ιδέες της αριστεράς περισσότερο προσιτές στον κόσμο. Να τους δείξει ότι εμείς οι αριστεροί δεν είμαστε περιθώριο. Ότι δεν είμαστε από άλλο πλανήτη. Ότι είμαστε άνθρωποι κι εμείς σαν όλους τους άλλους. Απλά έχουμε διαφορετική ιδεολογία. Ότι δεν είμαστε επαγγελματίες μίζεροι των Εξαρχείων…»
«Τι λαϊκιστικές απόψεις είναι αυτές ρε Στέλιο;» είπε τότε ο Πέτρος. «Δηλαδή να αρχίσουμε να φέρνουμε και χορεύτριες στα πάρτυ όπως η ΔΑΠ για να μαζεύουμε μέλη;»
«Από το να είμαστε μια παρέα σεχταριστών στο περιθώριο και χωρίς καμία απεύθυνση, εκγλωβισμένοι στα Εξάρχεια, καλύτερα να είμαστε λαϊκιστές…» ήταν η πληρωμένη απάντηση του Στέλιου, ο οποίος συνέχισε λέγοντας με νόημα: «Για πιο λόγο νομίζεις ότι ήσουν ρε Πέτρο μόνος σου στη Θραύση όλα αυτά τα χρόνια;»
Ο Πέτρος σάστισε για μια στιγμή. Το ότι η Θραύση ήταν περιθώριο και τρεις κι ο κούκος ήταν αλήθεια, όμως τι άλλο ευθύνονταν γι’ αυτό πέρα από τη σκληροπυρηνική επαναστατική της γραμμή, που οι μάζες των φοιτητών δεν ήταν έτοιμες ακόμα να ακολουθήσουν;
«Επειδή δεν είχε το κατάλληλο μάρκετινγκ δεν είχε κόσμο η Θραύση, αυτό μου λες;» ανέφερε εξίσου ειρωνικά με το συνομιλητή του ο ήρωάς μας. «Μήπως έπρεπε να προσλάβουμε τον Ψινάκη για μάνατζερ;» συμπλήρωσε, πράγμα που προκάλεσε το έντονο γέλιο του Χρήστου, ο οποίος φρόντισε ν’ απαντήσει κι αυτός με το δικό του τρόπο στο Στέλιο: «Ρε μαλάκα τα ΕΑΑΚ δεν έχουν καμία ιδεολογία, γιατί αυτοί που μπαίνουν σε αυτά μπαίνουν για να κοινωνικοποιηθούν, να κάνουν παρέες, να βρουν καμιά γκόμενα. Αλλά έλα που οι καλές οι γκόμενες πάνε μόνο με τους νταβαντζήδες, σαν αυτόν τον πουσταρά τον Ιάσονα, και για τους άλλους μένουν οι σαύρες…»
«Μα τι μαλακίες λες τώρα ρε μικρέ;» απάντησε αγακτισμένος ο Στέλιος, σαν να ήθελε να κάνει σαφές ότι ούτε ο ίδιος, ο οποίος τα είχε με τη Μαρίνα, ήταν νταβατζής, αλλά κι ούτε η Μαρίνα ήταν σαύρα επειδή τα είχε με κάποιον μη νταβαντζή όπως αυτός.
«Μικρό είναι το μάτι σου ρε μαλάκα!» φρόντισε να πει πρώτα απ’ όλα ο Χρήστος για να συνεχίσει: «Βλέπεις ότι μια τόσο ωραία γκόμενα σαν την Ιωάννα πάει με τον νταβατζή των ΕΑΑΚ! Γιατί δεν πάει με τον Πέτρο; Επειδή δεν είναι νταβατζής. Δεν έχει ολόκληρο δίκτυο με μαλάκες από πίσω του όπως ο άλλος! Έχω άδικο τελικά ότι οι γυναίκες γουστάρουν τους νταβατζήδες;»
Ο Στέλιος έκανε μια παύση δύο δευτερολέπτων για να πάρει μια ανάσα και να πει κατόπιν κάτι που έμοιαζε σοφό: «Αν οι γυναίκες γουστάρουν τους νταβατζήδες, τότε αυτό γίνεται επειδή οι άνδρες γουστάρουν τις πουτάνες…»

Η παρέα ξαφνικά πάγωσε. Ο Στέλιος είχε διατυπώσει μια πρωτόγνωρη για έναν άνδρα άποψη, για την οποία οποιοσδήποτε άλλος συνομιλητής του πέραν του αντισεξιστή Πέτρου, θα του πρόσαπτε αμέσως έναν από τους χαρακτηρισμούς «φλώρο», «μαλάκα» ή «αδερφή». Όπως και ο Χρήστος, που φάνηκε να θέλει να διαμαρτυρηθεί έντονα γι’ αυτά που άκουγε και να σούρει στον φίλο του τα εξ αμάξης για τις κάθε άλλο παρά ανδροπρεπείς απόψεις του.

«Πάρε για παράδειγμα τον Πέτρο» συνέχισε ο Στέλιος μην αφήνοντας το Χρήστο να πει αυτό που θα ‘λεγε, αν είχε όντως σκοπό να πει κάτι. «Με ποιες γκόμενες κόλλησε; Την Ράνια και την Ιωάννα. Η πρώτη τού φέρθηκε σαν καριόλα όπως λέτε, και δεν έχω λόγο να το αμφισβητώ. Η δεύτερη δεν του ξεκαθάρισε ότι παίζει κατάσταση με άλλον και αντ’ αυτού του ‘δωσε ψευδείς ελπίδες. Κι ο Πέτρος τι βρήκε πάνω τους πέρα από την ομορφιά τους;»
«Όχι και όμορφη ρε μαλάκα η Ράνια ο μπόγος!» ξέσπασε τότε ο Χρήστος, έλκοντας το εν ίδει περιέργειας βλέμμα δυο διερχόμενων νεαρών στην πλατεία, που, αμέσως αν και δεν ήξεραν ποια ήταν η Ράνια, έβαλαν τα γέλια.
Ο Πέτρος, που όλη αυτή την ώρα ένιωθε να ξεφτιλίζεται από αυτά που άκουγε, είχε επίγνωση ότι η θεματολογία της συζήτησης μπορεί να προκαλούσε την αποστροφή της σιωπηλής για ώρα Ελευθερίας, η οποία υπολείπονταν σε ομορφιά ακόμα και της Ράνιας, αν και η ίδια δεν είχε δείξει να δυσφορεί μέχρι στιγμής. Φρόντισε όμως ο Χρήστος με τη χαρακτηριστική του ανωριμότητα να την κάνει να δυσφορήσει ρωτώντας την: «Εσύ Ελευθερία τι γνώμη έχεις για τις πουτάνες; Πιστεύεις ότι οι άνδρες τις γουστάρουν;»
«Να πάνε να γαμηθούν οι πουτάνες, αρκετά μιλήσαμε για δαύτες» είπε τότε ο Πέτρος σε μια προσπάθειά του να αλλάξει θέμα στην κουβέντα· ήταν προφανές ότι εννοούσε τις πουτάνες στην ψυχή, και όχι τις επαγγελματίες ιερόδουλες, τις οποίες εκτιμούσε βαθιά ως εργαζόμενες και ενστερνίζονταν πλήρως την άποψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ ότι ήταν οι πρώτες χειραφετημένες γυναίκες στην ιστορία.
«Ας δούμε τι θα κάνουμε τώρα με τους κνίτες, που ‘ναι ένα θέμα που καίει…» συμπλήρωσε ο ίδιος στο καπάκι.
«Προτείνω να κάνουμε την πάπια για λίγο καιρό και βλέπουμε…» είπε ο Στέλιος.
«Σωστά, κι εγώ αυτό λέω» συμπλήρωσε ο Πέτρος, αρκετά πιο ανακουφισμένος σε σχέση με πριν.

Στο νου του ηγέτη της Θραύσης ήρθε τότε η ιδέα να ζητήσει αστυνομική προστασία απέναντι στους κνίτες. Αλήθεια, θα μπορούσε ένας αγωνιστής της κλάσης του να ζητήσει την προστασία του αστικού κράτους, του οποίου ήταν ορκισμένος εχθρός, απέναντι στους σταλινικούς γραφειοκράτες του κινήματος ή αυτομάτως θα ακυρώνοντας ως αριστερός επαναστάτης; Ο Τρότσκι όμως πώς είχε ζητήσει και λάβει την προστασία της μεξικάνικης αστυνομίας προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δράση των πρακτόρων του Στάλιν που επιχειρούσαν να τον δολοφονήσουν; Μήπως τελικά ήταν κι αυτός ένας αντεπαναστάτης όπως του καταλογίζουν οι σταλινικοί;

«Δεν πηγαίνουμε σιγά σιγά γιατί έχει περάσει η ώρα;» έκανε τότε ο Στέλιος, καθώς σηκωνόταν από το παγκάκι.
«Ναι έχεις δίκιο» έκανε ο Πέτρος, και σηκώθηκε κι αυτός, όπως και οι άλλοι δύο της παρέας.
«Θα με πετάξεις σπίτι ρε μαλάκα;» είπε τότε ο Χρήστος στο Στέλιο.
«ΟΚ» είπε ο Στέλιος, ρωτώντας στη συνέχεια από ευγένεια τους άλλους δύο: «Θέλετε να σας πετάξω πουθενά;»
«Εγώ μένω εδώ κοντά, οπότε δεν έχει νόημα. Ευχαριστώ πολύ πάντως» απάντησε ο Πέτρος με τη χαρακτηριστική του ευγένεια.
«Εγώ μένω Ηλιούπολη» είπε η Ελευθερία, «θα πάω με μετρό στη Δάφνη και από κει με λεωφορείο»
«ΟΚ λοιπόν» έκανε ο Στέλιος, συμπληρώνοντας: «Να κανονίσουμε συνδιάσκεψη για τη Θραύση κάποια στιγμή, έτσι;»
«Μετά την εξεταστική όμως!» σημείωσε ο Πέτρος. «Έχω να δώσω τα κέρατά μου από μαθήματα και αποφάσισα να στρωθώ…»
«Και που ‘σαι ρε μαλακά» είπε ο Στέλιος πλησιάζοντας τον Πέτρο στ’ αυτί: «Ψήσου να έρθει και η Ράνια στο σχήμα…»
«Χμ… Καλά, θα δούμε» έκανε εντελώς απαξιωτικά ο Πέτρος, πράγμα που ο Στέλιος εξέλαβε ως «Ναι».

Με τα πολλά, ο Χρήστος κι ο Στέλιος είχαν πάει προς το αμάξι του τελευταίου και ο Πέτρος είχε μείνει μόνος με την Ελευθερία.
«Αν θες έρχομαι ως το μετρό στην Πανεπιστημίου για παρέα…» είπε ο αβρός αγωνιστής, ανάβοντας παράλληλα τσιγάρο.
«Ευχαριστώ, δεν είναι ανάγκη» αποκρίθηκε η Ελευθερία.
«Είναι ανάγκη, γιατί αν γυρίσω σπίτι από τώρα, θα φάω στη μάπα τη μάνα μου» εξήγησε ο Πέτρος, συμπληρώνοντας: «Έχει έρθει απ’ τη Χαλκίδα να με νταντέψει για την εξεταστική και μου χει σπάσει τα νεύρα… Άστα»
Η Ελευθερία απλώς χαμογέλασε.

Οι δύο νέοι ξεκίνησαν να ανηφορίζουν την Ανδρέα Μεταξά, περπατώντας άλλοτε στο δρόμο και άλλοτε στο στενό πεζοδρόμιο της δεξιάς πλευράς του δρόμου, όταν δεν βρίσκονταν κάποιο αυτοκίνητο παρκαρισμένο πάνω σ’ αυτό. Στο νου του ενός από τους δύο είχαν σφηνωθεί η άποψη που είχε εκφράσει πριν από λίγο ο Στέλιος. Όχι αυτή που έλεγε ότι οι άνδρες γουστάρουν τις πουτάνες, πράγμα που –σύμφωνα με το Στέλιο πάντα– επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Πέτρος με το ενδιαφέρον που έδειξε στη Ράνια και την Ιωάννα, παρά εκείνη περί αριστερού lifestyle και της υποτιθέμενης αναγκαιότητας υιοθέτησης του από μια αριστερή οργάνωση. «Μα τόσο παρτάκιας είναι» σκέφτηκε ο Πέτρος για τον αγιοπαρασκευιώτη σύντροφό του, «που δεν έχει καταλάβει το πόσες θυσίες πρέπει να είναι σε θέση να κάνει ένας επαναστάτης για την υπόθεση του σοσιαλισμού;». Αμ το άλλο επιχείρημά του, ότι η Θραύση ήταν τρεις κι ο κούκος επειδή δεν πούλαγε προς τα έξω κάποιο lifestyle; Αυτό κι αν ήταν ιδεολογικό φάουλ. Η Θραύση ήταν μια sui generis επαναστατική οργάνωση, με μέλη ολόψυχα δοσμένα στο σκοπός της επανάστασης που ανά πάσα στιγμή ήταν σε θέση να δώσουν ακόμα και την ίδια τους τη ζωή αν χρειαζόταν. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να κάνουν οποιαδήποτε έκπτωση επί αυτού ώστε να στρατολογήσουν κι άλλα μέλη με ασθενέστερη ιδεολογική συγκρότηση απ’ τους ίδιους; Θα μπορούσε ένα κόμμα πού θα έβλεπε την αριστερά ως lifestyle να διεξάγει τη νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία όπως τα κατάφερε επάξια το κόμμα των αφοσιωμένων –ψυχή τε και σώματι– επαγγελματιών επαναστατών μπολσεβίκων;

Ναι, αλλά μήπως οι επαγγελματίες επαναστάτες ήταν αυτοί που προκάλεσαν τη γραφειοκρατικοποίηση και εν τέλει την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης; Ο Τρότσκι, όσο ήταν ακόμα σοσιαλδημοκράτης μενσεβίκος, είχε δηλώσει προφητικά ότι οι μέθοδοι του Λένιν οδηγούν στην αντικατάσταση του λαού από το κόμμα, του κόμματος από την Κεντρική Επιτροπή και της Κεντρικής Επιτροπής από το Γενικό Γραμματέα. Τι έκανε όμως ο Τρότσκι αργότερα, όταν προσχώρησε στο κόμμα των μπολσεβίκων; Υπερκέρασε τον ίδιο το Λένιν σε γραφειοκρατικότητα, υποστηρίζοντας ακραίες συγκεντρωτικές θέσεις όπως την κρατικοποίηση των συνδικάτων και την στρατιωτικοποίηση της εργασίας, ενώ δεν δίστασε να τσακίσει με αμείλικτο τρόπο την εξεγερμένη Κροστάνδη, ανοίγοντας έτσι κι αυτός με τον τρόπο του το δρόμο στο σταλινισμό. Είχε, παρ’ όλα αυτά, διαβλέψει σωστά την ουσία του σταλινικού φαινομένου την οποία και κατέγραψε αναλυτικότητα σε μνημειώδη έργα του, όπως τα Εγκλήματα του Στάλιν και η Προδομένη Επανάσταση… Η Προδομένη Επανάσταση! Ο ήρωάς μας τότε διαπίστωσε με αγανάκτηση ότι έχασε την ευκαιρία να υπενθυμίσει στο Χρήστο, με τον οποίο ήταν μαζί μέχρι πριν από λίγο, να του την επιστρέψει επειγόντως την επόμενη φορά που θα τον συναντούσε. «Αυτό το βιβλίο τελικά πρέπει να έχει κάνει το γύρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς καμιά δεκαριά φορές ως τώρα…» σκέφτηκε ο Πέτρος και γέλασε μόνος του.

«Γιατί γελάς;» ρώτησε τότε η Ελευθερία το μεγάλο αγωνιστή.
«Ε τίποτα, κάτι θυμήθηκα» απάντησε ο Πέτρος, συμπληρώνοντας: «μια μαλακία ήταν, όχι τίποτα σημαντικό…»
«Μάλιστα…» απάντησε νωχελικά η Ελευθερία.
Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και η Ελευθερία επανήλθε με μια νέα ερώτηση: «Είσαι τροτσκιστής;»
Ο Πέτρος ξαφνιάστηκε.
«Πού ήξερε ότι σκεφτόμουν τον Τρότσκι;» αναλογίστηκε, «Στο μυαλό μου μπήκε;»
«Πώς σου ήρθε αυτό;» τη ρώτησε τελικά χαμογελώντας από αμηχανία.
«Επειδή σε άκουσα πριν να τον αναφέρεις…» εξήγησε η Ελευθερία.
«Α ναι. Τώρα θυμήθηκα» αποκρίθηκε ο Πέτρος, νιώθοντας ανακουφισμένος που η γυναικεία διαίσθηση, όσο ισχυρή κι αν ήταν, δεν ήταν σε θέση να διαβάσει τις σκέψεις του. «Όχι, δεν είμαι τροτσκιστής. Καμία σχέση…»
«Στο κόμμα μάς λένε ότι ο Τρότσκι ήταν προδότης και οπορτουνιστής» ανέφερε η Ελευθερία.
«Ε καλά, στο ΚΚΕ τι περιμένεις…» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Τα ίδια λένε και για μια σειρά άλλους επαναστάτες: τον Άρη Βελουχιώτη, τον Τίτο, τον Μάο Τσε Τουνγκ… Γενικά οποιονδήποτε διαφοροποιείται από τον ορθόδοξο σοβιετικό κομμουνισμό». Αν και ήθελε, ο ήρωάς μας ντράπηκε να συμπεριλάβει τον εαυτό του στο πάνθεον των προαναφερθέντων μη ορθόδοξων επαναστατών που έχουν αφοριστεί από το ΚΚΕ.
«Σε τι ακριβώς διαφοροποιείται η Θραύση από την ΠΚΣ;» ρώτησε τότε η Ελευθερία.
«Χμ… μεγάλη κουβέντα…», έκανε ο Πέτρος, ωστόσο θεώρησε σκόπιμο να εξηγήσει εν συντομία κάποια βασικά πράγματα μέχρι να φτάσουν στο σταθμό του μετρό: «Εμείς στη Θραύση πιστεύουμε στο ακηδεμόνευτο φοιτητικό κίνημα, ενώ η ΠΚΣ απλώς μεταβιβάζει τη γραμμή του ΚΚΕ, το οποίο ΚΚΕ δεν μπορεί να φανταστεί ένα κίνημα πέρα κι έξω από την ασφυκτική του καθοδήγηση. Αυτή είναι μια βασική μας διαφορά με την ΠΚΣ…»
«Μάλιστα» έκανε η Ελευθερία. «Και πιστεύεις ότι αυτό μπορεί να γίνει;»
«Ποιο» ρώτησε ο Πέτρος που δεν κατάλαβε τι εννοούσε η συνομιλήτριά του.
«Το να φτιαχτεί ένα φοιτητικό κίνημα που να μην καθοδηγείται από κάποιο κόμμα» εξήγησε η Ελευθερία.
«Ααα κατάλαβα» έκανε ο Πέτρος, για να απαντήσει: «Είναι εφικτό αλλά θέλει δουλειά. Δεν είναι εύκολη υπόθεση…»
«Ναι, αλλά μπορεί ένα κίνημα να τα βγάλει πέρα χωρίς ηγεσία;» ρώτησε τότε η Ελευθερία.
«Άλλο επαναστατική ηγεσία, άλλο γραφειοκρατική εξουσία» δήλωσε με σημασία ο Πέτρος, που για τον ίδιο αυτά τα ζητήματα ήταν ληγμένα από την πρώτη στιγμή κιόλας που ίδρυσε τη Θραύση, που αν δεν τα είχε, δεν θα την ίδρυε παρά θα παρέμενε μέλος των ΕΑΑΚ.
«Σ’ εμάς στο κόμμα σκοπίμως ταυτίζουν αυτά τα δύο» εξήγησε η Ελευθερία. «Μάλιστα έχουν την τάση να τα αποδίδουν όλα αυτά στο Λένιν, ότι δηλαδή ο Λένιν είπε για την δημοκρατικό συγκεντρωτισμό άρα πρέπει να υπακούμε στις αποφάσεις της ηγεσίας»
«Αυτό που υπάρχει στο ΚΚΕ δεν είναι δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, είναι σκέτος συγκεντρωτισμός» είπε ο Πέτρος. «Δημοκρατικός συγκεντρωτισμός σημαίνει να συνδιαμορφώνουμε όλοι μαζί μια κοινή θέση και στο τέλος να είμαστε υποχρεωμένοι να την εφαρμόσουμε. Στο ΚΚΕ ποιος άλλος συνδιαμόρφωσε άποψη πέρα από την Κεντρική Επιτροπή, για να μην πω το Πολιτικό Γραφείο;»
«Έχεις δίκιο» απάντησε η Ελευθερία, «Κανείς όμως από τους κνίτες δεν έχει το σθένος να αμφισβητήσει αυτό το μηχανισμό και να διαφωνήσει με τη γραμμή. Εμείς τα απλά μέλη ουσιαστικά παίζουμε το ρόλο του κομπάρσου στο κόμμα…»
«Δεν θ’ αργήσει ο καιρός που οι μάζες θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο…» σημείωσε βαρύγδουπα ο μεγάλος μας επαναστάτης, και τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά από το τσιγάρο του.

Με τα πολλά, οι δύο νέοι έφτασαν στο σταθμό ‘Πανεπιστήμιο’ του Μετρό.
«Λοιπόν, χάρηκα πολύ που τα ‘παμε» είπε ο Πέτρος χαιρετώντας την Ελευθερία.
«Κι εγώ χάρηκα» απάντησε η Ελευθερία σημειώνοντας με νόημα: «Και κυρίως σ’ ευχαριστώ που με προστάτευσες από τους κνίτες. Είσαι στ’ αλήθεια πολύ γενναίος», και αφού έκανε ένα νεύμα εν ίδει χαιρετισμού, άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά του σταθμού.

Ο Πέτρος είχε κοκκινίσει ακούγοντας την Ελευθερία να τον αποκαλεί «γενναίο». Όχι βέβαια πως το θάρρος του αγωνιστή μας επιδέχονταν οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Κάθε άλλο. Ήταν απλά που τον αποκάλεσε έτσι μια κοπέλα. Που βέβαια μπορεί να μην ήταν όμορφη, όμως δεν παύει να γοητεύει έναν άνδρα όταν τον παινεύουν άτομα του άλλου φύλου. Που επίσης αν ήταν όμορφη, θα μπορούσε να ζητούσε το τηλέφωνό της ή, δεδομένου ότι ήταν και αριστερή, να της πρότεινε να συμμετάσχει κι αυτή στη Θραύση. Και ήταν αλήθεια πραγματική αριστερή, με επαρκείς γνώσεις και σοβαρές αρχές, και ο Πέτρος μπορούσε να το αντιληφθεί από το λίγο που τη γνώρισε. Όχι σαν τις άλλες δύο, τη Ράνια και την Ιωάννα, που η μεν πρώτη ήταν αστοιχείωτη και αντιδραστική, η δε δεύτερη απλώς ηλίθια, και οι οποίες του φέρθηκαν με το χειρότερο τρόπο. Όμως ο ίδιος κόλλησε μ’ αυτές, και όχι με την Ελευθερία. Το μυαλό του ήρωά μας στοίχειωσε τότε η πρώτη εκ των δύο ατακών που διατύπωσε ο Στέλιος σήμερα· ότι οι άνδρες γουστάρουν τις πουτάνες. Που πουτάνες όμως τη Ράνια και την Ιωάννα δεν θα μπορούσες να τις πεις, ωστόσο η συμπεριφορά τους απέναντί στον Πέτρο ήταν σίγουρα πουτανίστικη. Ενώ η καθόλα άψογη Ελευθερία είχε την ατυχία να μην είναι όμορφη, και δεν τράβηξε καν την προσοχή του…

«Έχω εξεταστική τώρα, δεν υπάρχει χρόνος για γκόμενες…» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος προκειμένου να δικαιολογήσει τη στάση του, και πήρε την κατιούσα για το σπίτι του…

* * *

Η ώρα είχε πάει 13.15 και ο Πέτρος καθόταν στο –εδώ και μερικές μέρες που είχε έρθει η μάνα του πεντακάθαρο– γραφείο του και διάβαζε. Ή μάλλον, προσποιούνταν ότι διάβαζε. Είχε απηυδήσει με το βιβλίο του Ηλεκτρομαγνητισμού, αυτό το ογκώδες βιβλίο που για να το μάθει κάποιος καλά έπρεπε να αφιερώσει τουλάχιστον ένα εξάμηνο εντατικού διαβάσματος. Ο Ηλεκτρομαγνητισμός ήταν το πρώτο κατά σειρά μάθημα, που έδινε αύριο, και μετά απ’ αυτόν το χάος… Στατική, Αστροφυσική, Φυσική Στερεάς Κατάστασης, Κβαντομηχανική, Θεωρία της Σχετικότητας, Προγραμματισμός, Διαφορικός Λογισμός, Ολοκληρωτικός Λογισμός, Ανόργανη Χημεία, Οργανική Χημεία και ένα σωρό ακόμα ακόμα μαθήματα συνωστίζονταν στη λίστα με αυτά που χρωστούσε.

Ο ήρωάς μας πλήρωνε τώρα τα σπασμένα των προηγούμενων ετών. Το μαρτύριό του δεν είχε καλά καλά αρχίσει, και είχε πανικοβληθεί. Του άξιζε αλήθεια τέτοια τιμωρία; Σε αυτό το ερώτημα δεν μπορούσε να απαντήσει με σιγουριά. Σίγουρα φέρει προσωπική ευθύνη για την κατάντια του, αλλά δεν θα μπορούσε να μη λάβει υπόψη του και την κατάφωρη ευθύνη του σαθρού εκπαιδευτικού συστήματος που τον είχε βάλει σε αυτό το λούκι. Και αν πράγματι έφταιγε το εκπαιδευτικό σύστημα –που έφταιγε σίγουρα, δεν τίθεται θέμα– πώς θα μπορούσε να αλλάξει αυτή η κατάσταση ώστε να μην ξαναταλαιπωρηθεί στο μέλλον; Μα φυσικά μέσω της εκ βάθρων αλλαγής του συστήματος αυτού. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτή η εκ βάθρων αλλαγή; Μα ύστερα από μεγαλειώδη κινητοποίηση του φοιτητικού κινήματος, που θα αμφισβητούσε τόσο το υπάρχον σύστημα όσο και τις αντιδραστικές αλλαγές που ετοίμαζε για φέτος το Υπουργείο Παιδείας. Αλλά προς το παρόν, που οι συλλογικές αντιπροτάσεις απουσίαζαν, ο Πέτρος έπρεπε να καταφύγει σε ατομικές λύσεις της στιγμής, τουτέστιν να στρώσει τον κώλο του κάτω και να διαβάσει. Όμως ακόμα κι αυτό του ήταν αδύνατο.

Σαν να μην του έφταναν όλ’ αυτά, είχε και το άγχος των κνιτών που τον κυνηγούσαν να τον δείρουν. Ήλπιζε ωστόσο πως δεν θα τον αναζητούσαν στην αυριανή εξέταση, μιας και γνωρίζοντας την διαχρονική αποστασιοποίησή του από τη σχολή, δεν θα πίστευαν ποτέ ότι ο ίδιος θα κατέβαινε να δώσει κάποιο μάθημα στην εξεταστική.

Έχοντας ξοδέψει λοιπόν ένα ακόμα άκαρπο πρωινό μπροστά από τα βιβλία της σχολής, ο μεγάλος μας επαναστάτης ένιωσε τα ρουθούνια του να διαπερνούνται από τη σαγηνευτική μυρωδιά του κοτόπουλου που εκείνη την ώρα μαγείρευε η μητέρα του στην κουζίνα.

«Θα συνεχίσω μετά το φαγητό» είπε μέσα του.

Με μιας ο Πέτρος έκλεισε το βιβλίο του Ηλεκτρομαγνητισμού, από το οποίο είχε καταφέρει να διαβάσει μόνο την πρώτη παράγραφο από το εισαγωγικό κεφάλαιο, και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.

«Πώς πάει το διάβασμα αγόρι μου;» του είπε η μάνα του καθώς αντιλήφθηκε το γιόκα της να μπαίνει στην κουζίνα.
«Φανταστικά μάνα, τι να σου λέω!» αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Έβγαλα όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου!»
Είναι γεγονός ότι ως πρώτο μέρος εννοούσε την πρώτη παράγραφο της εισαγωγής, αλλά δεν θεώρησε σκόπιμο να το διασαφηνίσει στη μητέρα του για να μην την πληγώσει. Όπως δεν κάθισε ποτέ να της εξηγήσει ότι δεν χρωστούσε μόνο 8 μαθήματα που έλεγε αλλά 38.
«Αχ μπράβο το αγόρι μου!» είπε η κυρα-Μαρία στον Πέτρο και έτρεξε να τον αγκαλιάσει.
«Σιγά ρε μάνα!» έκανε ο Πέτρος προσπαθώντας να συγκρατήσει τη μάνα του που είχε ενθουσιαστεί και δεν έλεγε να τον αφήσει από την αγκαλιά της.
«Άσε με κι εμένα να χαρώ, μανούλα σου είμαι!» αναφώνησε με συγκίνηση η κυρα-Μαρία.
«Τι ώρα θα φάμε;» ρώτησε τότε ο Πέτρος.
«Έχει ώρα ακόμα το φαγητό» απάντησε η μητέρα του, «πήγαινε να συνεχίσεις το διάβασμά σου και θα σε φωνάξω όταν είναι»
«Δεν μπορώ ρε μάνα, κουράστηκα τόσες ώρες» απάντησε ο Πέτρος.
«Μα πώς κουράστηκες; Αφού στις 12 σε ξύπνησα και τώρα είναι 1 και τέταρτο ακόμα!» απόρησε η κυρα-Μαρία.
«Ε διάβασα εντατικά ρε μάνα» είπε ο Πέτρος. «Τουλάχιστον άσε με να φτιάξω ένα καφέ…»
«Κι άλλο καφέ Πέτρο;» φώναξε η μητέρα του, «έχεις πιει ήδη έναν!»
«Δεν παθαίνω τίποτα, μην ανησυχείς» απάντησε αποφασιστικά ο Πέτρος, και άρπαξε με μιας τα απαραίτητα συμπράγκαλα (κούτα του νες καφέ, κούπα, μπρίκι, κουταλάκι) για να φτιάξει το δεύτερο για σήμερα καφέ του.

Πριν προλάβει καλά καλά να γεμίσει το μπρίκι με νερό, το κινητό του άρχισε να χτυπάει δαιμονισμένα στην τσέπη του. Η αναγνώριση κλήσης έδειχνε… Ράνια! Ένα κύμα οργής πλημμύρισε τότε τον Πέτρο. Οι προβλέψεις του Ανδρέα εκείνο το βράδυ ότι η Ράνια θα συνεχίσει να τον περιτριγυρίζει έδειχναν να επιβεβαιώνονται πλήρως. Τελικά, έχοντας ως πυξίδα τη λογική και όχι κάποιο παρορμητικό συναίσθημα της στιγμής, εισάκουσε τη συμβουλή του Ανδρέα να την αγνοήσει και αποφάσισε να μην σηκώσει το τηλέφωνο. Το τελευταίο όμως συνέχιζε να χτυπάει επ’ αόριστον.

«Γιατί δεν το σηκώνεις το τηλέφωνο;» ρώτησε τότε κυρα-Μαρία με τη χαρακτηριστική της αφέλεια.

Ο Πέτρος δεν γούσταρε να δώσει αναφορά για το ποιος τον καλούσε και για ποιο λόγο ο ίδιος δεν ήθελε να απαντήσει στην κλήση. Το θεωρούσε ως επί το πλείστον ποταπό ένας αγωνιστής της κλάσης του να συζητάει τέτοια ζητήματα με τη μάνα του. Έπρεπε λοιπόν να σκαρφιστεί μια δικαιολογία.

«Λάθος έχουν κάνει» είπε.
«Μα πώς λάθος Πέτρο;» απόρησε η μάνα του.
Ο Πέτρος είχε εκστομίσει μια εντελώς ηλίθια δικαιολογία και έπρεπε τώρα να επινοήσει κάποια άλλη.
«Δεν θέλω να διαταράξουν την ησυχία μου, τώρα που διαβάζω!» προφασίστηκε αυτή τη φορά, σε πιο σουρεαλιστικό πνεύμα από πριν.
«Ναι, αλλά μπορεί κάποιος να σε θέλει να σου μιλήσει…» συνέχισε η κυρα-Μαρία.
«Ναι, αλλά εγώ θέλω να διαβάσω!» δήλωσε αποφασιστικά ο Πέτρος.
«Μα δεν έλεγες μόλις πριν ότι κουράστηκες;» είπε η κυρα-Μαρία, «Τι σε έπιασε τώρα;»
Εκείνη την ώρα το κινητό του σταμάτησε να χτυπάει.
«Σταμάτησε…» είπε τότε ο Πέτρος, «Αν θέλουν κάτι σημαντικό θα ξαναπάρουν αργότερα»

Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, και το κινητό ξανάρχισε να χτυπά.
«Ρε γαμώ το κέρατο» σκέφτηκε ο Πέτρος, «δεν το βάζει κάτω η γαμιόλα!»
«Πέτρο αγόρι μου σήκωσε το τηλέφωνο και πες τους ότι διαβάζεις!» εξήγησε η μητέρα του τότε, «Μην τους αφήνεις να περιμένουν! Μπορεί όντως να θέλουν κάτι σημαντικό!»
Ο Πέτρος, όμως, αγνόησε την παραίνεση της μητέρα του και απλώς απενεργοποίησε το κινητό.
«Θέλω να φτιάξω ένα καφέ κι εγώ ο φουκαράς!» φώναξε στη συνέχεια, «Δεν μπορεί να με ενοχλεί ο καθένας όταν φτιάχνω καφέ!», και έβαλε μπρος να φτιάξει τον καφέ του.
Η μάνα του μεγάλου αγωνιστή σταυροκοπήθηκε, ως θρησκόληπτη κατίνα που ήταν.
«Μνήστητι μου κύριε» αναφώνησε, «δεν μπορώ να καταλάβω τι σε έχει πιάσει!»
Ο Πέτρος απλώς την αγνόησε ως συνήθως.
Μέσα σε λίγη ώρα ο μεγάλος αγωνιστής είχε ετοιμάσει έναν ακόμα νες γλυκό με γάλα και κατευθύνθηκε πίσω στο υπνοδωμάτιο.

Η ώρα με τα πολλά είχε πάει 1 και 35, και ο Πέτρος, έκανε μια ακόμα φιλότιμη προσπάθεια να διαβάσει και τη δεύτερη παράγραφο της εισαγωγής του Ηλεκτρομαγνητισμού. Αντιλαμβανόμενος όμως την ανιαρότητα του σχετικού εγχειρήματος, έβαλε να ακούσει λίγο ραδιόφωνο, ίσα για να του κρατάει λίγη συντροφιά σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές του διαβάσματος. Η βελόνα του πεπαλαιωμένου ραδιοκασετόφωνου του μεγάλου επαναστάτη ήταν σταθερά κολλημένη στον Atlantis FM, έναν σταθμό διαφορετικό από τους υπόλοιπους που κάθε δέκα λεπτά έβαζαν διαφημίσεις, ή που προσέφεραν την εκπομπή παρέα με ένα μπουκάλι ουίσκι συγκεκριμένης μάρκας. Ο Atlantis δεν είχε τέτοια. Ήταν ένας σταθμός που όχι μόνο οι διαφημίσεις που έβαζε ήταν ελάχιστες, κι αυτές μόνο κάθε μισή ώρα, αλλά και τα παιδιά που δούλευαν σ’ αυτόν ήταν αυθεντικά άτομα και δεν φλομώναν τον κόσμο με εξυπναδίστικες ατάκες υπαγορευμένες από το κυρίαρχο lifestyle, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι παρουσιαστές ραδιοφωνικών εκπομπών σε αντίπαλους σταθμούς. Ήταν επίσης ένας σταθμός που έβαζε τη μουσική που ζητούσαν οι ακροατές και μόνο αυτή. Που βέβαια για να τους στείλεις μήνυμα με το τραγούδι της επιλογής σου κόστιζε ένα ευρώ, αλλά και στους άλλους σταθμούς το ίδιο δεν κόστιζε;

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή της εκφωνήτριας της εκπομπής να λέει: «…και προχωρούμε στο επόμενο κομματάκι μας που ζήτησε ο φίλος μας ο Θωμάς από Μενίδι, και το αφιερώνει στην Πηνελόπη του όπως λέει. Το Fear of the Dark από Iron Maiden…»

«Έλεος ρε πούστη μου!» σκέφτηκε τότε ο Πέτρος, «αυτά τα ακούγαμε στο γυμνάσιο!». Και όντως, το συγκεκριμένο τραγούδι, που κάποτε σήμαινε πολλά για τον ήρωά μας, τώρα φάνταζε ως ξεπερασμένο, ως σήμα κατατεθέν μιας άλλης εποχής που κάποιοι αρνούνταν να αποδεχτούν ότι έχει παρέλθει. Μπορείς όμως από την άλλη να βάλεις πλαφόν στα κομμάτια που ζητάει ο κόσμος και να τους υποδείξεις τι πρέπει να ακουστεί και τι όχι; Μήπως έτσι δηλαδή υποπίπτεις στην κατηγορία των άλλων, εμπορικών σταθμών, που αποφασίζουν και διατάζουν τι θα ακούσουν οι ακροατές τους, με μόνο γνώμονα τα φράγκα που τους έχουν σκάσει οι δισκογραφικές;

Ενώ λοιπόν το ραδιόφωνο έπαιζε το Fear of the Dark και ο Πέτρος έπινε αργά τον καφέ του προσπαθώντας να αποσαφηνίσει την τρίτη πρόταση της δεύτερης παραγράφου του βιβλίου, εκείνη λοιπόν τη στιγμή η μητέρα του μεγάλου αγωνιστή μπήκε στο δωμάτιό του λέγοντάς του: «Πέτρο σε ζητάνε στο τηλέφωνο!»
«Στο τηλέφωνο;» απόρησε ο Πέτρος. «Ποιος είναι;»
«Μια κοπέλα είναι…» απάντησε η κυρα-Μαρία.
«Κοπέλα;» ρώτησε με απορία ο Πέτρος, για να κάνει αμέσως τον απαραίτητο συνειρμό: «Ρε τη καριόλα πήρε στο σταθερό τελικά!»
«Ποια λες; Γιατί την λες έτσι την κοπέλα;» ρώτησε η κυρα-Μαρία.
«Ρε μάνα, τι ανακατεύεσαι εσύ;» φώναξε ο Πέτρος, «Όπως γουστάρω θα την λέω! Σου είπε τι ήθελε;»
«Όχι αγόρι μου, τι να μου πει;» αποκρίθηκε η μάνα του αγωνιστή. «Θα έρθεις να της μιλήσεις;»
«Πες της ότι δεν μπορώ τώρα!» εξήγησε νευριασμένος ο Πέτρος.
«Μα δεν μπορώ να της πω ψέματα, είναι αμαρτία το κορίτσι!» απάντησε η κυρα-Μαρία.
«Πες της ότι διαβάζω!» φώναξε ακόμα πιο δυνατά ο Πέτρος, για να αυτοδιορθωθεί σε ποιο χαμηλό τόνο: «Μάλλον όχι γιατί θα γελάει με την πάρτη μου… Πες της ότι κοιμάμαι!»
«Πέτρο δεν μπορώ να λέω ψέματα στον κόσμο! Σε παρακαλώ, σήκω να της μιλήσεις εσύ!» του είπε η μητέρα του με ένα παρακλητικό και συνάμα και επιβλητικό τόνο στη φωνή της.
Ο Πέτρος άρχισε τότε να παίρνει πραγματικά ανάποδες.
«Χμ… Καλά πάω να τη βρίσω!» είπε, ρίχνοντας ένα άγριο βλέμμα στη μάνα του που τον έμπλεξε έτσι.
«Όχι Πέτρο! Μη!» φώναξε τότε η μητέρα του βλέποντας το γιο της να τρέχει νευριασμένος στο σαλόνι, αλλά μάταια.

«Εμπρός!» φώναξε ο Πέτρος με όλη του τη δύναμη καθώς σήκωνε το ακουστικό του τηλεφώνου.
Άκρα του τάφου σιωπή από την άλλη άκρη.
«Εμπρός!» φώναξε και πάλι, με ακόμα περισσότερη ένταση αυτή τη φορά, αλλά ούτε και τώρα πήρε απάντηση.
Δίπλα του η μάνα του, που μόλις είχε φτάσει κι αυτή στο σαλόνι, τον εκλιπαρούσε με λυγμούς να συγκρατηθεί. Το μόνο που κατάφερε όμως ήταν να τον εξοργίσει ακόμα περισσότερο.
«Εμπρός γαμώ την Παναγία μου λέμε! Εμπρός γαμώ το Χριστό μου! Θα μιλήσεις επιτέλους;» ούρλιαξε ο ανυποχώρητος αγωνιστής.
Η κυρα-Μαρία δίπλα είχε καταρρεύσει.
«Αχ Παναγία μου! Αχ Χριστέ μου!» έλεγε συνέχεια.
«Γαμώ την Παναγία μου! Γαμώ το Χριστό μου!» φώναζε ο Πέτρος στο τηλέφωνο.
Ένα παρατεταμένο ‘τουτ τουτ τουτ’ ακούστηκε ξαφνικά από την άλλη άκρη, που σήμαινε, αν μη τι άλλο, ότι αυτός ή μάλλον αυτή που είχε πάρει τηλέφωνο το είχε σκυλομετανιώσει.

«Γιατί την έβρισες αγόρι μου την κοπέλα;» είπε τότε κλαίγοντας η μάνα του Πέτρου, που για να μην λιποθυμήσει από τη στενοχώρια της κάθισε άρον-άρον στον καναπέ. «Με αυτά που κάνεις δεν πρόκειται να παντρευτείς ποτέ!»
Τα λόγια αυτά της μητέρας του έκανα τον Πέτρο να αλλάξει δεκαπέντε χρώματα.
«Μάνα είσαι υπερβολικά ηλίθια!» της απάντησε νευριασμένος.
«Μα γιατί με βρίζεις αγόρι μου;» συνέχισε το μοιρολόι η κυρα-Μαρία. «Τι σου έχω κάνει; Να παντρευτείς σου ζήτησα!»
«Χέσε με ρε μάνα! Δεν θέλω να παντρευτώ λέμε!» φώναξε ο Πέτρος.
«Μα όλοι παντρεύονται κάποια μέρα!» απάντησε η μάνα του, «Να μη δω κι εγώ η καημένη εγγονάκια;»
«Τι εγγονάκια ρε μάνα εδώ δεν μπορώ να πάρω πτυχίο θες να γίνω και πατέρας;» θέλησε να πει αλλά το μετάνιωσε. Προτίμησε να μην πει τίποτα, και τελικά να πάει στο δωμάτιο.

Προτού ακόμα ο Πέτρος μπει στο δωμάτιο, το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει και πάλι.

«Πέτρο άσε να το σηκώσω εγώ το τηλέφωνο και να πω ότι δεν είσαι!» ακούστηκε από το βάθος η έντρομη φωνή της μάνας του, η οποία προφανώς φοβόταν ότι ο γιος της θα αρχίσει και πάλι τις χριστοπαναγίες.

Πριν όμως προλάβει η κυρα-Μαρία να σηκωθεί από τον καναπέ, είχε προλάβει ο Πέτρος με ένα σάλτο να φτάσει στο σαλόνι και να σηκώσει το τηλέφωνο.

«ΕΜΠΡΟΣ!!!» γρύλισε στο τηλέφωνο, αγγίζοντας η φωνή του τα 200 ντεσιμπέλ.
«Πέτρο εσύ;» ακούστηκε τότε μια λεπτή γυναικεία φωνούλα από την άλλη άκρη της γραμμής.
Ο Πέτρος διαισθάνθηκε ότι είχε κάνει γκάφα ολκής, καθώς η φωνούλα αυτή δεν έμοιαζε καθόλου με της Ράνιας. Αποφάσισε τότε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του.
«Ναι, εγώ είμαι» είπε πραγματικά χαμηλόφωνα.
«Είσαι καλά;» είπε η φωνούλα.
«Καλά είμαι, ποιος είναι;» ρώτησε πάλι χαμηλόφωνα, πλην όμως επιτακτικά, ο Πέτρος.
«Η Ιωάννα είμαι, που είχαμε συναντηθεί τις προάλλες, η φίλη της Ράνιας, χιχιχι…»
Ο Πέτρος προς στιγμήν ένιωσε να συνωμοτούν οι πάντες εναντίον του.
«Εχμ, γεια, τι κάνεις;» είπε ο σοκαρισμένος αγωνιστής, που νόμιζε ότι πρωταγωνιστεί σε κάποια μεταφυσικού περιεχομένου ταινία του Κισλόφκσι.
«Καλά είμαι, χιχιχι!» έκανε η Ιωάννα, «Εσύ καλά είσαι; Γιατί φώναζες προηγουμένως; Σου συνέβη κάτι;»
«Εεε τίποτα» έκανε ο Πέτρος, «πρέπει να πάτησα καμιά καρφίτσα…»
«Καρφίτσα;» ρώτησε η Ιωάννα.
«Εεε… έχει έρθει η μάνα μου στην Αθήνα και κεντούσε ένα μαξιλάρι» απάντησε ο Πέτρος, που είχε μόλις επινοήσει μια αστεία πλην όμως αληθοφανή δικαιολογία.
«Αααα, χιχιχι» έκανε η ηλίθια ξανθιά από το βάθος του τηλεφώνου, που φυσικά έχαψε αυτό που της είπε ο Πέτρος.
«Εσύ είχες πάρει προηγουμένως;» ρώτησε τότε ο Πέτρος, θέλοντας να αποσαφηνίσει το μυστήριο.
«Όχι, πότε προηγουμένως λες;» αναρωτήθηκε η Ιωάννα.
«Α τίποτα, λάθος έκανα» απάντησε ο Πέτρος μη θεωρώντας θεμιτό να της εξηγήσει, ρωτώντας στο καπάκι: «Πού βρήκες αλήθεια το τηλέφωνό μου;»
«Μου το έδωσε η Ράνια, χιχιχι, πειράζει;» είπε η Ιωάννα.
«Όχι, προς Θεού, τι να πειράζει…» απάντησε ο Πέτρος, ενώ μέσα στο μυαλό του το μυστήριο γινόταν ακόμα πιο πολύπλοκο. Παράλληλα έριξε ένα βλέμμα συμπόνιας στη μάνα του που είχε σταματήσει να κλαίει και τον κοιτούσε με αγωνία να δει τι θα πει.

Ο Πέτρος δεν είχε ακόμα χωνέψει το σοκ που είχε υποστεί για πάρτη της Ιωάννας πριν αρκετές μέρες στο Παιδαγωγικό, και όσο κι αν την θαύμαζε για την ομορφιά της, δεν τον ενδιέφερε να ασχοληθεί ούτε λεπτό μαζί της, καθότι δεν του ‘χε ξεκαθαρίσει από την πρώτη στιγμή ότι τα είχε με άλλον, αντ’ αυτού του έδειξε ότι τον γούσταρε.
«Πόσα ράμματα κάνανε αλήθεια στον Ιάσονα;» θέλησε να ρωτήσει από κακία αλλά συγκρατήθηκε.
«Με θες κάτι;» ρώτησε τελικά, όχι με πολύ ευγενικό τρόπο είναι η αλήθεια.
«Θυμάσαι που σου είχα πει να με βοηθήσεις στη Φιλοσοφία τις προάλλες; Χιχιχι…» εξήγησε η ξανθιά καλλονή.
«Τι να σε βοηθήσω ρε Ιωάννα» είπε ο Πέτρος, «εδώ δεν έχω περάσει τη Φιλοσοφία στη δικιά μου τη σχολή!»
«Χιχιχι…» έκανε και πάλι η καθυστερημένη.
Τα τελευταία λόγια του Πέτρου έκαναν την κυρα-Μαρία να τον κοιτάξει με περιέργεια.
«Ναι μάνα» είπε ο Πέτρος στη μητέρα του σκεπάζοντας με το χέρι του το ακουστικό του τηλεφώνου ώστε να μην τον ακούσει η Ιωάννα, «η Φιλοσοφία είναι ένα από τα 8 μαθήματα που χρωστάω»
«Λοιπόν Ιωάννα» συνέχισε ο Πέτρος, «δεν μπορώ να σε βοηθήσω, λυπάμαι πολύ. Έχω ήδη πολύ διάβασμα για τη δική μου σχολή»
«Μα δε μπορείς να με βοηθήσεις ούτε μια μέρα λιγουλάκι;» έκανε όλο νάζι η ξανθιά φοιτήτρια του Παιδαγωγικού.
Ο Πέτρος δίστασε να πει όχι. Όμως το ρεζιλίκι που είχε υποστεί τις προάλλες τον ώθησε να σκεφτεί με σύνεση.
«Δεν έχω χρόνο» είπε ορθά-κοφτά, πλην όμως ευγενικά.
«Ούτε μια μερούλα να έρθεις σπίτι μου να διαβάσουμε μαζί, ο καθένας τη Φιλοσοφία του;» είπε τώρα η Ιωάννα.
«Εχμ…» δίστασε είναι η αλήθεια να απαντήσει ο Πέτρος. Η πρόταση της Ιωάννας ήταν ιδιαίτερα δελεαστική αλλά και μόνο η σκέψη ότι την ώρα που θα διαβάζουν Φιλοσοφία μπορεί να κάθεται ο πολυτραυματίας γκόμενός της στο διπλανό δωμάτιο να κρυφακούει, αρκούσε για να της πει ένα ξερό «όχι». Κι όμως, ο μουνόδουλος αγωνιστής δεν το είπε.
«Εχμ… εντάξει, θα δούμε. Δώσε μου το κινητό σου να σε πάρω όταν έχω χρόνο…»
«Αχ τι ωραία! Χιχιχι» έκανε χαρούμενη η ξανθιά και διάβασε γρήγορα το κινητό της καθώς και τη διεύθυνσή της στον Πέτρο ώστε να ξέρει πού να έρθει, ο οποίος τα σημείωσε στο παρακείμενο μπλοκάκι που υπήρχε γι’ αυτό το σκοπό.
«Λοιπόν Πετρούλη, περιμένω να με πάρεις τηλέφωνο! Χιχιχι! Θα τα πούμε!» έκανε η Ιωάννα καθώς έκλεινε το τηλέφωνο.

«Έ όχι και Πετρούλης!» είπε μέσα του ο Πέτρος αλλά δεν κάθισε να το φιλοσοφήσει γιατί τον απασχολούσαν άλλα, σημαντικότερα ζητήματα.

Τι είχε πραγματικά συμβεί τώρα; Ο ήρωάς μας δεν ήταν σε θέση να καταλάβει. Και τότε του ήρθε μια αναλαμπή που θα μπορούσε να αποσαφηνίσει το μυστήριο.
Το βλέμμα του στράφηκε και πάλι στη μάνα του.
«Η προηγούμενη κοπέλα που πήρε και μίλησες εσύ, τι φωνή είχε;» τη ρώτησε.
«Τι εννοείς τι φωνή είχε;» απόρησε η μάνα του.
«Εννοώ ήταν λεπτή, βαριά, τι ήταν;» εξήγησε ο Πέτρος.
«Μια νεαρή γυναικεία φωνή ήταν σαν όλες τις άλλες» απάντησε η μάνα του Πέτρου, που δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήθελε να μάθει ο γιος της.
«Μήπως έκανε ένα ηλίθιο γελάκι;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Τι εννοείς;» αποκρίθηκε με απορία η μάνα του.
«Εννοώ αν γέλαγε σαν ηλίθια…» εξήγησε ο Πέτρος.
«Όχι αγόρι μου, τι είναι αυτά που λες;» απάντησε η κυρα-Μαρία.
Ο Πέτρος έξυσε το κεφάλι του. Ποια να ήταν αυτή που τον πήρε;
«Πες μου ακριβώς, λέξη προς λέξη, τι σου είπε στο τηλέφωνο!» της είπε.
«Τίποτα Πέτρο μου δεν είπε» απάντησε η κυρα-Μαρία. «Απλά ρώτησε αν είσαι εκεί εσύ και της είπα ‘μισό λεπτό να τον φωνάξω’»
«Να μην έχω αναγνώριση κλήσεων ρε γαμώτο;» σκέφτηκε ο Πέτρος, και υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι μετά το τέλος την εξεταστικής θα πάρει τηλέφωνο τον ΟΤΕ να ζητήσει να του βάλουν.

Τελικά τις χριστοπαναγίες δεν πρέπει να τις είχε ακούσει η Ιωάννα. Ποια να ήταν όμως αυτή που τον πήρε τηλέφωνο; Η Ράνια λογικά. Αλλά να ήταν σύμπτωση ότι αμέσως μετά από αυτή τον πήρε τηλέφωνο η Ιωάννα; Και μάλιστα του ζητούσε να διαβάσουν Φιλοσοφία μαζί; «Κάποιος έχει βαλθεί να με τρελάνει, δεν εξηγείται αλλιώς» σκέφτηκε ο Πέτρος και κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του.

Ευτυχώς ο καφές του δεν είχε κρυώσει και πίνονταν ακόμα. Ήταν ευκαιρία να προσπαθήσει να διαβάσει μερικές σειρές ακόμα, μέχρι να τον φωνάξει η μάνα του για φαγητό, αν και βαριόταν οικτρά. Συνειδητοποιώντας επίσης ότι η Ράνια μετά τα καντήλια που άκουσε δεν επρόκειτο να τον ξαναενοχλήσει, ένιωσε ασφαλής ν’ ανοίξει και πάλι το κινητό του.

Δεν πρόλαβε όμως να το ανοίξει και ένα μήνυμα εμφανίστηκε εκείνη τη στιγμή, και το οποίο είχε προφανώς ληφθεί όσο είχε το κινητό του κλειστό προηγουμένως. Ο μεγάλος ηγέτης έσπευσε να το διαβάσει: «ΠΟΥ ΣΑΙ ΡΕ ΑΡΧΗΓΕ! ΛΕΓΑΜΕ ΜΕ ΤΗ ΡΑΝΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΑΥΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ. ΠΟΤΕ ΣΕ ΒΟΛΕΥΕΙ;»

«Μα καλά, δεν είχαμε πει για μετά την εξεταστική;» ήταν η πρώτη σκέψη του Πέτρου, που κανονικά δεν θα ‘πρεπε να σκεφτόταν κάτι τέτοιο· σε παλιότερα έτη ούτε που διανοούνταν να κάνει αυτή τη μηχανιστική διάκριση μεταξύ κανονικής περιόδου και εξεταστικής, γιατί πολύ απλά δεν ήξερε στην πράξη τι ήταν η εξεταστική. Όπως και να ‘χει όμως, η πρώτη του αυτή σκέψη επισκιάστηκε από μια δεύτερη: «Ο μαλάκας, το Δεκέμβρη που είχαμε πρωτοκανονίσει δεν κατάφερε να έρθει, και περιμένει να τον πιστέψω τώρα;». Αλλά τελικά, ούτε κι αυτή η σκέψη επικράτησε. Αντ’ αυτού, μια τρίτη σκέψη, πολύ πιο σημαντική, ήρθε να εκτοπίσει όλες τις προηγούμενες και να στοιχειώσει το καταπονημένο μυαλό του αγωνιστή: «Λες τελικά να είναι η Ράνια που θέλει να γίνει συγκέντρωση για τη Θραύση, ώστε να ξαναβρεί επαφή μαζί μου;»

Ο Πέτρος είχε τελικά καταφέρει να ξεδιαλύνει το μυστήριο με τα τηλεφωνήματα. Η Ράνια, αφού είδε κι απόειδε, έβαλε την Ιωάννα να τον πάρει τηλέφωνο, και μάλιστα να του προτείνει να συναντηθούν για να διαβάσουν μαζί. Με άλλα λόγια, η Ράνια έσπρωξε την πανέμορφη – πλην όμως ηλίθια – φίλη της στον Πέτρο, ώστε να μπορέσει να μπει η ίδια ξανά στο παιχνίδι. Παρανοϊκό; Ανώμαλο; Διαστροφικό; Σίγουρα κάτι που ο ήρωάς μας δεν μπορούσε να αντέξει ούτε να το διανοηθεί. Το μυαλό του άρχισε να θολώνει, η ψυχραιμία του να χάνατε. Άρπαξε λοιπόν το κινητό του να πάρει τηλέφωνο τη Ράνια να τις ρίξει ακόμα μερικές χριστοπαναγίες.

«Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του κλειστό. Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα», ακούστηκε από το βάθος.
«Την πουτάνα, το έχει κλειστό γιατί φοβάται μην τα ακούσει πάλι!» σκέφτηκε ο Πέτρος, που σπανίως στη ζωή του χρησιμοποιούσε τη λέξη ‘πουτάνα’ για μια γυναίκα. Συνήθως αποκαλούσε πουτάνα την κοινωνία που τον αδίκησε ή την μπάλα, όταν ο Παναθηναϊκός δεν μπορούσε να σκοράρει.

Αμέσως πήρε τηλέφωνο τον Στέλιο. Μάταια όμως τελικά. Ακούστηκαν πολλά ‘τουτ’ στη αλλά ο Στέλιος δεν απαντούσε.

Πλέον του έμενε ένας μόνο δρόμος: να πάρει τηλέφωνο την Ιωάννα και να της πει να μαζέψει τη φίλη της γιατί του έχει κάνει τη ζωή κόλαση.

«Ναι;», ακούστηκε η Ιωάννα ν’ απαντά στο τηλέφωνο.
«Γεια σου Ιωάννα, ο Πέτρος είμαι» είπε ο ομώνυμος αγωνιστής.
«Γεια σου και σένα καλέ Πετρούλη… χιχιχι» έκανε όλο χαρά η Ιωάννα.
«Λοιπόν πες…» ξεκίνησε να λέει ο Πέτρος αλλά το μετάνιωσε.
«Τι να πω;» απόρησε η ξανθιά θεά.

Τι να έλεγε ο Πέτρος τώρα; Να πει στη Ράνια να τον αφήσει ήσυχο; Να είχε επίγνωση άραγε η ίδια ότι η Ράνια τη χρησιμοποιούσε ή ήταν όντως τόσο ηλίθια που δεν μπορούσε να το αντιληφθεί;

«Εχμ…» έκανε ο διστακτικός επαναστάτης. Τα πράγματα του είχαν έρθει τελείως ανάποδα και δεν ήξερε πώς να ξεμπλέξει.
«Θα έρθεις τελικά για να διαβάσουμε; Χιχιχι…» ρώτησε η Ιωάννα.
«Εχμ… εγώ… αύριο…»
«Αύριο δίνω μάθημα και δεν μπορώ» πήγαινε να πει ο Πέτρος, αλλά έφαγε ένα άνευ προηγουμένου κόλλημα και δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την πρότασή του. Το νόημα αυτού που εκστόμισε ήταν φυσικά εντελώς διαφορετικό από αυτό που ήθελε να πει.
«Αύριο! Πολύ ωραία! Χιχιχι!» έκανε η ηλίθια ξανθιά, «Πότε σε βολεύει;»
«Εχμ… δεν ξέρω» απάντησε ο Πέτρος.
«Να πούμε κατά τις 7;» ρώτησε η Ιωάννα.
«Ναι… δηλαδή όχι… δηλαδή δεν ξέρω…»
«Καλά λοιπόν, εγώ σε περιμένω αύριο στις 7! Χιχιχι!» απάντησε η Ιωάννα.
Πλέον ό,τι έλεγε ο Πέτρος απέβαινε εις βάρος του, και θεώρησε σκόπιμο να δώσει τέλος στη συνομιλία.
«Μου χτυπάνε το κουδούνι, πρέπει να κλείσω, τα λέμε» προφασίστηκε ο μπερδεμένος αγωνιστής και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο.

«Την πούτσισα τώρα!» φώναξε μόνος του, «Να δω πώς θα ξεμπλέξω!»

Εκείνη τη στιγμή μπήκε η μάνα του στο δωμάτιο.

«Ωχ αυτή μας έλειπε τώρα» σκέφτηκε ο Πέτρος αλλά δεν της το έδειξε.
«Πέτρο αγόρι μου να σε ρωτήσω κάτι;» είπε με πολύ στοργικό τόνο η μητέρα του και κάθισε στο κρεβάτι.
«Τι πράγμα;» αποκρίθηκε με απορία ο Πέτρος.
«Ποια είναι αυτή η Ιωάννα που μίλαγες προηγουμένως;» τον ρώτησε.
«Μία» απάντησε ο Πέτρος. «Γιατί ρωτάς;»
«Ε τι, μάνα σου είμαι κι εγώ» εξήγησε η κυρα-Μαρία. «Δεν δικαιούμαι να ξέρω;»
«Να ξέρεις τι;» ρώτησε ο Πέτρος που δεν μπήκε στο νόημα με τη μία.
«Ε να» είπε η μητέρα του, «Είναι καλή κοπέλα; Είναι όμορφη; Τι σπουδάζει; Τι δουλειά κάνουν οι γονείς της;»
Ο Πέτρος τώρα μπήκε στο νόημα. Η Ιωάννα δεν είχε πάρει παρά ένα τηλέφωνο, και η κυρα-Μαρία το ‘δεσε σκοινί-κορδόνι ότι προορίζεται για νύφη του γιου της.
«Είναι πολύ ηλίθια ρε μάνα!» απάντησε ο Πέτρος, «Παίζει να είναι και πιο ηλίθια από σένα που μου ετοιμάζεις προξενιά! Και τώρα δρόμο από το δωμάτιο για να μη σε πάρει ο διάολος!»
«Πέτρο αγόρι μου γιατί μου μιλάς έτσι;» άρχισε να κλαίει η μάνα του.

Ο Πέτρος δεν έδωσε σημασία παρά την πήρε σηκωτή και την έβγαλε σπρώχνοντάς την από το δωμάτιο. Αρκετά τον είχε πρήξει κι αυτή σήμερα.

«Τι θα κάνω τώρα με τις άλλες;» αναλογίστηκε ο ήρωάς μας, που ένιωθε τον εαυτό του να βρίσκεται σε απίστευτα περίπλοκη θέση. Να πήγαινε αύριο από το σπίτι της Ιωάννας να διαβάζανε Φιλοσοφία; Τη δική του Φιλοσοφία την έδινε τελευταία, και θα ήταν αδόκιμο να χαραμίσει ένα απόγευμα που εναλλακτικά θα διάβαζε κάποιο άλλο, πιο δύσκολο, μάθημα. Θα διάβαζε όμως ή πάλι θα μαλακιζόταν όπως μέχρι τώρα; Ήταν και η ρημάδα η Στατική, που την έδινε μεθαύριο και θα ήταν αυτοκτονικό να μην κάτσει αύριο να τη διαβάσει έστω και λίγο. Εκτός βέβαια αν αύριο με το που θα τέλειωνε η εξέταση στον Ηλεκτρομαγνητισμό, γυρνούσε αμέσως σπίτι και στρωνόταν μέχρι τις 7 που θα πήγαινε στην Ιωάννα, και μετά θα γυρνούσε πάλι σπίτι να συνεχίσει το διάβασμα. Στην ανάγκη θα ξενυχτούσε διαβάζοντας και θα το ‘βγαζε σερί μέχρι μεθαύριο το πρωί που ‘ταν να δώσει τη Στατική. Δεν το ‘χε κάνει βέβαια ποτέ αυτό για να πεις ότι θα το ‘κανε τώρα, αλλά τίποτα δεν τον εμπόδιζε να δοκιμάσει.

Οι αρχικές αυτές σκέψεις του Πέτρου δεν μπόρεσαν ωστόσο να επισκιάσουν τον σημαντικότερο ίσως λόγο για να πάει ή να μην πάει αύριο σπίτι της Ιωάννας: υπήρχε περίπτωση η τελευταία να του κάτσει; Η απάντηση ήταν μάλλον αυτονόητη· δεν είχε την παραμικρή ελπίδα, μιας και ο Ιάσονας, έστω και στο γύψο, θα κάθονταν στο διπλανό δωμάτιο –αν όχι στο ίδιο– και θα παραφυλούσε.

Κι αν ο Ιάσονας ήταν ακόμα στο νοσοκομείο; Θα μπορούσε άραγε να επωφεληθεί της απουσίας του και να την πέσει στην Ιωάννα;

Γρήγορα όμως ο Πέτρος κατάλαβε ότι υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα που περιέπλεκε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Έστω πως την έπεφτε στην Ιωάννα και αυτή του καθόταν. Τότε όμως μετά, εκτός από την ΚΝΕ, θα τον κυνηγούσαν και τα ΕΑΑΚ. Θα περιέρχονταν με άλλα λόγια στην πλήρη πολιτική απομόνωση. Ναι, αλλά δεν ήταν έτσι κι αλλιώς απομονωμένος πολιτικά τόσα χρόνια; Η Θραύση, η ηρωική αυτή κίνηση που είχε ιδρύσει στο 1ο έτος, δεν είχε παρά ελάχιστα μέλη και μηδαμινή απεύθυνση το όλο αυτό διάστημα που υπήρχε. Τι είχε να χάσει λοιπόν αν δοκίμαζε να την πέσει στην Ιωάννα; Ναι, αλλά μήπως έτσι έπεφτε στην παγίδα της Ράνιας η οποία επιζητούσε διακαώς να μπει στο παιχνίδι και γι’ αυτό έβαλε την Ιωάννα να τον προσεγγίσει;

Ήθελε όμως στ’ αλήθεια να του την πέσει η Ιωάννα ή μήπως ήθελε όντως να διαβάσουν φιλοσοφία μαζί; Τελικά λες ο Ανδρέας να ήταν βιαστικός στις εκτιμήσεις του ότι μια γκόμενα που ζητάει από έναν άνδρα να της διδάξει φιλοσοφία θέλει απλώς να γαμηθεί; Αποκλείεται να θέλει κι αυτή να μάθει φιλοσοφία όπως κάθε ανήσυχο πνεύμα; Και γιατί στο φινάλε οι εκτιμήσεις του Ανδρέα να παίρνονται ως θέσφατα, όταν είχε πέσει τραγικά έξω στις γκομενικές του αναλύσεις, μιας και ούτε ελεύθερη ήταν η Ιωάννα όπως ο ίδιος νόμιζε, ούτε το σύνδρομο της ωραίας γκόμενας ίσχυε στην περίπτωσή της; «Οι γκομενικές εκτιμήσεις του Ανδρέα είναι πιο αναχρονιστικές κι απ’ του πατέρα μου…» αναλογίστηκε τότε ο Πέτρος. Πράγματι, ο πατέρας του, όντας παλαιών αρχών φαλλοκράτης της γενιάς του ‘50, τού είχε δώσει στην εφηβεία του κάτι εντελώς άκυρες συμβουλές, όπως «αν δεν μπαζώσεις δεν χτίζεις», «η γυναίκα που θα παντρευτείς πρέπει να είναι 12 χρόνια νεότερη από σένα γιατί οι γυναίκες γερνάνε πιο γρήγορα από τους άνδρες» και «να προσέχεις να μην μπεις στο στόχαστρο της πεθεράς σου γιατί αλλιώς την έβαψες». Βέβαια, ο ίδιος ο Πέτρος δεν τήρησε καμία από τις συμβουλές αυτές, καθώς ουδέποτε στη ζωή του τα έφτιαξε με μπάζο –αν και πρόσφατα με τη Ράνια επιχείρησε να το κάνει–, ήταν επίσης σχεδόν παντρεμένος με τη Χριστίνα που ήταν όχι 12 χρόνια μικρότερή του αλλά συνομήλικη, ενώ τέλος κατάφερε επάξια και μπήκε στο στόχαστρο της δολοπλόκας μάνας της τελευταίας, με τα γνωστά ολέθρια για τη σχέση των δυο νέων αποτελέσματα…

Αυτά σκεφτόταν ο μεγάλος αγωνιστής, ώσπου η φωνή της μητέρας του διέκοψε απότομα τις σκέψεις του.
«Πέτρο, το φαγητό είναι έτοιμο!» φώναξε η κυρα-Μαρία από μέσα, που η φωνή της έδειχνε ότι είχε κιόλας ξεχάσει το βρίσιμο που είχε φάει από το γιο της.
«Έρχομαι!» απάντησε ο Πέτρος, και χωρίς να χάσει ούτε λεπτό κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

Τα όσα είχαν συμβεί σήμερα στο ήρωά μας όχι μόνο του είχαν ροκανίσει το χρόνο, αλλά τον είχαν αναστατώσει σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί πια στο διάβασμα. Δεν είχε νόημα όμως αυτή τη στιγμή να τα σκέφτεται όλα αυτά, γιατί μια μερίδα λαχταριστό κοτόπουλο τον περίμενε πάνω στο τραπέζι…

* * *

Η ώρα είχε πάει 9 παρά τέταρτο το βράδυ. Ο Πέτρος, έπειτα από έναν τετράωρο απογευματινό ύπνο, –καθώς το μεσημεριανό κοτόπουλο τον είχε καθηλώσει για τα καλά– είχε ψευτοκάτσει να διαβάσει. Ο Ηλεκτρομαγνητισμός που έδινε αύριο, κάθε άλλο παρά ήταν παίξε-γέλασε, οπότε, κανονικά, όφειλε να προσπαθήσει, τις λίγες ώρες που του απέμεναν μέχρι την αυριανή εξέταση, να αφομοιώσει όσο το δυνατό περισσότερα απ’ το ογκώδες βιβλίο του μαθήματος. Γιατί αν αλήθεια κατάφερνε να γράψει από κωλοφαρδία κανένα 4μιση, ο καθηγητής θα μπορούσε σε μια κρίση ευσπλαχνίας να του το κάνει 5 και να τον περάσει. Θα μπορούσε όμως να γράψει έστω και 4μιση; Είχε διαβάσει μόλις 3 παραγράφους από την εισαγωγή, και τα κεφάλαια που ήταν στην ύλη ήταν συνολικά 6, μη συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής. Και αυτό το μάθημα πήγαινε για σφάξιμο λοιπόν… «Δεν πειράζει, τουλάχιστον θα πάω να πάρω τα θέματα, να αποκτήσω μια ιδέα για την επόμενη φορά» » σκέφτηκε εν ίδει παρηγοριάς ο ήρωάς μας, και πήγε στην κουζίνα να φάει το βραδινό του που του ‘χε ετοιμάσει η μητέρα του…

* * *

(συνεχίζεται…)